Απόφαση 590 / 2026    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 590/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Θεοφάνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη- Εισηγήτρια, Αναστασία Καραμανίδου, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ :
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Κ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νέστορα Πέτσα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Κ. Σ. του Φ., κατοίκου ..., 2) Ι. Σ. του Α., κατοίκου ..., 3) Σ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 4) Φ. Σ. του Κ., κατοίκου ... και 5) Ι. Σ. του Κ., κατοίκου ... Η υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Οι λοιποί αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Παναγιώτα Ζεβρομπεάκου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν αποφάσεις: 2983/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4624/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22-12-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Το άρθρο 558 εδ. α' Κ.Πολ.Δ. ορίζει ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων που ήσαν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ήτοι όσοι προκύπτει ότι δικάστηκαν από αυτήν και ήσαν αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων ως προς τους οποίους επιδιώκεται με αυτή και, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, είναι δυνατή η αναίρεσή της.
Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται κατ' εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη με αυτή πλημμέλεια και ως προς τους οποίους δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμη ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός. Αν δε πρόκειται για απόφαση εφετείου αναιρεσίβλητοι είναι μόνο οι διάδικοι ενώπιον του εφετείου και όχι οι διάδικοι κατά την πρωτόδικη δίκη (Ολ.Α.Π.11/1992, Α.Π. 439/2019, Α.Π. 1511/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων, η δεύτερη αναιρεσίβλητη Ι. Σ. του Α. ήταν διάδικος (δεύτερη εναγόμενη με την αγωγή) κατά την πρωτόδικη δίκη. Μετά τη συζήτηση της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 2983/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως προς την εναγόμενη αυτή, λόγω της δικαστικής ομολογίας στην οποία η ίδια προέβη με τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση της υπόθεσης.
Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα - ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 12-9-2014 έφεσή της, η οποία στρεφόταν και εναντίον της ως άνω δεύτερης εναγόμενης, ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης. Το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατόπιν της δηλώσεως της εκκαλούσας, πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης ότι δεν εισάγει την έφεσή της ως προς την εφεσίβλητη αυτή (δεύτερη) και της απουσίας της τελευταίας, κήρυξε ματαιωμένη τη συζήτηση της εφέσεως ως προ αυτήν και προχώρησε η συζήτησή της ως προς τους λοιπούς διαδίκους, ήτοι την ήδη αναιρεσείουσα και τους πρώτο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτη των αναιρεσίβλητων.
Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία στρέφεται και κατά της δεύτερης εφεσίβλητης - αναιρεσίβλητης Ι. Σ., η οποία δεν ήταν διάδικος ενώπιον του Εφετείου, όταν εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφού, ως σημειώθηκε, η συζήτηση της εναντίον της εφέσεως ματαιώθηκε. Επομένως, απαράδεκτα στρέφεται κατ' αυτής η κρινόμενη από 22-12-2017 αίτηση αναίρεσης και, ως εκ τούτου, είναι απορριπτέα ως προς την εν λόγω αναιρεσίβλητη. Κατά τα λοιπά και ως προς τους λοιπούς διαδίκους η κρινόμενη από 22-12-2017 αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 4624/2017 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Η προσβαλλόμενη απόφαση υπήρξε κατά παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), για τις ανάγκες της αναιρετικής διαδικασίας, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 29-9-2012 αγωγή που άσκησε κατά των εναγόμενων και ήδη αναιρεσίβλητων, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη ότι τυγχάνει μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος, στις …1997, στο …, όπου και κατοικούσε εν ζωή, πατέρα της Γ. Σ., ο οποίος κατέλειπε την από …1996 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους του την ίδια, τον πρώτο εναγόμενο αδελφό του Κ. Σ. του Φ. και τους μεταποβιώσαντες γονείς του Φ. Σ. και Ι. Σ. και καταπιστευματοδόχο του τον, επίσης μεταποβιώσαντα, αδελφό του Α. Σ. του Φ., έκαστο επί των αναφερόμενων σε αυτή δήλων της κληρονομιάς του, εκ των οποίων: α) Ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε στους υιούς του, τρίτο και τέταρτο εναγόμενους, Σ. και Φ. Σ. του Κ., με τα αναφερόμενα συμβόλαια γονικής παροχής, το κληρονομικό του μερίδιο του 1/2 εξ αδιαιρέτου επί των αναφερόμενων κληρονομιαίων, υπό στοιχεία … και …, καταστημάτων, β) οι γονείς του Φ. Σ. και Μ. Σ. απεβίωσαν, στις …1998 και στις …2005 αντιστοίχως, και κληρονομήθηκαν εξ αδιαθέτου από τους δύο υιούς τους, ήτοι τον πρώτο εναγόμενο και τον Α. Σ. του Φ., και από την ίδια, ως τέκνο του προαποβιώσαντος υιού τους και διαθέτη, με συνέπεια να περιέλθει κατ' ισομοιρίαν σε αυτούς το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του ευρισκόμενου στην … κληρονομιαίου αγροτεμαχίου μετά του επ' αυτού αυθαίρετου κτίσματος, το οποίο ο διαθέτης είχε καταλείψει σε εκείνους, στον δε αδελφό του Α. Σ. του Φ., επιπλέον, και το βεβαρημένο με το καταπίστευμα υπέρ αυτού και εις βάρος εκείνων, υπό στοιχεία …, διαμέρισμα του τέταρτου ορόφου της πολυκατοικίας που βρίσκεται στο …, επί της οδού …, και γ) ο αδελφός του Α. Σ. του Φ. απεβίωσε, στις …2009, και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη θυγατέρα του, δεύτερη εναγόμενη, Ι. Σ. του Α., με συνέπεια να περιέλθουν σε αυτή τα ακίνητα που είχαν περιέλθει σε εκείνο από τις κληρονομιές του διαθέτη και των γονέων τους, η οποία, ακολούθως, πούλησε και μεταβίβασε στην πέμπτη εναγόμενη, Ι. Σ. του Κ., θυγατέρα του πρώτου εναγόμενου, με το αναφερόμενο στην αγωγή συμβόλαιο, εκ των πιο πάνω ακινήτων της κληρονομιάς του πατέρα της, το αναφερόμενο, υπό στοιχεία …, διαμέρισμα, ζήτησε, κατά μεν την κύρια βάση της αγωγής, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ως άνω από …1996 ιδιόγραφης διαθήκης, για τον λόγο ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύνταξής της (…1996), ο πατέρας της ήταν ανίκανος να συντάξει διαθήκη, διότι έπασχε από ψυχωτική συνδρομή παρανοϊκού τύπου που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, άλλως για τον λόγο ότι αντίκειται στα χρηστά ήθη, να αναγνωριστεί έναντι των εναγόμενων ότι τυγχάνει μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα της εφ' όλης της κληρονομιάς του, να αναγνωριστεί ότι δεν επιμερίστηκε περαιτέρω η οριζόντια ιδιοκτησία στο …, κατά δε την επικουρική της βάση να αναγνωριστεί το δικαίωμα προς συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας της, ανερχόμενο, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της, βάσει της αξίας της όλης κληρονομιάς και των δήλων αντικειμένων που της κατελείφθησαν, σε ποσοστό 38,29%, άλλως 24,69%, και να υποχρεωθούν οι πρώτος και δεύτερη εναγόμενοι να της αποδώσουν τα περιγραφόμενα στην αγωγή αντικείμενα της κληρονομιάς του, τα οποία κατακρατούν αντιποιούμενοι ίδιο επ' αυτών, δυνάμει της πιο πάνω άκυρης διαθήκης, κληρονομικό δικαίωμα, κατά ποσοστά ο μεν πρώτος εναγόμενος 34,65%, άλλως 22,52%, η δε δεύτερη 3,64%, άλλως 2,14%, άλλως να τη αποδώσουν εις ολόκληρον τον αδικαιολόγητο πλουτισμό τους, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων την υπ' αριθμ. 2983/2014 οριστική του απόφασή με την οποία δέχθηκε την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, ως προς τη δεύτερη εναγόμενη, Ι. Σ. του Α., κατόπιν δικαστικής ομολογίας στην οποία αυτή προέβη με τις προτάσεις της συζήτησης στον πρώτο βαθμό, και αναγνώρισε ως προς αυτήν την ακυρότητα της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης και το εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα της ενάγουσας επί του 1/6 εξ αδιαιρέτου μεριδίου πάνω στο αγροτεμάχιο εμβαδού 240 τετ. μέτρων, μετά του επ' αυτού αυθαιρέτου κτίσματος, που βρίσκεται στην …, στη θέση "…", το οποίο περιήλθε, κατά σειρά, στη δεύτερη εναγόμενη ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο του πατέρα της, Α. Σ. του Φ., και σε εκείνο ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο των γονέων του Φ. και Ι. Σ. και σε εκείνους δυνάμει της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης του πατέρα της ενάγουσας Γ. Σ. του Φ., και την απέρριψε ως προς τους λοιπούς πρώτο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτη εναγόμενους. Ασκηθείσης εφέσεως κατά της ως άνω απόφασης εκ μέρους της ηττηθείσας ενάγουσας εκδόθηκε από το Εφετείο Αθηνών επίσης κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλίαν των πρώτου, τρίτου τέταρτου και πέμπτου των εναγόμενων και ήδη αναιρεσίβλητων, η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 2983/2014 απόφασή του, με την οποία, αφού κήρυξε ματαιωμένη τη συζήτηση της εφέσεως ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη, Ι. Σ. του Α. (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη), μετά τη δήλωση της εκκαλούσας ήδη αναιρεσείουσας ότι δεν εισάγει την έφεσή της ως προς αυτήν και την απουσία της άνω εφεσίβλητης από τη συζήτηση της έφεσης, ακολούθως δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση ως προς τους λοιπούς εφεσίβλητους- αναιρεσίβλητους, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 953, 954, 1002 και 1117 Α.Κ., 1 και 14 ν. 3741/1929, 1 και 2 του ν.δ. 1024/1971 προκύπτει ότι, εκτός από τις περιπτώσεις σύστασης διηρημένης ιδιοκτησίας (οριζόντιας ή κάθετης) με δικαστική απόφαση επί διανομής, με βάση τη διάταξη του άρθρου 480Α Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 11 ν. 1562/1985, χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή σε διαμέρισμα ορόφου μπορεί να συσταθεί μόνο με δικαιοπραξία του κυρίου (ή όλων των συγκυρίων) του όλου ακινήτου, για την οποία δεν απαιτείται χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, δηλαδή, είτε με σύμβαση μεταξύ όλων των συγκυρίων του όλου ακινήτου, είτε με μονομερή δικαιοπραξία του κυρίου του όλου ακινήτου, εν ζωή ή αιτία θανάτου, η δε σύσταση της οροφοκτησίας περιβάλλεται τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υπόκειται σε μεταγραφή στα βιβλία του υποθηκοφυλακείου (εφόσον ισχύει το σύστημα των μεταγραφών) ή καταχώριση στο οικείο κτηματολογικό φύλλο (εφόσον ισχύει το σύστημα του Κτηματολογίου). Αντίθετα, δεν επιτρέπεται η σύσταση οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, η οποία, σημειωτέον, είναι δυνατή μόνον επί συνεστημένης ήδη χωριστής κυριότητας ορόφου ή διαμερίσματος (Α.Π. 107/2023, Α.Π. 1207/2021, ΑΠ 25/2019).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 Α.Κ. προκύπτει ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο κατά τον οποίο αποκτάται η νομή, νόμιμος ή νομιζόμενος τίτλος, πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας, ενώ με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και. στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στον χρόνο της δικής του νομής και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο της καλής πίστης αυτό συντρέχει όταν ο νομέας με βάση τα εκάστοτε περιστατικά έχει κατά την άσκηση της νομής την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα, ενώ, κατά την έννοια της διάταξης 1041 Α.Κ., νόμιμος τίτλος είναι κάθε νομικό γεγονός, προσποριστικό κυριότητας κατά πρωτότυπο ή παράγωγο τρόπο. Στη δεύτερη περίπτωση για τη συγκρότηση του νόμιμου τίτλου αρκούν τα περιστατικά που συνιστούν μεταβίβαση κυριότητας, χωρίς να απαιτείται και ύπαρξη κυριότητας του μεταβιβάζοντα, η οποία χρειάζεται μόνο για την παράγωγη κτήση, διότι με τη χρησικτησία ο νόμος αποβλέπει ακριβώς στην αναπλήρωση του ελλείποντος στοιχείου της κυριότητας του δικαιοπαρόχου. Έτσι, νόμιμος τίτλος προς απόκτηση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία είναι και το μεταβιβαστικό της κυριότητας για νόμιμη αιτία συμβολαιογραφικό έγγραφο, που έχει νομίμως μεταγραφεί και το οποίο παρουσιάζει εξωτερικά τους όρους του έγκυρου τίτλου, τυχόν δε ελαττώματα, κείμενα εκτός αυτού, όπως είναι η έλλειψη κυριότητας στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος, καλύπτονται από τη χρησικτησία, αν συντρέχουν και οι λοιποί όροι αυτής, μεταξύ δε αυτών και η καλή πίστη, ήτοι η πεποίθηση του νομέα, μη οφειλόμενη σε βαριά αμέλειά του, πως με τον τίτλο απέκτησε την κυριότητα, η οποία πεποίθηση πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής. (Α.Π. 1192/2014, Α.Π. 2124/2013, Α.Π.1789/2012).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1783 Α.Κ., η διάταξη της διαθήκης είναι ακυρώσιμη, αν ο διαθέτης βρισκόταν σε πλάνη ως προς την ταυτότητα είτε του τιμώμενου που ήθελε είτε του αντικειμένου που ήθελε να αφήσει. Η εσφαλμένη ονομασία ή περιγραφή προσώπου ή αντικειμένου δεν παραβλάπτει το κύρος της διάταξης. Κατά το επόμενο άρθρο, 1784, η διάταξη της διαθήκης είναι ακυρώσιμη αν υπήρξε αποτέλεσμα πλάνης από αίτια που μνημονεύονται στη διαθήκη και ανάγονται στο παρελθόν, στο παρόν ή στο μέλλον χωρίς τα οποία ο διαθέτης δεν θα διατύπωνε τη διάταξη. Από τις διατάξεις αυτές συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 140 - 143 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι προκειμένου για διαθήκη, η πλάνη είναι ουσιώδης όταν αναφέρεται στην ταυτότητα του τιμώμενου ή του αντικείμενου της κληρονομιάς. Και πλάνη για την ταυτότητα του τιμώμενου υπάρχει όταν ο διαθέτης από λάθος, που δεν μπορεί να διορθωθεί με ερμηνεία της διαθήκης, αναγράφει άλλον από αυτόν που ήθελε να τιμήσει, ενώ πλάνη για το αντικείμενο που ήθελε να αφήσει υπάρχει όταν αυτό που αναφέρεται στη διαθήκη δεν είναι εκείνο που ήθελε ο διαθέτης, αλλά διαφορετικό και αναγράφηκε έτσι από λάθος του. Σε αντίθεση δε με τις δικαιοπραξίες εν ζωή, η διάταξη της διαθήκης για να είναι ισχυρή πρέπει να είναι απαλλαγμένη από πλάνη στα παραγωγικά αίτια της βούλησης. Παραγωγικό αίτιο της βούλησης είναι η πραγματική κατάσταση που ανάγεται στο παρελθόν, στο παρόν η στο μέλλον, υπάρχει κατά την κατάρτιση της διαθήκης και επέδρασε στον προσδιορισμό της βούλησης. Όταν η πραγματική αυτή κατάσταση, που απαραίτητα πρέπει να μνημονεύεται στη διαθήκη, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και επιπλέον επέδρασε στη διαμόρφωση της τελευταίας διάταξης διότι ο διαθέτης αγνοούσε την αλήθεια ή είχε εσφαλμένη γνώση γι' αυτήν δημιουργείται λόγος ακύρωσής της. Αντίθετα, αν τα αίτια που αναφέρονται στη διαθήκη είναι μεν ψευδή, αλλά ο διαθέτης γνώριζε την αλήθεια, δεν υφίσταται πλάνη στα παραγωγικά αίτια και τα σχετικά γεγονότα δεν έχουν επίδραση στο κύρος της διαθήκης (Α.Π.1706/2009).
