ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 591/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 591/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 591/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 591 / 2026    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 591/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Θεοφάνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη - Εισηγήτρια, Αναστασία Καραμανίδου, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 15 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ :

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Α. Τ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Ηλιάδου - Καραγιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Μ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Μανωλάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11250/2022 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1945/2023 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως , ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-2-2024 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 20-2-2024 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, κατά την τακτική διαδικασία και κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 1945/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατ' επιτρεπτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, έχει ως εξής: Με την από 9-7-2020 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ιστορούσε ότι είναι αποκλειστικός κύριος του αναφερόμενου και λεπτομερώς περιγραφόμενου κατά θέση, έκταση, όρια και Κ.Α.Ε.Κ. ακινήτου - οριζόντιας ιδιοκτησίας, του τρίτου ορόφου της επί οδού …, της …, κείμενης πολυώροφης οικοδομής, που απέκτησε με πρωτότυπο τρόπο, ως νεμόμενος αυτό με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, από τον μήνα … του έτους 1992, που απέκτησε τη νομή του, δυνάμει άτυπης σύμβασης πωλήσεως από τον Κ. Μ., ο οποίος, ως εργολάβος οικοδομών, δυνάμει του αναφερόμενου εργολαβικού συμβολαίου, ανέλαβε την ανέγερση οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής επί του ένδικου οικοπέδου και η επίμαχη οριζόντια ιδιοκτησία ήταν μέρος του εργολαβικού του ανταλλάγματος, λαβούσας χώρας της σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας επί της εν λόγω οικοδομής με το αναφερόμενο συμβόλαιο, και για είκοσι και πλέον έτη, μέχρι τις 7-7-2020, χρησιμοποιώντας το ως κύρια κατοικία του ίδιου και της οικογένείας του. Ότι το έτος 1999, με επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος της περιουσίας του ως άνω δικαιοπαρόχου του, επιβλήθηκε επί του ένδικου ακινήτου αναγκαστική κατάσχεση και εκπλειστηριάσθηκε αναγκαστικά με την αναφερόμενη έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού, ενώ με την υπ' αριθμ. .../2008 περίληψη κατακυρωτική έκθεση της αναφερόμενης συμβολαιογράφου το κατασχεθέν ακίνητο κατακυρώθηκε στον εναγόμενο, ο οποίος καταχώρησε περίληψη αυτής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς, στις 10-11-2017, ωστόσο ο τελευταίος έκτοτε και μέχρι τις 8-7-2020, που τον απέβαλε (ενάγοντα) και εγκαταστάθηκε ο ίδιος στο επίδικο, επισπεύδοντας εις βάρος του αναγκαστική εκτέλεση με βάση τη ρηθείσα περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, που κηρύχθηκε τίτλος εκτελεστός με το αναφερόμενο απόγραφο, συνταχθείσης προς τούτο της αναφερόμενης έκθεση βίαιης αποβολής και εγκατάστασης, ουδέποτε απέκτησε τη νομή και κατοχή, αλλά ούτε και την κυριότητα επί της επίμαχης οριζόντιας ιδιοκτησίας, δεδομένου ότι κατά τον χρόνο καταχώρησης της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης στα κτηματολογικά βιβλία του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς, στις 10-11-2017, ο ίδιος είχε ήδη καταστεί κύριος αυτής με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ζήτησε να αναγνωριστεί ο ίδιος κύριος του επίδικου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του το αποδώσει. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη. Ασκηθείσης εφέσεως εκ μέρους του ηττηθέντος ενάγοντος εκδόθηκε από το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν.

Κατά το άρθρο 1045 Α.Κ. για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή, η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, εάν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976-978 και 983 Α.Κ. ή σε πρωτότυπο τρόπο με την κατάληψη του ακίνητου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε άλλος όρος για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) (Α.Π. 121/2022, Α.Π. 238/2021). H ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτή προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο αυτής, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα. Εκείνος όμως που εξουσιάζει το πράγμα για μια εικοσαετία γίνεται, κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ανεξαρτήτως αν είχε και την πεποίθηση ότι είχε την κυριότητα. Άσκηση της νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσίασης τούτου, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου. Τέτοιες πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση, η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμηση, η ένταξή του στην υποβαλλόμενη προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ. δήλωση ακίνητης περιουσίας (Ε9), χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας και, εφόσον πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο, η αποδοχή της κληρονομίας ως και η μεταγραφή της, η πληρωμή φόρων. Μόνη η σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης ή άλλων νομικών πράξεων ή η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, δεν αποτελεί πράξη νομής, εάν δεν συνδυάζεται και με άλλες εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο (Α.Π. 482/2024, Α.Π. 515/2023, Α.Π. 1555/2021, Α.Π. 793/2021, Α.Π. 416/2020).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 980 και 982 Α.Κ., σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες των άρθρων 974 και 1045 Α.Κ. προκύπτει ότι όποιος άρχισε να κατέχει στο όνομα άλλου, όπως είναι π.χ. ο χρησάμενος ή ο κατά παράκληση λαβών, τεκμαίρεται ότι, όσο διατηρεί την κατοχή κατέχει στο όνομα άλλου, δηλαδή, ασκεί τη νομή του πράγματος όχι για λογαριασμό του, αλλά για λογαριασμό του νομέα (χρήστη κλπ), δεν μπορεί δε να αποκτήσει την κυριότητα του πράγματος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, παρά μόνο εφόσον αντιποιηθεί τη νομή του πράγματος και συντρέξουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις του άρθρου 1045 Α.Κ., μάλιστα δε, στην περίπτωση ακινήτου η νομή δεν χάνεται για τον νομέα, προτού λάβει γνώση της αντιποίησης της νομής από τον κάτοχο που νεμόταν για λογαριασμό του, το δε τεκμήριο της νομής του άρθρου 980 παρ.2 Α.Κ. έχει εφαρμογή όχι μόνο κατά τη διάρκεια της έννομης σχέσης (π.χ. χρησιδανείου), που συνδέει τον κάτοχο με τον νομέα, αλλά και μετά τη λήξη αυτής, εφόσον ο κάτοχος εξακολουθεί να κατέχει το πράγμα (Α.Π. 416/2020).

