Απόφαση 587 / 2026    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 587/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Θεοφάνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη - Εισηγήτρια, Αναστασία Καραμανίδου, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 3 Δεκεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ :
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ - ΚΑΘ ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ : Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την Κωνσταντίνα Μαρίνου, Πάρεδρο του Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρον 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., και κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ - ΚΑΛΟΥΣΑΣ: Α. Ρ. του Τ. και της Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Θαλασσινού, με δήλωση, κατ' άρθρον 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 134/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 210/2022 του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-12-2022 αίτησή του. Η συζήτηση της αιτήσεως ματαιώθηκε στη δικάσιμο 16-10-2024, και, κατά τη σημερινή δικάσιμο, η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση, με την από 21-10-2024 κλήση της αναιρεσίβλητης.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 21-10-2024 κλήση της καλούσας - αναιρεσίβλητης, Α. Ρ., φέρεται νόμιμα προς συζήτηση, μετά από ματαίωση, η κρινόμενη από 30-12-2022 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 210/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του εναγόμενου, ήδη αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου, κατά της αριθμ. 134/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που είχε δεχθεί, ως ουσία βάσιμη, την εισαχθείσα ενώπιόν του αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, ερειδόμενη τόσο στον παράγωγο όσο και στον πρωτότυπο τρόπους κτήσης κυριότητας (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) ως και το σωρευόμενο αίτημα για διόρθωση εσφαλμένης κτηματολογικής εγγραφής. Η ανωτέρω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 του Οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 και το προϊσχύσαν αυτού μουσουλμανικό δίκαιο, οι γαίες διακρίνονταν στις εξής πέντε κατηγορίες: α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), όπως οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κτλ., των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), όπως τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση κτλ, των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, (δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ), όπως οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες κτλ, οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ), όπως τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση κτλ, οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε, δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο. Μετά την απελευθέρωση και δυνάμει του από 01.02.1830 Πρωτοκόλλου "Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", των από 3/22.02.1830, 4/16.06.1830 και 19.06/01.07.1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, της από 26.06/09.07.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης "Περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων και της Υψηλής Οθωμανικής Πύλης και του άρθρου 16 ν. της 21.06/10.07.1837 "Περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου 1) οι δημόσιες γαίες (μιριγιέ), η κυριότητα των οποίων πριν από την απελευθέρωση ανήκε στον Σουλτάνο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) και όσες άλλες γαίες ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο, 2) με "πολεμικό δικαίωμα", τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) των Οθωμανών ιδιωτών, τα οποία κατά τη διάρκεια του Απελευθερωτικού Αγώνα (δηλαδή έως τις 03.02.1830) είτε εγκαταλείφθηκαν από τους απελθόντες στο εξωτερικό Οθωμανούς κυρίους τους και καταλήφθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο είτε δεσμεύθηκαν από τις Ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις και 3) οι μη κατειλημμένες έως τις 21.07.1837 εκτάσεις, ως αδέσποτες, δυνάμει του άρθρου 15 του νόμου περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων. Η διαδοχή, όμως, αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν ήδη αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης (τεσσαρούφ), τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών κατά το Οθωμανικό δίκαιο, ούτε αφορά τα ακίνητα που κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και, ακολούθως, κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου, έστω και χωρίς έγκυρο και ισχυρό τίτλο (ταπί, χοτζέτι ή βουγιουρδί) (Α.Π. 1613/2023, Α.Π. 832/2020, Α.Π. 1354/2014).
Περαιτέρω, εξαιτίας της προαναφερθείσας γενικής διαδοχής του Ελληνικού Δημοσίου στα δικαιώματα επί των δημοσίων γαιών, αλλά και της απόκτησης κυριότητας επί των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας "δικαιώματι πολέμου", θεσπίστηκε τεκμήριο κυριότητας υπέρ αυτού, σύμφωνα με το οποίο το Ελληνικό Δημόσιο τεκμαίρεται ότι έχει αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας επί των ανωτέρω κτημάτων με πρωτότυπο τρόπο, αρκεί να επικαλεστεί και να αποδείξει, επί μεν των δημοσίων γαιών της Ηπειρωτικής Ελλάδας και της Πελοποννήσου ότι αυτές περιήλθαν στην κυριότητά του ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, επί δε των γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ότι τις απέκτησε λόγω της κατάληψης ή της δήμευσής τους. Ο τρόπος όμως αυτός της απόκτησης κυριότητας, θα πρέπει να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη από το Ελληνικό Δημόσιο των γεγονότων που το θεμελιώνουν, και όχι στην αρνητική επίκληση της όποιας έλλειψης παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητας, διότι από την ύπαρξη μίας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου.
Περαιτέρω, όσον αφορά τα Οθωμανικά κτήματα τα ευρισκόμενα, κατά τον χρόνο διακήρυξης της ανεξαρτησίας του νέου Ελληνικού κράτους (03.02.1830), εντός εδαφών τελούντων υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή, αλλά παραχωρηθέντων, εν συνεχεία, βάσει της Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης στην Ελληνική κυριαρχία, όπως ειδικότερα η Αττική, η Εύβοια και τμήματα της Βοιωτίας και της Φθιώτιδας, όσα μεν εξ αυτών ανήκαν στο Οθωμανικό Δημόσιο περιήλθαν βάσει της ίδιας συνθήκης στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ όσα ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες παρέμειναν στην ιδιοκτησία τους με δικαίωμα πωλήσεώς τους εντός προθεσμίας σε Έλληνες. Ειδικότερα, όσον αφορά τα ευρισκόμενα στην Εύβοια κτήματα αυτά δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Κράτος ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου "δικαιώματι πολέμου", διότι κατά την εποχή της τουρκοκρατίας η Εύβοια αποτελούνταν από ιδιωτικές γαίες καθαρής ιδιοκτησίας.
Εξάλλου, η Εύβοια δεν καταλήφθηκε από τις Ελληνικές απελευθερωτικές δυνάμεις, αλλά παραδόθηκε από τις Οθωμανικές αρχές του νησιού στην Ελληνική κυβέρνηση, με την υποχρέωση όμως, που περιλήφθηκε στο από 03.02.1830 Πρωτόκολλο του Λονδίνου, ως όρος, να αγοραστούν τα κτήματα αυτά από το Ελληνικό Κράτος, δυνατότητα, ωστόσο, την οποία δεν είχε το τελευταίο, με αποτέλεσμα να τα αγοράσουν, ύστερα από υπόδειξη της Κυβέρνησης, Έλληνες και ξένοι κεφαλαιούχοι, ώστε να περιληφθεί η Εύβοια στα σύνορα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους (Α.Π.627/2025, Α.Π.847/2024, Α.Π. 368/2015).