Από τον συνδυασμό εξάλλου των άνω διατάξεων των άρθρων 1783 και 1784 Α.Κ. προκύπτει ότι τα είδη της πλάνης, βάσει των οποίων είναι ακυρώσιμη η διαθήκη ή συγκεκριμένη διάταξη αυτής, είναι: 1) Η πλάνη του διαθέτη ως προς την ταυτότητα του τιμώμενου, που ήθελε να συμπεριλάβει στη διαθήκη του, η οποία υπάρχει, όταν ο διαθέτης, από λάθος, που δεν μπορεί να διορθωθεί με ερμηνεία της διαθήκης, αναγράφει άλλον από αυτόν που ήθελε να τιμήσει, 2) η πλάνη του διαθέτη ως προς το αντικείμενο, που ήθελε να αφήσει, όταν το αντικείμενο, που αναφέρεται στη διαθήκη, δεν είναι εκείνο που πράγματι είχε σκοπό να αφήσει ο διαθέτης, αλλά διαφορετικό και αναγράφηκε έτσι από λάθος του και 3) η πλάνη ως προς τα παραγωγικά αίτια της βούλησης του διαθέτη. Ειδικότερα, σε περίπτωση που η δήλωση βούλησης του διαθέτη δεν αντιστοιχεί με την πρόθεσή του, αλλά αποτελεί αποτέλεσμα πλάνης του ως προς τη δήλωσή του αυτή, όταν δηλαδή ανάμεσα στη δήλωσή του και στη βούλησή του υπάρχει ακούσια διάσταση, για την ακύρωση της διαθήκης εφαρμογής τυγχάνει η διάταξη του άρθρου 1783 Α.Κ., που ρυθμίζει την περίπτωση της πλάνης του διαθέτη στη δήλωση, σε συνδυασμό με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 140-143 του ίδιου Κώδικα, από τις οποίες συνάγεται ότι, προκειμένου για διαθήκη, η πλάνη στη δήλωση είναι ουσιώδης όταν αναφέρεται στην ταυτότητα του τιμώμενου ή του αντικειμένου της κληρονομιάς. Αν η πλάνη του διαθέτη αναφέρεται σε άλλο σημείο της δήλωσης βουλήσεώς του, πέραν δηλαδή από την ταυτότητα του τιμώμενου ή του αντικειμένου - περίπτωση στην οποία εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 1783 Α.Κ., που θεωρεί την πλάνη αυτή πάντοτε ουσιώδη - εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις των άρθρων 140-143 Α.Κ., οπότε για να επιτευχθεί η ακύρωση πρέπει να αποδειχθεί το ουσιώδες της πλάνης με τα κριτήρια που προσδιορίζονται στη διάταξη του άρθρου 141 Α.Κ. Η διαπίστωση, όμως, του εάν εκφράσθηκε η αληθινή βούληση του διαθέτη, προϋποθέτει ερμηνεία της διαθήκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 173 Α.Κ., με μοναδικό κριτήριο την υποκειμενική άποψη και υπό την έννοια αυτή είναι ορθό το συνήθως λεγόμενο ότι "της ακυρώσεως της διαθήκης προηγείται η ερμηνεία αυτής" ενώ συγχωρείται, στην περίπτωση αυτή, η λήψη υπόψη και περιστατικών ή στοιχείων εκτός του ερμηνευόμενου κειμένου της διαθήκης.
Συνεπώς, αν συντρέχουν τα παραπάνω στοιχεία είναι δυνατή η κήρυξη της διαθήκης ως άκυρης, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα ότι η ακυρωθείσα διάταξη τελευταίας βουλήσεως εξομοιώνεται με εξαρχής άκυρη, δηλαδή εξαφανίζεται, και επέρχεται κατά κανόνα η εξ αδιαθέτου διαδοχή, εκτός αν από το περιεχόμενο της διαθήκης προκύπτει ποιο θα ήταν το περιεχόμενο της ακυρωθείσας διάταξης της διαθήκης αν δεν είχε εμφιλοχωρήσει το ελάττωμα. (Α.Π. 391/2025, Α.Π. 1706/2009). Τέλος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1710, 1820 και 1825 Α.Κ. δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά έχουν οι κατιόντες και οι γονείς του κληρονομούμενου καθώς και ο επιζών σύζυγος, οι οποίοι θα καλούνταν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, κατά το ποσοστό δε της νόμιμης μοίρας, που συνίσταται στο ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας, ο μεριδούχος συντρέχει αυτοδικαίως εκ του νόμου, ως κληρονόμος στο σύνολο της κληρονομιάς και έχει εμπράγματο δικαίωμα, κατά το ανωτέρω ποσοστό, εφ' όλων των στοιχείων της κληρονομιαίας περιουσίας, το οποίο ασκεί με την περί κλήρου αγωγή, εκτός αν με παροχές στη ζωή έχει καλυφθεί το ως άνω ποσοστό της νόμιμης μοίρας.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1827, 1829 και 1840 επ. Α.Κ., σε συνδυασμό με κείνες των άρθρων 1713 και 1839 ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι ο κληρονομούμενος μπορεί με διάταξη τελευταίας βούλησης να αποκλείσει ρητώς ή σιωπηρώς κάποιον συγγενή από την εξ αδιαθέτου διαδοχή, εγκαθιστώντας άλλους κληρονόμους ή και χωρίς τέτοια εγκατάσταση (αποκλήρωση με ευρεία έννοια), αλλά τέτοιος αποκλεισμός αναγκαίου κληρονόμου δεν στερεί αυτόν από τη νόμιμη μοίρα του, εκτός αν η αποκλήρωση γίνεται για υφιστάμενο νόμιμο λόγο και αυτός αναφέρεται στην τελευταία διάταξη (αποκλήρωση με στενή έννοια). Σε περίπτωση μη νομιμότητας του λόγου αυτού ή αναληθείας του, ο αποκλεισμός ισχύει για την εξ αδιαθέτου διαδοχή και ο μεριδούχος λαμβάνει τη νόμιμη μοίρα του, ενώ κατά το επιπλέον διατηρούνται οι διατάξεις της διαθήκης. Σε περίπτωση δηλαδή που υφίσταται κληρονομικό δικαίωμα εκ διαθήκης, εκείνος που έχει δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά (μεριδούχος) δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενο της διαθήκης κατά το μέρος που με αυτό αποκλείεται, περιορίζεται ή επιβαρύνεται η δική του νόμιμη μοίρα, η οποία (διαθήκη), κατά το μέρος αυτό, είναι άκυρη. Ο μεριδούχος μπορεί να αντιτάξει το δικό του εκ του νόμου κληρονομικό δικαίωμα έναντι του εκ διαθήκης κληρονόμου, του οποίου η εγκατάσταση περιορίζεται, κατόπιν αυτού, στο μέρος που δεν προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα (Α.Π. 1486/2023, Α.Π. 882/2023).
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1α Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.Α.Π. 4/2018, Ολ. Α.Π. 6/2017, Ολ.Α.Π. 1/2016, 2/2013). Ακόμη, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 και 1783 Α.Κ. συνάγεται ότι, κατά την ερμηνεία των διαθηκών (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 Α.Κ.) αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική τούτου άποψη και όχι κατά την αντικειμενική έννοια, υπό την οποία θα την αντιλαμβάνονταν οι τρίτοι κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, πλην όμως έδαφος για τέτοια ερμηνεία παρέχεται μόνον αν είναι ασαφές το έγγραφο της διαθήκης, οπότε μπορούν να ληφθούν υπόψη και στοιχεία εκτός αυτής κείμενα, όχι δε και όταν, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, από το περιεχόμενο της διαθήκης, και μόνο, και χωρίς τίποτε άλλο προκύπτει με σαφήνεια αυτό που ο διαθέτης θέλησε.
Συνεπώς, προσφυγή σε ερμηνεία της διαθήκης συγχωρείται μόνον εάν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης. Εξάλλου, κατά την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1α Κ.Πολ.Δ., παραβιάζονται οι ερμηνευτικοί κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού, ασάφειας ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δήλωσης τελευταίας βούλησης του διαθέτη, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας της (Ολ.Α.Π. 26/2004) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους ή όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της αληθινής βούλησης του διαθέτη, παρόλο που δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι αυτή είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας ή και στην περίπτωση που, αν και προσέφυγε σε ερμηνεία της διαθήκης, δεν αναζήτησε, ακόμη και λαμβάνοντας στοιχεία εκτός αυτής, την αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική αυτού άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούλησή του αντικειμενικά, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, όπως την εκλαμβάνουν οι τρίτοι (Α.Π. 1182/2010, Α.Π. 1179/2010).