Έτι περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 810 Α.Κ. προκύπτει, ότι με τη σύμβαση χρησιδανείου, ο χρήστης παραχωρεί στον χρησάμενο, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, χωρίς αντάλλαγμα, πράγμα κινητό ή ακίνητο, ο τελευταίος δε έχει την υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα στον χρήστη μετά τη λήξη της σύμβασης. Ο όρος παραχώρησης της χρήσης χωρίς αντάλλαγμα είναι ουσιώδης, διότι, αν συμφωνήθηκε "αντάλλαγμα", η σύμβαση αυτή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως χρησιδάνειο, αλλά, συνήθως, ή ως μίσθωση ή άλλη μικτή σύμβαση μη ρυθμιζόμενη πάντως από τις διατάξεις περί χρησιδανείου. Ως αντάλλαγμα, θεωρείται κάθε παροχή, που λαμβάνει ο χρήστης δυνάμει της συμβάσεως, καθώς και κάθε ωφέλεια, που έχει αυτός από τη χρήση του πράγματος από τον χρησάμενο, εφόσον αυτή, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις είναι τόσο σημαντική, που να αφαιρεί από την πράξη του χρήστη τον χαρακτήρα της αγαθοσύνης, που οριοθετεί το χρησιδάνειο από τις άλλες συμβάσεις. Το χρησιδάνειο καταρτίζεται με σύμβαση μεταξύ του χρήστη και του χρησάμενου, η οποία δεν υπόκειται σε κανένα τύπο και μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από πράξεις των συμβαλλόμενων και, ανάλογα με το περιεχόμενο της σύμβασης, τη φύση της συγκεκριμένης χρήσης και, γενικώς, των περιστάσεων, η παροχή του χρήστη συνίσταται συνήθως σε πράξη αυτού και ειδικότερα, στην παράδοση του πράγματος, δηλαδή της φυσικής εξουσίας επ' αυτού, αλλά δεν αποκλείεται να συνίσταται και σε παράλειψη ή ανοχή του χρήστη και μπορεί να συναφθεί είτε για αόριστο, είτε για ορισμένο χρόνο (Α.Π. 1133/2018).

Εξάλλου, επειδή οι διατάξεις των άρθρων 816 επ. Α.Κ. που ρυθμίζουν το είδος και τη διάρκεια της χρήσης του χρησιδανειζόμενου πράγματος είναι ενδοτικού δικαίου, είναι δυνατό να συμφωνηθεί στην οικεία σύμβαση χρησιδανείου ότι ο χρήστης μπορεί να αναζητήσει την επιστροφή του πράγματος οποτεδήποτε το θελήσει, οπότε ο χρησάμενος, άσχετα αν έκανε ή όχι χρήση αυτού, υποχρεούται σε άμεση παράδοση, ακόμη και αν δεν ολοκλήρωσε τη χρήση του. Ο χρησάμενος δεν αποκτά τη νομή επί του πράγματος, αλλά μόνο την κατοχή αυτού και ασκεί τη νομή, η οποία παραμένει στο χρήστη, στο όνομα του τελευταίου (Α.Π. 442/2025, Α.Π.1133/2018).

