Απόφαση 589 / 2026    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 589/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Αθανάσιο Θεοφάνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη - Εισηγήτρια, Αναστασία Καραμανίδου, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ :
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης Εταιρείας, με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΓΕΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΣΙΜΕΝΤΩΝ ΗΡΑΚΛΗΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ", με Α.Φ.Μ. … - Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών, η οποία εδρεύει στην Λυκόβρυση Αττικής (…) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Τσίρη και κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης Εταιρείας, με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΒΟΛΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "Ο.Λ.Β. Α.Ε.", που εδρεύει στον Βόλο Μαγνησίας (Κεντρικό Προβλήτα Λιμένος Βόλου) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βρέλλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2016 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8251/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6202/2019 μη οριστική, 793/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-2-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσίβλητου την απόρριψη της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 9-2-2023 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 793/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της καθ' ης η ανακοπή, ήδη αναιρεσείουσας, κατά της αριθμ. 8251/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την εισαχθείσα ενώπιόν του ανακοπή περί ακυρώσεως των αναφερόμενων χρηματικών καταλόγων, που συνέταξε η καθ' ης η ανακοπή, ήδη αναιρεσίβλητη, βάσει των επίσης αναφερόμενων τιμολογίων παροχής υπηρεσιών, κατόπιν της υπό του Ελληνικού Δημοσίου εκδόσεως των …, … και …2016 ταμειακών βεβαιώσεων, δυνάμει των οποίων βεβαιώθηκε εις βάρος της ανακόπτουσας οφειλή, συνολικού ποσού 249.391,01 ευρώ, ως αντάλλαγμα χρήσεως τμήματος αιγιαλού και παραλίας για το χρονικό διάστημα από τον μήνα Φεβρουάριο έως και τον μήνα Απρίλιο του έτους 2016, για τους περιεχόμενους στο δικόγραφο της ανακοπής λόγους. Η ανωτέρω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 14 α.ν. 2344/1940 "Περί αιγιαλού και παραλίας" "Εν εκάστω λιμένι καθορίζεται έκτασις ξηράς και θαλάσσης, εν συνεχεία ή διακεκομένη, εν η το Λιμενικόν Ταμείον εκτελεί ... τα αναγκαιούντα διά την εξυπηρέτησιν της εμπορικής ναυτικής και επιβατικής κινήσεως του λιμένος έργα, υπό του νόμου χαρακτηριζόμενα ως λιμενικά, ήτις έκτασις καλείται "Ζώνη του Λιμένος" και διακρίνεται εις χερσαίαν και θαλασσίαν.". Κατά δε την παρ. 1 του άρθρου 18 του αυτού νόμου "Οι χώροι και εν γένει τα κτήματα τα περιλαμβανόμενα εντός της ζώνης του λιμένος είναι της κατηγορίας των κοινοχρήστων δημοσίων και ων η κυριότης ανήκει εις το Δημόσιον, η χρήσις όμως και η εκμετάλλευσις αυτών διά σκοπούς λιμενικούς ανήκει εις το Λιμενικόν Ταμείον.".
Περαιτέρω, κατά την παρ. 1 του άρθρου 7 ν.δ. 2942/1954 "Περί τροποποιήσεως κλπ των περί Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς και Λιμενικών Ταμείων κειμένων διατάξεων" "Η χρήσις και εκμετάλλευσις των εντός της ζώνης του Λιμένος χώρων εν γένει ανήκει εις το Λιμενικόν Ταμείον, όπερ δικαιούται να προβαίνη εις προσωρινάς επ' ανταλλάγματι παραχωρήσεις εις οιονδήποτε φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον, δι' αποφάσεως της Λιμενικής Επιτροπής, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Δημοσίων Έργων, μετά γνώμην του οικείου Νομάρχου και του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Αμύνης.".
Εξάλλου, με τον ν. 4171/1961 "Περί λήψεως γενικών μέτρων διά την υποβοήθησιν της αναπτύξεως της Οικονομίας της Χώρας", ορίστηκε (στην παρ. 1 του άρθρου 1) ότι: "Προς τον σκοπόν διευκολύνσεως πραγματοποιήσεως επενδύσεων, αίτινες θα συμβάλουν εις την επιτάχυνσιν του ρυθμού της αναπτύξεως της Ελληνικής Οικονομίας, εφαρμόζονται επί σημαντικών παραγωγικών επενδύσεων αι εν άρθροις 1 έως 5 αναφερόμεναι ειδικαί διατάξεις. Η εφαρμογή των ειδικών τούτων διατάξεων δεν αποκλείει την εφαρμογήν επί των επενδύσεων τούτων και πάσης γενικώς διατάξεως, η οποία, εφόσον αναφέρεται εις τα αυτά θέματα τα ρυθμιζόμενα διά των ειδικών διατάξεων, θα έχη εφαρμογήν, εάν δημιουργή διά τον πραγματοποιούντα την επένδυσιν ευνοϊκώτερον καθεστώς.", (στο άρθρο 2 παρ. 1) "Απαλλάσσονται από παντός φόρου, δασμού, τέλους, τελών χαρτοσήμου, εισφοράς, δικαιώματος ή άλλης επιβαρύνσεως υπέρ του Δημοσίου ή υπέρ τρίτων (δήμων, κοινοτήτων, ταμείων, οργανισμού ή άλλου οιουδήποτε νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου) τα εν τη διατάξει ταύτη ρητώς μνημονευόμενα είδη (μηχανήματα, ανταλλακτικά, υλικά οικοδομήσεως, όργανα ερευνών κλπ. και γερανοί και οχήματα διακινήσεως υλικών κλπ)", (στο άρθρο 3 παρ. 1 και 2) "Η επιχείρησις, εξαιρέσει περιπτώσεων προσκαίρου Εθνικής ανάγκης, θα έχη το αποκλειστικόν δικαίωμα της χρησιμοποιήσεώς των, δαπάναις της, κατασκευασθέντων βασικών λιμενικών έργων (ισοπεδώσεων, καθαρισμού βυθού, προκυμαίας, λιμενοβραχίονος κλπ), η εκτέλεσις των οποίων θα ενεργείται πάντοτε κατόπιν αδείας της αρμοδίας Αρχής. Διά την χρησιμοποίησιν των λιμενικών έργων, πλην των δαπανών λειτουργίας και συντηρήσεώς των, η επιχείρησις εις ουδεμίαν ετέραν επιβάρυνσιν θα υπόκειται μέχρι πλήρους αποσβέσεως των ποσών των δαπανηθέντων παρ' αυτής, διά την κατασκευήν των. Ομοίως η επιχείρησις κατά την χρησιμοποίησιν των ως άνω λιμενικών έργων εις ουδεμίαν προς οιονδήποτε τρίτον παροχήν υποχρεούται, άνευ πραγματικής αντιπαροχής προ ταύτην υπηρεσιών χρησίμων, εις αυτήν. Το Δημόσιον δύναται, διά κοινής αποφάσεως των Υπουργών Συντονισμού, Οικονομικών, Βιομηχανίας και Δημοσίων Έργων, να παραχωρήση εις την επιχείρησιν την αποκλειστικήν χρήσιν αναλόγου προς τα ανάγκας αυτής εκτάσεως του προκειμένου αιγιαλού και της θαλασσίας περιοχής. Η παραχώρισις γίνεται άνευ ανταλλάγματος διά τα πρώτα 15 έτη από της ενάρξεως της παραγωγικής δράσεως της επιχειρήσεως ... ...". Από τον συνδυασμό των άνω διατάξεων συνάγεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο δύναται μεν να παραχωρήσει χωρίς αντάλλαγμα τμήμα του αιγιαλού και της θαλάσσιας περιοχής, σε επιχείρηση για την πραγματοποίηση παραγωγικών επενδύσεων υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο παραχωρούμενος χώρος ανήκει κατά χρήση και εκμετάλλευση σε αυτό, διότι αν αυτός, ως περιλαμβανόμενος στη ζώνη του οικείου λιμένος, έχει περιέλθει κατά χρήση και εκμετάλλευση στο λιμενικό ταμείο, το τελευταίο δικαιούται να προβαίνει κατόπιν αποφάσεως της οικείας λιμενικής επιτροπής, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Δημοσίων Έργων ή του ασκούντος την αρμοδιότητα τούτου Νομάρχη, κατ' άρθρο 1 παρ. 1 ν. 3200/1955, σε προσωρινές έναντι ανταλλάγματος παραχωρήσεις της χρήσεως χώρου της ζώνης του λιμένα προς οιονδήποτε πρόσωπο, υποχρεούμενο σε καταβολή του ορισθέντος ανταλλάγματος, και αν ακόμη συντρέχουν οι κατά τον ν. 4171/1961 προϋποθέσεις, υπό τις οποίες το Ελληνικό Δημόσιο μπορεί να παραχωρήσει τη χρήση χώρου του αιγιαλού άνευ ανταλλάγματος (Ολ.