Περαιτέρω, έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας, σχετικά με τη δήλωση τελευταίας βούλησης του διαθέτη, προκύπτει και όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση για την ανυπαρξία τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της αληθινής βούλησής του, από την οποία αποκαλύπτεται ότι αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία ως προς την έννοια της, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής στην ερμηνεία της. Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει από το γεγονός ότι το δικαστήριο για τη διαπίστωση της αληθινής βούλησης του διαθέτη, έλαβε υπόψη και άλλα στοιχεία, που βρίσκονται εκτός του κειμένου της διαθήκης ή χρησιμοποίησε επιχειρήματα. Αντίθετα, τόσο η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο τον Αρείου Πάγου (Α.Π. 1491/2023, Α.Π 97/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση οι παραδοχές στις οποίες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε την εκφερθείσα κρίση του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι οι ακόλουθες: "Την …1997 απεβίωσε στο …, σε ηλικία 50 ετών, από ανακοπή καρδιάς, ο Γ. Σ. του Φ., πλησιέστερη δε εξ αίματος συγγενή του κατέλειπε την ενάγουσα θυγατέρα του Κ. Σ. του Φ., γεννηθείσα το έτος 1986 από το γάμο του με την μητέρα της Μ. Ν., ο οποίος λύθηκε το έτος 1987. Ο θανών είχε συντάξει την από …1996 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε με το …1997 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και καταχωρήθηκε στο οικείο Βιβλίο Διαθηκών στον τόμο … και υπ' αύξοντα αριθμό …, με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Η διαθήκη μου … 1996 και ημέρα … Στο σπίτι μου στον 4ο όροφο της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην οδό … έχοντας σώας τας φρένας και τις αισθήσεις μου γράφω τη διαθήκη μου αυτή και αποφασίζω για την περιουσία μου μετά το θάνατό μου διότι τελευταία έχω πόνους στο στήθος και νομίζω αυτή τη φορά θα πεθάνω. Με τη διαθήκη μου αυτή ορίζω κληρονόμους μου: 1) τον αγαπημένο μου πατέρα Φ. Σ., 2) την αγαπημένη μου μητέρα Ι. Σ., 3) τον αγαπημένο μου αδελφό Κ. Σ., 4) την κόρη μου Κ. που παρόλο μέχρι σήμερα μόνο πίκρες και στενοχώριες μου έχει δώσει. Στον πατέρα μου και στη μητέρα μου αφήνω εξίσου στον καθένα: 1) το μερίδιό μου που έχω στο οικόπεδο στη … και όλα τα κτίσματα του μεριδίου μου που έχω σε αυτό. Επίσης το διαμέρισμα στον τέταρτο όροφο της πολυκατοικίας στην οδό … στο … αυτό που χρησιμοποιώ για κατοικία μου και που έχω με προφορική διανομή με τον αδελφό μου Κ. Στον αδελφό μου Κ. αφήνω: 1) το μερίδιό μου που έχω στο υπόγειο της πολυκατοικίας στην οδό … στο …, 2) το μερίδιό μου που έχω στα μαγαζιά του ισογείου της πολυκατοικίας στην οδό … στο …, 3) το μερίδιό μου στο μαγαζί στην οδό … στην …, 4) τα λεφτά που έχω στην Τράπεζα Εθνική που σήμερα είναι 14.500.000 δραχμές του αφήνω τα 10.000.000 δραχμές για να πληρώσει τα χρέη μου που έχω για το σπίτι μου στη … Τα υπόλοιπα χρήματα τα αφήνω στην κόρη μου Κ. Επίσης της αφήνω τα πέντε διαμερίσματα που έχω στην πολυκατοικία στην οδό … στο …, που έχω με προφορική διανομή με τον αδελφό μου Κ. Στον αδελφό μου Α. αφήνω το διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου μετά το θάνατο του πατέρα και της μάνας μου. Μεγάλη μου επιθυμία είναι να τελειώσει το θέμα της διανομής που έχω ξεκινήσει και αν πεθάνω πριν τελειώσουν τα χαρτιά θέλω ο αδελφός μου Κ. να συνεχίσει το θέμα αυτό για να έχει αυτός και η κόρη μου ξεκαθαρισμένα τα διαμερίσματά τους. Αυτά είναι η τελευταία μου επιθυμία και θέλω να γίνουν σεβαστά από τους κληρονόμους μου. Σ. Γ. (- υπογραφή-)". Κατά τον χρόνο του θανάτου του ο διαθέτης είχε την ακόλουθη κινητή και ακίνητη περιουσία: 1) ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί μιας ημιυπόγειας οριζόντιας ιδιοκτησίας (αποθήκης - καταστήματος) εμβαδού 46,15 τετ. μέτρων που βρίσκεται στην Αθήνα επί της οδού ..., του ετέρου 1/2 εξ αδιαιρέτου μεριδίου ανήκοντος στον πρώτο εναγόμενο αδελφό του Κ. Σ. του Φ., 2) ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 240 τετρ. μέτρων, που βρίσκεται στην …, εκτός σχεδίου πόλεως και οικισμού, επί της αγροτικής οδού …, μετά της επ' αυτού τριώροφης οικοδομής, που είχε ανεγερθεί χωρίς την άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής και αποτελείται από έξι διαμερίσματα εμβαδού 60 τετ. μέτρων το καθένα, του ετέρου 1/2 εξ αδιαιρέτου μεριδίου ανήκοντος στον πρώτο εναγόμενο αδελφό του, 3) το χρηματικό ποσό των 12.514.690 δραχμών, ήδη 36.726,89 ευρώ, κατατεθειμένο στον υπ' αριθμόν … λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, 4) το χρηματικό ποσό των 12.385 δραχμών, ήδη 36,34 ευρώ, κατατεθειμένο στον υπ' αριθμόν … λογαριασμό της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος. Η ανεγερθείσα στο ανωτέρω υπό στοιχείο β αγροτεμάχιο στην Αρτέμιδα Αττικής τριώροφη οικοδομή έχει μεν εν τοις πράγμασι διαιρεθεί σε έξι διαμερίσματα των 60 τετ. μέτρων έκαστο, δεν έχει όμως υπαχθεί - ούτε, άλλωστε, τούτο ήταν κατά το νόμο δυνατό - στο σύστημα της αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας, διότι η ανοικοδόμησή της έγινε μετά την 31.1.1983 επί ακινήτου κειμένου εκτός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή οικισμού που υπάρχει πριν από το έτος 1923, χωρίς την άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, με συνέπεια, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1, 10 και 12 ν. 1337/1983 "επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων κλπ", αφενός μεν να είναι υποχρεωτικώς κατεδαφιστέα αφετέρου δε, πριν από την κατεδάφισή της, να μην επιτρέπεται και να είναι άκυρη η μεταβίβασή της ή η σύσταση εμπραγμάτων δικαιωμάτων πάνω σε αυτή ή στο οικόπεδο επί του οποίου ανεγέρθη (...).
Συνεπώς, πρόκειται για ένα ενιαίο ακίνητο - αγροτεμάχιο μετά του πιο πάνω αυθαιρέτου κτίσματος, του οποίου απαγορεύονται τόσο η μεταβίβαση όσο και η επ' αυτού καθοιονδήποτε τρόπο σύσταση εμπράγματων δικαιωμάτων.
Περαιτέρω, με το …1975 προσύμφωνο πώλησης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό του συμβολαιογράφου … Α. Λ., που καταρτίστηκε μεταξύ της Δ. Δ. του Μ., αφενός, και του διαθέτη και του πρώτου εναγόμενου, αφετέρου, οι τελευταίοι ανέλαβαν να ανεγείρουν, με δική τους επιμέλεια και δαπάνες, επί του οικοπέδου, εμβαδού 1.074 τετ. μέτρων, που βρίσκεται στο … επί της οδού …, ιδιοκτησίας τότε της αφενός συμβαλλόμενης, πολυώροφη οικοδομή, διεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 Α.Κ., αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο, πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο ορόφους και δώμα, κατά το σύστημα της αντιπαροχής. Στο άρθρο 2 του εργολαβικού διαλαμβάνεται ότι η διαίρεση της πολυκατοικίας σε αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες εμφαίνεται στα από … 1975 σχέδια κατόψεων του πολιτικού μηχανικού Μ. Μ., καθώς και στον από … 1975 πίνακα ποσοστών συνιδιοκτησίας και κατανομής κοινοχρήστων δαπανών του ίδιου μηχανικού, που προσαρτώνται σε αυτό, στα οποία καθορίζονται οι όροφοι και οι αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες που συναποτελούν την όλη οικοδομή, καθώς και η θέση, η επιφάνεια, ο όγκος και το ποσοστό συνιδιοκτησίας της καθεμιάς πάνω στο οικόπεδο και στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής. Ειδικότερα, προβλέφθηκαν: α) η υπό στοιχεία … αποθήκη του υπογείου, εμβαδού 246,30 τετρ. μέτρων, β) τα υπό στοιχεία …,… και … καταστήματα του ισογείου ορόφου επιφάνειας 107,70, 37 και 101,40 τετρ. μέτρων αντιστοίχως, γ) τα υπό στοιχεία …, …, … και … διαμερίσματα του πρώτου ορόφου, επιφάνειας 70, 71,30, 50,20 και 71,30 τετρ. μέτρων αντιστοίχως, δ) τα υπό στοιχεία …,…, … και … διαμερίσματα του δεύτερου ορόφου, επιφάνειας 71, 71,30, 50,20 και 71,30 τετρ. μέτρων αντιστοίχως, ε) τα υπό στοιχεία …, …, …, … και … διαμερίσματα του τρίτου ορόφου, επιφάνειας 50,10, 55,60, 50,20, 54,60 και 51,40 τετρ. μέτρων αντιστοίχως, στ) τα υπό στοιχεία …, …, … και … διαμερίσματα του τέταρτου ορόφου επιφάνειας 70, 71,30, 50,20 και 71,30 τετρ. μέτρων αντιστοίχως, και ζ) το δώμα με το δικαίωμα της καθ' ύψος μελλοντικής επέκτασης της οικοδομής. Με το άρθρο 6 του εργολαβικού συμφωνήθηκε η μεν αφενός συμβαλλομένη οικοπεδούχος να παρακρατήσει τα 292/1000 εξ αδιαιρέτου πάνω στο οικόπεδο μετά των ανωτέρω υπό στοιχεία …, …, …, … και … αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών- διαμερισμάτων και του δικαιώματος του υψούν, που αντιστοιχούν σε αυτά, ως αντιπαροχή, οι δε εργολήπτες (διαθέτης και πρώτος εναγόμενος) να λάβουν ως αντάλλαγμα για την ανέγερση της οικοδομής τα υπόλοιπα 708/1000 εξ αδιαιρέτου πάνω στο οικόπεδο μεθ' όλων των λοιπών αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών, όπως αυτές καθορίστηκαν στα συνημμένα στο εργολαβικό σχέδια κατόψεως ορόφων και στον πίνακα ποσοστών συνιδιοκτησίας και κατανομής κοινοχρήστων δαπανών του πιο πάνω μηχανικού. Περατωθείσης της ανεγέρσεως της οικοδομής, η οικοπεδούχος με το συμβόλαιο …1979 του ίδιου πιο πάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε, στις …1997, στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου … στον τόμο … και υπ' αύξοντα αριθμό μεταγραφής …, μεταβίβασε στους εργολήπτες (διαθέτη και πρώτο εναγόμενο) κατ' ισομοιρίαν τα 708/1000 εξ αδιαιρέτου του πιο πάνω οικοπέδου μετά των αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών που αντιστοιχούν σε αυτά, όπως είχαν καθοριστεί στο εργολαβικό. Η μεταγραφή του συμβολαίου όμως αυτού έλαβε χώρα μετά τον θάνατο του διαθέτη, ο οποίος είχε ήδη επέλθει την …1997, και, συνεπώς, αυτός κατά τον κρίσιμο χρόνο του θανάτου του ούτε το ήμισυ των 708/1000 εξ αδιαιρέτου, ήτοι τα 354/1000 εξ αδιαιρέτου στο πιο πάνω ακίνητο στο … επί της οδού … είχε αποκτήσει ούτε, κατά μείζονα λόγο, τις αντίστοιχες σε αυτά οριζόντιες ιδιοκτησίες, αφού για τη μεταβίβαση ακινήτου και τη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας πάνω σε αυτό απαιτείται μεταγραφή του οικείου συμβολαίου, η οποία δεν ενεργεί αναδρομικώς, αλλά από τότε που έγινε (άρθρα 1198, 1192, 1193 του ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 2, 3, 5 έως 7,10,13 και 14 του ν. 3741/1929....). Και ναι μεν ο διαθέτης και ο πρώτος εναγόμενος ταυτόχρονα με την κατάρτιση του πιο πάνω …1979 συμβολαίου παρέλαβαν από την οικοπεδούχο στη νομή τους τα 708/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου στο … επί της οδού … μετά των αντίστοιχων σε αυτά οριζόντιων ιδιοκτησιών, όπως είχαν καθοριστεί στο συμβόλαιο αυτό, και εξ αυτών διένειμαν μεταξύ τους προφορικά τα διαμερίσματα, έτσι ώστε να λάβουν ο μεν διαθέτης τα υπό στοιχεία …, …, …, …, … και … ο δε πρώτος εναγόμενος τα υπό στοιχεία …, …, …, …, … και …, ενώ άφησαν αδιανέμητα την … αποθήκη του υπογείου και τα υπό στοιχεία …,… και … καταστήματα του ισογείου, πλην όμως η άτυπη αυτή διανομή σε συνδυασμό με τη συνεχή έκτοτε και έως τον θάνατο του διαθέτη την …1997 άσκηση της νομής τους δεν επέφερε την διά τακτικής ή εκτάκτου χρησικτησίας κτήση του δικαιώματος κυριότητας ούτε επί των 708/1000 εξ αδιαιρέτου στο όλο ακίνητο ούτε επί των οριζόντιων ιδιοκτησιών-διαμερισμάτων που διανεμήθηκαν, ως προς μεν την έκτακτη χρησικτησία, διότι από την …1979 έως την …1997 δεν είχε συμπληρωθεί εικοσαετία, ειδικώς δε όσον αφορά τα διαμερίσματα και διότι, ..., εφ' όσον κατά το διάστημα αυτό δεν είχε συσταθεί ακόμη οριζόντια ιδιοκτησία επειδή δεν είχε μεταγραφεί η πιο πάνω συστατική αυτής συμβολαιογραφική πράξη, η μεταγραφή της οποίας έγινε μετά το θάνατο του διαθέτη, την 11.6.1997, η άσκηση της νομής τους δεν μπορούσε να οδηγήσει στη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, αφού χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου μόνο με δικαιοπραξία του κυρίου ή των συγκυριών του όλου ακινήτου, μπορεί να γίνει και όχι με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, η οποία είναι δυνατή μόνο επί συνεστημένης ήδη χωριστής κυριότητας ορόφου ή διαμερίσματος, ως προς δε την τακτική χρησικτησία, διότι η κατά το πιο πάνω κρίσιμο διάστημα ασκήσεως της νομής παράλειψη μεταγραφής της μεταβιβαστικής των ποσοστών συνιδιοκτησίας του οικοπέδου και συστατικής της οριζόντιας ιδιοκτησίας συμβολαιογραφικής πράξης είχε ως αποτέλεσμα την έλλειψη νόμιμου ή έστω νομιζόμενου τίτλου, η ύπαρξη του οποίου, ... συνιστά αναγκαία, για την κτήση δικαιώματος κυριότητας επί ακινήτου με τακτική χρησικτησία, προϋπόθεση.