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1α Κ.Πολ.Δ., αναιρετικός λόγος για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 10/2011 Ολ.Α.Π. 7/2006). Αν το δικαστήριο αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 4/2018). Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κτλ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (Ολ.Α.Π. Ολ.Α.Π.10/2011, Α.Π. 1717/2022, Α.Π. 652/2022). Επιπλέον, λόγος αναίρεσης ιδρύεται από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Α.Π. 175/2020). Η ως άνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος από αυτήν, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για τον λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (Α.Π 717/2023, Α.Π. 664/2023, Α.Π. 76/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση οι παραδοχές στις οποίες το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στήριξε την εκφερθείσα κρίση του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της προσβαλλόμενης αποφάσεως είναι οι ακόλουθες: "Το επίδικο ακίνητο είναι μία οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα που βρίσκεται στον 3° όροφο μίας πολυώροφης οικοδομής κτισμένης σε οικόπεδο ευρισκόμενο στο με αριθμό … οικόπεδο του … Ο.Τ. του Δήμου … επί της οδού …, εμβαδού μικτού 92,42 τ.μ., καθαρού δε 66,45 τ.μ., στην οποία αντιστοιχεί ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο 152,54/1000 εξ αδιαιρέτου, και έχει καταχωρισθεί στο οικείο φύλλο του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς ως οριζόντια ιδιοκτησία με Κ.Α.Ε.Κ. … Οι αρχικοί συγκύριοι του οικοπέδου, στο οποίο κείται το επίδικο, Δ. Μ. του Ν., δικαιούχος πλήρους κυριότητας κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, Α. συζ. Ν. Μ., επικαρπώτρια ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου και Γ. Μ. του Ν. δικαιούχος ψιλής κυριότητας ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου, προκειμένου να αξιοποιήσουν το ακίνητό τους συμφώνησαν με τον εργολάβο οικοδομών Κ. Μ. του Α. την ανέγερση επ' αυτού πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, συντασσομένου προς τούτο του υπ' αριθμ. …/1989 εργολαβικού προσυμφώνου, σύμφωνα με τις διατάξεις ν. 3741/1929 και τα αρ. 1002 και 1117 του Α.Κ. Πράγματι, κατόπιν έκδοσης της υπ' αριθμ. …/1989 άδειας οικοδομής του Γραφείου Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, ανεγέρθηκε οικοδομή αποτελούμενη από πυλωτή, πέντε ορόφους και δώμα. Με το προαναφερόμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο οι οικοπεδούχοι ανέλαβαν την υποχρέωση να πουλήσουν στον εργολάβο ή σε τρίτα υπ' αυτόν υποδειχθησόμενα πρόσωπα διαιρετούς χώρους της οικοδομής που αντιστοιχούν σε ποσοστό 557,62/1000 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου ως εργολαβικό αντάλλαγμα, παρακρατώντας για τους ίδιους ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο 422,38/1000 εξ αδιαιρέτου, που αντιστοιχούν στην αντιπαροχή τους. Μεταξύ των παραπάνω ποσοστών που υποσχέθηκαν οι οικοπεδούχοι να μεταβιβάσουν στον εργολάβο ή σε τρίτα πρόσωπα, που αυτός θα υποδείκνυε, σύμφωνα με το προαναφερόμενο εργολαβικό προσύμφωνο είναι και ποσοστό 152,54/1000 εξ αδιαιρέτου που αντιστοιχεί στο επίδικο διαμέρισμα, το οποίο τελικά, με το υπ' αριθμ. …1994 συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου … Σ. Π. - Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμαριάς στον τόμο … και με αριθμό …, με το οποίο μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα στον ανωτέρω εργολάβο το επίδικο ήτοι ένα διαμέρισμα που βρίσκεται στον 3° όροφο της ως άνω οικοδομής, εμβαδού μικτού 92,42 τ.μ. , καθαρού δε 66,45 τ.