Έτι περαιτέρω, τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε, το πρώτον το έτος 1837, να ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο με το άρθρο 16 του νόμου της 21.06/03.07.1837 "Περί διοικήσεως κτημάτων", με το οποίο ορίστηκε ότι: "Όλα τα παρ' ιδιωτών, ή κοινοτήτων, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, ή τα εγκαταλελειμμένα από των κληρονόμων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το δημόσιον.". Στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 α.ν. 1539/1938 σύμφωνα με την παρ. 1 του οποίου "Επί των αδεσπότων και των δημοσίων κτημάτων εν γένει νομεύς θεωρείται το Δημόσιον έστω και αν ουδεμίαν ενήργησεν επ' αυτών πράξιν νομής.", και μετά την ισχύ του Α.Κ. με το άρθρο 972 αυτού.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βζρδ των ν. 1, 23 Πανδ. (47.1), Εισ. 47 (2. 1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, δηλαδή, των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.06/03.07.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκαταλείψεώς του, δηλαδή απόφαση του κυρίου περί παραιτήσεως αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβιβάσεως του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο. Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτή αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν βζρδ, δεν απαιτούνταν ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή αυτού, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του Α.Κ. Ο νόμος "Περί διακρίσεως κτημάτων" τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του βζρδ, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε την κυριότητά του (Πανδ. 41.7), έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας. Η τροποποίηση αυτή υπαγορεύθηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα, λόγω του απελευθερωτικού αγώνα. Έτσι, τα κτήματα αυτά αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου", ανεξαρτήτως της καταλήψεώς τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Ελληνικό Δημόσιο ή τις Ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις (Α.Π. 847/2024, Α.Π.419/2020).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 β.δ. της 15.12.1833 "Περί διορισμού του φόρου βοσκής, και του διά τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833 και 1834", που έχει ισχύ νόμου, "Όλα τα λιβάδια, διά την επικαρπίαν των οποίων δεν έχει τις παρουσιάση έγγραφον (ταπί) εκδοθέν επί Τουρκικής εξουσίας, θεωρούνται ως δημόσια και η νομή αυτών μένει ως και μέχρι τούδε εις το δημόσιον.". Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και, επομένως, και σε αυτές, στην Εύβοια, που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχε, κατά τα προαναφερθέντα, καταστεί κύριό τους το Ελληνικό Δημόσιο (Α.Π. 783/2016). Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 ν. ΚΘ της 31.01/18.02.1864 "Περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητούμενων λιβαδιών άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 ν. ΨΝΖ της 27.03/01.04.1880 "Περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδιών" κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο, ως προς τα εθνικά, και οι Κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λιβάδια, διατηρούν έναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκήσιμων τόπων, επί των οποίων γίνονταν έως το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων (Α.Π. 847/2024, Α.Π.419/2020). Επομένως, η ανωτέρω διάταξη του β.δ. του έτους 1833 εισήγαγε για τα λιβάδια, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους και τα οποία δεν αναγνωρίστηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες, μαχητό τεκμήριο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Δηλαδή, προϋπόθεση εφαρμογής του ως άνω τεκμηρίου είναι το διεκδικούμενο να ήταν λιβάδι κατά τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του παραπάνω διατάγματος (Α.Π. 824/2024, Α.Π. 34/2019, Α.Π. 987/2017). Εξ ετέρου κατά τα άρθρα 1, 2 και 3 β.δ. της 17.11/01.12.1836 "Περί ιδιωτικών δασών" αναγνωρίζεται η κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου επί κάθε εκτάσεως που αποτελούσε, πριν την έναρξη της ισχύος του, δάσος, εξαιρέσει μόνον εκείνων των δασικών εκτάσεων για τις οποίες υφίσταται έγγραφη απόδειξη Οθωμανικής αρχής, ότι, πριν την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες, όπως και εκείνων οι οποίες ανήκαν σε ιδιωτικά χωριά και, υπό την προϋπόθεση, ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις, υποβλήθηκαν στην επί των Οικονομικών Γραμματεία προς αναγνώριση οι σχετικοί περί ιδιοκτησίας τίτλοι, εντός της από το άρθρο 3 οριζόμενης ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από τη δημοσίευσή του (01.12.1836). Με τις διατάξεις αυτές, θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τεκμήριο κυριότητας, σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του ως άνω διατάγματος, στα όρια του Ελληνικού Κράτους και δεν αναγνωρίστηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο ενάρξεως ισχύος του παραπάνω διατάγματος.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βζρδ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, όταν τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά τον χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως νομής επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στον χρόνο της δικής του νομής και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία. Προϋπόθεση εξάλλου της χρησικτησίας, κατά τις ανωτέρω διατάξεις του βζρδ, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο ακόμη και χωρίς νόμιμο τίτλο, αλλ', απλώς, με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16) τη συνδρομή της οποίας, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στον χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού (Α.Π.1813/2024), ενώ προϋπόθεση της συμπληρώσεως της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του έως τις 11.09.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση). Εφόσον δε δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.09.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (Α.Π. 246/2023, Α.Π. 284/2021, Α.Π. 385/2021, Α.Π. 850/2019). Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.06/10.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι τα δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί έως τις 11.09.1915, όπως τούτο προκύπτει, αφενός μεν από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" και των διαταγμάτων, που εκδόθηκαν με βάση τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 αυτού αφετέρου δε από τη διάταξη του άρθρου 21 ν.δ. της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των ..., περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της ... κλπ.".
Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου από τις διατάξεις που αμέσως παραπάνω αναφέρθηκαν, οι οποίοι προβάλλονται από αυτό προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αναγνωριστικής ή διεκδικητικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση μιας τέτοιας αγωγής. Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων) αυτών, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο. Για τον ίδιο λόγο το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των από τις παραπάνω διατάξεις ισχυρισμών του σε ασκηθείσα από το ίδιο αυτοτελή αίτηση, αγωγή ή κυρία παρέμβαση. Συνακόλουθα, τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών αυτών φέρει το Ελληνικό Δημόσιο είτε ως εναγόμενο και ενιστάμενο (και όχι ο ενάγων), είτε ως ενάγον η κυρίως παρεμβαίνον, ώστε, αν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κυριότητας ή άλλου δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου, στην μεν πρώτη περίπτωση η εναντίον του αγωγή δεν θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, στη δε δεύτερη περίπτωση η δική του αγωγή ή η κυρία παρέμβαση θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη (Α.Π. 847/2024, Α.Π. 419/2020, Α.Π. 1182/2018). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 Α.Κ., προκύπτει ότι αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, εφόσον η σχετική συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, επίσης, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 Α.Κ., προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία και με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής ήτοι φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο με διάνοια κυρίου επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στον χρόνο της δικής του νομής και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σε αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει (Α.Π. 953/2023, Α.Π. 1296/2020). Επιπλέον, από τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων στοιχείων και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτελέσεως. Σε περίπτωση δε που δεν περιέχεται στο δικόγραφο της αγωγής το προαναφερθέν στοιχείο ή αυτό περιέχεται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την υπό του δικαστηρίου της ουσίας απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας. Ειδικότερα από τον συνδυασμό της προαναφερόμενων διατάξεων με εκείνες των άρθρων 1,3,4 παρ.1, 6 παρ.1-2-3, 9, 10 και 11 ν. 2664/1998 που ρυθμίζει τη λειτουργία του Εθνικού Κτηματολογίου προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της αγωγής διόρθωσης ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο ως δικαιούχου κυριότητας γεωτεμαχίου, με επικαλούμενη αιτία κτήσης από τον ενάγοντα- πραγματικό κύριο κυριότητας τον παράγωγο τρόπο ή την έκτακτη χρησικτησία, η οποία (αγωγή) είναι πρωτίστως αναγνωριστική κυριότητας με παρεπόμενο το διαπλαστικό αίτημα περί διόρθωσης των κτηματολογικών εγγραφών, απαιτείται να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο για μεν τον παράγωγο τρόπο, ότι ο πραγματικός δικαιούχος κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός του ήταν αληθής κύριος του μεταβιβασθέντος ακινήτου, για δε τον πρωτότυπο τρόπο ότι ο ενάγων απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατά το χρονικό διάστημα πριν την έναρξη του Εθνικού Κτηματολογίου σε μια περιοχή και ότι είχε αυτή (κυριότητα) στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο (της έναρξης λειτουργίας του Ε.Κ.). Αρκεί δε για την επίκληση της κυριότητας που στηρίζεται σε έκτακτη χρησικτησία, να αναφέρεται ότι ο ενάγων επί εικοσαετία μέχρι την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου στην περιοχή όπου κείται το επίδικο, συνεχώς ασκεί τη φυσική εξουσίαση επί του επιδίκου με διάνοια κυρίου, δηλαδή να αναφέρει τις υλικές και εμφανείς πράξεις νομής, με τις οποίες φανερώνεται η βούλησή του να το έχει σαν δικό του, δυνάμενος να συνυπολογίσει, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, περιγραφή του επιδίκου γεωτεμαχίου και δη αναφορά του Κ.Α.Ε.Κ. (Κωδικός
Αριθμός Εθνικού Κτηματολογίου) και την ανακριβή εγγραφή που περιέχεται στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του επιδίκου γεωτεμαχίου και συγκεκριμένα ότι στις πρώτες εγγραφές αναγράφεται ως δικαιούχος κυριότητας "άγνωστος" ή άλλος ιδιοκτήτης. Πέραν των ανωτέρω στοιχείων για την κτήση κυριότητας, απαιτείται και ακριβής περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, δηλαδή προσδιορισμός αυτού κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του, αν δε αυτό φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, απαιτείται ο προσδιορισμός της θέσης του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο και των ορίων του. Δεν απαιτείται όμως για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου, ούτε να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα στο οποίο να εμφαίνεται (Α.Π. 1133/2020). Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 571/2023, Α.Π. 771/2021, Α.Π. 1125/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρον 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση του διαδικαστικού εγγράφου της ένδικης από 09.12.2019 αναγνωριστικής κυριότητας και διόρθωσης της ανακριβούς πρώτης εγγραφής ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης, η οποία στρεφόταν κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, η ενάγουσα εξέθετε ότι τυγχάνει κυρία ενός ειδικότερα περιγραφομένου κατά θέση, έκταση και όρια ακινήτου, το οποίο απέκτησε λόγω αγοράς το έτος 1971, με το αναφερόμενο συμβόλαιο νομίμως μεταγεγραμμένο, ότι η δικαιοπάροχός της και μητέρα της Α. Ρ., με νομίμως μεταγεγραμμένο διανεμητήριο συμβόλαιο απέκτησε το έτος 1957 το επίδικο ακίνητο που αποτελούσε το με αριθμ. … της διανομής ενός μείζονος ακινήτου, εκτάσεως 35.436 τ.μ., όπως αυτή προέκυψε κατόπιν τροποποίησης και επέκτασης του ρυμοτομικού σχεδίου Χαλκίδας, του οποίου μείζονος ακινήτου είχε καταστεί συγκυρία κατά ποσοστό 1/66 εξ αδιαιρέτου το έτος 1954 λόγω αγοράς από την Κ. χήρα Σ. Μ. με το αναφερόμενο και νόμιμα μεταγραμμένο συμβόλαιο, ότι η τελευταία το πώλησε κατόπιν της αναφερόμενης αποφάσεως του Υπουργείου Γεωργίας, με την οποία επετράπη σε αυτήν η ως άνω πώληση το είχε δε αποκτήσει (σε μείζονα έκταση) σε επιστροφή προικός συσταθείσης προς τον κατά το έτος 1952 αποβιώσαντα σύζυγό της Σ. Μ., δυνάμει του αναφερομένου και νομίμως μεταγεγραμμένου προικοσυμφώνου το έτος 1921 από την μητέρα της Μ. χήρα Ν. Δ. στην οποία και είχε περιέλθει ομοίως λόγω προικός εκ μέρους του πατέρα της Χ. Γ., με το αναφερόμενο προικοσύμφωνο που μεταγράφηκε νόμιμα, ότι η ίδια εκτός από τον ως άνω παράγωγο τρόπο, απέκτησε την κυριότητα της επί του επιδίκου και με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας επ' αυτού τις αναφερόμενες και αρμόζουσες στη φύση του υλικές πράξεις νομής (επίβλεψη, εποπτεία, διασφάλιση ορίων καθαρισμός από αυτοφυή βλάστηση, προστασία από επιβουλές τρίτων προσώπων, σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, δήλωση αυτού στις αρμόδιες υπηρεσίες) από το 1971, όπως επίσης και όλοι οι δικαιοπάροχοί της, που κατονομάζει, ειδικότερα απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής άλλως έκτακτης χρησικτησίας και με προσμέτρηση του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους, τους οποίους διαδέχθηκαν στη νομή του, οι οποίοι ασκούσαν σε αυτό τις ίδιες ως άνω αναφερόμενες πράξεις φυσικής εξουσίασης και επιπλέον καλλιέργεια αυτού με σιτηρά, αλλά και εκτροφή ζώων, συνεχώς και αδιαλείπτως, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου από το έτος 1882. Ειδικότερα το επίδικο ακίνητο περιγράφεται στην αγωγή ως ένα διακεκριμένο προερχόμενο από διανομή οικόπεδο, εκτάσεως 402,10 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "…" ή "…" ή "…" του Δήμου …, είναι καταχωρημένο στα οικεία κτηματολογικά γραφεία με κωδικό αριθμού Εθνικού Κτηματολογίου (Κ.