Α.Π.470/1983, Α.Π. 341/1979). Με τον ν. 2932/2001 και ειδικότερα με την παρ. 3 του άρθρου εικοστού πρώτου αυτού, τα λιμενικά ταμεία, τα οποία είχαν συσταθεί ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και λειτουργούσαν βάσει του από 14/19-1-1939 β.δ. "Περί κωδικοποιήσεως των περί λιμενικών ταμείων κειμένων διατάξεων", μετατράπηκαν σε ανώνυμες εταιρείες. Μεταξύ δε των συνεστημένων και λειτουργούντων ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου λιμενικών ταμείων είναι και το Λιμενικό Ταμείο Βόλου, το οποίο μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Βόλου Α.Ε." (Ο.Λ.Β. Α.Ε.). Σύμφωνα με την παρ. 5 του εικοστού πρώτου άρθρου του νόμου αυτού (ν. 2932/2001), οι συσταθείσες αυτές ανώνυμες εταιρείες, στις οποίες παραχωρήθηκε το δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης των λιμένων και των εξομοιούμενων με αυτούς χώρων (άρθρο εικοστό τέταρτο), αποτελούν εταιρείες κοινής ωφέλειας, οι οποίες αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος και τελούν υπό κρατική εποπτεία, ενώ με την παρ. 6 του ίδιου άρθρου του ως άνω νόμου η κινητή και ακίνητη περιουσία του μετατρεπόμενου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου περιέρχεται στην ανώνυμη εταιρεία, η οποία υπεισέρχεται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, καθώς και σε κάθε δικαιοπραξία που έχει συναφθεί και ευρίσκεται σε ισχύ μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, ως καθολικός διάδοχος του νομικού προσώπου, και οι εκκρεμείς δίκες κάθε μετατρεπόμενου νομικού προσώπου συνεχίζονται από την Α.Ε., χωρίς να επέρχεται βίαιη διακοπή τους και χωρίς να απαιτούνται άλλες ειδικότερες διατυπώσεις ή ενέργειες για τη συνέχισή τους.
Σκοπός εξάλλου των εταιρειών αυτών, οι οποίες διέπονται συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί ανωνύμων εταιρειών, περί λιμενικών ταμείων και περί προστασίας του αιγιαλού και της παραλίας είναι, σύμφωνα με το εγκριθέν, με το άρθρο εικοστό δεύτερο ν. 2932/2001, καταστατικό τους, " ... η διοίκηση και η εκμετάλλευση των χώρων της Ζώνης Λιμένα δικαιοδοσίας της. 1. Στο Σκοπό της Εταιρείας περιλαμβάνονται: ... ια) κάθε άλλη δραστηριότητα που είχε ανατεθεί στα Λιμενικά Ταμεία ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου".
Περαιτέρω, ο ν. 2971/2001 (βλ. και άρθρα 14 - 19 α.ν. 2344/1940) προβλέπει στα άρθρα 18 παρ. 1 και 19 παρ. 1 ότι η χερσαία ζώνη λιμένα αποτελείται "από τον αιγιαλό και τους αναγκαιούντες συνεχόμενους παραλιακούς χώρους" για την εκτέλεση έργων εξυπηρέτησης της εν γένει "εύρυθμης λειτουργίας του λιμένα", και στο άρθρο 22 παρ. 1 ότι "οι χώροι και όλα εν γένει τα κτήματα, που περιλαμβάνονται στη ζώνη λιμένα, είναι κοινόχρηστα δημόσια κτήματα και ανήκουν στο Δημόσιο κατά κυριότητα, η χρήση όμως και η εκμετάλλευσή τους ανήκει στον οικείο φορέα διοίκησης και εκμετάλλευσης λιμένα ... . 2. Οι κατά τον καθορισμό ή την επέκταση ζώνης λιμένα νόμιμες παραχωρήσεις χρήσης ή μισθώσεις, που υπάρχουν μέσα σε αυτή, εφόσον εξυπηρετούνται λιμενικοί σκοποί, δεν θίγονται και υποκαθίσταται ο φορέας διοίκησης και εκμετάλλευσης του λιμένα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Δημοσίου, ... (βλ. και άρθρο 967 Α.Κ., στο οποίο ορίζεται ότι κοινής χρήσεως πράγματα είναι, μεταξύ άλλων, και τα λιμάνια). Τέλος, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ως άνω ν. 2932/2001 συνήφθη μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της ανώνυμης εταιρεία,ς με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ ΒΟΛΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" η από …2002 σύμβαση που έχει ήδη κυρωθεί με τον ν. 4597/2019 και απέκτησε ισχύ τυπικού νόμου. Κατά το άρθρο 1 αντικείμενο της σύμβασης "αποτελεί η εκ μέρους του Δημοσίου παραχώρηση προς την Ο.Λ.Β. του αποκλειστικού δικαιώματος χρήσης και εκμετάλλευσης των γηπέδων, κτιρίων και εγκαταστάσεων της χερσαίας λιμενικής ζώνης του Λιμένα Βόλου ... καθώς και ο προσδιορισμός των ειδικότερων όρων της παραχώρησης αυτής και των αντίστοιχων υποχρεώσεων των μερών ... .". Κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 2: "1. Με την παρούσα το Δημόσιο παραχωρεί προς την Ο.Λ.Β. και η Ο.Λ.Β. αποδέχεται την παραχώρηση του αποκλειστικού δικαιώματος χρήσης κι εκμετάλλευσης των γηπέδων, κτιρίων και εγκαταστάσεων της χερσαίας λιμενικής ζώνης του Λιμένα Βόλου, για τη συμβατική διάρκεια και υπό τους ειδικότερους όρους που προβλέπονται στην παρούσα. 2. Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης, το παραχωρούμενο δικαίωμα χρήσης κι εκμετάλλευσης, όπως προσδιορίζεται στο επόμενο άρθρο 3 ... θα εκτείνεται, με την επιφύλαξη του άρθρου 2.4, στα ακόλουθα παραχωρούμενα: i) στα καλυμμένα ή ακάλυπτα τμήματα ξηράς (γήπεδα) της χερσαίας λιμενικής ζώνης του Λιμένα Βόλου ... ii) στα υφιστάμενα κατά το χρόνο υπογραφής της παρούσας κτίρια, τεχνικά έργα, λιμενικά έργα ... iii) ... iv) στη θαλάσσια ζώνη του Λιμένα ... 2.4 Το παραχωρούμενο, με την παρούσα Σύμβαση, Δικαίωμα κατ' εξαίρεση δεν θα καλύπτει τις ακόλουθες περιπτώσεις: i) τα κτίρια και τις εγκαταστάσεις που εξυπηρετούν ανάγκες δημοσίων υπηρεσιών ... ii) ... iii) περιοχές, εγκαταστάσεις και έργα επί των οποίων υφίστανται δικαιώματα αποκλειστικής χρήσης τους, τα οποία έχουν χορηγηθεί σε βιομηχανικές επιχειρήσεις με βάση διατάξεις αναπτυξιακών νόμων. Η εξαίρεση ισχύει μέχρι να παύσει οριστικά η λειτουργία των επιχειρήσεων, τις οποίες εξυπηρετούν οι προαναφερόμενες περιοχές, εγκαταστάσεις και έργα ... .".