μ., στο οποίο αντιστοιχεί ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο 152,54/1000 εξ αδιαιρέτου, και έχει καταχωρισθεί στο οικείο φύλλο του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς ως οριζόντια ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ ... Μετά την υπογραφή του συμβολαίου, εγγράφηκαν στο επίδικο διαμέρισμα διάφορα βάρη για εξασφάλιση απαιτήσεων εις βάρος του ως άνω εργολάβου οικοδομών Κ. Μ., αναγκαστικές κατασχέσεις και αναγγελίες δανειστών, και συγκεκριμένα: α) η από 24.04.1995 προσημείωση υποθήκης για απαίτηση ποσού 40.000.000 δρχ υπέρ της Τράπεζας Πειραιώς που τράπηκε σε υποθήκη στις 17.07.2008, β) η από 29.10.2001 προσημείωση υποθήκης για απαίτηση ποσού 110.000.000 δρχ υπέρ της Τράπεζας Πειραιώς που τράπηκε σε υποθήκη στις 17.07.2008, γ) η από 05.05.2005 προσημείωση υποθήκης για απαίτηση ποσού 30.000 ευρώ υπέρ της Τράπεζας EFG EUROBANK ERGASIAS, που τράπηκε σε υποθήκη στις 22.09.2005, δ) η από 30.06.2006 προσημείωση υποθήκης για απαίτηση ποσού 100.000 ευρώ υπέρ της ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑΣ, που τράπηκε σε υποθήκη στις 08.08.2006, ε) η από 07.07.2006 αναγκαστική κατάσχεση με επισπεύδον το Ταμείο Είσπραξης Εσόδων Ι.Κ.Α. Θεσσαλονίκης για ποσό 37.838,46 ευρώ, στ) η από 11-06-2009 αναγκαστική κατάσχεση της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης για ποσό 6.280.787,51 ευρώ, ζ) η από 14.12.2010 αναγκαστική κατάσχεση της Δ.Ο.Υ. Καλαμαριάς για ποσό 182.872,40 ευρώ, η) η από 18.07.2006 δήλωση αναγγελίας απαίτησης ποσού 100.000 ευρώ (επέχουσας θέσης κατάσχεσης) από την ΕΚΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ETAΙPΙA ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ, θ) η από 21.12.2006 δήλωση αναγγελίας απαίτησης ποσού 30.000 ευρώ (επέχουσας θέσης κατάσχεσης) από τον Κ. Κ., ι) η από 18.01.2008 δήλωση αναγγελίας απαίτησης ποσού 100.000 ευρώ (επέχουσας θέσης κατάσχεσης) από την ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ, ια) η από 18.01.2008 δήλωση αναγγελίας απαίτησης ποσού 15.000 ευρώ (επέχουσας θέσης κατάσχεσης) από την ΑΛΦΑ ΛΗΖΙΝΓΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΕΩΣ, ιβ) η από 08.01.2007 δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού με επισπεύδοντα τον Κ. Κ., για ποσό 124.000 ευρώ, ιγ) η από 11.06.2008 δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού με επισπεύδουσα την ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ για ποσό 195.662,48 ευρώ, ιδ) η από 31.10.2005 αγωγή του αρ. 6 του Ν. 2664/1998 με ενάγοντα τον Π. Κ., ιε) η από 16.12.2005 αγωγή του αρ. 6 του Ν. 2664/1998- αναγγελία απαίτησης επέχουσα θέση κατάσχεσης με ενάγοντα τον Π. Κ. και ιστ) η από 17.01.2006 αγωγή του αρ. 6 του Ν. 2664/1998 - δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού με ενάγοντα τον Π. Κ. Το επίδικο, δυνάμει της υπ' αριθμ. …1999 έκθεσης κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο … Ν. Ρ., κατασχέθηκε αρχικά αναγκαστικά με επίσπευση αρχικά του Α. Π. του Σ. και στη συνέχεια α) με επίσπευση του Π. Κ. με την υπ' αριθμ. …2006 πράξη δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου … Ι. Χ.-Μ., β) με επίσπευση του Κ. Κ. με την υπ' αριθμ. ...2007 πράξη δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού της ιδίας συμβολαιογράφου, και γ) με επίσπευση της Τράπεζας Πειραιώς με την υπ' αριθμ. ...2008 πράξη δήλωσης συνέχισης πλειστηριασμού της ιδίας συμβολαιογράφου δυνάμει και σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. …/2007 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. …2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου … Δ. Κ. Ακολούθως εκπλειστηριάστηκε αναγκαστικά ενώπιον της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου στις 23.07.2008 και σύμφωνα με την υπ' αριθμ. …/2008 έκθεση και κατακυρώθηκε στο όνομα του τελευταίου υπερθεματιστή Μ. Λ. (εφεσίβλητου), συνταχθείσας της υπ' αριθ. …/2008 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης, που καταχωρήθηκε στο οικείο ΚΑΕΚ … στις …2017 με αριθμό καταχώρισης ... Η παραπάνω περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης κηρύχθηκε εκτελεστός τίτλος με το υπ' αριθμ. …2020 πρώτο εκτελεστό απόγραφο της συμβολαιογράφου … Δ. Χ., το οποίο επιδόθηκε στον εκκαλούντα στις 30-06-2020 και εν συνεχεία αποβλήθηκε ο τελευταίος στις 8-7-2020 συνταχθείσας προς τούτο της υπ' αριθμ. …2020 έκθεση βιαίας αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου … Α. Ι. Εν συνεχεία αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών - ενάγων διατηρούσε ατομική επιχείρηση με δραστηριότητα τις χωματουργικές εργασίες και κατασκευές έργων, συνεργάζονταν δε επαγγελματικά με τον ως αν εργολάβο οικοδομών και εργολήπτη δημοσίων έργων, Κ. Μ., αναπτύσσοντας