Α.Ε.Κ.) … , φαίνεται στο συνημμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα με τα αναφερόμενα στοιχεία, όπως κατά τα όριά του περιγράφεται λεπτομερώς. Ότι κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής αυτό καταχωρίστηκε εσφαλμένα ως ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου (εναγομένου), με συνέπεια να προσβάλλεται το δικαίωμα κυριότητάς της επ' αυτού. Με βάση τα ανωτέρω ζήτησε να αναγνωριστεί κυρία του επιδίκου ακινήτου και να διαταχθεί η αντίστοιχη διόρθωση της ανωτέρω ανακριβούς εγγραφής. Έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, περιέχοντας όλα τα αναγκαία στοιχεία που θεμελιώνουν την κτήση κυριότητας στο πρόσωπο της ενάγουσας μέχρι τον χρόνο έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή Δήμου Χαλκιδέων (10-5-2006), τον τρόπο κτήσεως αυτής, ήτοι παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο, με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, με την αναφορά πράξεων νομής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τόσο επί του επιδίκου όσο και επί του προσδιοριζόμενου κατ' έκταση ενιαίου μείζονος ακινήτου, τμήμα του οποίου αποτελούσε έως το έτος 1957, που διενήργησαν τόσο αυτή όσο και οι δικαιοπάροχοί της με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1882 έως και το χρόνο έναρξης του κτηματολογίου στην περιοχή, ενώ η ως άνω περιγραφή του επιδίκου το οποίο φέρεται ως αυτοτελές ακίνητο, με δικό του αναφερόμενο Κ.Α.Ε.Κ., που αποτελεί και την κτηματολογική του ταυτότητα, αναφερομένων και των Κ.Α.Ε.Κ. των όμορων ακινήτων, είναι αρκούντως ορισμένη, καθώς ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ως προς την ταυτότητα και τη θέση αυτού. Η προσβαλλομένη, συνεπώς, απόφαση που έκρινε ομοίως και απέρριψε το σχετικό περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά τνο νόμο μη απόρριψης της αγωγής ως απαράδεκτης και, ως εκ τούτου, ο σχετικός από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υποστηρίζει το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στην στάθμιση και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 12-13/1995 Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 419/2020, Α.Π. 695/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλόμενης, υπ' αριθμ. 210/2022, απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας, προκύπτει ότι τούτο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Στον απώτερο δικαιοπάροχο της ενάγουσας Χ. Γ. είχε περιέλθει, με το από 01.07.1836 και 25 της Σελήνης Τζεμηζιλιευχίρ 1406 συμβόλαιο (χοτζέτι) παρά των κληρονόμων (τέκνων και εγγονών) του αρχικού ιδιοκτήτη Μ. Ε., ήτοι, των τέκνων του Α. και Χ. και του εγγονού του Μ. Ε. από το θανόντα γιο του Μ., των εγγονών του Χ., Γ. και Α. από το θανόντα γιο του Γ., έκταση, που βρίσκεται στη θέση "…" έξω από την πόλη της Χαλκίδας της Εύβοιας και περιγράφεται "από τα άκρα του όρους όθεν εξάγωνται οι πέτρες ...του όρους … από τας άκρας της θάλασσας της περικυκλούσης τα άκρα του όρους όθεν εξάγωνται οι πέτρες". Το χοτζέτι συντάχθηκε ενώπιον του δικαστικού τοποτηρητή και επιτρόπου Α. Φ. και επικυρώθηκε την 01η Ιουλίου 1836 από τον Μ. Σ. της Οθωμανικής θρησκευτικής αρχής (Ιερό Δικαστήριο). ... τα ακίνητα της Εύβοιας, τα οποία δεν ανήκαν στη κατηγορία των δημόσιων οθωμανικών γαιών και δεν εξουσιάζονταν πριν από την Επανάσταση από το Σουλτάνο, αλλά κατέχονταν από Οθωμανούς ιδιώτες, εξακολούθησαν και μετά τα περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος Πρωτόκολλα του Λονδίνου και την από 3-7-1832 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης να ανήκουν στους μέχρι τότε Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, που είχαν το δικαίωμα να μεταβιβάσουν τα ακίνητα, τα οποία παρέμεναν στην ιδιοκτησία τους, μέσα σε ορισμένη προθεσμία. Το γεγονός ότι μετά από την έκδοση του Β.Δ/τος της 17ης/29ης.11.36 "Περί ιδιωτικών δασών" δεν προσκομίστηκαν στη Γραμματεία των Οικονομικών εντός της ενιαυσίας προθεσμίας, οι οθωμανικοί τίτλοι ιδιοκτησίας ή νόμιμης εξουσίασης από το δικαιοπάροχο της ενάγουσας Χ. Γ., δεν δημιουργεί τεκμήριο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, εφόσον δεν επρόκειτο για μεταβίβαση δασικής έκτασης, όπως αναλυτικά θα αναφερθεί παρακάτω. Το ακίνητο αυτό (κτήμα …), κείμενο, όπως προαναφέρθηκε, κατά την περιφέρεια της πόλης της Χαλκίδας, μεταβίβασε ακολούθως ο Χ. Γ. στη θυγατέρα του Μ., ως προίκα, με το υπ' αριθμόν …1882 συμβόλαιο του τότε Συμβολαιογράφου … Μ. Μ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … με αριθμό … Κατά τη διάρκεια του προαναφερθέντος χρονικού διαστήματος από το έτος 1836 και εφεξής, οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας, έχοντας τη φυσική εξουσία πάνω στο ακίνητο (=corpus) και τη βούληση εξουσίασης του με διάνοια κυρίου (=animus domini), νέμονταν το ακίνητο αυτό με καλή πίστη, απορρέουσα από την πεποίθηση ότι έχουν νόμιμους τίτλους, με αποτέλεσμα να έχουν καταστεί κύριοι αυτού, αφού σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαικού δικαίου, χωρούσε έκτακτη χρησικτησία ακόμη και σε δημόσια κτήματα, ανεξάρτητα από τη μορφολογία του εδάφους, πριν δε από την 11-09-1915 είχε συμπληρωθεί η τριακονταετία. Ειδικότερα, οι απώτατοι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας είχαν τη διοίκηση, επιστασία και εκμετάλλευση αυτού, είτε οι ίδιοι, είτε διαμέσου παρένθετων προσώπων, επέβλεπαν και προστάτευαν τούτο από επεμβάσεις και διεκδικήσεις τρίτων με την πρόσληψη φυλάκων για τη φύλαξη του, είχαν την εκμετάλλευση του λατομείου, μίσθωναν τμήματα της ευρύτερης έκτασης σε τρίτους ως βοσκότοπους ή για μελισσοκομία, επιδεικνύοντας την πρόθεση για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση αυτού (ακινήτου), όμοια ή ανάλογη με εκείνη, που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας, που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής. Κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, το Ελληνικό Δημόσιο δεν προέκυψε ότι επέβλεπε το ως άνω κτήμα, ούτε είχε συνάψει μισθώσεις με τρίτους σχετικά με την εκμετάλλευση του, δεν απέβαλε, ούτε ενόχλησε με οποιονδήποτε τρόπο τους κυρίους, αλλά ούτε αποδείχθηκε ότι αμφισβήτησε την κυριότητα τους ή ότι διεξήγαγε δίκες σε βάρος τους. Ακολούθως, η Μ. χήρα Ν. Δ., το γένος Χ. Γ., με το υπ' αριθμόν …1921 προικώο συμβόλαιο του τότε Συμβολαιογράφου … Γ. Α., το οποίο μεταγράφηκε στον τόμο … με αριθμό …, συνέστησε και παραχώρησε ως προίκα αδιατίμητη, υπέρ της θυγατέρας της Β. και προς το γαμπρό της Σ. Θ. Μ., μεταξύ άλλων και το προαναφερόμενο κτήμα, όσης έκτασης και αν ήταν, με όλα τα εντός αυτού λατομεία και λοιπά παραρτήματα και παρακολουθήματα, κείμενο, όπως προαναφέρθηκε, στη θέση "…", και συνορεύον ανατολικά, δυτικά και δυτικό μεσημβρινά με θάλασσα και προς βορρά με σπηλιές κληρονόμων Ι. Μ., με κτήμα επιφάνειας 15 στρεμμάτων πωληθέν από την ίδια προικοδότρια στους Γ., Δ., με δύο λωρίδες αγρού, στρεμμάτων δύο, του Κ. Τ. ή Π., με δρόμο και με ακίνητο χήρας Ε. Σ. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η μείζων έκταση έχει συνδεθεί στη συλλογική μνήμη με την οικογένεια Μ., ώστε η ευρύτερη περιοχή να είναι γνωστή με το προσωνύμιο "περιοχή …" και με την ονομασία αυτή να καταγράφεται σε συμβόλαια, τοπογραφικά κλπ, όπως κατέθεσαν σχετικά οι μάρτυρες Γ. Σ. του Σ. και της Β., η Α. Γ. του Γ. και της Σ. Ενόψει αυτών και του ότι κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες ίσχυαν μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα [Ν. 30 Κ (512) Βασ. 117 (19.2) ν. μον. παρ.13 Κ (5.13) Ν. 13 παρ. 3 Π (23.5) Νεαρ. Λέοντος 20 και Νεαρ. Ιουστιν. 91 κεφ. Α] και οι οποίες, κατά το άρθρο 78 του ΕισΝΑΚ, εφαρμόζονται σε προίκες, που είχαν συσταθεί πριν από την ισχύ του Α.Κ., κύριος προικώου αδιατίμητου ακινήτου κατά τη διάρκεια του γάμου είναι ο προικολήπτης σύζυγος, μετά, δε, το θάνατο αυτού η κυριότητα περιέρχεται αυτοδικαίως στην επιζώσα σύζυγο, χάριν της οποίας η προίκα είχε συσταθεί, εάν ο προικοδότης δεν είναι κύριος ή το προικοσυμβόλαιο έχει κάποιο άλλο εσωτερικό ελάττωμα, που αποκλείει την κτήση της κυριότητας, ο προικοδότης δεν καθίσταται κύριος σε περίπτωση θανάτου της υπέρ ης η προίκα συζύγου, το αδιατίμητο ακίνητο από το θάνατο της, αποβάλλει την προικώα ιδιότητα του και εξερχόμενο της κυριότητας του συζύγου προικολήπτη, περιέρχεται στους κληρονόμους της συζύγου ως κληρονομιαία αυτής περιουσία (......), η προικοδότρια κατά το χρόνο σύστασής της προίκας είχε καταστεί κυρία του κτήματος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ο δε Σ. Μ., σύζυγος της προικολήπτριας, απέκτησε από κύριο, χωρίς πλέον ο τίτλος να έχει ελάττωμα, νεμόμενος το ακίνητο έως το θάνατο του κατά το έτος 1952, οπότε περιήλθε το κτήμα αυτοδικαίως κατά κυριότητα στην επιζώσα σύζυγο του Β. Κ. ή Κ. χήρα Σ. Μ., το γένος Ν. και Μ. Δ., η οποία εξακολούθησε να νέμεται το μείζον αυτό ακίνητο, ασκώντας όλες τις πράξεις, που προσομοιάζουν στη φύση του, μεταξύ άλλων, προβαίνοντας σε διαδοχικές πωλήσεις τμημάτων του σε ιδιώτες και δημόσιους οργανισμούς, όπως το με αριθμό …/1970 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου … Θ. Ο. και το με αριθμό … πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου … Γ. Φ., στο οποίο επισυνάπτεται η με αριθμό πρωτοκόλλου …1953 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, με την οποία παρέχεται άδεια εκποίησης στην ανωτέρω, ως εξαιρεθείσα από την απαλλοτρίωση της έκτασης αυτής, κατέβαλε δε το φόρο μεταβίβασης στις αρμόδιες Υπηρεσίες και μετέγραφε τα σχετικά συμβόλαια, χωρίς να εναντιωθεί το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο. Μεταξύ των ακινήτων τμημάτων του μείζονος ανωτέρω κτήματός της, τα οποία μεταβίβασε με πώληση η Κ. χήρα Σ. Μ., τυγχάνει και το επίδικο ακίνητο, εμφαινόμενο στο από … 2017 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου Μηχανικού Μ. Σ. με τα στοιχεία..., εκτάσεως κατά το ίδιο τοπογραφικό 402,10 τ.μ. έλαβε ΚΑΕΚ ... Καθ' όλο δε το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, ήτοι, από το έτος 1836 και εφεξής, οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας, έχοντας τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (corpus) και τη βούληση εξουσίασής του με διάνοια κυρίου (animus domini), νέμονταν το ακίνητο αυτό με καλή πίστη, απορρέουσα αυτή από την πεποίθηση ότι έχουν νόμιμους τίτλους, με αποτέλεσμα να έχουν καταστεί κύριοι αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινό ρωμαϊκού δικαίου, καθόσον η έκτακτη χρησικτησία χωρούσε ακόμη και σε δημόσια κτήματα, ανεξάρτητα από τη μορφολογία του εδάφους και δεδομένου ότι πριν από την 11-09-1915 είχε ήδη συμπληρωθεί η τριακονταετία. Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι, κατά το άρθρο 16 του από 21-6/3-7-1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", τα αδέσποτα ακίνητα, δηλαδή, εκείνα, τα οποία μπορεί να εξουσιάσει άνθρωπος, αλλά δεν υπάρχει κύριος αυτών, ανήκουν στο Δημόσιο, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε κατέστη αδέσποτο κατά την έννοια του νόμου, αλλά αποτελούσε ιδιοκτησία των δικαιοπαρόχων της ενάγου σας. Κατόπιν των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η προικοδότρια κατά το χρόνο σύστασης της προίκας είχε καταστεί κυρία του κτήματος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ο δε Σ. Μ. -σύζυγος της προικολήπτριας- απέκτησε από κύριο, χωρίς πλέον ο τίτλος να έχει ελάττωμα, νεμόμενος το ακίνητο μέχρι το θάνατό του το έτος 1952, οπότε και περιήλθε το κτήμα αυτοδικαίως κατά κυριότητα στην επιζώσα σύζυγο του, Β. ή Κ. ή Κ. χήρα Σ. Μ., το γένος Γ. Ν. και Μ. Δ. Η τελευταία μεταβίβασε λόγω πωλήσεως, το μείζον ακίνητο, εκτάσεως 35.436 τ.μ. σε εξήντα έξι (66) αγοραστές, μεταξύ των οποίων και στην άμεση δικαιοπάροχο της ενάγουσας Α. συζ. Τ. Ρ., το γένος Γ. Κ., στην οποία περιήλθε το πιο πάνω ακίνητο σε ποσοστό 1/66 εξ αδιαιρέτου, με βάση το υπ' αριθμόν …1954 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου …, μεταγεγραμμένο στον τόμο … και με αριθμό … σε εκτέλεση του υπ' αριθμόν …/1954 προσυμφώνου συμβολαίου του Συμβολαιογράφου … Γ. Θ. Φ. και κατόπιν της …/1954 αποφάσεως του Υπουργείου Γεωργίας, με την οποία επιτράπηκε σε αυτήν, η ως άνω πώληση. Έτσι, ο Σ. Μ., απώτατος δικαιοπάροχος της ενάγουσας μέχρι το θάνατό του και μετέπειτα η σύζυγός του Β., προέβησαν σε πλήθος μεταβιβαστικών, της κυριότητας τους, πράξεων, με τίτλο κτήσης το προαναφερόμενο …1921 συμβόλαιο, τμημάτων της ευρύτερης, από την επίδικη, έκτασης τόσο σε ιδιώτες όσο και σε δημόσιους οργανισμούς, καταβάλλοντας φόρο μεταβίβασης στις αρμόδιες υπηρεσίες του Δημοσίου και μεταγράφοντας τα πωλητήρια συμβόλαια, χωρίς ποτέ να εναντιωθεί το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο. Στα πλαίσια αυτά, με βάση το υπ' αριθμόν …/1957 συμβόλαιο διανομής του Συμβολαιογράφου … Χ. Γ., μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας στον τόμο … με αριθ. …, η άμεση δικαιοπάροχος της ενάγουσας Α. συζ. Τ. Ρ., το γένος Γ. Κ., έλαβε το ακίνητο με αριθμό … , εκτάσεως 330 τετραγωνικών μέτρων, συνορευόμενον τούτου περιμετρικά με δρόμο, με τα υπ' αριθμ. … & … οικόπεδα και με αδιανέμητη έκταση.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι το πιο πάνω ακίνητο, περιήλθε στην ενάγουσα με αγορά από τη δικαιοπάροχο της Α. συζ. Τ. Ρ., το γένος Γ. Κ., μητέρα της, με το υπ' αριθμόν …/1971 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του άλλοτε Συμβολαιογράφου … Χ. Σ., μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χαλκίδας στον τόμο … και με αριθ. …, το οποίο στον τίτλο αυτό κτήσης περιγράφεται, ως οικόπεδο εκτάσεως 330 τ.μ., κείμενο στη θέση … ή … ή … της περιφέρειας … του Δήμου …, μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλης της … και στο οικοδομικό τετράγωνο …, εμφαινόμενο με τον αριθμό … στο σχεδιάγραμμα το συνημμένο στο με αριθμό …/1957 συμβόλαιο διανομής του Συμβολαιογράφου … Χ. Γ. και συνορευόμενο περιμετρικά με ανώνυμη οδό, με το με αριθμό … οικόπεδο του πιο πάνω σχεδιαγράμματος, ιδιοκτησίας Ε. συζύγου Χ. Φ., με το με αριθμ. … οικόπεδο του ίδιου σχεδιαγράμματος ιδιοκτησίας Δ. Η. Μ. και με αδιανέμητη έκταση ιδιοκτησίας ήδη Α. Σ. και λοιπών συνιδιοκτητών.
Συνεπώς, η ενάγουσα απέκτησε με παράγωγο τρόπο το επίδικο ακίνητο.