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κτλ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998, Α.Π. 538/2012).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (Α.Π. 203/2021). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 7/2006).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. και, συνεπώς, εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο δικόγραφο της αναιρέσεως να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλ. η πλημμέλεια που αποδίδεται και η έννομη συνέπεια που διαγνώστηκε από την πλημμέλεια, επίσης να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία και όχι μόνο το κατ' εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα. (Ολ.Α.Π. 11/2017, Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 27/1998, Α.Π. 1559/2022).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006, Α.Π. 184/2017). Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος 1975, 1986, 2001, 2008, 2019, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Τέλος, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχτηκε ή δεν αποδείχτηκε (Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 166/2016). Για να είναι ορισμένος ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κτλ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ή τη μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει. Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας (Α.Π. 16/2023, Α.Π. 1230/2014). Ως προελέχθη, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 Α.Κ., υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία δικαιοπραξίας, μολονότι, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, δέχτηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας (Α.Π. 426/2010) είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι, ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπληρώσεως ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. (Α.Π. 206/2022, Α.Π. 574/2010, Α.Π. 832/2009).
Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπιστώσεως στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στην συμπλήρωση ή, ανάλογα, στην ερμηνεία τους, πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας που δεν ερμηνεύτηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύτηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς την δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σε αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (Α.Π. 206/2022, Α.Π. 574/2010, Α.Π. 5/2010). Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή συμπληρώσεως της δικαιοπραξίας και ιδίως η διατύπωση της δηλώσεως βουλήσεως, οπότε η απόφαση αυτή στερείται νόμιμης βάσεως και υπόκειται στον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 16/2021, Α.Π. 71/2016, Α.Π. 683/2010, Α.Π. 416/1993).
Στην προκείμενη περίπτωση οι παραδοχές στις οποίες το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στήριξε την εκφερθείσα κρίση του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι οι ακόλουθες: "Η ανακόπτουσα δραστηριοποιείται στην αγορά παραγωγής, διανομής και πώλησης υλικών οικοδομής και ιδίως προϊόντων τσιμέντου. Για την άσκηση της δραστηριότητάς της αυτής διατηρεί στη χώρα εργοστάσια παραγωγής τσιμέντου και κέντρα διανομής τσιμέντου, μεταξύ αυτών και το εργοστάσιό της στην Αγριά Βόλου, που λειτουργεί ήδη από τη δεκαετία του 1960. Δυνάμει της υπ' αριθ. 15709/8/14.06.1963 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Συντονισμού, Οικονομικών και Βιομηχανίας, η λειτουργία των εγκαταστάσεών της υπήχθη στον αναπτυξιακό νόμο 4171/1961, δυνάμει δε της υπ' αριθ. 8465/2811/04.09.1963 ΚΥΑ των ιδίων ως άνω Υπουργών, παραχωρήθηκε σ' αυτή το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσης αιγιαλού και παραλίας, έκτασης 8.670 τ.μ., που εκτείνονταν έμπροσθεν των υπό κατασκευή εγκαταστάσεων του εργοστασίου τσιμέντου στην άνω περιοχή, για την κατασκευή προβλήτα και διαμόρφωσης του παραλιακού χώρου. Για την παραχώρηση της αποκλειστικής χρήσης στην επιχείρηση αναλόγου προς τις ανάγκες της έκτασης αιγιαλού και θαλάσσιας περιοχής προβλεπόταν για τα πρώτα δεκαπέντε (15) έτη από την έναρξη της παραγωγικής δράσης της επιχείρησης η μη καταβολή ανταλλάγματος (άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 4171/1961). Ακολούθως, δια της υπ' αριθ. …1969 απόφασης του Νομάρχη Μαγνησίας (ΦΕΚ …1969) εγκρίθηκε η επέκταση της χερσαίας ζώνης του Λιμένος Βόλου, στην οποία υπήχθησαν και όλες οι παραχωρούμενες περιοχές. Περαιτέρω, ενώ είχε υπογραφεί μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και της ανακόπτουσας σύμβαση περί εντάξεως των επενδύσεων της τελευταίας στις διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου, με την υπ' αριθ. …1970 απόφαση της Λιμενικής Επιτροπής Βόλου, εγκρίθηκε, κατά τις διατάξεις του ΑΝ 2344/1940 και του άρθρου 7 του ΒΔ 2942/1954 από το Λιμενικό Ταμείο Βόλου, στο οποίο μετά την ανωτέρω επέκταση της ζώνης του Λιμένος Βόλου, είχε περιέλθει η χρήση και η εκμετάλλευση του προ των εγκαταστάσεων της ανακόπτουσας αιγιαλού, η παραχώρηση σ' αυτήν της χρήσης τμήματος έκτασης 4.120 τ.μ. για την κατασκευή από την ανακόπτουσα προβλήτα και τη διαμόρφωση του χώρου αυτού με σκοπό την εξυπηρέτηση των λιμενικών αναγκών της, για την οποία θα καταβαλλόταν αντάλλαγμα. Ακολούθησε η έκδοση της υπ' αριθ. …/1975 απόφασης της Λιμενικής Επιτροπής Βόλου που εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. …1975 απόφαση του Νομάρχη Μαγνησίας, με την οποία παραχωρήθηκε στην ανακόπτουσα για χρονικό διάστημα σαράντα πέντε (45) ετών, ήτοι μέχρι 13.11.2020, αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης και άλλων χώρων του Λιμένος Βόλου έκτασης 21.680 τ.μ. προ των εγκαταστάσεων του εργοστασίου της και εντός της επεκταθείσας ως άνω ζώνης αυτού για την εκτέλεση έργων με βάση και την στο μεταξύ καταρτισθείσα τροποποιητική μεταξύ της ανακόπτουσας και του Ελληνικού Δημοσίου από …1975 σύμβαση (ΦΕΚ …1975). Κατά τα έτη 1976 και 1977 ακολούθησε η έκδοση των υπ' αριθ. …/1976 και …/1977 αποφάσεων της Λιμενικής Επιτροπής Βόλου που εγκρίθηκαν με τις από …76 και …77 αποφάσεις του Νομάρχη Μαγνησίας αντίστοιχα. Με την πρώτη καθορίστηκε αντάλλαγμα για την παραχώρηση στην ανακόπτουσα της αποκλειστικής χρήσης και εκμετάλλευσης χώρων του όρμου προ του εργοστασίου της και ειδικότερα ότι αυτό θα υπολογίζεται για τα μεταγενέστερα της 14.2.1979 χρονικά διαστήματα, ήτοι μετά τη λήξη της δεκαπενταετίας από την παραγωγική δραστηριοποίηση του εργοστασίου της, ενώ με τη δεύτερη καθορίσθηκε το ύψος του ανταλλάγματος για την παραχώρηση του χώρου της ζώνης λιμένος στην οποία προέβη η Λιμενική Επιτροπή Βόλου με την υπ' αριθ. …/70 πράξη της, ήτοι για τμήμα έκτασης 4.120 τ.μ.