μία στενή φιλική και οικογενειακή σχέση. Λόγω της μεταξύ τους επαγγελματικής και φιλικής σχέσης, το καλοκαίρι του έτους 1992 ο Κ. Μ. παραχώρησε κατά χρήση το επίδικο διαμέρισμα στον εκκαλούντα, χωρίς αντάλλαγμα, ο οποίος, παρακλητική τη σχέση, εγκαταστάθηκε σ' αυτό με την οικογένειά του, χρησιμοποιώντας το ως κύρια κατοικία, με διάνοια κατόχου. Στα πλαίσια της σχέσης αυτής τοποθέτησε στο επίδικο δάπεδα, κουφώματα εσωτερικά και εξωτερικά, είδη υγιεινής και κουζίνα, έκλεισε ημιυπαίθριο χώρο, δημιουργώντας επιπλέον δωμάτιο, και προέβη στην ηλεκτροδότηση και στην υδροδότηση αυτού. Συνέχισε δε να διαμένει σ' αυτό, δυνάμει της ίδιας παρακλητικής σχέσης, μέχρι και τη διενέργεια του πλειστηριασμού το έτος 2008 και, στη συνέχεια, μέχρι το θάνατο του Κ. Μ. το Νοέμβριο του έτους 2015, οπότε άλλαξε τη διάνοιά του, ισχυριζόμενος ότι κατέστη κύριος τούτου με έκτακτη χρησικτησία. Η παραχώρηση του επιδίκου στον εκκαλούντα χωρίς αντάλλαγμα, πέραν των δαπανών αποπεράτωσής του, από τον Κ. Μ., επιβεβαιώνεται από τις στενές σχέσεις που διατηρούσαν, αφού ο πρώτος ήταν ουσιαστικά το δεξί του χέρι για τριάντα και πλέον έτη, εκτελώντας έργα για λογαριασμό του, ακόμη και μετά την ανακύψασα οικονομική δυσχέρεια του τελευταίου, εξαιτίας της οποίας, εκπλειστηριάσθηκε όλη η ακίνητη περιουσία του. Ο ίδιος (Κ. Μ.) εξάλλου, είχε παραχωρήσει σε άλλον στενό συνεργάτη του (οικογένεια Χ.), ένα διαμέρισμα επί της οδού ... στους …, το οποίο εκπλειστηριάσθηκε και κατακυρώθηκε και πάλι στο εφεσίβλητο - εναγόμενο. Ο εκκαλών - ενάγων με την αγωγή του ισχυρίζεται ότι πριν την ανωτέρω μεταβίβαση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου στον Κ. Μ., ήδη από τις αρχές του έτους 1992 οι οικοπεδούχοι παρέδωσαν στον τελευταίο τη νομή των διαιρετών χώρων της οικοδομής που αντιστοιχούσαν στο εργολαβικό αντάλλαγμα, μεταξύ των οποίων και το επίδικο διαμέρισμα, και ότι εν συνεχεία τον Αύγουστο του ιδίου έτους συμφώνησε με αυτόν προφορικά την πώληση του ακινήτου και του παρέδωσε τη νομή του αντί τιμήματος ποσού 6.500.000 δρχ., έναντι του οποίου προκατέβαλε ποσό 2.000.000 δρχ. και το υπόλοιπο εξόφλησε ολοσχερώς το έτος 1995, επομένως κατά τον χρόνο της κατακύρωσης του επίδικου διαμερίσματος στον εναγόμενο, ο ίδιος είχε αποκτήσει την κυριότητα αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενος αυτό για περισσότερο από 20 έτη, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί από κανέναν.

Πλην, όμως, τα ανωτέρω δεν αποδεικνύονται αληθινά. Τούτο δε διότι, εάν μεταξύ του εκκαλούντος και του Κ. Μ., είχε καταρτιστεί άτυπη πώληση του επιδίκου, ήδη από το έτος 1992, στα πλαίσια της οποίας του παρέδωσε τη νομή του, δεν θα προέβαινε αφενός στην κατάρτιση του υπ' αριθ. …/1994 συμβολαίου πώλησης προς τον ίδιο και αφετέρου στην επιβάρυνσή του με όλα τα προαναφερόμενα βάρη, γεγονός που καταδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ουδέποτε αποξενώθηκε από τη νομή, ούτε παραιτήθηκε από την κυριότητά του, αλλά ούτε είχε πρόθεση να το πουλήσει στον εκκαλούντα, αντίθετα συνέχισε να νέμεται αυτό ως αποκλειστικός κύριος, με αντιπρόσωπο στη νομή του τον τελευταίο (εκκαλούντα). Εάν είχε πράγματι την πρόθεση να μεταβιβάσει την κυριότητα του επιδίκου στον εκκαλούντα, θα είχε πράξει τούτο το έτος 1994, πριν ακόμη εγγραφούν σ' αυτό τα ως άνω βάρη, εφόσον ο εκκαλών, ήδη από το έτος 1992, διέμενε σε αυτό με την οικογένειά του. Οι καταθέσεις των μαρτύρων που επικαλείται ο εκκαλών για την απόδειξη του ισχυρισμού του, ήτοι ότι κατέβαλε στον Κ. Μ., για εξόφληση του τιμήματος ποσού 6.500.000 δραχμών, το ποσό των 2.000.000 δραχμών το έτος 1992 και το ποσό των 4.500.000 δραχμών έως το έτος 1995 δεν κρίνονται πειστικές, δεδομένου ότι δεν επιβεβαιώνονται από άλλα αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, δεν προσκομίζονται αποδείξεις πληρωμής έστω και κάποιου ελάχιστου ποσού προς τον ως άνω Κ. Μ., ούτε κάποιο ιδιωτικό συμφωνητικό (αφού δεν καταρτίσθηκε προσύμφωνο). Ακόμη, περισσότερο οι εν λόγω καταθέσεις δεν κρίνονται πειστικές, καθ' ο μέρος αφορούν το γεγονός ότι ο εκκαλών φέρεται αργότερα, μετά την εξόφληση του τιμήματος, να έδωσε στον Κ.