Απόφαση 585 / 2026    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 585/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Θεοφάνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη- Εισηγήτρια, Αναστασία Καραμανίδου, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 5 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΩΝ: 1) Ν. Κ. του Π. και της Α., κατοίκου ..., 2) Ι. Κ. του Π. και της Α., κατοίκου ..., 3) Κ. συζ. Α. Λ., το γένος Π. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λαμπρόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Α. Κ. του Π. και της Α., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Δρακοπούλου, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 204/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3/2024 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-3-2024 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 14-3-2024 αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η, κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, εκδοθείσα υπ' αριθμ. 3/2024 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. , επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 17-12-2019 αγωγή που κατέθεσαν οι ενάγοντες και ήδη αναιρείοντες ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών κατά του εναγομένου (ήδη αναιρεσιβλήτου), ισχυριζόμενοι ότι ο αποβιώσας την …2018 πατέρας τους, Π. Κ., με την συνταχθείσα από τη Συμβολαιογράφο … Μ. Τ., υπ' αριθμ. ...2018 δημόσια διαθήκη, που κατέλειπε και δημοσιεύτηκε νόμιμα, εγκατέστησε κληρονόμους του τους ίδιους (ενάγοντες), τον εναγόμενο και τον ήδη αποβιώσαντα Α. Κ., τέκνα του, επί των αναφερομένων στην αγωγή κληρονομιαίων ακινήτων, η οποία όμως είναι άκυρη καθώς επί του κειμένου της υπάρχουν διαγραφές, παρεισγραφές και ουσιώδεις διορθώσεις, οι οποίες δεν έγιναν με παραπομπή στο περιθώριο και να έχουν υπογραφεί από όλα τα συμπράττοντα πρόσωπα, ώστε θεωρούνται ως μη γενόμενες, εφόσον αφορούν στοιχεία που ανάγονται στις τυπικές προϋποθέσεις της σύνταξης της διαθήκης και ότι περαιτέρω ο άνω αποβιώσας φέρεται να συνέταξε και υπέγραψε την από …2016 ιδιόγραφη διαθήκη του που δημοσιεύτηκε νόμιμα, εγκαθιστώντας ως κληρονόμους του τα ίδια ως άνω πρόσωπα, η οποία, επίσης, είναι άκυρη, διότι δεν γράφτηκε ιδιοχείρως από τον διαθέτη, ούτε υπογράφηκε από τον ίδιο, αλλά από τρίτο πρόσωπο, ζήτησαν, επικαλούμενοι άμεσο έννομο συμφέρον, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη, να αναγνωριστεί η ακυρότητα των ανωτέρω διαθηκών. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, η υπ' αριθμ. 204/2021 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνωρίστηκε η ακυρότητα αμφοτέρων των διαθηκών (δημόσιας και ιδιόγραφης). Ασκηθείσης εφέσεως εκ μέρους του ηττηθέντος εναγομένου, ήδη αναιρεσιβλήτου, εκδόθηκε από το Τριμελές Εφετείο Πατρών η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση ως προς το κεφάλαιο της εκκαλουμένης απόφασης (πρωτόδικης) που αφορούσε την ακύρωση της από …2016 ιδιόγραφης διαθήκης, ενώ έγινε κατ' ουσίαν δεκτή ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορούσε στην ακύρωση της υπ' αριθμ. …2018 δημόσιας διαθήκης, εξαφανίστηκε κατά το μέρος αυτό η πρωτόδικη απόφαση και, στη συνέχεια, το Εφετείο δικάζοντας επί της αγωγής απέρριψε το αίτημά της περί αναγνώρισης της ακυρότητας της ως άνω δημόσιας διαθήκης ως μη νόμιμο.
Σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1730 Α.Κ. η δήλωση τελευταίας βούλησης του διαθέτη γίνεται προφορικά ενώπιον του συμβολαιογράφου και των λοιπών συμπραττόντων προσώπων και κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου τα πρόσωπα που συμπράττουν κατά τη σύνταξη της διαθήκης πρέπει να είναι παρόντα σε όλη τη διάρκεια της πράξης.