Περαιτέρω με το άρθρο 21 παρ. 3, 5, 6 περ. α' και 7 του ν. 2932/2001 για την "Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στις θαλάσσιες ενδομεταφορές - Σύσταση Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής - Μετατροπή Λιμενικών Ταμείων σε Ανώνυμες Εταιρείες και άλλες διατάξεις", το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Λιμενικό Ταμείο Νομού Μαγνησίας" (στο οποίο είχαν συγχωνευθεί τα Λιμενικά Ταμεία Βόλου - Σκοπέλου με το π.δ. 390/1993 διασπάσθηκε στα Λιμενικά Ταμεία Βόλου και Σκοπέλου και το Λιμενικό Ταμείο Βόλου μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία κοινής ωφελείας υπό την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Βόλου Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "Ο.Λ.Β Α.Ε.", η οποία υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, καθώς και σε κάθε δικαιοπραξία συναφθείσα που ίσχυε μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού έχουσα καταστεί καθολικός διάδοχός του. Επιπροσθέτως, το έτος 2002 καταρτίστηκε η από 19.11.2002 σύμβαση παραχώρησης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της νεοϊδρυθείσας Ο.Λ.Β Α.Ε. , σε εκτέλεση των προβλεπόμενων στο ν. 2971/2001, στη δε παράγραφο 2.4 της περ. iii της οποίας ορίζεται ότι "το παραχωρούμενο με την παρούσα σύμβαση δικαίωμα κατ' εξαίρεση δεν θα καλύπτει τις ακόλουθες περιπτώσεις ...(iii) περιοχές, εγκαταστάσεις και έργα επί των οποίων υφίστανται δικαιώματα αποκλειστικής χρήσης τους, τα οποία έχουν χορηγηθεί σε βιομηχανικές επιχειρήσεις με βάση διατάξεις αναπτυξιακών νόμων. Η εξαίρεση ισχύει μέχρι να παύσει οριστικά η λειτουργία των επιχειρήσεων τις οποίες εξυπηρετούν οι προαναφερόμενες περιοχές, εγκαταστάσεις και έργα.". Η ανακόπτουσα, με τον πρώτο λόγο της ένδικης έφεσης παραπονείται για εσφαλμένη απόρριψη του πρώτου λόγου της ανακοπής της, ισχυριζόμενη ότι η καθ' ης η ανακοπή δεν νομιμοποιείται και δεν έχει αξίωση είσπραξης ανταλλάγματος, καθώς σ' αυτή δεν παραχωρήθηκε βάσει του ως άνω όρου το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης και εκμετάλλευσης των επίδικων χώρων και ως εκ τούτου παράνομα εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες ταμειακές βεβαιώσεις επί τη βάσει χρηματικών καταλόγων, από τις ως άνω αποφάσεις της Λιμενικής Επιτροπής Βόλου, η οποία ήταν και η μόνη αρμόδια να παραχωρεί προς αποκλειστική χρήση και εκμετάλλευση τα παραχωρούμενα τμήματα σύμφωνα με τον ΑΝ 2944/1940 και το ΝΔ 2942/1954, ακόμα και στις περιπτώσεις που η παραχώρηση γινόταν βάσει συμβάσεών της με το Ελληνικό Δημόσιο περί ένταξης των επενδύσεων της στον αναπτυξιακό νόμο. Αποδεικνύεται, ωστόσο, ότι το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης και εκμετάλλευσης δεν παραχωρείτο από το Ελληνικό Δημόσιο, όπως ορίζεται στον ως άνω όρο, αλλά από την Λιμενική Επιτροπή Βόλου, η οποία και ήταν αρμόδια να καθορίζει το αντάλλαγμα για την αποκλειστική χρήση και εκμετάλλευση, δικαίωμα που, λόγω της καθολικής διαδοχής περιήλθε στην καθ' ης η ανακοπή. Ακόμη και στην αρχική ΚΥΑ του 1963, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της ένταξης των επίδικων χώρων στη χερσαία ζώνη Λιμένος Βόλου, χορηγήθηκε άδεια για την κατασκευή προβλήτα και μόνο, χωρίς την παραχώρηση αποκλειστικής χρήσης ευρύτερου τμήματος από αυτό που απαιτούνταν για την κατασκευή αυτή, χωρίς την παροχή ευρύτερου δικαιώματος από αυτό που τελικά παραχώρησε η τότε Λιμενική Επιτροπή Βόλου.
Εξάλλου, από τις αποφάσεις της ως άνω Επιτροπής προκύπτει ότι η ανακόπτουσα έκανε χρήση της επίδικης έκτασης πάντοτε ύστερα από απόφαση της ως άνω Λιμενικής Επιτροπής που εκδιδόταν κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 2942/1954. Η παραχώρηση δε της χρήσης του χώρου εντός της λιμενικής ζώνης εκ μέρους της Λιμενικής Επιτροπής Βόλου, εξακολουθεί να ισχύει μέχρι και 13 Νοεμβρίου 2020, δυνάμει της υπ' αριθ. …/1975 αποφάσεώς της.