Μ. 750.000 δραχμών για τα έξοδα του συμβολαιογράφου και την πληρωμή της εφορίας, αφού στο μεταξύ το επίδικο είχε επιβαρυνθεί με τα προαναφερόμενα βάρη, ενώ δεν επιβεβαιώνονται και από άλλα αποδεικτικά μέσα, ήτοι μία εξώδικη όχληση ή άλλη διαμαρτυρία προς αυτόν, αφού στο μεταξύ δεν κατάρτισαν τη σύμβαση πωλήσεως. Αποκρούονται δε και από τη λογική, αφού καίτοι ο Κ. Μ. εισέπραξε όλο το "τίμημα" αλλά και τα συμβολαιογραφικά έξοδα δεν προέβη στην κατάρτιση έστω ενός προσυμφώνου, ο εκκαλών συνέχιζε να συνεργάζεται μαζί του, έως το έτος 2012, οπότε και σταμάτησε να εργάζεται. Επιπλέον ο εκκαλών γνώριζε ότι σε βάρος του επιδίκου ακινήτου έχουν εγγράφει τα προαναφερόμενα βάρη, και, καίτοι δραστηριοποιούνταν στο χώρο των επιχειρήσεων, επομένως είχε εμπειρία στις συναλλαγές, και ήταν σε θέση να γνωρίζει τις έννομες συνέπειες που μπορεί να συνεπάγεται η μη σύναψη συμβολαιογραφικού εγγράφου για την αγορά ενός ακινήτου, δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια σε καμία ενέργεια προς εξασφάλισή του, έστω στη λήψη κάποιου ιδιωτικού εγγράφου. Η γνώση του δε αυτή για την ύπαρξη βαρών, παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο ίδιος, προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα Ι. Τ. που περιέχεται στα με αριθμ …/2020 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, και εξετάστηκε με επιμέλεια του εκκαλούντος, όπου καταθέτει ότι ο Κ. Μ. έλεγε "Α. (εκκαλών), το έχω βάλει υποθήκες στις τράπεζες". Πέραν, τούτου, αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών, μετά την οικονομική κατάρρευση των εταιριών του Κ. Μ., κατά τα έτη 2008 - 2009 συνεργάζονταν και με τον εφεσίβλητο. Ειδικότερα απασχολούνταν στην εταιρία του με την επωνυμία "ΕΝΤΙΛ Α.Ε.", ουσιαστικά όμως εργάζονταν για λογαριασμό του Κ. Μ., ο οποίος "χρησιμοποιούσε τον Λ. ως παρένθετο πρόσωπο για να κλείσει και να εκτελέσει έργα δημοτικά, δημόσια ή ιδιωτικά" (βλ. σχ. …/2020 ένορκη βεβαίωση Χ. Χ.). Η κρίση του Δικαστηρίου ότι ο εκκαλών έως το θάνατο του Κ. Μ. κατείχε το επίδικο ως αντιπρόσωπος στη νομή του τελευταίου, διάνοια κατόχου και όχι κυρίου, επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι αυτός δεν προέβη στην δήλωση της κυριότητάς του επί του επιδίκου ενώπιον της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. (Ε9), ούτε, τέλος στη νομιμοποίηση των ημιυπαίθριων χώρων, με τη συναίνεση έστω του Κ. Μ., ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς του, τον αναγνώριζε ως κύριο του επίδικου. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι κατόπιν συμφωνίας του Κ. Μ. και εν γνώσει του εφεσίβλητου, μετά την κατακύρωση του επίδικου στον τελευταίο, συνέχισε ο εκκαλών να διαμένει στο επίδικο χωρίς αντάλλαγμα, στα πλαίσια της ίδιας παρακλητικής σχέσης, αφού, όπως προαναφέρεται η σχέση και των τριών ήταν στενή, συνεργαζόμενοι κατά τα ανωτέρω για την λήψη και εκτέλεση δημοσίων και ιδιωτικών έργων. Ειδικότερα, όπως προαναφέρεται τόσο οι διάδικοι όσο και ο Κ. Μ. ήταν στενοί συνεργάτες μεταξύ τους, αφού ο τελευταίος μετά την οικονομική του κατάρρευση χρησιμοποιούσε την επιχείρηση του εφεσίβλητου εναγόμενου, προκειμένου να λαμβάνει δημόσια και ιδιωτικά έργα και να τα διεκπεραιώνει με τη βοήθεια του εκκαλούντος. Στα πλαίσια δε της στενής τους συνεργασίας όταν η ακίνητη περιουσία του Κ. Μ. εκπλειστηριάσθηκε ο εφεσίβλητος - εναγόμενος πλειοδότησε στους εν λόγω πλειστηριασμούς και κατακυρώθηκαν σ' αυτόν δύο διαμερίσματα (επίδικο και επί της οδού ...) καθώς και αγροτική έκταση 40 περίπου στρεμμάτων, καταβάλλοντας συνολικά το ποσό περίπου των 205.000 ευρώ, προκειμένου ο πρώτος να μην απωλέσει την περιουσία του με την κατακύρωσή της σε τρίτα πρόσωπα, αφού κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, όταν βελτιώνονταν η οικονομική του κατάσταση αυτά (ακίνητα) θα μεταβιβάζονταν σε συγγενικά του πρόσωπα. Σημειώνεται εδώ ότι οι μάρτυρες του εκκαλούντος υπαινίσσονται στις καταθέσεις τους, ότι τα χρήματα για την κατακύρωση του επιδίκου κατέβαλε ο Κ. Μ., προκειμένου να εξασφαλίσει την περιουσία του, τούτο όμως αποδυναμώνει τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος, αφού στην περίπτωση αυτή, θα μπορούσε να καταβάλει τα χρήματα ο Κ. Μ. για λογαριασμό του τελευταίου, και