Συνεπώς στην κληρονομιά του διαθέτη δεν υπήρχαν τα δικαιώματα κυριότητας πάνω στις οριζόντιες ιδιοκτησίες της πολυκατοικίας στο … επί της οδού … που διέθεσε με την επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη του παρά μόνο η έναντι της οικοπεδούχου ενοχική απαίτησή του, από το πιο πάνω προσύμφωνο πωλήσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό, να του μεταβιβάσει, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, το ήμισυ των 708/1000 εξ αδιαιρέτου του όλου οικοπέδου μετά των αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών που αντιστοιχούσαν σε αυτό και μόνο την απαίτησή του αυτή ο διαθέτης μπορούσε εγκύρως, με διάταξη τελευταίας βουλήσεως, να διαθέσει. Είναι, επομένως, προϊόν πλάνης (περί τα παραγωγικά αίτια) του διαθέτη η διάταξη της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης με την οποίαν αυτός κατέλειψε στους διαδίκους τις προαναφερόμενες αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες αγνοώντας ότι αυτές δεν είχαν νομίμως συσταθεί. Η διάταξη όμως αυτή δεν είναι ακυρώσιμη κατά το άρθρο 1784 του ΑΚ, διότι, ..., από το περιεχόμενο της επίδικης διαθήκης προκύπτει ποιο θα ήταν το περιεχόμενο της πιο πάνω ακυρωτέας διάταξης αν δεν είχε εμφιλοχωρήσει η πλάνη του διαθέτη, ενόψει του ότι της ακυρώσεώς της προηγείται η ερμηνεία της. Ειδικότερα αν ο διαθέτης, στις …1996, ότε συνέταξε την επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη του, γνώριζε ότι δεν είχε αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας πάνω στις αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες της πολυκατοικίας που βρίσκεται στο … επί της οδού … επειδή η συστατική της οροφοκτησίας συμβολαιογραφική πράξη δεν είχε μεταγραφεί, αλλά μόνο την έναντι της οικοπεδούχου απαίτησή του ως εργολήπτη για την καταβολή της εργολαβικής του αμοιβής, συνισταμένης στη μεταβίβαση του ημίσεος των 708/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου μετά των αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών που αντιστοιχούν σε αυτά, τότε, σύμφωνα με την αληθινή βούλησή του, αυτήν ακριβώς την απαίτηση θα κατέλειπε στους εγκαταστάτους. Στις μη νομίμως, δηλαδή, συνεστημένες και για το λόγο αυτό μη υπάρχουσες στην κληρονομιά του διαθέτη οριζόντιες ιδιοκτησίες υπεισέρχεται, κατά την αληθινή βούλησή του, η έναντι της οικοπεδούχου, απαίτησή του για καταβολή της εργολαβικής αμοιβής και συνεπώς καθένας από τους εγκαταστάτους λαμβάνει, αντί της μη υπάρχουσας στην κληρονομιά αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας, την αντίστοιχη απαίτηση του διαθέτη προς μεταβίβασή της. Σύμφωνα λοιπόν με το περιεχόμενο της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης ο διαθέτης κατέλειψε: Α) Στην ενάγουσα: 1) το χρηματικό ποσό των (2.514.690 δραχμών + 12.385 δραχμών = 2.527.075 δραχμών =) 7.416,12 ευρώ από τους προαναφερόμενους δύο τραπεζικούς λογαριασμούς, και 2) την απαίτηση έναντι της οικοπεδούχου για μεταβίβαση των ανωτέρω πέντε υπό στοιχεία …, …, …, … και … αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών- διαμερισμάτων της πολυκατοικίας που βρίσκεται στο … επί της οδού …, έχοντας σχηματίσει την εσφαλμένη, σύμφωνα με τα παραπάνω, πεποίθηση ότι αυτές με την προφορική άτυπη διανομή του 1979 είχαν περιέλθει εξ ολοκλήρου στην κυριότητά του. Η απαίτηση όμως αυτή μόνο κατά το ήμισυ ανήκε στον διαθέτη, διότι κατά το έτερο ήμισυ ανήκε στον πρώτο εναγόμενο αδελφό του ως συνεργολήπτη της κατασκευής της πιο πάνω πολυκατοικίας και συνεπώς μόνο το ήμισυ αυτής κατέλειψε στην ενάγουσα με τη διαθήκη του, ήτοι τη μεταβίβαση, ως εργολαβικού ανταλλάγματος, του 1/2 εξ αδιαιρέτου των πιο πάνω αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών- διαμερισμάτων, Β) στον πρώτο εναγόμενο αδελφό του: 1) την απαίτησή του έναντι της οικοπεδούχου για μεταβίβαση του 1/2 εξ αδιαιρέτου των υπό στοιχεία …, …, … και … αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών - αποθήκης και καταστημάτων της πολυκατοικίας που βρίσκεται στο … επί της οδού …, 2) το 1/2 εξ αδιαιρέτου της ημιυπόγειας αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας- αποθήκης, επιφάνειας 46,15 τετ. μέτρων που βρίσκεται στην Αθήνα επί της οδού …, και 3) το ποσό των 10.000.000 δραχμών, ήδη 29.347,02 ευρώ, από τους προαναφερόμενους δύο τραπεζικούς λογαριασμούς, Γ) στους γονείς του Φ. Σ. και Ι. Σ. : 1) το 1/2 εξ αδιαιρέτου του αγροτεμαχίου που βρίσκεται στην …, εκτός σχεδίου πόλεως και οικισμού, εμβαδού 240 τετ. μέτρων μετά του αυθαιρέτου τριώροφου κτίσματος που έχει ανεγερθεί σε αυτό και 2) την απαίτηση έναντι της οικοπεδούχου για μεταβίβαση της υπό στοιχεία … αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας - διαμερίσματος της πολυκατοικίας που βρίσκεται στο … επί της οδού …, το οποίο χρησιμοποιούσε εν ζωή ως κατοικία του. Η απαίτηση όμως αυτή μόνο κατά το ήμισυ ανήκε στον διαθέτη, διότι κατά το έτερο ήμισυ ανήκε στον πρώτο εναγόμενο αδελφό του ως συνεργολήπτη της κατασκευής της πιο πάνω πολυκατοικίας και συνεπώς μόνο το ήμισυ αυτής κατέλειψε στους γονείς του, ήτοι τη μεταβίβαση, ως εργολαβικού ανταλλάγματος, του 1/2 εξ αδιαιρέτου της πιο πάνω αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας -διαμερίσματος και Δ) στον έτερο αδελφό του Α. Σ. του Φ. κατέλειψε με τη μορφή καταπιστεύματος την απαίτησή του έναντι της οικοπεδούχου για μεταβίβαση του 1/2 εξ αδιαιρέτου της ανωτέρω υπό στοιχεία … αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας- διαμερίσματος της πιο πάνω πολυκατοικίας για το χρόνο μετά τον θάνατο των γονέων τους. Εκτός της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης του ο διαθέτης άφησε την απαίτησή του έναντι της οικοπεδούχου για μεταβίβαση, ως εργολαβικού ανταλλάγματος, του 1/2 εξ αδιαιρέτου των λοιπών οριζόντιων ιδιοκτησιών διαμερισμάτων της πολυκατοικίας που βρίσκεται στο … επί της οδού …, ήτοι των ανωτέρω υπό στοιχεία …, …, …, …, … και …, έχοντας σχηματίσει την εσφαλμένη, σύμφωνα με τα παραπάνω, πεποίθηση ότι αυτές με την προφορική άτυπη διανομή του 1979 είχαν περιέλθει εξ ολοκλήρου στην κυριότητα του πρώτου εναγομένου αδελφού του. Ως προς την απαίτηση αυτή, επομένως, εχώρησε η εξ αδιαθέτου διαδοχή, με συνέπεια αυτή να περιέλθει στην ενάγουσα, ως θυγατέρα του διαθέτη και μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμο του στην πρώτη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής.
Περαιτέρω, με και από τη μεταγραφή του υπ' αριθμόν …1979 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου … Α. Λ., που έγινε μετά τον θάνατο του διαθέτη, στις …1997, η πολυκατοικία που βρίσκεται στο … επί της οδού … υπήχθη στο σύστημα της οροφοκτησίας των άρθρων 1002, 1117 του ΑΚ και του ν. 3741/1929 και έλαβαν υπόσταση οι αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες που καθορίζονταν σε αυτό. Είναι, επομένως, αβάσιμο κατ' ουσίαν το αίτημα της αγωγής να αναγνωριστεί ότι δεν συνεστήθησαν οι προαναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες της πιο πάνω οικοδομής, αφού, σύμφωνα με τα παραπάνω, αυτές και στη συστατική τους συμβολαιογραφική πράξη επαρκώς καθορίζονται (άνευ ανάγκης χρήσεως πανηγυρικών εκφράσεων) και η πράξη αυτή έχει νομίμως μεταγραφεί, ανεξαρτήτως του ότι η μεταγραφή της έγινε μετά τον θάνατο του διαθέτη που είχε συμπράξει στην κατάρτισή της, ορθώς δε η εκκαλουμένη το απέρριψε και συνεπώς είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος της έφεσης με τον οποίον η ενάγουσα προβάλλει, αντιθέτως, ότι αυτό έπρεπε να είχε γίνει δεκτό, επειδή στη φερόμενη ως συστατική τους πιο πάνω συμβολαιογραφική πράξη ουδόλως αυτές περιγράφονται. Έκτοτε έλαβαν χώρα οι ακόλουθες μεταβιβάσεις: Α) Οι γονείς του διαθέτη απεβίωσαν, πρώτα ο πατέρας του Φ. Σ. το έτος 1998 και ύστερα η μητέρα του Ι. Σ. το έτος 2005, με συνέπεια να πληρωθεί η αίρεση του θανάτου των γονέων του και να επαχθεί στον αδελφό του Α. Σ. το καταπίστευμα που με την επίδικη διαθήκη του είχε τάξει υπέρ αυτού και εις βάρος εκείνων επί του 1/2 εξ αδιαιρέτου του υπό στοιχεία … διαμερίσματος της πιο πάνω πολυκατοικίας. Το έτος 2009 απεβίωσε και ο Α. Σ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την δεύτερη εναγομένη θυγατέρα του Ι. Σ. του Α. (ως προς την οποίαν η συζήτηση έχει ήδη κηρυχθεί κατηργημένη), με συνέπεια να περιέλθει σε αυτήν το 1/2 εξ αδιαιρέτου του πιο πάνω διαμερίσματος. Στη συνέχεια η δεύτερη εναγομένη, αφού απεδέχθη, ως προς το πιο πάνω διαμέρισμα, την επαχθείσα σε αυτήν από τον πατέρα της κληρονομιά και ως κληρονόμος του πατέρα της το επαχθέν σε εκείνον από τον διαθέτη καταπίστευμα με την πράξη αποδοχής κληρονομιάς …/2010 της Συμβολαιογράφου … Μ. Τ., νομίμως έκτοτε μεταγραφείσα, το πούλησε και το μεταβίβασε στην πέμπτη εναγομένη Ι. Σ. του Κ., θυγατέρα του πρώτου εναγομένου, με το πωλητήριο συμβόλαιο …/2010 της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου, νομίμως έκτοτε μεταγραφέν, αντί τιμήματος 64.000 ευρώ, ως περιελθόν στην πλήρη κυριότητά της κατά μεν το 1/2 εξ αδιαιρέτου από τις κληρονομιές του πατέρα της και του διαθέτη κατά δε το έτερον 1/2 με έκτακτη χρησικτησία από το έτος 1979. Επομένως, ως προς την πέμπτη εναγομένη, το περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης αίτημα της αγωγής είναι νόμιμο μόνον ως προς το κληρονομιαίο 1/2 εξ αδιαιρέτου του υπό στοιχεία … διαμερίσματος και όχι ως προς το έτερο 1/2 εξ αδιαιρέτου, το οποίο αυτή δεν κατέχει ως κληρονόμος του διαθέτη αλλά δυνάμει ειδικού τίτλου χρησικτησίας, ορθώς δε η εκκαλουμένη απέρριψε την αγωγή ως προς το σκέλος αυτό και συνεπώς ο πρώτος λόγος της έφεσης με τον οποίον η ενάγουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Και Β) Ο πρώτος εναγόμενος απεδέχθη την κληρονομιά του διαθέτη ως προς τα ακίνητα που του κατέλειψε, ήτοι ως προς το 1/2 εξ αδιαιρέτου των υπό στοιχεία …, …,… και … αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών (αποθήκης και καταστημάτων) με την πράξη αποδοχής κληρονομιάς …2010 της Συμβολαιογράφου … Μ. Τ., νομίμως έκτοτε μεταγραφείσα, και στη συνέχεια, με τα συμβόλαια …2010 και …2010 της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου, νομίμως έκτοτε μεταγραφέντα, το 1/2 εξ αδιαιρέτου επί των υπό στοιχείων … και … καταστημάτων το μεταβίβασε με γονική παροχή στους υιούς του Σ. Σ. του Κ. και Φ. Σ. του Κ., τρίτο και τέταρτο εναγομένους αντιστοίχως. Όπως όμως από τα δύο τελευταία συμβόλαια προκύπτει, το μερίδιο που ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε στους τρίτο και τέταρτο εναγομένους δεν είναι αυτό που του κατέλειψε ο διαθέτης αλλά το έτερο 1/2 εξ αδιαιρέτου που ο ίδιος έλαβε ως αμοιβή από την οικοπεδούχο για την από κοινού με τον διαθέτη ανέγερση της οικοδομής, αφού στα συμβόλαια αυτά ως τίτλος κτήσεώς του αναφέρεται το προαναφερόμενο …/1979 συμβόλαιο μεταβιβάσεως των 708/1000 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου εις εκτέλεσιν εργολαβικού συμβολαίου του Συμβολαιογράφου … Α. Λ. και όχι η εκ της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης κληρονομική διαδοχή. Επομένως, ως προς τους τρίτο και τέταρτο εναγομένους, η αγωγή, ως προς αμφότερες τις βάσεις της (περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης και συμπληρώσεως της νόμιμης μοίρας), είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν, διότι οι εναγόμενοι αυτοί νέμονται ακίνητα που δεν ανήκουν παντάπασι στην κληρονομιά του διαθέτη, ορθώς δε η εκκαλουμένη απέρριψε, ως προς αυτούς, την αγωγή, και συνεπώς ο πρώτος λόγος της έφεσης με τον οποίον η ενάγουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το ιστορικό της αγωγής, το 1/2 εξ αδιαιρέτου επί των υπό στοιχεία …, …, …, …, … και … διαμερισμάτων της πολυκατοικίας που βρίσκεται στο … επί της οδού …, το οποίο ο διαθέτης δεν συμπεριέλαβε στην επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη του και γι' αυτό περιήλθε στην ενάγουσα κατά την εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, το κατακρατεί μεν ο πρώτος εναγόμενος όχι όμως ως κληρονόμος, όπως η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή της, αφού δεν αντιποιείται κληρονομικό δικαίωμα (εκ της διαθήκης ή εξ αδιαθέτου) πάνω σε αυτό, αλλά παρανόμως, προσβάλλοντας την κυριότητά της.