Εξάλλου, η διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 1733 Α.Κ. αναφερόμενη στη σύνταξη πράξης για τη δημόσια διαθήκη, ορίζει ότι πρέπει αυτή να υπογραφεί από τον διαθέτη και από τα πρόσωπα που συμπράττουν. Πράξεις με περισσότερα φύλλα πρέπει να υπογράφονται στο τέλος κάθε φύλλου. Επίσης, στο άρθρο 1734 Α.Κ. ορίζεται ότι: "Οι γενικές για τα συμβολαιογραφικά έγγραφα διατάξεις εφαρμόζονται και στη δημόσια διαθήκη, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά.". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η πράξη που συντάσσεται από τον συμβολαιογράφο για τη δημόσια διαθήκη ρυθμίζεται από τις διατάξεις για τα συμβολαιογραφικά έγγραφα, εφόσον όμως δεν υπάρχει αντίθετη ρύθμιση στις διατάξεις του Α.Κ., οι οποίες ως ειδικές αποκλείουν τις σχετικές ρυθμίσεις που αναφέρονται σε όλα τα άλλα συντασσόμενα από τον συμβολαιογράφο έγγραφα του Κώδικα Συμβολαιογράφων, τέτοια δε είναι η διάταξη του άρθρου 1718 Α.Κ., στην οποία ορίζεται ότι: "Διαθήκη για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά" (Α.Π. 988/2021).
Εξάλλου, οι διατάξεις των άρθρων 1725 ως 1735 Α.Κ., που ορίζουν τις διατυπώσεις για τη σύνταξη δημόσιας διαθήκης είναι κατά κανόνα αναγκαστικού δικαίου, ώστε η μη τήρηση τους έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της διαθήκης (Α.Π. 988/2021, Α.Π. 278/2010). Tέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 438 Κ.Πολ.Δ. , έγγραφα, που έχουν συνταχθεί κατά τους νομίμους τύπους, από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους, ως προς όσα βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το πρόσωπο, που συνέταξε το έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του, αν το πρόσωπο αυτό είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση. Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού. Τέτοια γεγονότα, που βεβαιώνονται από συμβολαιογράφο στο δημόσιο έγγραφο της διαθήκης, είτε ως γενόμενα από αυτόν, είτε ως γενόμενα ενώπιόν του, κατά των οποίων χωρεί ανταπόδειξη μόνο με την προσβολή της διαθήκης ως πλαστής είναι όσα αναφέρονται στην τήρηση των διατυπώσεων, που ορίζονται στα άρθρα 1725 έως 1737 Α.Κ., είναι δε μεταξύ αυτών: α) 'Oτι έγινε η δήλωση της τελευταίας βουλήσεως του διαθέτη και μάλιστα προφορικά, β) ότι η διαθήκη αναγνώσθηκε και γ) ότι υπέγραψαν ενώπιον του συμβολαιογράφου ο διαθέτης και τα πρόσωπα που συμπράττουν (Α.Π. 988/2021, Α.Π. 486/2014, Α.Π. 1133/2013).
Περαιτέρω με το άρθρο 11 ν. 2830/2000 "Κώδικας Συμβολαιογράφων" ορίζεται ο τρόπος κατάρτισης συμβολαιογραφικών εγγράφων και ειδικότερα με τις διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 3, 4, 5 και 6 αυτού ορίζεται ότι: "1. Το συμβολαιογραφικό έγγραφο γράφεται ευανάγνωστα στα ελληνικά με οποιοδήποτε γραφικό μέσο και ανεξίτηλη γραφική ύλη σε συνέχεια, χωρίς κενά διαστήματα, παρεισγραφές, ξέσματα και συγκοπές ή χρησιμοποίηση μεσοστίχων. Τυχόν κενά διαστήματα συμπληρώνονται με γραμμή. Οι αριθμοί που δηλώνουν κρίσιμη χρονολογία, καθώς και ουσιώδη στοιχεία του εγγράφου, γράφονται και ολογράφως. 2. Κάθε διαγραφή ή καθαρογραφή μιας ή περισσοτέρων λέξεων ή αριθμών γίνεται με σχετική αναφορά, είτε στη συνέχεια των διαγραφομένων ή καθαρογραμμένων λέξεων ή αριθμών είτε με παραπομπή στο περιθώριο, χωρίς να εξαλείφονται οι λέξεις ή οι αριθμοί και στις δύo δε περιπτώσεις σημειώνεται ο αριθμός τους και υπογραμμίζονται. 3. Κάθε άλλη μεταβολή ή προσθήκη γίνεται με παραπομπή στο περιθώριο ή στο τέλος του εγγράφου, μετά το χώρο που προορίζεται για υπογραφές. 4. Πριν από την υπογραφή του το έγγραφο διαβάζεται στα πρόσωπα που εμφανίζονται και συμπράττουν και υπογράφεται από αυτά και το συμβολαιογράφο. Αναφορά γι' αυτό γίνεται στο τέλος. Οι υπογραφές των αναφερομένων προσώπων και του συμβολαιογράφου τίθενται σε κάθε φύλλο, κάτω από τις παραπομπές, καθώς και στο τέλος του εγγράφου. Σε περίπτωση κατά την οποία ένας από τους εμφανισθέντες δηλώσει ότι αδυνατεί να υπογράψει, γίνεται σχετική αναφορά στο τέλος του συμβολαίου. 