Περαιτέρω, το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίστηκε, προβάλλοντας δικαίωμα ιδίας κυριότητας, ότι τμήμα της επίδικης έκταση τυγχάνει τμήμα μεγαλύτερης χορτολιβαδικής έκτασης, κατά τους όρους του άρθρου 3§6 β του νόμου 998/1978, σύμφωνα με τη με αριθμό …1980 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Χαλκίδας και κατά τεκμήριο ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι η συγκεκριμένη έκταση κηρύχθηκε αναδασωτέα με τη με αριθμό …1999 απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος και με την …1999 απόφαση παραχωρήθηκε κατά κυριότητα στο Δήμο Χαλκιδέων, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 36 παρ.6 του νόμου 998/1979 για τη δημιουργία πάρκου άλσους και χώρων δασικής αναψυχής. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη φωτοερμηνεία αεροφωτογραφιών των ετών 1945, η επίδικη έκταση τυγχάνει άδενδρη, χέρσα και βραχώδης. Ειδικότερα, εμφανίζονται γεωμορφολογικά απολύτως ομοιογενείς και με χαρακτήρα αποκλειστικά βραχώδη, ασκεπή και άγονο, η οποία είναι κατάλληλη μόνο για περιορισμένη βοσκή. Στη συνολική εδαφική έκταση δεν εντοπίζονται δέντρα, παρουσιάζονται όμως αραιά, διάσπαρτοι μικροί θάμνοι και σε ορισμένα σημεία αραιά χαμηλή βλάστηση, που δεν καθιστά δυνατή την παραγωγή δασικών προϊόντων, κατόπιν δασικής εκμετάλλευσης. Οι εδαφικές αυτές εκτάσεις δεν μπορούν, από τη φυσιογνωμία τους, να θεωρηθούν, ως έχουσες ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές), το οποίο μπορεί να συμβάλλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει τη διαβίωση του ανθρώπου μέσα στο φυσικό περιβάλλον και επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δασική, ούτε με τις προϊσχύουσες διατάξεις ... αλλά ούτε με τις ισχύουσες του νόμου 998/1979, όπως αυτός τροποποιήθηκε από το νόμο 3208/2003. Οι εδαφικές αυτές εκτάσεις δεν περιβάλλονται, ούτε γειτνιάζουν, με δάσος ή με δασική έκταση οποιασδήποτε μορφής. Στην αεροφωτογράφιση του έτους 2007-2009 είναι εμφανής η οικονομική δραστηριότητα και η ανοικοδόμηση οικισμών. Στην εναπομένουσα μη οικοδομηθείσα επιφάνεια, όπου εντοπίζεται και η επίδικη έκταση, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε μεταβολή στα γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά από το έτος 1945. Η μη οικοδομηθείσα έκταση παραμένει αποκλειστικά βραχώδης και ασκεπής και δεν εντοπίζονται δέντρα, παρουσιάζονται όμως αραιά διάσπαρτοι μικροί θάμνοι και σε ορισμένα σημεία αραιά χαμηλή βλάστηση, ενώ δεν περιβάλλεται ή γειτνιάζει με δασική έκταση οποιασδήποτε μορφής. Προς τούτο πρέπει να επισημανθεί το υπ' αριθμόν πρωτ. …2020 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας και Κοινωφελών Περιουσιών (Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Εύβοιας), στο οποίο επιχειρείται αναφορά σχετική με τη μορφολογία του εδάφους: "Από την παρατήρηση της Α/Φ του έτους 1945 το επίδικο γεωτεμάχιο εμφανίζεται ως απόκρημνη βραχώδης έκταση χωρίς ίχνη νομής.... Στον ορθοφωτοχάρτη έτους 2007-2009 εμφανίζεται το γεωτεμάχιο με έκταση χορτολιβαδικού χαρακτήρα χωρίς σημάδια νομής (καλλιέργειες- δέντρα- κτίσμα) και μη περιφραγμένο ... . Στον ορθοφωτοχάρτη έτους 2016 εμφανίζεται το γεωτεμάχιο σε έκταση χορτολιβαδικού χαρακτήρα χωρίς κτίσμα και ίχνη νομής.". Από το γεγονός αυτό, αλλά και από τις περιγραφές της ευρύτερης έκτασης, που περικλείει και την επίδικη, σε όλους τους μεταβιβαστικούς τίτλους και ειδικότερα αυτήν (περιγραφή) στο υπ' αριθμόν …1954 συμβόλαιο πώλησης (βραχώδης ακαλλιέργητη έκταση ... ούσης μεμισθωμένης προς διαφόρους κτηνοτρόφους), η οποία είναι χαρακτηριστική της γεωμορφολογίας του εδάφους, συνάγεται ότι και πριν το 1915 και σε βάθος αμνημόνευτων χρόνων, η έκταση ήταν ασκεπής και βραχώδης, έκταση, που δεν είναι δεκτική καλλιέργειας και όχι δασική.
Περαιτέρω, με την από 10.4.1980 και με αριθμό πρωτοκόλλου … πράξη χαρακτηρισμού εκτάσεων, ο Δασάρχης Χαλκίδας χαρακτήρισε, ως δασικές, εκτάσεις, που περιέχονται στο νέο σχέδιο οικιστικής ανάπτυξης της πόλης της Χαλκίδας, χωρίς όμως να συνάγεται με βεβαιότητα ότι η επίδικη έκταση περιλαμβάνεται στις εκτάσεις, που αναφέρονται στην παραπάνω πράξη. Ακολούθως, με τη με αριθμό πρωτοκόλλου …1999 απόφαση του Διευθυντή Δασών του Νομού Εύβοιας, αποφασίστηκε να κηρυχθούν αναδασωτέες με σκοπό τη δημιουργία πάρκου - άλσους, οι εκτάσεις, που βρίσκονται στις θέσεις "…" και "…", επιφάνειας 248,6 και 149 στρεμμάτων, ενώ με την ίδια απόφαση ανακλήθηκε η με αριθμό …1980 απόφαση (ΦΕΚ 534/Δ/80), με την οποία είχε κηρυχθεί, ως αναδασωτέα, λόγω πυρκαγιάς, έκταση, επιφάνειας 16 στρεμμάτων, που περιλαμβάνεται στην παραπάνω έκταση στη θέση … Την 23.9.1999 με το με αριθμό πρωτοκόλλου … έγγραφο, ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδος αποφάσισε την παραχώρηση των παραπάνω δημόσιων χορτολιβαδικών -όπως αναφέρει- εκτάσεων στο Δήμο Χαλκιδέων, παραχώρηση, η οποία ολοκληρώθηκε με την υπογραφή του από 23.9.1999 πρωτοκόλλου παράδοσης - παραλαβής των εκτάσεων, όπως περιγράφονται στα τοπογραφικά διαγράμματα, που συνοδεύουν τη με αριθμό …1999 απόφαση. Από τα προαναφερόμενα τοπογραφικά διαγράμματα δεν προκύπτει ποιες εκτάσεις ειδικότερα κηρύχθηκαν χορτολιβαδικές, δασικές ή αναδασωτέες και αν αυτές αφορούν ή ταυτίζονται με την επίδικη έκταση. Τέλος, στο από 09-07-2020 έγγραφο της Προϊσταμένης της Κτηματικής Υπηρεσίας Εύβοιας, αναφέρεται ότι ύστερα από έρευνα στα βιβλία δημόσιων κτημάτων της Υπηρεσίας δεν φέρεται καταγεγραμμένο, ως δημόσια κτήμα αρμοδιότητας και διαχείρισης του Υπουργείου Οικονομικών. Κατ' ακολουθία των παραπάνω, στο συγκεκριμένο ακίνητο δεν αποδείχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο έχει αποκτήσει ίδιον δικαίωμα κυριότητας με τους περιγραφόμενους στην υπό κρίση έφεσή του τρόπους. Ειδικότερα, .... σχετικά με τα ευρισκόμενα στη νήσο Εύβοια κτήματα, αυτά δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Κράτος, με δικαίωμα πολέμου, αφού η νήσος Εύβοια δεν κατακτήθηκε με όπλα αλλά παραχωρήθηκε στο νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος, με βάση το από 03-02-1830 Πρωτόκολλο του Λονδίνου (αρ. 2 εδ. Γ αυτού) και την από 27.6/1852 Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης και έπρεπε να παραδοθεί μέχρι την 30ηη Δεκεμβρίου του έτους 1832, αφού προηγηθεί της ενσωμάτωσης της η καταβολή αποζημιώσεων, παραδόθηκε τελικά την 25η Μαρτίου του έτους 1833 από τον εκπρόσωπο της Οθωμανικής Επιτροπής Χ. Ι. Μ. στο διορισμένο προς τούτο από το Ελληνικό Κράτος βασιλικό επίτροπο Ι. Ρ. Ν.