Συνεπώς η αγωγή, ως προς το αίτημά της να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος να αποδώσει στην ενάγουσα το 1/2 εξ αδιαιρέτου των πιο πάνω διαμερισμάτων, έχει χαρακτήρα διεκδικητικής - και όχι περί κλήρου - αγωγής, στηριζόμενης στην εξ αδιαθέτου διαδοχή, και ως τέτοια είναι αόριστη, διότι η ενάγουσα δεν επικαλείται στο δικόγραφό της ως όφειλε, αποδοχή της κληρονομιάς με συμβολαιογραφικό ή άλλο δημόσιο έγγραφο και μεταγραφή ... Ορθώς, επομένως, η εκκαλουμένη απέρριψε την αγωγή ως προς το πιο πάνω αίτημά της λόγω αοριστίας και συνεπώς ο πρώτος λόγος της έφεσης με τον οποίον η ενάγουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω απεδείχθη ότι ο διαθέτης έπασχε από ψυχωσική συνδρομή σχιζοφρενικού τύπου. Την ασθένειά του αυτή την εξεδήλωσε για πρώτη φορά το έτος 1972, σε ηλικία 25 ετών. Είχε παρουσιάσει τέσσερις υποτροπές, τα έτη 1978, 1981, 1983 και 1987 και είχε νοσηλευθεί σε διάφορες ψυχιατρικές κλινικές για χρονικό διάστημα κάθε φορά 20 - 30 ημέρες. Ειδικότερα το έτος 1983 είχε νοσηλευθεί στην νευροψυχιατρική κλινική ΓΑΛΗΝΗ κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας για ακούσια νοσηλεία, λόγω εμφάνισης ιδεών διωκτικού περιεχομένου (παρακολούθησης, δηλητηρίασης), χωρίς επίγνωση του νοσηρού και με έντονη ψυχοκινητική ανησυχία, εριστικότητα και επιθετικότητα. Το δε έτος 1987, νοσηλεύτηκε στο κρατικό θεραπευτήριο ψυχικών παθήσεων από 12.8.1987 έως 25.9.1987, κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας για ακούσια νοσηλεία, με ψυχωσική συνδρομή. Ωστόσο, το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, ήτοι από το έτος 1987 έως και το θάνατό του, ήταν ελεύθερος ψυχωσικών συμπτωμάτων και δεν παρουσίασε άλλη υποτροπή, καθόσον βρισκόταν υπό συνεχή ιατρική παρακολούθηση και ελάμβανε συστηματικά τη φαρμακευτική του αγωγή. Μετά τη λύση του γάμου του με τη μητέρα της ενάγουσας κατοικούσε μόνος του στο υπό στοιχεία … διαμέρισμα της πιο πάνω πολυκατοικίας στο … επί της οδού … Διατηρούσε κοινωνικές και φιλικές σχέσεις. Είχε δημιουργήσει ιδιαίτερα αξιόλογη ακίνητη περιουσία, καθόσον είχε αγοράσει εξ ημισείας με τον πρώτο εναγόμενο αδελφό του το προαναφερόμενο οικόπεδο στην …, είχε συμβληθεί το έτος 1994 με εργολάβο και είχε προβεί στην ανοικοδόμησή του, είχε ανεγείρει μαζί με τον πρώτο εναγόμενο την προαναφερόμενη πολυκατοικία στο …, διατηρούσε τραπεζικές καταθέσεις και εκμεταλλευόταν την περιουσία του, εκμισθώνοντάς την. Επίσης, δραστηριοποιούνταν επαγγελματικά, μαζί με τον πρώτο εναγόμενο, στο εμπόριο ελαίου και ηλεκτρικών. Είχε στην κυριότητα και κατοχή του δύο αυτοκίνητα, τα οποία χρησιμοποιούσε για τις μετακινήσεις του, προκειμένου να διανέμει το ελαιόλαδο που εμπορευόταν στους εκάστοτε αγοραστές και να μεταβαίνει στον τόπο καταγωγής του στη … Επίσης, στην πληθώρα των δικών ζητήματα επιμέλειας, διατροφής και επικοινωνίας αυτής, παρίστατο στο δικαστήριο μετά των πληρεξούσιων δικηγόρων του. Επομένως, δεν αντιμετώπιζε δυσχέρειες στην καθ' ημέρα διαβίωσή του και ρύθμιζε επιτυχώς τα ζητήματα που ανέκυπταν.
Άλλωστε και η προσβαλλόμενη διαθήκη του έχει ειρμό και δομή, εκθέτει δε σε αυτήν πλήρως και με απόλυτη σαφήνεια τα αίτια που τον οδήγησαν στη σύνταξή της με το συγκεκριμένο περιεχόμενο. Ως εκ τούτου αποδεικνύεται ότι η ψυχική του ασθένεια, πλήρως εκ μέρους του ιατρικώς και φαρμακευτικώς ελεγχόμενη, δεν είχε επηρεάσει τις νοητικές του λειτουργίες και ήταν ικανός να προβεί στη σύνταξη της επίδικης διαθήκης. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται ιδίως από την κατάθεση του μάρτυρα του πρώτου εναγομένου, ψυχιάτρου Σ. Κ., ο οποίος υπήρξε θεράπων ιατρός του διαθέτη από το έτος 1982 έως το θάνατό του, σε συνδυασμό με τις από …1999, …2013 και …2013 ιατρικές βεβαιώσεις αυτού και την κατάθεση της μάρτυρος του πρώτου εναγομένου, συζύγου του. Επιρρωνύονται δε από τις υπ' αριθ. …, …/2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδικείου Περιστεριού και την υπ' αριθ. …/2013 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κυπαρισσίας, ληφθείσες επιμελεία του πρώτου εναγομένου, με τις οποίες οι ενόρκως βεβαιώσαντες, συγγενείς και φίλοι του διαθέτη, καταθέτουν ότι ο τελευταίος νοσηλεύτηκε τελευταία φορά το έτος 1987, μετά το χωρισμό του με τη μητέρα της ενάγουσας, ήταν κοινωνικός, εργατικός, φιλικός, είχε σταθερές φιλίες, ενώ από την εργασία του είχε αποκτήσει περιουσία, ήταν συνετός, έκανε εμπορικές συναλλαγές, είχε χρήματα στην τράπεζα και έκτιζε οικοδομή μαζί με τον αδελφό του, πρώτο εναγόμενο. Ουδόλως δε αναιρούνται από τη συνταχθείσα, επιμελεία της ενάγουσας, ψυχιατρική γνωμοδότηση του ψυχίατρου Χ. Κ., ο οποίος εκθέτει ότι δεν είναι δυνατό ένα άτομο που πάσχει από αυτή τη σοβαρή μορφή της νόσου και που έχει χρονίσασα μορφή να μπορεί να κατανοήσει τη φύση της σύνταξης μιας διαθήκης που αφορά μέλλοντα χρόνο και αφορά μια μεταθανάτια για τον ίδιο κατάσταση και να έχει ικανότητα να δικαιοπρακτεί, καθώς και ότι ο διαθέτης ήταν σε ενεργή φάση ψύχωσης, προφανώς μη ρυθμισμένη εντελώς, και ότι οι συνέπειες αυτού του ευρήματος θεωρούνται ενισχυτικές της αδυναμίας σύνταξης διαθήκης από τον θανόντα. Ωστόσο ο ανωτέρω ψυχίατρος ούτε θεράπων ιατρός του θανόντος υπήρξε, ούτε τον γνώριζε. Επίσης δεν αναιρούνται ούτε από την κατάθεση της μάρτυρος της ενάγουσας, μητέρας της, ότι ο θανών κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης ήταν σε πάρα πολύ άσχημη κατάσταση, μπορούσε να τον πάρει ο ύπνος στην καρέκλα, ενώ δεν είχε ειρμό σκέψεων και, όταν έπαιζε με το παιδί του, εκνευριζόταν και η ενάγουσα ρωτούσε τη μητέρα της γιατί είναι σαν μεθυσμένος, καθόσον η ίδια κατέθεσε ότι ο θανών οδηγούσε, είχε τη διαχείριση των οικονομικών του, είχε χρήματα στην τράπεζα και εισέπραττε ενοίκια. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται ούτε από τις υπ' αριθ. …, …, …/2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ληφθείσες επιμελεία της ενάγουσας, στις οποίες φιλικά πρόσωπα της μητέρας της καταθέτουν ότι ο διαθέτης έδινε την εντύπωση ότι ήταν αργόστροφος, ενώ ήταν πάντα χαμηλών τόνων, "σαν να νυστάζει", δεν διατύπωνε άποψη, ήταν πάντα υποτονικός, είχε κανείς την αίσθηση ότι μιλάει σε αγουροξυπνημένο και επιπροσθέτως κάποιες φορές τον έπαιρνε ο ύπνος, διότι, και αληθή υποτιθέμενα, δεν είναι ικανά να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο διαθέτης κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης της διαθήκης του στερείτο της χρήσης των νοητικών λειτουργιών του και αδυνατούσε να προσδιορίσει τη βούλησή του ελεύθερα με λογικούς συλλογισμούς.
Εξάλλου, όπως από το περιεχόμενο της διαθήκης προκύπτει, ο διαθέτης ούτε την ενάγουσα θυγατέρα του παρέλειψε ούτε την περιουσία του σε εξωτικούς κατέλειψε. Αντιθέτως, στην μεν ενάγουσα κατέλειψε σημαντικής αξίας δήλο αντικείμενο της κληρονομιάς του, την έναντι της οικοπεδούχου εργολαβική αμοιβή του να του μεταβιβάσει το ήμισυ εξ αδιαιρέτου των προαναφερόμενων αυτοτελών ιδιοκτησιών - διαμερισμάτων της πολυκατοικίας που βρίσκεται στο … επί της οδού …, την δε λοιπή περιουσία του την κατέλειψε στους γονείς και στους αδελφούς του, δηλαδή σε στενούς εξ αίματος συγγενείς του, με τους οποίους διατηρούσε ισχυρούς όχι μόνο προσωπικούς αλλά και επιχειρηματικής φύσεως δεσμούς και είχε συνεργαστεί για την απόκτηση της περιουσίας του. ..., μόνο το γεγονός ότι η κληρονομική μερίδα της ενάγουσας υπολειπόταν της εξ αδιαθέτου ή ακόμη και εκείνης που κατελείφθη στους λοιπούς εγκαταστάτους δεν καθιστά τη διαθήκη αντίθετη στα χρηστά ήθη. Ούτε, επίσης, αρκεί προς τούτο η φράση που ο διαθέτης διέλαβε στη διαθήκη του για την ενάγουσα θυγατέρα του, ηλικίας τότε 11 ετών, ότι την εγκαθιστά κληρονόμο του "παρόλο που μέχρι σήμερα μόνο πίκρες και στενοχώριες του έχει δώσει", διότι η φράση αυτή εμφαίνει τη δυσθυμία του διαθέτη από τον χωρισμό του με τη μητέρα της και την εμπλοκή του στις δίκες που εντεύθεν ανέκυψαν και όχι απέναντι στην ενάγουσα προσωπικά. Άλλωστε η φράση αυτή αντισταθμίζεται: α) από το γεγονός της εγκατάστασης της ενάγουσας σε σημαντικής αξίας κληρονομιαία ακίνητα, η οποία δεν θα ελάμβανε χώρα αν ο διαθέτης έτρεφε πράγματι αρνητικά αισθήματα γι' αυτήν, όπως μίσος, καταφρόνηση κ.λ.π. και β) από το γεγονός ότι με τη διαθήκη του ρητώς υπέδειξε στον πρώτο εναγόμενο αδελφό του "να τελειώσει το θέμα της διανομής που ο ίδιος έχει ξεκινήσει και αν πεθάνει πριν τελειώσουν τα χαρτιά ο αδελφός του Κ. να συνεχίσει το θέμα αυτό για να έχει αυτός και η κόρη του ξεκαθαρισμένα τα διαμερίσματά τους", το οποίο εμφαίνει το ενδιαφέρον του όχι μόνο για τον πρώτο εναγόμενο αδελφό του αλλά και για την ενάγουσα θυγατέρα του να τακτοποιήσουν και τυπικά τα της κληρονομιάς που τους κατέλειψε. Δεν είναι, επομένως, άκυρη η επίδικη διαθήκη ούτε λόγω ανικανότητας του διαθέτη προς σύνταξή της ούτε λόγω αντιθέσεώς της στα χρηστά ήθη, ορθώς δε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας ομοίως, απέρριψε την αγωγή και συνεπώς οι δεύτερος και έβδομος λόγοι της έφεσης με τους οποίους η ενάγουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, σε σχέση με τις πιο πάνω παραδοχές, είναι αβάσιμοι κατ' ουσίαν και απορριπτέοι.