5. Κάθε φορά που ο χώρος σε κάθε φύλλο ή κάτω από τις παραπομπές δεν επαρκεί για τις υπογραφές όλων των προσώπων που εμφανίζονται και συμπράττουν, τα πρόσωπα αυτά ορίζουν δύo από αυτούς, οι οποίοι θα υπογράψουν και γίνεται σχετική αναφορά στο τέλος του συμβολαίου. 6. Το πρωτότυπο, τα αντίγραφα και τα απόγραφα των συμβολαίων σφραγίζονται με τη σφραγίδα του συμβολαιογράφου σε κάθε υπογραφή αυτού". Ωστόσο οι παραβάσεις των διατάξεων για τα συμβολαιογραφικά έγγραφα επάγεται την ακυρότητα της (δημόσιας) διαθήκης, ως συμβολαιογραφικού εγγράφου, μόνο αν ο νόμος το ορίζει ρητά. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π 1/2016, 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Έτσι, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο α) την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, αλλά και β) την αιτίαση ότι παραβιάστηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν (Α.Π. 1706/2009). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.Α.Π. 9/2016, Ολ.Α.Π.24/1992, Α.Π.307/2019). Τέλος, ο λόγος αυτός που αφορά την ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υποθέσεως και τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την αίτηση ένσταση κτλ ως μη νόμιμη, αόριστη ή απαράδεκτη ή για οποιονδήποτε άλλο τυπικό λόγο ( Ολ.Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 44/1990).
Στην προκειμένη περίπτωση με τo πρώτo μέρος της ένδικης αγωγής οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ζήτησαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα της υπ' αριθμ. …2018 δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος στις …2018 πατέρα τους, που συνέταξε η συμβολαιογράφος … Μ. Τ. και δημοσιεύτηκε νόμιμα, για τον λόγο ότι επί του κειμένου της διαθήκης (που έχει συνταχθεί χειρόγραφα και όχι με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή) υπάρχουν διαγραφές, παρεισγραφές και ουσιώδεις διορθώσεις, οι οποίες δεν έγιναν με παραπομπή στο περιθώριο και δεν έχουν υπογράψει γι' αυτές όλα τα συμπράττοντα πρόσωπα, ώστε να θεωρούνται ως μη γενόμενες και εφόσον αφορούν στοιχεία που ανάγονται στις τυπικές προϋποθέσεις της σύνταξης της διαθήκης αυτή είναι άκυρη. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι "... στην παραπάνω δημόσια διαθήκη έχει διαγραφεί ο μήνας σύνταξης της διαθήκης και από πάνω από την διαγραμμένη λέξη έχει γραφεί ο μήνας Ιανουάριος, καθώς επίσης μεταξύ του μηνός Ιανουαρίου και τις ημέρες έχει αναγραφεί, ως παρεισγραφή, το έτος 2018. Οι παραπάνω διαγραφές και παρεισγραφές θεωρούνται σαν να μην έχουν εγγραφεί με αποτέλεσμα να λείπει ο μήνας και το έτος σύνταξης της επίδικης διαθήκης και η έλλειψη αυτή να συνεπάγεται την ακυρότητα της διαθήκης. Επίσης, στην παραπάνω δημόσια διαθήκη έχει διαγραφεί το κύριο όνομα του δεύτερου μάρτυρα Γ. και πάνω από τη διαγραμμένη λέξη έχει γραφεί το μικρό όνομα Γ., ενώ, μεταξύ της διαγραφής αυτής και του επωνύμου του μάρτυρα Γ., ως παρεισγραφή έχει αναγραφεί η λέξη Α. Οι παραπάνω διαγραφές και παρεισγραφές θεωρούνται σαν να μην έχουν εγγραφεί με αποτέλεσμα να λείπει το κύριο όνομα του παραπάνω μάρτυρα. Η δε έλλειψη αυτή, που δεν καλύπτεται με την υπογραφή στη διαθήκη και τρίτου μάρτυρα, του οποίου δεν προκύπτει η ταυτότητα έχει σαν αποτέλεσμα την ακυρότητα της ανωτέρω δημόσιας διαθήκης". Κατά το μέρος αυτό η αγωγή έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως νομικά και ουσιαστικά βάσιμη αναγνωρίστηκε δε η ακυρότητα της επίδικης δημόσιας διαθήκης. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκανε δεκτό τον σχετικό με την παραδοχή του μέρους αυτού της αγωγής, λόγο έφεσης του ήδη αναιρεσιβλήτου και, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά το μέρος αυτό, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Ειδικότερα, οι παραδοχές στις οποίες το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στήριξε την εκφερθείσα κρίση του για το μέρος αυτό της αγωγής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι οι ακόλουθες: "Η αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο και κατά το μέρος που οι ενάγοντες ζητούν την ακυρότητα της ανωτέρω δημόσιας διαθήκης είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, ... καθόσον τα περιστατικά που εκθέτουν αφορούν στην μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 11 του Ν. 2830/2000 το οποίο ορίζει ότι "1. Το συμβολαιογραφικό έγγραφο γράφεται ευανάγνωστα στα ελληνικά με οποιοδήποτε γραφικό μέσο και ανεξίτηλη γραφική ύλη σε συνέχεια, χωρίς κενά διαστήματα, παρεισγραφές, ξέσματα και συγκοπές ή χρησιμοποίηση μεσοστίχων. Τυχόν κενά διαστήματα συμπληρώνονται με γραμμή. Οι αριθμοί που δηλώνουν κρίσιμη χρονολογία, καθώς και ουσιώδη στοιχεία του εγγράφου, γράφονται και ολογράφως", "2. Κάθε διαγραφή ή καθαρογραφή μιας ή περισσότερων λέξεων ή αριθμών γίνεται με σχετική αναφορά, είτε στη συνέχεια των διαγραφομένων ή καθαρογραμμένων λέξεων ή αριθμών είτε με παραπομπή στο περιθώριο, χωρίς να εξαλείφονται οι λέξεις ή οι αριθμοί και στις δύo δε περιπτώσεις σημειώνεται ο αριθμός τους και υπογραμμίζονται" και "3. Κάθε άλλη μεταβολή ή προσθήκη γίνεται με παραπομπή στο περιθώριο ή στο τέλος του εγγράφου, μετά το χώρο που προορίζεται για υπογραφές, χωρίς πάντως να ορίζεται ρητά ακυρότητα από τις διατάξεις αυτές ... Επίσης οι διατάξεις των άρθρων 1718 και 1733, που επικρατούν των γενικών ρυθμίσεων για τα υπόλοιπα συμβολαιογραφικά έγγραφα, δεν απαγγέλουν ρητώς ακυρότητα από την ύπαρξη των ανωτέρω εξωτερικών ελαττωμάτων της δημόσιας διαθήκης, οι δε ενάγοντες δεν προσβάλλουν την επίμαχη διαθήκη ως πλαστή. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και αναγνώρισε την ακυρότητα της υπ' αριθμ. …/2018 δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος Π. Κ., έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η έφεση του εναγομένου με την οποία ζητείται η απόρριψη της αγωγής, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς το μέρος αυτό και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 535 Κ.Πολ.Δ.), να απορριφθεί η αγωγή (κατά το ανωτέρω μέρος της) ως μη νόμιμη". Με βάση τα παραπάνω, το Εφετείο έκρινε ότι οι ως άνω επικαλούμενοι λόγοι ακυρότητας της ένδικης δημόσιας διαθήκης του Π. Κ. είναι μη νόμιμοι και, ως εκ τούτου, απορριπτέα ως μη νόμιμη τυγχάνει και η ένδικη αγωγή κατά το μέρος αυτό. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1732, 1718, 1733, 1734 και 180 Α.Κ., τις οποίες ορθά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον η μη τήρησή των διατάξεων του άρθρου 11 ν. 1830/2000 "Κώδικας Συμβολαιογράφων" δεν επιφέρει ακυρότητα της διαθήκης αφού οι διατάξεις των άρθρων 1718 και 1733 Α.Κ., που ορθά εφάρμοσε, ως ειδικές και επικρατούν των γενικών ρυθμίσεων για τα υπόλοιπα συμβολαιογραφικά έγγραφα, δεν απαγγέλουν ρητώς ακυρότητα από την ύπαρξη εξωτερικών ελαττωμάτων τη δημόσιας διαθήκης και, επιπλέον, η ένδικη δημόσια διαθήκη δεν προσβάλλεται ως πλαστή. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση από τον αριθμό 1α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας παραβίασης των ανωτέρω διατάξεων τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή τους, κατά το μέρος αυτό, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ του πλαγίου τις ίδιες ως άνω διατάξεις, απορρίπτοντας με ανεπαρκείς αιτιολογίες τον ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό τους ότι η χρονολογία σύνταξης στην πράξη της επίδικης δημόσιας διαθήκης είναι ατελής και αυτή (χρονολογία) δεν δύναται να συμπληρωθεί από τα λοιπά στοιχεία αυτής. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του, δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν το σχετικό αυτό αίτημα της αγωγής των αναιρεσειόντων (περί ακύρωσης της ένδικης δημόσιας διαθήκης), αλλά το απέρριψε, ως μη νόμιμο και, συνεπώς, κατά τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν ιδρύεται ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης.
Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3/2024 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176,183,189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και κατά τα οριζόμενα στον διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3/2024 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