Περαιτέρω, η εξαίρεση από την παραχώρηση εκ μέρους του Δημοσίου προς την Ο.Λ.Β. Α.Ε. των περιοχών εγκαταστάσεων και έργων επί των οποίων υφίστανται δικαιώματα αποκλειστικής χρήσης τους, τα οποία έχουν χορηγηθεί σε βιομηχανικές επιχειρήσεις με βάση διατάξεις αναπτυξιακών νόμων, που προβλέπεται στο άρθρο 2.4 της σύμβασης παραχώρησης, δεν θίγει το δικαίωμα του Οργανισμού για είσπραξη των οφειλομένων από την ανακόπτουσα. Ειδικότερα, κατά την έννοια του ως άνω όρου της σύμβασης παραχώρησης, το Δημόσιο παρακράτησε για τον εαυτό του το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης των τμημάτων της λιμενικής ζώνης Βόλου που εξυπηρετούν επενδύσεις επιχειρήσεων που έχουν υπαχθεί σε αναπτυξιακούς νόμους, πλην όμως δεν τους έχει παραχωρηθεί τέτοιο δικαίωμα στα πλαίσια των νόμων αυτών. Άρα σκοπός του όρου αυτού είναι το Δημόσιο να δύναται να εκπληρώσει στο μέλλον τις υποχρεώσεις του στα πλαίσια των αναπτυξιακών νόμων, χωρίς να εξαρτάται τούτο από τα δικαιώματα που τυχόν θα παραχωρήσουν οι φορείς διοίκησης και διαχείρισης των λιμένων στις επιχειρήσεις αυτές.
Εν προκειμένω, όμως, ο σκοπός αυτός δεν συντρέχει, όταν ο Οργανισμός, ως φορέας διοίκησης και εκμετάλλευσης του Λιμένος Βόλου, έχει ήδη παραχωρήσει στην ανακόπτουσα με διοικητική πράξη, λήγουσα την 13.11.2020, ήτοι μετά τον χρόνο που αφορούν οι επίμαχοι λογαριασμοί, το ευρύτερο δικαίωμα που θα μπορούσε να της παραχωρήσει το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο, δηλαδή της αποκλειστικής χρήσης και εκμετάλλευσης όλων των χώρων που επιβάλλεται για τη λειτουργία του ν. 4171/1961. Με βάση τα ανωτέρω, στην προκείμενη περίπτωση, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από την ανακόπτουσα, ο όρος 2.4 της σύμβασης παραχώρησης για επιφύλαξη δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου (ήτοι η μη παραχώρηση χρήσης και εκμετάλλευσης των επιδίκων χώρων στον Οργανισμό) στα πλαίσια του ν. 4171/1961, δεν ασκεί επιρροή και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος της ένδικης έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, όσον αφορά τους λοιπούς επικουρικά προβαλλόμενους λόγους της ένδικης έφεσης, με τους οποίους η ανακόπτουσα παραπονείται ότι απορρίφθηκαν εσφαλμένα με την εκκαλουμένη, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι οι επίμαχοι νόμιμοι τίτλοι είναι μη νόμιμοι, λόγω μη καθορισμού της αξίας επί της οποίας όφειλε να υπολογισθεί ο συντελεστής Δ1 του μαθηματικού τύπου υπολογισμού των επίδικων ανταλλαγμάτων και επικουρικά μη εφαρμογής του μαθηματικού τύπου κατά παράβαση της υπ' αριθ. …2015 απόφασης της Ρυθμιστικής Αρχής Λιμένων (Ρ.Α.Λ.), είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, ενώ με το άρθρο 132 παρ. 6 του ν. 4389/2016 (ΦΕΚ Α 94/27.5.2016) ορίζεται ότι "η διαμεσολάβηση και επίλυση διαφορών μεταξύ χρηστών και φορέων διαχείρισης από τη Ρ.Α.Λ., η διαχείριση παραπόνων και η λήψη δεσμευτικών αποφάσεων επί αυτών σε εύλογο χρονικό διάστημα είναι επιτρεπτή πριν ή και κατά τη διάρκεια εκκρεμοδικίας ανάμεσα στους χρήστες και τους φορείς διοίκησης, αν τα μέρη συμφωνούν να προσφύγουν για την επίλυση της διαφοράς στη Ρ.Α.Α.", εν προκειμένω, η καθ' ης η ανακοπή με το από 18.11.2016 Α.Π. 4666 προς τη Ρυθμιστική Αρχή Λιμένων, αναφερόμενη στο σχετικό ζήτημα, δήλωσε ότι δεν επιθυμεί τη διαμεσολάβησή της για την επίλυση της διαφοράς με την ανακόπτουσα, εμμένουσα στην τήρηση των μέχρι τότε δικαστικών αποφάσεων (βλ. την υπ' αριθ. …2016 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου … Μ. Γ.). Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται παραβίαση δεσμευτικής για τα μέρη απόφασης της ανωτέρω Αρχής, μη μεταβαλλόμενου κατ' επέκταση του ύψους των οφειλομένων. Με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση έφεσης γίνεται λόγος για καταχρηστικότητα των επιμέρους συντελεστών του μαθηματικού τύπου για τον καθορισμό του ανταλλάγματος, χωρίς να αποσαφηνίζεται σε τι συνίσταται αυτή, ωστόσο δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψη ότι τα τιμολόγια παροχής λιμενικών υπηρεσιών της Ο.Λ.Β. Α.Ε., με βάση τα οποία γίνεται ο προσδιορισμός των διαφόρων συντελεστών του μαθηματικού τύπου, προβλέπονται από την Κοινή Υπουργική Απόφαση (52283 ΔΕΚΟ/2706 ΦΕΚ Β 2341/2007) και επομένως και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος και ο τέταρτος λόγος της ένδικης έφεσης, με τον οποίο η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται νόμιμη βάση υπολογισμού του ανταλλάγματος και ότι αυτό καθορίζεται κατά παράβαση των καταστατικών προβλέψεων της Ο.Λ.Β. Α.Ε., δεδομένου ότι δεν υπάρχει από την τελευταία πρόβλεψη της αξίας των μακροχρόνιων παραχωρήσεων χρήσης, ορθώς έχει απορριφθεί με την εκκαλουμένη ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού η ανακόπτουσα δεν εκθέτει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα ποιο ήταν το ύψος της επιβληθείσας χρέωσης από την καθ' ης, ποια θα ήταν η οφειλόμενη χρέωση για τις περιπτώσεις μακροχρόνιων παραχωρήσεων χρήσης, μη αρκούσης απλώς μνείας περί παραβάσεως εκ μέρους της τελευταίας των καταστατικών προβλέψεων αυτής.". Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας - ανακόπτουσας επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την ανακοπή της τελευταίας, ως προς όλους τους λόγους της. Δέχτηκε δηλαδή το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία που διατηρεί και λειτουργεί ήδη από το 1960 εργοστάσιο παραγωγής τσιμέντου στην Αγριά Βόλου, με τις αναφερόμενες ΚΥΑ των Υπουργών Συντονισμού, Οικονομικών και Βιομηχανίας του έτους 1963, η λειτουργία των εγκαταστάσεών της υπήχθη στον αναπτυξιακό νόμο 4171/1961 και της παραχωρήθηκε το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης τμήματος αιγιαλού και παραλίας έκτασης 8.670 τ.μ. έμπροσθεν των υπό κατασκευή εγκαταστάσεων του εργοστασίου τσιμέντου στην περιοχή, για την κατασκευή προβλήτας και διαμόρφωσης του παραλιακού χώρου χωρίς την καταβολή ανταλλάγματος για τα πρώτα 15 έτη από την έναρξη της παραγωγικής δράσης της επιχείρησης και ακολούθως με την αναφερόμενη απόφαση …/1970 της Λιμενικής Επιτροπής Βόλου, εγκρίθηκε κατά τις διατάξεις του α.ν. 2344/1940 και του άρθρου 7 του β.