Περαιτέρω, τα πιο πάνω περιλαμβανόμενα στην κληρονομιά του διαθέτη αντικείμενα κατά τον χρόνο του θανάτου του (…1997) είχαν την ακόλουθη έκαστο αξία: α) Η ημιυπόγεια αποθήκη, επιφάνειας 46,15 τετ. μέτρων, έτους κατασκευής 1970, κείμενη στην Αθήνα επί της οδού … πλησίον της … αλλά σε περιοχή οικιστική με ελάχιστη εμπορική κίνηση, είχε αξία 10.000 ευρώ και συνεπώς το ποσοστό 50% του διαθέτη πάνω σε αυτήν 5.000 ευρώ. Β) Το αγροτεμάχιο, εμβαδού 240 τετ. μέτρων, κείμενο στην …, εκτός σχεδίου πόλεως και ζώνης, σε απόσταση 2,5 χιλιομέτρων από την πόλη της … και την παραλία, σε μη οικιστική και μη εμπορική περιοχή, τεμνόμενη από χωματόδρομους, μετά της επ' αυτού ανεγερθείσης το έτος 1994, άνευ αδείας της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής και γι' αυτό αυθαίρετης, ημιτελούς τριώροφης οικοδομής, αποτελουμένης από δύο ανά όροφο και συνολικά έξι διαμερίσματα, επιφάνειας 50-60 τετ. μέτρων, έκαστο, μη δυνάμενο λόγω του χαρακτήρα του ως αυθαιρέτου να μεταβιβαστεί, είχε αξία 15.000 ευρώ και συνεπώς το ποσοστό 50% διαθέτη πάνω σε αυτό 7.500 ευρώ. Γ) Η αξία της κληρονομιαίας απαίτησης του διαθέτη να του μεταβιβάσει η οικοπεδούχος, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, το 1/2 εξ αδιαιρέτου των αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών (αποθήκης, καταστημάτων και διαμερισμάτων) της πολυκατοικίας που βρίσκεται στο … επί της οδού …, οι οποίες είχαν καθοριστεί με τα προαναφερόμενα συμβόλαια …/1975 και …/1979 του Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Λ., αλλά κατά το χρόνο του θανάτου του διαθέτη δεν είχαν λάβει νομική υπόσταση, διότι δεν είχε μεταγραφεί η συστατική της οροφοκτησίας …/1979 συμβολαιογραφική πράξη - μεταγραφή η οποία, σύμφωνα με τα παραπάνω, έλαβε χώρα μεταγενέστερα - προσδιορίζεται με βάση την αξία των οριζόντιων αυτών ιδιοκτησιών, που αποτελούν και το αντικείμενο της απαίτησης αυτής. Η πολυκατοικία βρίσκεται σε απόσταση 350 μέτρων από την … (…) και 800 μέτρων από την Εθνική Οδό …, σε σημείο μέτριας εμπορικής κίνησης, καθ' όσον η κύρια εμπορική κίνηση ήταν συγκεντρωμένη στην …
Εξάλλου κατά το χρόνο θανάτου του διαθέτη ο Δήμος Περιστερίου δεν είχε αναπτυχθεί οικιστικά και εμπορικά στο βαθμό και με το ρυθμό που αναπτύχθηκε μεταγενέστερα, τη δεκαετία 2000 - 2010, με την επέκταση του Μετρό στην περιφέρειά του και την εγκατάσταση επιχειρήσεων κυρίως εστίασης και αναψυχής (εστιατορίων, καφετεριών, μπαρ και κέντρων διασκεδάσεως) και κατοικείτο από πολίτες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος. Οι τιμές των μεν ισόγειων καταστημάτων κυμαίνονταν από 400 έως 700 ευρώ/τ.μ. των δε διαμερισμάτων από 550 έως 850 ευρώ/τ.μ., αυξανόμενες ανά όροφο κατά ποσοστό 1- 2%, και των υπόγειων χώρων κατώτερες των αντίστοιχων ισογείων κατά ποσοστό από 30% έως 50%. Με τα δεδομένα αυτά η αξία των αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών της πολυκατοικίας ανερχόταν: α) για τα ισόγεια καταστήματα σε 500 ευρώ/τετρ. μετ., β) για τα διαμερίσματα σε 630 ευρώ/τετρ. μετ. αυξανόμενη κατά ποσοστό 2% ανά όροφο, και για την υπόγεια αποθήκη σε 300 ευρώ/τετρ. μετ.
Συνεπώς η κατά το χρόνο του θανάτου του διαθέτη (…1997) αξία του 1/2 εξ αδιαιρέτου κάθε μιας αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας της πιο πάνω πολυκατοικίας που αποτελούσε αντικείμενο της κληρονομιαίας απαίτησής του για την εργολαβική του αμοιβή ανερχόταν στα ακόλουθα χρηματικά ποσά: 1) της υπό στοιχεία … ημιυπόγειας αποθήκης, επιφάνειας 46,15 τ.μ. (46,15 X 300 = 13.845 X 1/2 =) 6.922,5 ευρώ, 2) του υπό στοιχεία … καταστήματος, επιφάνειας 107,70 τ. μ. (107,70 X 500 =53.850 X 1/2 =) 26.925 ευρώ, 3) του υπό στοιχεία … καταστήματος επιφάνειας 37 τ.μ. (37 X 500 = 18.500 X 1/2 =) 9.250 ευρώ, 4) του υπό στοιχεία … καταστήματος επιφάνειας 101,40 τ.μ. (101,40 X 500 = 50.700 X 1/2) 25.350 ευρώ, 5) του υπό στοιχεία … διαμερίσματος επιφάνειας 70 τ.μ. (70 X 630 = 44.100 X 1/2 =) 22.050 ευρώ, 6) του υπό στοιχεία … διαμερίσματος επιφάνειας 71,30 τ.μ. (71,30 X 630 = 44.919 X 1/2 =) 22.460 ευρώ, 7) του υπό στοιχεία … διαμερίσματος επιφάνειας 50,20 τ.μ. (50,20 X 630 = 31.626 X 1/2 =) 15.813 ευρώ, 8) του υπό στοιχεία … διαμερίσματος επιφάνειας 71,30 τ.μ. (71,30 X 642,60 = 45.817,38 X 1/2 =) 22.908 ευρώ, 9) του υπό στοιχεία … διαμερίσματος επιφάνειας 50,20 τ.μ. (50,20 X 642,60 - 32.258,52 X 1/2 =) 16.129 ευρώ, 10) του υπό στοιχεία … διαμερίσματος επιφάνειας 71,30 τ.μ. (71,30 X 642,60 = 45.817,38 X 1/2 =) 22.908 ευρώ, 11) του υπό στοιχεία … διαμερίσματος επιφάνειας 50,20 τ.μ. (50,20 X 655,45 = 32.903,59 X 1/2 =) 16.452 ευρώ, 12) του υπό στοιχεία … διαμερίσματος επιφάνειας 54,60 τ.μ. (54,60 X 655,45 = 35.787,57 X 1/2 =) 17.894 ευρώ, 13) του υπό στοιχεία … διαμερίσματος επιφάνειας 51,40 τ.μ. (51,40 X 655,45= 33.690,13 X 1/2 =)16.845 ευρώ, 14) του υπό στοιχεία … διαμερίσματος επιφάνειας 70 τ.μ. (70 X 655,45 = 45.881,5 X 1/2 =) 22.941 ευρώ, 15) του υπό στοιχεία … διαμερίσματος επιφάνειας 71,30 τ.μ. (71,30 X 668,56 = 47.668,32 X 1/2 =) 23.834 ευρώ, και 16) του υπό στοιχεία … διαμερίσματος επιφάνειας 50,20 τ.μ. (50,20 X 668,56 = 33.561,71 X 1/2 =)16.781 ευρώ, και συνολικά 305.462 ευρώ, και Δ) το χρηματικό ποσό των 36.763,23 ευρώ κατατεθειμένο στους προαναφερόμενους δύο τραπεζικούς λογαριασμούς. Επομένως η αξία της κληρονομιάς του διαθέτη ανερχόταν στο συνολικό ποσό των (5.000 + 7.500 + 305.462 + 36.763,23 =) 354.725 ευρώ. Από το ποσό αυτό πρέπει, προς εξεύρεση της καθαρής κληρονομιάς, ..., να αφαιρεθούν: α) Οι δαπάνες κηδείας του διαθέτη, οι οποίες ανήλθαν στο ποσό των 3.417,74 ευρώ, και β) το παθητικό της κληρονομιάς του, ήτοι : 1) χρέος 2.419,53 ευρώ του διαθέτη προς τη Δ.Ο.Υ. Περιστεριού για φόρο εισοδήματος οικονομικού που διεξήγαγε με τη μητέρα της ενάγουσας για το έτος 1997 και 2) οφειλή του 10.000.000 δραχμών, ήδη δε 29.347,02 ευρώ, έναντι του εργολάβου Χ. Τ. ως αμοιβή του για την εκ μέρους του ανέγερση της προαναφερόμενης αυθαίρετης οικοδομής στην … στη θέση "…", αποδεικνυόμενη, ιδίως, από τις ισόποσες 20 συναλλαγματικές εκδόσεως του πιο πάνω εργολάβου και αποδοχής του διαθέτη, τις οποίες ο πρώτος εναγόμενος επικαλείται και νόμιμα προσκομίζει εξοφλημένες από τον ίδιο, αλλά και από τη σχετική, δια της διαθήκης του, περί εξοφλήσεως της οφειλής του αυτής υπόδειξης του διαθέτη προς τον πρώτο εναγόμενο αδελφό του, εν όλω δε το ποσό των (3.417,74 + 2.419,53 + 29.347,02 =) 35.184,29 ευρώ.
Συνεπώς η αξία της καθαρής κληρονομιάς του διαθέτη, επί της οποίας θα υπολογιστεί η νόμιμη μοίρα της ενάγουσας, ανέρχεται σε (354.725 - 35.184,29 =) 319.540,71 ευρώ και εκείνη της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας, που είναι το ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας της, σε (319.540,71 X 1/2 =) 159.770,35 ευρώ. Στην ενάγουσα, σύμφωνα με τα παραπάνω, κατελείφθησαν: Α) με τη διαθήκη του πατέρα της: 1) η έναντι της οικοπεδούχου απαίτησή του να του μεταβιβάσει ως εργολαβική αμοιβή για την ανέγερση της πολυκατοικίας που βρίσκεται στο … επί της οδού … το 1/2 εξ αδιαιρέτου των υπό στοιχεία …, …, …, … και … διαμερισμάτων αξίας, σύμφωνα με τα παραπάνω, 22.050, 15.813, 22.908, 16.452 και 16.781 ευρώ αντιστοίχως και 2) το χρηματικό ποσό των 7.416,12 ευρώ από τους προαναφερόμενους δύο τραπεζικούς λογαριασμούς και Β) εξ αδιαθέτου, το υπόλοιπο μέρος της έναντι της οικοπεδούχου απαιτήσεώς του για την εργολαβική αμοιβή, το οποίο δεν συμπεριέλαβε στη διαθήκη του, να του μεταβιβάσει δηλαδή η οικοπεδούχος, το 1/2 εξ αδιαιρέτου των λοιπών υπό στοιχεία …, …, …, …, … και … διαμερισμάτων αξίας, σύμφωνα με τα παραπάνω, 22.460, 16.129, 22.908, 17.894, 16.845 και 22.941 ευρώ αντιστοίχως.