Ούτε εξάλλου αποδείχθηκε ότι κατά τους ανωτέρω χρόνους, στους οποίους αναφέρεται το Ελληνικό Δημόσιο, το ακίνητο αυτό εγκαταλείφθηκε από τους τούρκους ιδιοκτήτες του κατά την αποχώρησή τους από τη νήσο Εύβοια και ότι κατ' αυτό τον τρόπο κατέστη αδέσποτο και ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 16 του Ν. της 21.6/10.7.1837 ούτε και αποτελούσε ανέκαθεν λειβάδιο ή βοσκότοπο, ώστε να ανήκει σε αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 1 του από 3/15-12-1833. Άλλωστε, εντελώς αόριστα το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει σε αυτό το χαρακτηρισμό είτε ως εγκαταλελειμμένο, κατά τη διάρκεια του αγώνα της ανεξαρτησίας, είτε ως αδέσποτο, είτε ως λειβάδιο, είτε ως βοσκότοπος, χωρίς ωστόσο να προσκομίζει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο για την απόδειξη των ισχυρισμών του, ότι δηλαδή το επίδικο ακίνητο έχει περιέλθει στην κυριότητά του λόγω του χαρακτηρισμού του είτε ως εγκαταλελειμμένο, είτε ως αδέσποτο, είτε ως λειβάδιο, είτε ως βοσκότοπος. Κατ' ακολουθία των παραπάνω, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί δημόσιο κτήμα, με συνέπεια να τυγχάνει απορριπτέος ο ισχυρισμός του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου ότι αποκλείεται η θεμελίωση ίδιου δικαιώματος κυριότητος από ιδιώτη, συμπεριλαμβανομένης και της εφεσίβλητης, καθώς δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση οι διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (739,9 παρ. 1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Παν. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινό ρωμαϊκού δικαίου, οι οποίες κατά το άρθρο 51 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα τυγχάνουν εφαρμογής για τον προγενέστερο της εισαγωγής του Αστικού Κώδικα χρόνο σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 21 του Νόμου της 21.6/3-7-1837 "Περί Διακρίσεως Δημοσίων Κτημάτων", τις διατάξεις αφενός μεν του Ν. Δ/τος ΔΞΗ/1912 και των Δια/των "Περί Δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση το Νόμο αυτό και αφετέρου του άρθρου 21 του Ν. Δ/τος της 22.4/16.05.1926 "Περί Διοικητικής Αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες απαγορεύθηκε η χρησικτησία τρίτων προσώπων σε αυτά ... . Για το λόγο αυτό στη συγκεκριμένη γεωγραφική - εδαφική περιοχή λάμβαναν χώρα πράξεις σύστασης, μετάθεσης κ.λ.π. εμπραγμάτων δικαιωμάτων κυριότητας σε αυτά τα κτήματα μεταξύ των ιδιωτών. Με αυτές τις παραδοχές το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκανε δεκτή την ένδικη αγωγή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το Νόμο, ενώ εκτίμησε τις προσκομισθείσες ενώπιον του αποδείξεις, κατά τον προσήκοντα τρόπο, και δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με την υπό κρίση πλημμέλεια, παρά τα όσα περί αντιθέτου διατείνεται το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο.". Ακολούθως, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση στο σύνολό της, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε ομοίως, δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης και αφού αναγνώρισε αυτήν κυρία του επιδίκου ακινήτου διέταξε τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα οικεία βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Χαλκίδος, ώστε να γίνουν οι αναφερόμενες μεταβολές. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο στήριξε την παραδοχή της ένδικης αγωγής περί αναγνωρίσεως της κυριότητας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου ακινήτου (ήδη οικοπέδου) και διορθώσεως της ανακριβούς πρώτης εγγραφής αυτού στα οικεία κτηματολογικά βιβλία, στις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου ως προς τον παράγωγο (αγοραπωλησίες, συστάσεις προικός) και πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) απόκτησης της κυριότητας των απώτερων δικαιοπαρόχων τους, δεχθέν ότι το επίδικο σε μείζονα έκταση περιήλθε το έτος 1836 στον απώτερο δικαιοπάροχο της ενάγουσας Χ. Γ. με το αναφερόμενο έγγραφο (χοτζέτι) από τους κατονομαζόμενους κληρονόμους του αρχικού ιδιοκτήτη του Μ. Ε., που συντάχθηκε ενώπιον του αναφερομένου δικαστικού τοποτηρητή και επιτρόπου και επικυρώθηκε από το Ιερό Δικαστήριο, ο οποίος, ακολούθως, το μεταβίβασε λόγω προικός με το αναφερόμενο και νομίμως μεταγεγραμμένο συμβόλαιο στη θυγατέρα του Μ., το έτος 1882, ότι από το έτος 1836 και εφεξής οι ως άνω δικαιοπάροχοι της ενάγουσας έχοντες τη φυσική εξουσία πάνω στο μείζον ακίνητο και τη βούληση εξουσιάσεως του με διάνοια κυρίου, νέμονταν το ακίνητο αυτό με καλή πίστη, απορρέουσα από την πεποίθηση ότι έχουν νόμιμους τίτλους, ασκούντες τις αρμόζουσες στη φύση και τον προορισμό του υλικές πράξεις της διοίκησης, επιστασίας και εκμετάλλευσής του είτε οι ίδιοι είτε διαμέσου παρένθετων προσώπων, της επίβλεψης και προστασίας του από επεμβάσεις και διεκδικήσεις τρίτων δια της προσλήψεως φυλάκων, της εκμεταλλεύσεως του λατομείου, της μισθώσεως τμημάτων της ευρύτερης έκτασης σε τρίτους ως βοσκότοπους ή για μελισσοκομία, επιδεικνύοντας την πρόθεση για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση αυτού όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής, χωρίς να ενοχληθούν με οποιονδήποτε τρόπο από το εναγόμενο, ούτε να αμφισβητηθεί εκ μέρους του η κυριότητά τους, με αποτέλεσμα να έχουν καταστεί κύριοι αυτού με έκτακτη χρησικτησία κατά τις οικείες διατάξεις του β.ρ.δ, σύμφωνα με τις οποίες χωρούσε έκτακτη χρησικτησία ακόμη και σε δημόσια κτήματα, ανεξάρτητα από τη μορφολογία του εδάφους, συμπληρωθείσης της τριακονταετίας προ της 11-9-1915, ότι ακολούθως η ανωτέρω Μ. χήρα Ν. Δ. το γένος Χ. Γ., η οποία είχε καταστεί κατά τα άνω κυρία του μείζονος ακινήτου μεταβίβασε τούτο, το έτος 1921 με το αναφερόμενο και νομίμως μεταγεγραμμένο συμβόλαιο λόγω προικός υπέρ της θυγατέρα της Β. και προς το γαμπρό της Σ. Μ., το οποίο περιήλθε αυτοδικαίως κατά κυριότητα μετά τον επισυμβάντα το έτος 1952 θάνατο του τελευταίου στην επιζώσα σύζυγό του και προικολήπτρια Β. Μ., το γένος Δ., οι οποίοι συνέχισαν να το νέμονται με τα ίδια ως άνω προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ασκούντες τις προσιδιάζουσες στη φύση του ως άνω πράξεις, μεταξύ άλλων και προβαίνοντας η τελευταία σε διαδοχικές πωλήσεις τμημάτων σε ιδιώτες και δημόσιους οργανισμούς, κατόπιν της αναφερόμενης απόφασης του Υπουργού Γεωργίας, με την οποία της χορηγήθηκε η άδεια εκποίησης της εξαιρεθείσας από την απαλλοτρίωση ιδιοκτησίας της, καταβάλλοντας φόρο μεταβίβασης στις αρμόδιες υπηρεσίες και μεταγραφής των σχετικών συμβολαίων, χωρίς την εναντίωση κανενός, ότι το μείζον ακίνητο εκτάσεως 35.436 τ.μ. μεταβίβασε σε 66 αγοραστές, μεταξύ των οποίων και στην άμεση δικαιοπάροχο της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης μητέρα της Α. Ρ. στην οποία περιήλθε με το αναφερόμενο συμβόλαιο που μεταγράφηκε νόμιμα το 1/66 ποσοστό εξ αδιαιρέτου της εν λόγω μείζονος έκτασης, το έτος 1954 και ακολούθως ως αυτοτελές ακίνητο το περιγραφόμενο τμήμα του μείζονος ακινήτου, με το αναφερόμενο διανεμητήριο συμβόλαιο που μεταγράφηκε νόμιμα το έτος 1957 και εν συνεχεία (περιήλθε) στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη λόγω αγοράς παρά κυρίας με το αναφερόμενο και νομίμως μεταγραφέν συμβόλαιο το έτος 1971 (παράγωγο τρόπο). Δέχθηκε ακόμη ότι το επίδικο ακίνητο δεν είχε τη μορφή δάσους ή δασικής ή χορτολιβαδικής έκτασης, αλλά αποτελούσε έκταση ακαλλιέργητη, ασκεπή και βραχώδη, κατάλληλη για βοσκή, ενώ η με αριθμό πρωτοκόλλου … πράξη του Δασάρχη Χαλκίδας, χαρακτηρίστηκαν ως δασικές εκτάσεις, που περιέχονται στο νέο σχέδιο οικιστικής ανάπτυξης της πόλης της Χαλκίδας, χωρίς όμως να συνάγεται με βεβαιότητα ότι η επίδικη έκταση περιλαμβάνεται στις εκτάσεις που αναφέρονται στην παραπάνω πράξη, ότι ουδέποτε το επίδικο αποτελούσε δημόσια έκταση ούτε κατελήφθη από το Ελληνικό Δημόσιο κατά την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους, ότι δεν αποτελούσε δασική έκταση το 1836 ούτε λιβάδι ή βοσκότοπο πριν από το 1833, δεν περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο δικαιώματι πολέμου ούτε αποτελούσε εγκαταλειφθέν κτήμα Οθωμανών, ενώ δεν είχε ποτέ τον χαρακτήρα αδέσποτου ακινήτου και ότι, ενόψει του ότι το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν απέδειξε ότι το επίδικο ακίνητο ήταν δημόσιο κτήμα κυριότητάς του, δεν ήταν αναγκαία η 30ετής και με καλή πίστη άσκηση νομής επ' αυτών έως 11-9-1915 προς κτήση της κυριότητας από ιδιώτες με έκτακτη χρησικτησία. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας, του επίδικου ακινήτου από την αναιρεσίβλητη με παράγωγο τρόπο από αληθή κυρία με νόμιμο μεταγεγραμμένο τίτλο. Επομένως, οι τρίτος και πέμπτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που περιέχουν αιτιάσεις για ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης και παραβίαση των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων, αναφορικά α) με την ύπαρξη καλής πίστης των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης κατά την άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο ακίνητο για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, διότι, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της καλής πίστης, καθώς υπήρξε εκ μέρους του όχληση με την έκδοση των αναφερομένων πράξεων - αποφάσεων, ενέργειες που δεν δικαιολογούσαν την καλή πίστη αυτών κατά τις διατάξεις του βζρδ, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Και τούτο, διότι οι πιο πάνω αιτιάσεις ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), εφόσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, ότι δηλαδή οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων από το έτος 1836 έως το έτος 1971 νέμονταν το μείζον ακίνητο και συνακόλουθα νέμονταν το εντός αυτού επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίων και καλή πίστη, δηλαδή έχοντας την εύλογη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν βλάπτουν δικαιώματα τρίτων και ιδίως του Ελληνικού Δημοσίου η δε καλή πίστη των ανωτέρω δικαιολογείται από το γεγονός ότι νέμονταν την εδαφική έκταση που περιγραφόταν στους τίτλους των δικαιοπαρόχων τους, χωρίς να ενοχληθούν από το Ελληνικό Δημόσιο και γνωρίζοντας ότι είχαν νόμιμους τίτλους (ειλικρινή πεποίθηση τους ότι με την κτήση της νομής του επιδίκου δεν προσβάλλουν κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου), και ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε την κυριότητά της επί του επίδικου παραγώγως παρά κυρίας, με νόμιμο μεταγεγραμμένο τίτλο το έτος 1971, διατυπώνεται με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να παραβιάζονται οι προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις.
Ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζητήσεως, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, ιδρύεται όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (Α.Π. 550/2025, Α.Π. 504/2023). Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ. Δηλαδή, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Α.Π. 504/2023, Α.Π. 1864/2017). Ο παραπάνω λόγος είναι απαράδεκτος, όταν, υπό την γενική επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ουσιαστική κρίση του Εφετείου, ενώ είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (Α.Π.550/2025, Α.Π. 70/2025, Α.Π. 504/2023), ανεξάρτητα αν, ύστερα από την εκτίμησή τους, καταλήξει ακόμη και σε και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη ( Α.Π. 550/2025, Α.Π. 576/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε, ως αληθινά, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς αυτά να έχουν αποδειχθεί και, συγκεκριμένα, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμους τους θεμελιωτικούς του επικαλούμενου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης ισχυρισμούς ότι οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοί της απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις της έκτακτης χρησικτησίας του βζρδ παρά το γεγονός ότι δεν προσκομίστηκε προς απόδειξη αυτών κανένα αποδεικτικό μέσο, καθώς οι εκ μέρους της αναιρεσίβλητης προσκομισθείσες προς απόδειξη αυτών ένορκες βεβαιώσεις δεν αποτελούν πρόσφορα για την απόδειξη του ως άνω πραγματικού ζητήματος αποδεικτικά μέσα, και επιπλέον δεν προσκομίστηκε το επικαλούμενο από 1-7-1836 έγγραφο (χοτζέτι) δυνάμει του οποίου οι Οθωμανοί ιδιοκτήτες της μείζονος έκτασης μεταβίβασαν αυτήν στο Χ. Γ. Ο λόγος αυτός, είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, διότι, με το πρόσχημα της αναιρετικής πιο πάνω αιτίασης, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, με επαναξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμηση τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά το αναιρεσείον, για τα πράγματα κρίση (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Εν πάση δε περιπτώσει, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφασή του, στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στο σύνολο των αποδεικτικών μέσων (ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα) που προσκομίστηκαν νόμιμα και που μνημονεύονται σ' αυτήν και, επομένως, ο πιο πάνω λόγος είναι (και) αβάσιμος (Α.Π.70/2025, Α.Π. 24/2020).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ. βάρος της απόδειξης, με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί απόδειξης απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιοριστεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή, αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης (Α.Π. 1866/2023, Α.Π. 419/2020, Α.Π. 148/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από την παραπάνω διάταξη του αριθ. 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους απόδειξης ως προς τους προταθέντες από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρισμούς του περί κτήσης κυριότητας από αυτό του επίδικου: α) δικαιώματι πολέμου, ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους στην ιδιοκτησία του οποίου ανήκε και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, β) άλλως ως αδέσποτου κατά τις διατάξεις του από 10-7-1837 β.δ. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) το Εφετείο έκρινε αναπόδεικτους τους εν λόγω ισχυρισμούς για τους εκτιθέμενους ως άνω στην προσβαλλόμενη απόφαση λόγους και έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ζήτημα τούτο, δεν υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης, καθόσον οι παραπάνω ισχυρισμοί αποτελούν, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προεκτέθηκε, ενστάσεις και, επομένως, τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποίθησης για τα γεγονότα που τους στηρίζουν, ήτοι του ότι το επίδικο ήταν δημόσιο κτήμα, το οποίο περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Δημοσίου κατά τις προαναφερόμενες Συνθήκες και Πρωτόκολλα, άλλως ως αδέσποτο, τις έφερε το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο, που, ως εναγόμενο, πρόβαλε τους ισχυρισμούς αυτούς και όχι η αναιρεσίβλητη - ενάγουσα. Επομένως, ο παραπάνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 210/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της αναιρεσίβλητης, το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτού, τα οποία θα καταλογιστούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. 22 παρ.1, 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β` 11/20.01.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-12-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 210/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Εύβοιας.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