δ. 2942/1954 από το Λιμενικό Ταμείο Βόλου, στο οποίο μετά την επέκταση της ζώνης του Λιμένος Βόλου, είχε περιέλθει η χρήση και η εκμετάλλευση του προ των εγκαταστάσεων της αναιρεσείουσας αιγιαλού, η παραχώρηση σ' αυτήν της χρήσης τμήματος έκτασης 4.120 τ.μ. για την κατασκευή προβλήτας και τη διαμόρφωση του χώρου αυτού προς εξυπηρέτηση των λιμενικών αναγκών της, έναντι ανταλλάγματος, ενώ με την έκδοση της υπ' αριθ. …/1975 απόφασης της Λιμενικής Επιτροπής Βόλου που ακολούθησε και εγκρίθηκε με την αναφερόμενη απόφαση του Νομάρχη Μαγνησίας, παραχωρήθηκε στην ίδια για χρονικό διάστημα σαράντα πέντε (45) ετών, ήτοι μέχρι τις 13.11.2020, αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης και άλλων χώρων του Λιμένος Βόλου, έκτασης 21.680 τ.μ., προ των εγκαταστάσεων του εργοστασίου της και εντός της επεκταθείσας ως άνω ζώνης αυτού για την εκτέλεση έργων με βάση και τη, στο μεταξύ, καταρτισθείσα τροποποιητική μεταξύ της ανακόπτουσας και του Ελληνικού Δημοσίου από …1975 σύμβαση, κατά τα έτη 1976 και 1977 ακολούθησε η έκδοση των υπ' αριθ. …/1976 και …/1977 αποφάσεων της Λιμενικής Επιτροπής Βόλου που εγκρίθηκαν με τις αναφερόμενες αποφάσεις του Νομάρχη Μαγνησίας με τις οποίες καθορίστηκε αντάλλαγμα για την παραχώρηση στην αναιρεσείουσα της αποκλειστικής χρή¬σης και εκμετάλλευσης χώρων του όρμου προ του εργοστασίου της και ειδικότερα ότι αυτό θα υπολογίζεται για τα μεταγενέστερα της 14.2.1979 χρονικά διαστήματα, ήτοι μετά τη λήξη της δεκαπενταετίας από την παραγωγική δραστηριοποίηση του εργοστασίου της, ενώ με τη δεύτερη καθορίστηκε το ύψος του ανταλλάγματος για την παραχώρηση του χώρου της ζώνης λιμένος στην οποία προέβη η Λιμενική Επιτροπή Βόλου με την υπ' αριθ. …/70 πράξη της, ήτοι για τμήμα έκτασης 4.120 τ.μ., ότι το Λιμενικό Ταμείο Βόλου μετατράπηκε με τον ν. 2932/2001 σε ανώνυμη εταιρεία κοινής ωφελείας, με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Βόλου Ανώνυμη Εταιρεία", η οποία υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, καθώς και σε κάθε δικαιοπραξία συναφθείσα που ίσχυε μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού έχουσα καταστεί καθολικός διάδοχός του, ότι το έτος 2002 καταρτίστηκε η από 19.11.2002 σύμβαση παραχώρησης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της νεοϊδρυθείσας "Ο.Λ.Β Α.Ε", σε εκτέλεση των προβλεπόμενων στον ν. 2971/2001 με την παράγραφο 2.4 της περ. iii της οποίας ορίζεται ότι "το παραχωρούμενο με την παρούσα σύμβαση δικαίωμα κατ' εξαίρεση δεν θα καλύπτει τις ακόλουθες περιπτώσεις ...(iii) περιοχές, εγκαταστάσεις και έργα επί των οποίων υφίστανται δικαιώματα αποκλειστικής χρήσης τους, τα οποία έχουν χορηγηθεί σε βιομηχανικές επιχειρήσεις με βάση διατάξεις αναπτυξιακών νόμων, η εξαίρεση ισχύει μέχρι να παύσει οριστικά η λειτουργία των επιχειρήσεων τις οποίες εξυπηρετούν οι προαναφερόμενες περιοχές, εγκαταστάσεις και έργα", ότι η αναιρεσίβλητη ως καθολική, κατά τα άνω, διάδοχος του Λιμενικού Ταμείου Βόλου νομιμοποιείται και έχει αξίωση είσπραξης του ανταλλάγματος για την παραχώρηση στην αναιρεσείουσα της αποκλειστικής χρήσης και εκμετάλλευσης των ένδικων τμημάτων με απόφαση της Λιμενικής Επιτροπής Βόλου σύμφωνα με τον α.ν. 2944/1940 και το ν.δ. 2942/1954, η οποία και ήταν η μόνη αρμόδια να παραχωρεί προς αποκλειστική χρήση και εκμετάλλευση τους ρηθέντες χώρους, ακόμη και στις περιπτώσεις που η παραχώρηση γινόταν βάσει συμβάσεων της με το Ελληνικό Δημόσιο περί ένταξης των επενδύσεών της στον αναπτυξιακό νόμο, ότι το ένδικο δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης και εκμετάλλευσης των ένδικων χώρων της αναιρεσείουσας δεν της παραχωρήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο στα πλαίσια του αναπτυξιακού νόμου, δεδομένου και ότι με την Κ.Υ.Α. του 1963 της χορηγήθηκε άδεια για την κατασκευή προβλήτα και μόνο χωρίς παραχώρηση αποκλειστικής χρήσης ευρύτερου τμήματος εκείνου που απαιτούνταν για την κατασκευή αυτής, ήτοι χωρίς την παροχή ευρύτερου δικαιώματος από αυτό που τελικά παραχώρησε η τότε Λιμενική Επιτροπή Βόλου, παραχώρηση που εξακολουθεί να ισχύει μέχρι και τις 13-11-2020, δυνάμει της υπ' αριθμ. …/1975 αποφάσεώς της και ότι με δεδομένο ότι ο αναιρεσίβλητος Οργανισμός (καθολικός διάδοχος του Λιμενικού Ταμείου Βόλου) ως φορέας διοίκησης και εκμετάλλευσης του Λιμένα Βόλου έχει ήδη παραχωρήσει στην αναιρεσείουσα με διοικητική πράξη, που λήγει στις 13-11-2020, ήτοι μετά τον χρόνο που αφορούν οι επίμαχοι λογαριασμοί (αντάλλαγμα για τη χρήση από τον μήνα Φεβρουάριο έως και τον μήνα Απρίλιο του έτους 2016) το ευρύτερο δικαίωμα που θα μπορούσε να της παραχωρήσει το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο, δηλαδή της αποκλειστικής χρήσης και εκμετάλλευσης όλων των χώρων που επιβάλλεται για τη λειτουργία του ν. 4171/1961, ο ρηθείς όρος 2.4. περ. iii της από …2002 σύμβασης παραχώρησης για επιφύλαξη δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου (ήτοι η μη παραχώρηση χρήσης και εκμετάλλευσης των επίδικων χώρων στον Οργανισμό) στα πλαίσια του ν. 4171/1961 δεν ασκεί επιρροή. Με βάση τις άνω παραδοχές απέρριψε τον πρώτο λόγο έφεσης που αφορούσε τον πρώτο λόγο ανακοπής της αναιρεσείουσας περί μη νομιμοποιήσεως της για έκδοση των επίδικων λογαριασμών, ως μη έχουσας αξίωση είσπραξης ανταλλάγματος, καθώς σε αυτήν δεν παραχωρήθηκε βάσει του 2.4 περ. iii όρου της από 19-11-2002 σύμβασης το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης και εκμετάλλευσης των επίδικων χώρων, ενώ απέρριψε και τον τρίτο λόγο έφεσης περί καταχρηστικότητας των επιμέρους συντελεστών του μαθηματικού τύπου για τον καθορισμό του ανταλλάγματος, με την αιτιολογία ότι πέραν του ότι δεν αποσαφηνίζεται σε τι συνίσταται αυτή (καταχρηστικότητα), τα τιμολόγια παροχής λιμενικών υπηρεσιών της "Ο.Λ.Β. Α.Ε"., με βάση τα οποία γίνεται ο προσδιορισμός των διαφόρων συντελεστών του μαθηματικού τύπου, προβλέπονται από την αναφερόμενη Κοινή Υπουργική Απόφαση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ του πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ν. 4176/1961, α.ν. 2944/1940, ν.δ. 2942/1954, ν. 2932/2001 και ν. 2971/2001, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά απ' αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις , όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σε αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αξίωσης της αναιρεσίβλητης για είσπραξη ανταλλάγματος από την παραχώρηση στην αναιρεσείουσα της αποκλειστικής χρήσης και εκμετάλλευσης των επίδικων τμημάτων αιγιαλού και παραλίας και συνακόλουθα της νομιμοποίησης αυτής προς έκδοση των ένδικων χρηματικών καταλόγων, μη ασκούντος επιρροή στην ένδικη περίπτωση του όρου 2.4 της ένδικης από 19-11-2002 σύμβασης για επιφύλαξη δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου στα πλαίσια του ν. 4171/1961.