Συνεπώς η αξία των αντικειμένων που κατελείφθησαν στην ενάγουσα από την κληρονομιά του πατέρα της τόσο δυνάμει της επίδικης διαθήκης του όσον και εξ αδιαθέτου ανέρχεται στο ποσό των (22.050 + 15.813 + 22.908 + 16.452 + 16.781 + 7.416,12 +22.460 + 16.129 + 22.908 + 17.894 + 16.845 + 22.941=) 220.597,12 ευρώ. Το ποσό αυτό υπερκαλύπτει τη νόμιμη μοίρα της ενάγουσας, αποτιμώμενη, σύμφωνα με τα παραπάνω, στο ποσό των 159.770,35 ευρώ, και συνεπώς η ενάγουσα δεν έχει δικαίωμα προς συμπλήρωσή της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, κρίνοντας ομοίως, απέρριψε την αγωγή, ως προς την επικουρική βάση της για τη νόμιμη μοίρα, ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εξετίμησε και συνεπώς οι τέταρτος, πέμπτος και έκτος λόγοι της έφεσης με τους οποίους η ενάγουσα υποστηρίζει τα αντίθετα σε σχέση με τις πιο πάνω παραδοχές είναι αβάσιμοι κατ' ουσίαν και απορριπτέοι.". Με βάση τις πιο πάνω πραγματικές παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν στο σύνολό της την έφεση της εκκαλούσας- ενάγουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή της εναντίον των ήδη πρώτου, τρίτου, τέταρτου και πέμπτης των αναιρεσειόντων ως προς όλες της τις βάσεις κύριες και επικουρικές και ως προς όλα της τα αιτήματα. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αποβιώσας την …1997 στο … είχε πλησιέστερη εξ αίματος συγγενή του την γεννηθείσα το έτος 1986 ενάγουσα θυγατέρα του, που απέκτησε από το γάμο του με την Μ. Ν., ο οποίος λύθηκε το έτος 1987, και ότι αυτός κατέλιπε την από …1996 νομίμως δημοσιευθείσα ιδιόγραφη διαθήκη του με το παραπάνω περιεχόμενο (η οποία κατά τις περιεχόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση ειδικότερες παραδοχές δεν ήταν άκυρη, για τον λόγο ότι ο διαθέτης, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν ανίκανος να συντάξει διαθήκη, διότι έπασχε από ψυχωτική συνδρομή παρανοϊκού τύπου, καθώς όπως έγινε δεκτό κατά τον ένδικο χρόνο ήταν ελεύθερος ψυχωσικών συμπτωμάτων και ήταν ικανός να προβεί στη σύνταξη της ένδικης διαθήκης ούτε για το λόγο ότι αντίκειται στα χρηστά ήθη), καθιστώντας κληρονόμους του τους μεταποβιώσαντες γονείς του, τον πρώτο εναγόμενο ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο αδελφό του, την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα θυγατέρα του και τον μεταποβιώσαντα αδελφό του Α. επί των ως άνω αναφερόμενων δήλων πραγμάτων (ακινήτων και τραπεζικών καταθέσεων) μνημονεύοντας ρητά την επιθυμία του να ολοκληρωθεί η διαδικασία της διανομής των επίκοινων με τον πρώτο αναιρεσίβλητο αδελφό του ακινήτων του από τον τελευταίο, ώστε αυτός (πρώτος αναιρεσίβλητος) και η θυγατέρα του (αναιρεσείουσα) να λάβουν ξεκαθαρισμένα όπως αναφέρει τα διαμερίσματά τους. Ότι ο διαθέτης κατά τον χρόνο το θανάτου του είχε την παραπάνω αναφερόμενη κινητή και ακίνητη περιουσία και ειδικότερα: 1) Ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου μιας ημιυπόγειας οριζόντιας ιδιοκτησίας (αποθήκης -καταστήματος), όπως αυτή περιγράφεται, κείμενη επί της οδού …, του ετέρου 1/2 εξ αδιαιρέτου ανήκοντος στον πρώτο εναγόμενο -αναιρεσίβλητο αδελφό του, 2) ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί ενός αγροτεμαχίου 240 τ.μ. κείμενου στην …, εκτός σχεδίου πόλεως και οικισμού μετά της επ' αυτού τριώροφης οικοδομής, ανεγερθείσας χωρίς άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, αποτελούμενη από έξι διαμερίσματα, μη υπαχθείσας αλλά και μη δυναμένης κατά νόμο να υπαχθεί στο σύστημα της αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας, ως ανεγερθείσα χωρίς άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, μετά την 31-1-1983 επί ακινήτου κείμενου εκτός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή προϋπάρχοντος του έτους 1923 οικισμού, του ετέρου 1/2 εξ αδιαιρέτου ανήκοντος στον πρώτο εναγόμενο - αναιρεσίβλητο αδελφό του, 3) το χρηματικό ποσό των 12.514.690 δραχμών (36.726,89 ευρώ) κατατεθειμένο στον αναφερόμενο λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, 4) το χρηματικό ποσό των 12.385 δραχμών (36,34 ευρώ) κατατεθειμένο στον αναφερόμενο λογαριασμό της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος. Ότι με το αναφερόμενο προσύμφωνο πώλησης ποσοστών εξ αδιαιρέτου και εργολαβικό που καταρτίστηκε μεταξύ της Δ. Δ. αφενός και του διαθέτη και πρώτου εναγόμενου - αναιρεσίβλητου αφετέρου, οι τελευταίοι ανέλαβαν να ανεγείρουν με δικές τους δαπάνες επί του αναφερομένου οικοπέδου που βρίσκεται επί της οδού …, στο …, ιδιοκτησίας τότε της πρώτης των συμβαλλόμενων, πολυώροφη οικοδομή, διεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του Α.Κ., αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο, πρώτο, δεύτερο τρίτο και τέταρτο ορόφους και δώμα, κατά το σύστημα της αντιπαροχής, διαλαμβανόμενης σε αυτό της διαίρεσης της οικοδομής σε αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες κατά τα ειδικότερα καθοριζόμενα σε αυτό και ειδικότερα προβλέφθηκαν ως αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες οι αναφερόμενες υπό στοιχεία … αποθήκη του υπογείου, …, … και … καταστήματα του ισόγειου ορόφου, τα υπό στοιχεία …, …, … και … διαμερίσματα του πρώτου ορόφου, …, …, … και … διαμερίσματα του δεύτερου ορόφου, …, …, …, … και … διαμερίσματα του τρίτου ορόφου, …, …, … και … διαμερίσματα του τέταρτου ορόφου και το δώμα με το δικαίωμα της καθ' ύψος μελλοντικής επέκτασης της οικοδομής, εκ των οποίων συμφωνήθηκε η οικοπεδούχος να παρακρατήσει τις υπό στοιχεία …, …, …, … και … αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες-διαμερίσματα και το δικαίωμα του υψούν που αντιστοιχούν στα 292/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου οι δε εργολήπτες (διαθέτης και πρώτος αναιρεσίβλητος) να λάβουν ως αντάλλαγμα για την ανέγερση της οικοδομής τα λοιπά 708/1000 εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου μετά των λοιπών αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών, όπως καθορίστηκαν στα συνημμένα στο εργολαβικό σχέδια κατόψεως ορόφων και στον πίνακα ποσοστών συνιδιοκτησίας και κατανομής κοινόχρηστων δαπανών, ενώ, περατωθείσης της ανεγέρσεως της οικοδομής το έτος 1979, η οικοπεδούχος με το …1979 συμβόλαιο του αναφερόμενου συμβολαιογράφου, μεταβίβασε στους άνω εργολήπτες κατ' ισομοιρίαν τα 708/1000 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω οικοπέδου μετά των αντιστοιχούντων σε αυτό αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών, κατά τα καθορισθέντα στο εργολαβικό, συμβόλαιο, που μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών την 11-6-1997, ήτοι μετά τον επελθόντα την …1997 θάνατο του διαθέτη και, συνεπώς ,αυτός κατά τον κρίσιμο χρόνο του θανάτου του ούτε το ήμισυ των 708/1000 εξ αδιαιρέτου (354/1000) επί του ως άνω ακινήτου είχε αποκτήσει, ούτε τις αντίστοιχες σε αυτά οριζόντιες ιδιοκτησίες, αφού η μεταβίβασή τους έλαβε χώρα άμα τη μεταγραφή μη ενεργούσης αναδρομικά και ότι, παρά το γεγονός ότι οι άνω εργολήπτες (διαθέτης και πρώτος αναιρεσίβλητος) παρέλαβαν συγχρόνως με την κατάρτιση του ρηθέντος συμβολαίου (1979) από την οικοπεδούχο στη νομή τα ως άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου (708/1000) μετά των αντίστοιχων σε αυτά οριζόντιων, κατά τα άνω, ιδιοκτησιών και την περαιτέρω άτυπη (προφορική) μεταξύ τους διανομή έτσι ώστε να λάβει καθένας εξ αυτών τις αναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες- διαμερίσματα, της αποθήκης και των καταστημάτων του ισογείου, παραμενόντων αδιανεμήτων, η έκτοτε συνεχής έως και το θάνατο του διαθέτη την 21-4-1997 άσκηση της νομής τους, δεν επέφερε την δια τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας κτήση του δικαιώματος κυριότητας, ούτε επί των 708/1000 εξ αδιαιρέτου στο όλο ακίνητο, ούτε επί των οριζόντιων ιδιοκτησιών- διαμερισμάτων που διανεμήθηκαν, ως προς μεν την έκτακτη χρησικτησία, διότι από την 1.3.1979 έως την 21.4.1997 δεν είχε συμπληρωθεί εικοσαετία, ειδικώς δε όσον αφορά τα διαμερίσματα και διότι, εφόσον κατά το διάστημα αυτό δεν είχε συσταθεί ακόμη οριζόντια ιδιοκτησία επειδή δεν είχε μεταγραφεί η πιο πάνω συστατική αυτής συμβολαιογραφική πράξη, η μεταγραφή της οποίας έγινε μετά το θάνατο του διαθέτη, την 11.6.1997, η άσκηση της νομής τους δεν μπορούσε να οδηγήσει στη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, αφού χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου μόνο με δικαιοπραξία του κυρίου ή των συγκυριών του όλου ακινήτου, μπορεί να γίνει και όχι με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, η οποία είναι δυνατή μόνο επί συνεστημένης ήδη χωριστής κυριότητας ορόφου ή διαμερίσματος, ως προς δε την τακτική χρησικτησία, διότι η κατά το πιο πάνω κρίσιμο διάστημα ασκήσεως της νομής παράλειψη μεταγραφής της μεταβιβαστικής των ποσοστών συνιδιοκτησίας του οικοπέδου και συστατικής της οριζόντιας ιδιοκτησίας συμβολαιογραφικής πράξης είχε ως αποτέλεσμα την έλλειψη νόμιμου ή έστω νομιζόμενου τίτλου, η ύπαρξη του οποίου συνιστά αναγκαία, για την κτήση δικαιώματος κυριότητας επί ακινήτου με τακτική χρησικτησία, προϋπόθεση και συνεπώς στην κληρονομιά του διαθέτη δεν υπήρχαν τα δικαιώματα κυριότητας πάνω στις οριζόντιες ιδιοκτησίες της πολυκατοικίας στο …, επί της οδού …, που διέθεσε με την επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη του παρά μόνο η έναντι της οικοπεδούχου ενοχική απαίτησή του, από το πιο πάνω προσύμφωνο πωλήσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό, να του μεταβιβάσει, ως εργολαβικό αντάλλαγμα, το ήμισυ των 708/1000 εξ αδιαιρέτου του όλου οικοπέδου μετά των αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών που αντιστοιχούσαν σε αυτό και μόνο την απαίτησή του αυτή ο διαθέτης μπορούσε εγκύρως, με διάταξη τελευταίας βουλήσεως, να διαθέσει. Ακολούθως, έκρινε ότι ήταν προϊόν πλάνης (περί τα παραγωγικά αίτια) του διαθέτη η διάταξη της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης με την οποία αυτός κατέλιπε στους διαδίκους τις αναφερόμενες σε αυτήν αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες αγνοώντας ότι αυτές δεν είχαν νομίμως συσταθεί, δεχόμενο, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι η εν λόγω διάταξη δεν είναι ακυρώσιμη κατά τη διάταξη του άρθρου 1784 Α.Κ., διότι από το περιεχόμενο της ένδικης διαθήκης προέκυπτε ποιο θα ήταν το περιεχόμενο της πιο πάνω ακυρωτέας διάταξης, αν δεν είχε εμφιλοχωρήσει η πλάνη του διαθέτη, ενόψει του ότι της ακυρώσεως προηγείται η ερμηνεία της και, συνεπώς, ότι αυτή έχρηζε ερμηνείας, ως το κρίσιμο κατά τα άνω περιεχόμενο της σχετικά δηλαδή με το ποια θα ήταν η αληθής βούληση του διαθέτη αν γνώριζε κατά τον χρόνο σύνταξής της ότι δεν είχε αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας πάνω στις αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες της πολυκατοικίας που βρίσκεται στο … και επί της οδού …, επειδή η συστατική της οροφοκτησίας συμβολαιογραφική πράξη δεν είχε μεταγραφεί, αλλά μόνο την έναντι της οικοπεδούχου απαίτησή του ως εργολήπτη για την καταβολή της εργολαβικής του αμοιβής συνισταμένης στη μεταβίβαση του ημίσεος των 708/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου μετά των αντιστοιχούντων σε αυτά αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών. Μετά δε την κρίση του αυτή το Εφετείο προσέφυγε στην ερμηνεία της διαθήκης και ως προς τα άνω ζητήματα αναζήτησε, με τη χρησιμοποίηση στοιχείων μέσα από το περιεχόμενο της διαθήκης, την αληθή βούληση του διαθέτη, την οποία ανελέγκτως επίσης έκρινε ότι ήταν η κατάλειψη στους με αυτήν εγκατάστατους της έναντι της οικοπεδούχου απαίτησής του ως εργολήπτη για την καταβολή της εργολαβικής του αμοιβής, δηλαδή της μεταβίβαση του ημίσεος των 708/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου μετά των αντιστοιχούντων σε αυτά αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών, και συνεπώς καθένας από τους εγκατάστατους λαμβάνει αντί της μη υπάρχουσας στην κληρονομιά αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας, την αντίστοιχη απαίτηση του διαθέτη προς μεταβίβασή της και έτσι σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένδικης ιδιόγραφης διαθήκης, ο διαθέτης κατέλιπε α) στην ενάγουσα το χρηματικό ποσό των 7.416,12 ευρώ από τους προαναφερόμενους δύο τραπεζικούς λογαριασμούς, και την απαίτηση έναντι της οικοπεδούχου για μεταβίβαση ως εργολαβικού ανταλλάγματος, του 1/2 εξ αδιαιρέτου των υπό στοιχεία …, …, …, … και … αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών- διαμερισμάτων της πολυκατοικίας που βρίσκεται στο …, επί της οδού …, και όχι της πλήρους κυριότητας αυτών, όπως είχε σχηματίσει την εσφαλμένη πεποίθηση, διότι κατά το έτερο ήμισυ ανήκε στον πρώτο αναιρεσίβλητο αδελφό του ως συνεργολήπτη της, β) στον πρώτο αναιρεσίβλητο αδελφό του, την απαίτησή του έναντι της οικοπεδούχου για μεταβίβαση του 1/2 εξ αδιαιρέτου των υπό στοιχεία …, …, … και … αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών - αποθήκης και καταστημάτων της πολυκατοικίας που βρίσκεται στο …, επί της οδού …, το 1/2 εξ αδιαιρέτου της ημιυπόγειας αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας- αποθήκης, επιφάνειας 46,15 τετρ. μέτρων που βρίσκεται στην Αθήνα, επί της οδού …, και το ποσό των 10.000.000 δραχμών, ήδη 29.347,02 ευρώ, από τους προαναφερόμενους δύο τραπεζικούς λογαριασμούς, γ) στους γονείς του Φ. Σ. και Ι. Σ. : το 1/2 εξ αδιαιρέτου του περιγραφόμενου αγροτεμαχίου που βρίσκεται στην …, εκτός σχεδίου πόλεως και οικισμού, μετά του αυθαιρέτου τριώροφου κτίσματος που έχει ανεγερθεί σε αυτό και την απαίτηση έναντι της οικοπεδούχου για μεταβίβαση ως εργολαβικού ανταλλάγματος, του 1/2 εξ αδιαιρέτου της υπό στοιχείο … αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας- διαμερίσματος της πολυκατοικίας που βρίσκεται στο …, επί της οδού …, την οποία χρησιμοποιούσε εν ζωή ως κατοικία του και όχι της πλήρους κυριότητας αυτής, όπως είχε σχηματίσει την εσφαλμένη πεποίθηση, διότι κατά το έτερο ήμισυ ανήκε στον πρώτο αναιρεσίβλητο αδελφό του ως συνεργολήπτη της και δ) στον έτερο αδελφό του Α. Σ. με τη μορφή καταπιστεύματος την απαίτησή του έναντι της οικοπεδούχου για μεταβίβαση του 1/2 εξ αδιαιρέτου της ανωτέρω υπό στοιχεία … αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας- διαμερίσματος της πιο πάνω πολυκατοικίας για τον χρόνο μετά τον θάνατο των γονέων τους, ενώ, εκτός της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης του, ο διαθέτης άφησε την απαίτησή του έναντι της οικοπεδούχου για μεταβίβαση, ως εργολαβικού ανταλλάγματος, του 1/2 εξ αδιαιρέτου των λοιπών οριζόντιων ιδιοκτησιών διαμερισμάτων της πολυκατοικίας που βρίσκεται στο …, επί της οδού …, ήτοι των ανωτέρω υπό στοιχεία …, …, …, …, … και …, έχοντας σχηματίσει την εσφαλμένη πεποίθηση ότι αυτές με την προφορική άτυπη διανομή του 1979 είχαν περιέλθει εξ ολοκλήρου στην κυριότητα του πρώτου εναγόμενου αδελφού του, απαίτηση ως προς την οποία και χώρησε η εξ αδιαθέτου διαδοχή, με συνέπεια αυτή να περιέλθει στην ενάγουσα, ως θυγατέρα του διαθέτη και μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμο του στην πρώτη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής.
Συνεπώς οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους αποδίδονται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλομένη απόφαση οι εκ του αριθμού 1α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες της ευθείας παραβάσεως των άρθρων 1784, 140 επ., 173 και 1813 επ. Α.Κ., που εφαρμόστηκαν, συνισταμένων στο ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία των άνω διατάξεων έκρινε ότι ο διαθέτης διατελούσε σε πλάνη περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεώς του, θεωρώντας ότι αυτός από πλάνη αγνοούσε τη μη νόμιμη σύσταση των οριζόντιων ιδιοκτησιών και ότι η ένδικη διάταξη της ιδιόγραφης διαθήκης με την οποία αυτός κατέλειψε στους εγκατάστατους τις ρηθείσες αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες της επί της οδού …, πολυκατοικίας έχρηζε ερμηνείας, ενώ, όπως προκύπτει από το παρατιθέμενο σε αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) κείμενο της διαθήκης, ο διαθέτης γνώριζε ότι δεν είχε αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας πάνω σε αυτές, ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία της διαθήκης, εφάρμοσε τις περί εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής διατάξεις των άρθρων 1813 επ. Α.Κ. ως προς τα διαμερίσματα που δεν αναφέρονται ρητώς στη διαθήκη και όχι βάσει του περιεχομένου της διαθήκης και, τέλος, ότι εσφαλμένα έγινε δεκτό ότι η διαθήκη αναφέρεται μόνο στα συγκεκριμένα διαμερίσματα που ρητώς αναφέρει, ενώ στην πραγματικότητα ο διαθέτης διέθεσε με τη διαθήκη όλα του τα δικαιώματα στη ρηθείσα πολυκατοικία είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθώς πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με την ύπαρξη της ρηθείσης πλάνης περί τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως του διαθέτη και της ανάγκης ερμηνείας της ένδικης διάταξης της διαθήκης προς ανεύρεση της αληθούς βουλήσεως του διαθέτη, ως προς την οποία, επίσης ανέλεγκτα, έκρινε ότι ήταν η ανωτέρω, προκύπτουσα από το περιεχόμενο της διαθήκης, και, τέλος, την, επίσης ανέλεγκτη, κρίση του ότι ο διαθέτης με τη διαθήκη του κατέλιπε συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία και ότι, πέραν της διατεθείσης με αυτήν περιουσίας, υπήρξε και άλλη, ως προς την οποία χώρησε η εξ αδιαθέτου διαδοχή, με συνέπεια αυτή (αδιάθετη με την διαθήκη περιουσία) να περιέλθει στην ήδη αναιρεσείουσα θυγατέρα του διαθέτη ως μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμο του στην πρώτη τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής. Επειδή, η μεν νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη δηλαδή με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου ουσιαστικού κανόνα δικαίου, ελέγχεται αναιρετικώς ως παραβίαση από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεως του περί της νομικής επάρκειας της αγωγής αξίωσε περισσότερα πραγματικά στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε ολιγότερα, ενώ, αντιθέτως, η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος αυτής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 8 ή 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π. 18/1998, Α.Π. 61/2025).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι, αν η αγωγή απερρίφθη λόγω ποσοτικής ή νομικής αοριστίας, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως και, ως εκ τούτου , να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ή 14 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής (Α.Π. 918/2012).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία η αγωγή ως προς το αίτημά της να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος-αναιρεσίβλητος να αποδώσει στην ενάγουσα το 1/2 εξ αδιαιρέτου των υπό στοιχεία …, …, …, …, … και … διαμερισμάτων κρίθηκε ως έχουσα χαρακτήρα διεκδικητικής - και όχι περί κλήρου - αγωγής στηριζόμενης στην εξ αδιαθέτου διαδοχή και ως τέτοια απορρίφθηκε ως αόριστη, διότι η ενάγουσα- αναιρεσείουσα δεν επικαλείται στο δικόγραφό της, ως όφειλε, αποδοχή της κληρονομιάς με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή άλλο δημόσιο έγγραφο και μεταγραφή , η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1α Κ.Πολ.Δ., στην οποία φέρεται να υπέπεσε το εν λόγω Δικαστήριο, συνισταμένη στην εσφαλμένη εκτίμηση της αγωγής ως διεκδικητικής (άρθρα 1094 επ. Α.Κ.).
Πλην, όμως, στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται κανένα περιστατικό της ιστορικής βάσεως της εν λόγω αγωγής, θεμελιωτικό του ασκηθέντος δι' αυτής δικαιώματος, ώστε από την παραβολή του περιεχομένου της αγωγής και των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα τα τελευταίας. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι, απαράδεκτος λόγω αοριστίας.
Επειδή, κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν, από τις αιτιολογίες, δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 12-13/95). Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας, δεν ιδρύεται δε όταν το δικαστήριο δεν υπεισήλθε στην έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως κτλ, αλλά τις απέρριψε ως απαράδεκτες για τυπικούς λόγους ή ως μη νόμιμες, διότι στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή αυτών (Α.Π. 101/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ του πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1094 επ. Α.Κ. καταλήγοντας, με ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία, στο συμπέρασμα ότι ο πρώτος εναγόμενος κατακρατεί όχι ως κληρονόμος, αλλά παρανόμως το 1/2 εξ αδιαιρέτου επί των ως άνω διαμερισμάτων που ο διαθέτης δεν συμπεριέλαβε ρητά στην επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη του χαρακτηρίζοντας το σχετικό αίτημα της αγωγής, ως αίτημα διεκδικητικής αγωγής. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του, δεν ερεύνησε κατ' ουσίαν το σχετικό αυτό αίτημα της αγωγής της αναιρεσείουσας, αλλά το απέρριψε, λόγω αοριστίας.
Με τους έκτο και έβδομο λόγους αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι εκ των αριθμ. 1α και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες της ευθείας και εκ του πλαγίου παραβάσεως των διατάξεων των άρθρων 953, 954, 1002 και 1117 Α.Κ., 14 ν. 3741/1929 και 1 και 2 ν.δ. 1024/1971, στις οποίες φέρεται να υπέπεσε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συνισταμένες στο ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων και με ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχτηκε ότι με την μεταγραφή μόνο του υπ' αριθμ. …1979 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου … Α. Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα στις 11-6-1997, στα βιβλία μεταγραφών, όπου δεν υπάρχουν περιγραφές των επιμέρους διαμερισμάτων, αλλά με παραπομπή σε άλλο (μη μεταγεγραμμένο) συμβόλαιο, ήτοι το προσύμφωνο -εργολαβικό, συστήθηκαν νόμιμα οι αναφερόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες. Οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι, ως ερειδόμενοι επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθώς τέτοιες παραδοχές δεν περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, κατά τα ανωτέρω, απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το αίτημα της αγωγής της αναιρεσείουσας περί αναγνώρισης της μη συστάσεως των ένδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών της επί της οδού …, στο … κείμενης πολυώροφης οικοδομής για τον λόγο ότι με και από τη μεταγραφή του ως άνω υπ' αριθμ. …1979 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου … Α. Λ., που έγινε μετά το θάνατο του διαθέτη, στις …1997, η πολυκατοικία που βρίσκεται στο …, επί της οδού …, υπήχθη στο σύστημα της οροφοκτησίας των άρθρων 1002, 1117 Α.Κ. και ν. 3741/1929 και έλαβαν υπόσταση οι αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες που καθορίζονται σε αυτό, οι οποίες και στη συστατική τους συμβολαιογραφική πράξη επαρκώς καθορίζονται (άνευ ανάγκης χρήσεως πανηγυρικών εκφράσεων) και η πράξη αυτή έχει νομίμως μεταγραφεί, ανεξαρτήτως του ότι η μεταγραφή της έγινε μετά τον θάνατο του διαθέτη, που είχε συμπράξει στην κατάρτισή της, χωρίς να γίνεται παραπομπή με αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) στο μη μεταγεγραμμένο προσύμφωνο για το καθορισμό και τη περιγραφή των επιμέρους οριζόντιων ιδιοκτησιών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα. Ακολούθως, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4624/2017 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος, στα δικαστικά έξοδα των πρώτου, τρίτου, τέταρτου και πέμπτης των αναιρεσίβλητων, που εκπροσωπήθηκαν από κοινό πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και κατά τα οριζόμενα στον διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-12-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4624/2017 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των πρώτου, τρίτου, τετάρτου και πέμπτης των αναιρεσίβλητων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Δεκεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