Συνεπώς, όσα αντίθετα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες ότι συνιστούν πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενες στην παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου των προαναφερόμενων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Οι περαιτέρω διαλαμβανόμενες στον ίδιο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις, υπό την επίκληση της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., συνισταμένες στο ότι αν και με την προσβαλλόμενη απόφαση διαπιστώθηκε κενό και ασάφεια στη βούληση των μερών όπως αυτή διατυπώνεται στον επίμαχο όρο 2.4. περ.iii της από …2002 σύμβασης και προέβη στην ερμηνεία του περιεχομένου αυτών, δεν προσέφυγε στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. για τις ανάγκες της ερμηνείας, άλλως κατέληξε, μετά την ερμηνεία στην οποία προέβη σε ερμηνευτικό πόρισμα που δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, είναι αβάσιμες. Και τούτο διότι από τις κατά τα άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του (Α.Π. 355/2020, Α.Π. 1266/2018), δεν διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή αμφίβολου σημείου στον επίδικο όρο της σύμβασης και δεν προσέφυγε σε χρήση των προμνημονευόμενων ερμηνευτικών κανόνων. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι το Εφετείο πράγματι προσέφυγε σε ερμηνεία του ως άνω όρου διότι με την απόφασή του αναφέρθηκε στη σκοπιμότητα της διατυπώσεώς του (να δύναται το Ελληνικό Δημόσιο να εκπληρώσει στο μέλλον τις υποχρεώσεις του στα πλαίσια των αναπτυξιακών νόμων, χωρίς να εξαρτάται τούτο από τα δικαιώματα που τυχόν θα παραχωρήσουν οι φορείς διοίκησης και διαχείρισης των λιμένων στις επιχειρήσεις αυτές) επιπλέον δε δέχθηκε ότι κατά την έννοια του ως άνω όρου το Ελληνικό Δημόσιο παρακράτησε για τον εαυτό του το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης των τμημάτων της λιμενικής ζώνης Βόλου που εξυπηρετούν επενδύσεις επιχειρήσεων που έχουν υπαχθεί στους αναπτυξιακούς νόμους, πλην όμως δεν τους έχει παραχωρηθεί τέτοιο δικαίωμα στα πλαίσια των νόμων αυτών, δεν είναι βάσιμες και τούτο διότι οι ανωτέρω παραδοχές (της σκοπιμότητας της διατυπώσεώς του) συνιστούν πρόσθετο επιχείρημα του Εφετείου για να ενισχύσει την κρίση του ως προς το πλήρες και σαφές του περιεχομένου του εν λόγο όρου, ο οποίος σε κάθε περίπτωση όπως έγινε δεκτό δεν ασκεί επιρροή στην ένδικη περίπτωση, καθώς ήδη το Λιμενικό Ταμείο Βόλου στη θέση του οποίου ως καθολική του διάδοχος υπεισήλθε ο αναιρεσίβλητος Οργανισμός ως φορέας διοίκησης και διαχείρισης του Λιμένος Βόλου έχει ήδη παραχωρήσει στην αναιρεσείουσα με διοικητική πράξη, λήγουσα στις 13-11-2020 το ευρύτερο δικαίωμα που θα μπορούσε να παραχωρήσει το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο, δηλαδή της αποκλειστικής χρήσης και εκμετάλλευσης όλων των χώρων που επιβάλλεται για τη λειτουργία του αναπτυξιακού νόμου 4171/1961.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης και ως προς αυτό το σκέλος του πρέπει να απορριφθεί. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδονται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλομένη απόφαση επίσης οι εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες συνισταμένες στο ότι το Εφετείο απέρριψε τον τρίτο λόγο έφεσης της με το σκεπτικό ότι, ενώ γίνεται λόγος για καταχρηστικότητα των επιμέρους συντελεστών μαθηματικού τύπου, δεν αποσαφηνίζεται σε τι συνίσταται αυτή και δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψη ότι τα τιμολόγια παροχής λιμενικών υπηρεσιών της "Ο.Λ.Β. Α.Ε.", με βάση τα οποία γίνεται ο προσδιορισμός των διαφόρων συντελεστών του μαθηματικού τύπου, προβλέπονται από την Κοινή Υπουργική Απόφαση, ενώ η ίδια εξέθετε σε τι συνίσταται η καταχρηστικότητα των επιμέρους ως άνω συντελεστών και ότι υπάρχει σαφής αντίθεση μεταξύ του Κανονισμού και της (διοικητικής) πράξεως της Λιμενικής Επιτροπής Βόλου (…/1976) με την οποία καθορίστηκε ο τρόπος υπολογισμού του ανταλλάγματος, όσο και των ένδικων τιμολογίων, ενώ με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τον άνω λόγο της έφεσής της περί καταχρηστικότητας. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ως αόριστος διότι στο οικείο δικόγραφο δεν προσδιορίζονται από την αναιρεσείουσα, η διάταξη ή οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν, ούτε το περιεχόμενο αυτής ή αυτών, ούτε αναφέρεται το αποδιδόμενο στο δικαστήριο της ουσίας νομικό σφάλμα, περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλαδή η πλημμέλεια που αποδίδεται και η καταγνωσθείσα νομική συνέπεια που διαγνώσθηκε από την πλημμέλεια, ούτε, εξάλλου, εξειδικεύεται ποιες είναι οι ανεπαρκείς αιτιολογίες που περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται σε αυτήν ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγων αναίρεσης. Πέραν τούτων, υπό το πρόσχημα της θεμελίωσης των λόγων αυτών αναίρεσης, πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) καθ' εαυτή δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Επομένως, ο άνω λόγος είναι απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Για την ίδρυση του λόγου αυτού δεν αρκεί η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., εγγράφου, αλλά πρέπει, επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή, κατά κύριο, λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π.1493/2025). Κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον άνω λόγο αναίρεσης, νοούνται τα προβλεπόμενα ως αποδεικτικά μέσα, κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα.
Εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναίρεσης: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα, ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (Α.Π. 1493/2025, Α.Π. 123/2024, Α.Π. 867/2019, Α.Π. 374/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπ' αριθμ. …/1970 και …/1975 αποφάσεων της Λιμενικής Επιτροπής Βόλου, δεχόμενο ότι "με την υπ' αριθμ. …1970 απόφαση της Λιμενικής Επιτροπής Βόλου, εγκρίθηκε κατά τις διατάξεις του Α.Ν. 2344/1940 και άρθρου 7 του ΒΔ 2942/1954 από το Λιμενικό Ταμείο Βόλου... η παραχώρηση σε αυτήν της χρήσης τμήματος έκτασης 4.120 τ.μ. για την κατασκευή από την ανακόπτουσα προβλήτα και τη διαμόρφωση του χώρου αυτού με σκοπό την εξυπηρέτηση των λιμενικών αναγκών της, για την οποία θα καταβαλλόταν αντάλλαγμα. Ακολούθησε η έκδοση της υπ' αριθμ. …/1975 απόφαση της Λιμενικής Επιτροπής Βόλου, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. …1975 απόφαση του Νομάρχη Μαγνησίας, με την οποία παραχωρήθηκε στην ανακόπτουσα για χρονικό διάστημα σαράντα πέντε (45) ετών ήτοι μέχρι 13-11-2020 αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης και άλλων χώρων του Λιμένος Βόλου έκτασης 21.680 τ.μ. προ των εγκαταστάσεων του εργοστασίου της και εντός της επεκταθείσας ως άνω ζώνης αυτού για την εκτέλεση έργων με βάση και τη, στο μεταξύ, καταρτισθείσα τροποποιητική μεταξύ της ανακόπτουσας και του Ελληνικού Δημοσίου από …1975 σύμβαση (Φ.Ε.Κ. …1975", ενώ, από την ανάγνωση του πρώτου των ως άνω εγγράφων προκύπτει ότι δόθηκε έγκριση για την "παραχώρησιν... του δικαιώματος της χρήσεως και εκμεταλλεύσεως του προ των εγκαταστάσεων του εργοστασίου "ΟΛΥΜΠΟΣ" χώρου της ζώνης του λιμένος το υπό στοιχεία(...) τραπέζιον (...) δια την δαπάναις αυτής κατασκευήν προβλήτας υπό στοιχεία ΑΒΓΔ και διαμόρφωσιν του αιγιαλού προς εξυπηρέτησιν των Βιομηχανικών αναγκών και των πλοίων της εταιρείας ταύτης" και από την ανάγνωση της υπ' αριθμ. …/1975 απόφασης προκύπτει ότι με την απόφαση αυτή εγκρίθηκε η παραχώρηση σε αυτή (αναιρεσείουσα) "χρήσεως χώρων της ζώνης λιμένος δια την εκτέλεσιν των δια της από 25-7-1975 (ΦΕΚ 158/α/75) συμβάσεως μεταξύ αυτής και του Ελληνικού Δημοσίου προβλεπομένων έργων.". Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και, εντεύθεν απαράδεκτος, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται αυτούσιο το περιεχόμενο των επίμαχων εγγράφων, που θεωρεί η αναιρεσείουσα ότι παραμορφώθηκαν, και μάλιστα αυτολεξεί, αλλά μόνο ένα μικρό απόσπασμα αυτών ώστε, από τη σχετική σύγκριση με το φερόμενο ως παραμορφωθέν περιεχόμενο που τους προσέδωσε το Δικαστήριο, να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του Δικαστηρίου, οι ουσιώδεις πραγματικοί ισχυρισμοί για την απόδειξη των οποίων χρησιμοποιήθηκαν τα εν λόγω έγγραφα και το επιζήμιο για την αναιρεσείουσα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης των εγγράφων. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, καθόσον από τη σύγκριση του περιεχομένου που προσέδωσε στα έγγραφα αυτά το Δικαστήριο και του περιεχομένου αυτών, που η αναιρεσείουσα αποσπασματικά αναφέρει ότι είναι το αληθές, δεν προκύπτει διαγνωστικό σφάλμα του Εφετείου κατά την ανάγνωσή τους.
Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 338 παρ.1 του ίδιου Κώδικα "Κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.". Ο αναιρετικός αυτός λόγος θεμελιώνεται όταν, λόγω της εσφαλμένης κατανομής του βάρους απόδειξης, απορρίφθηκε ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, ως αναπόδεικτος, από ανεπάρκεια των αποδείξεων και όχι αν ο ισχυρισμός του απορρίφθηκε ως αόριστος ή ως νομικά αβάσιμος, αφού ο λόγος αυτός προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και, επομένως, δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, σχετικά με το βάρος της απόδειξης (Ολ Α.Π. 3/1997, Α.Π.892/2023, Α.Π. 954/1996).
Κατ' ακολουθίαν τούτων ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση το δικονομικό σφάλμα της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης (άρθρο 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ.), με την ειδικότερη επίκληση ότι το Εφετείο, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, απέρριψε τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς της, με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι δεν υφίσταται νόμιμη βάση υπολογισμού του ανταλλάγματος και ότι αυτό καθορίζεται κατά παράβαση των καταστατικών προβλέψεων της "Ο.Λ.Β. Α.Ε.", κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος εφόσον, ο λόγος αυτός της εφέσεως (που αφορά τον αντίστοιχο λόγο ανακοπής) κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, γεγονός που καθιστά ανεπίτρεπτη την ίδρυση του προβαλλόμενου αναιρετικού λόγου. Συνακόλουθα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 793/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η τελευταία, ως ηττηθείσα διάδικος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στον διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9-2-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 793/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