να καταστεί αυτός κύριος του επιδίκου, πετυχαίνοντας έτσι ταυτόχρονα και την απόσβεση όλων των χωρίς δικαίωμα εγγραφέντων βαρών και κατασχέσεων. Έτσι, παρά το γεγονός ότι το επίδικο κατακυρώθηκε στον εφεσίβλητο, τη νομή του συνέχιζε να έχει ο Κ. Μ., αφού ... αυτός έως τη μεταγραφή της κατακυρωτικής έκθεσης συνέχιζε να είναι νομέας τούτου, ο οποίος, εν γνώσει του εφεσίβλητου συμφώνησε με τον εκκαλούντα, να συνεχίσει να διαμένει σε αυτό χωρίς αντάλλαγμα. Ο εκκαλών συνέχισε να κάνει χρήση του επιδίκου, έως τις 02.10.2015, οπότε του κοινοποιήθηκε εξώδικη δήλωση, με την οποία ο εφεσίβλητος επικαλούμενος σύναψη σύμβασης μίσθωσης, δυνάμει του από 01.01.2014 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης τριετούς διάρκειας, τον καλούσε να καταβάλει τα οφειλόμενα ληξιπρόθεσμα μισθώματα. Ο ίδιος (εκκαλών) δεν απάντησε στην εν λόγω εξώδικο με άλλη εξώδικο στην οποία θα προβάλει τους περί ιδίας κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ισχυρισμούς του, όπως θα ήταν αναμενόμενο. Για πρώτη φορά προέβαλε τέτοιους ισχυρισμούς μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. …/2015 διαταγής απόδοσης μισθίου και καταβολής μισθωμάτων, εναντίον της οποίας άσκησε τη με αριθμό κατάθεσης …/2015 ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, αιτούμενος την ακύρωση αυτής, προβάλλοντας για πρώτη φορά ισχυρισμό περί ιδίας κυριότητας, την οποία απέκτησε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμόμενος το επίδικο ακίνητο από το έτος 1992, ισχυριζόμενος περαιτέρω ότι ουδέποτε συνήφθη ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης και ότι η φερόμενη ως δική του υπογραφή σε αυτό είναι πλαστογραφημένη, εκδηλώνοντας για πρώτη φορά την βούλησή του να νέμεται το επίδικο ως κύριος, και όχι δυνάμει της προηγηθείσας παρακλητικής σχέσης. Σημειώνεται ότι η ανωτέρω ανακοπή έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 674/2018 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού και ακυρώθηκε η προαναφερόμενη διαταγή απόδοσης μισθίου και καταβολής μισθωμάτων, για το λόγο ότι δεν αποδείχτηκε η κατάρτιση της μίσθωσης με ιδιωτικό έγγραφο με αποδεικτική δύναμη, καθώς, το έγγραφο που προσκόμισε ο αιτών (εδώ εφεσίβλητος) έφερε μόνο την υπογραφή του εδώ ενάγοντος- μισθωτή και όχι του εκμισθωτή, και έτσι κρίθηκε ότι το ιδιωτικό συμφωνητικό δεν συντάχθηκε με τους νόμιμους αποδεικτικούς τύπους και ως έγγραφο διάθεσης δεν παρέχει απόδειξη για την κατάρτιση της δικαιοπραξίας που φέρεται σε αυτό, της ελλείψεως αυτής μη καλυπτόμενης από την καταχώριση της μίσθωσης στο σύστημα TAXiSnet. Ταυτόχρονα δε, ο εκκαλών υπέβαλε και την από 26.02.2018 έγκλησή του σε βάρος του εδώ εναγόμενου και κατά αγνώστων δραστών, που έλαβε αριθμό ..., η οποία, κατόπιν προκαταρκτικής εξέτασης, απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. ...2019 Διάταξη της Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, κατά της οποίας ο ανωτέρω προσέφυγε ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης με την από …2019 προσφυγή του που έλαβε αριθμό …/2019, η οποία απορρίφθηκε επίσης με την υπ' αριθμ. …/2019 Διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης. Το γεγονός ότι η κατακυρωτική έκθεση καταχωρήθηκε στο κτηματολογικό φύλλο του επιδίκου το έτος 2017 δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στη συγκεκριμένη δίκη, καθόσον όπως αναφέρεται το χρονικό διάστημα από το έτος 2015, οπότε ο εκκαλών για πρώτη φορά εκδήλωσε τη διάνοιά του να νέμεται το ακίνητο για λογαριασμό του ως κύριος με την άσκηση της με καταθ. …/2015 ανακοπής του, έως την αποβολή του τον Ιούλιο του 2020, δεν αρκεί για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Τούτο δε διότι αυτός ως κατά παράκληση λαβών, για το χρονικό διάστημα από 1992 έως το 2015, τεκμαίρεται ότι κατείχε στο όνομα του Κ. Μ., δηλαδή, ασκούσε τη νομή του επιδίκου όχι για λογαριασμό του, ... αλλά για λογαριασμό του ανωτέρω και δεν μπορεί, να αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου, πράγματος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος ως ουσία αβάσιμη. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα παραπάνω, το Εφετείο, διέλαβε στις παραδοχές του ότι δεν αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί κτήσης της κυριότητάς του επί του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία που περιήλθε στη νομή του κατόπιν ατύπου συμβάσεως πωλήσεως από τον κύριο αυτού Κ. Μ., καθώς νεμόταν αυτό όχι διανοία κυρίου, αλλά διανοία κατόχου, από το έτος 1992 που του το παραχώρησε κατά χρήση, χωρίς αντάλλαγμα, ο τελευταίος , με τον οποίο διατηρούσε επαγγελματική και φιλική σχέση, και με παρακλητική τη σχέση εγκαταστάθηκε σ' αυτό με την οικογένειά του, χρησιμοποιώντας το ως κύρια κατοικία, μέχρι και το έτος 2008 που εκπλειστηριάστηκε και κατακυρώθηκε στον ήδη αναιρεσίβλητο, τελευταίο υπερθεματιστή αυτού αλλά και έκτοτε μέχρι και το 2015 που απεβίωσε ο Κ. Μ. συνέχισε να κάνει χρήση του επιδίκου, διαμένοντας σε αυτό με την οικογένειά του χωρίς αντάλλαγμα στα πλαίσια της ίδιας παρακλητικής σχέσης, κατόπιν συμφωνίας του Κ. Μ. και εν γνώσει του αναιρεσίβλητου, μετά την κατακύρωση του επίδικου στον τελευταίο, ήτοι με διανοία κατόχου, καθώς τη νομή του συνέχισε να έχει ο Κ. Μ., λόγω μη εισέτι μεταγραφή της κατακυρωτικής έκθεσης, η οποία μεταγράφηκε μόλις στις 10-11-2017 και ότι το 2015 ο αναιρεσείων προέβαλε για πρώτη φορά τον ισχυρισμό περί ιδίας κυριότητας με αιτία κτήσεως αυτής την έκτακτη χρησικτησία, με την εκ μέρους του ασκηθείσα υπ' αριθμ. καταθ. …/2015 ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά της υπ' αριθμ. …/2015 διαταγής απόδοσης μισθίου και καταβολής μισθωμάτων, που εξέδωσε εις βάρος του ο ήδη αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος σύναψη συμβάσεως μισθώσεως μεταξύ τους δυνάμει του από 1-1-2014 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης τριετούς διάρκειας και ότι από τότε (2015) που ο αναιρεσείων εκδήλωσε τη διάνοιά του να νέμεται το επίδικο ακίνητο για λογαριασμό του ως κύριος (διανοία κυρίου) έως την αποβολή του από το επίδικο τον Ιούλιο του 2020 με την αναφερόμενη έκθεση βίαιης αποβολής και εγκατάστασης που έλαβε χώρα με τη ρηθείσα περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστός τίτλος με το …2020 πρώτο εκτελεστό απόγραφο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δ. Χ., που επιδόθηκε νόμιμα στον αναιρεσείοντα, δεν συμπληρώθηκε η απαιτούμενη από το άρθρο 1045 Α.Κ. εικοσαετία άσκησης εμφανών πράξεων νομής, ικανών να θεμελιώσουν δικαίωμα κυριότητας αυτού επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, δοθέντος ότι αυτός ως κατά παράκληση λαβών, για το χρονικό διάστημα από 1992 έως το 2015, τεκμαίρεται ότι κατείχε στο όνομα του Κ. Μ., δηλαδή, ασκούσε τη νομή του επίδικου όχι για λογαριασμό του, αλλά για λογαριασμό του ανωτέρω και δεν μπορούσε, να αποκτήσει την κυριότητα του επίδικου, πράγματος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 810, 974 - 979, 1045 Α.Κ., που αφορούν το χρησιδάνειο (χρήση χωρίς αντάλλαγμα) και κτήση κυριότητας ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους. Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Τούτο δε, διότι, διέλαβε στις ως άνω παραδοχές του όλα τα απαιτούμενα στοιχεία περί του ότι ο αναιρεσείων από το έτος 1992 μέχρι και το έτος 2015 ήταν κάτοχος του επίδικου δυνάμει συμβάσεως χρησιδανείου (σύμβαση παραχώρησης χωρίς αντάλλαγμα) ενεργώντας διακατοχικές πράξεις επ' αυτού διανοία κατόχου, και όχι νομέας αυτού ασκώντας τη νομή επί του επίδικου όχι για λογαριασμό του, αλλά για λογαριασμό του πραγματικού νομέα αυτού, χωρίς μέχρι τότε να εκδηλώσει την πρόθεσή του να το νέμεται για λογαριασμό του.

Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σε αυτή σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν το αρνητικό για τον αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος αποδεικτικό της πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ειδικότερα δε με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη κτήσης κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τον αναιρεσείοντα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς δεν συνέτρεξε, στην προκείμενη περίπτωση, η απαιτούμενη προϋπόθεση γι' αυτήν, ήτοι της νομής του επίδικου διανοία κυρίου, αλλά, αντίθετα, τη νομή επί του επίδικου ακινήτου ασκούσε ο αναιρεσείων για λογαριασμό άλλου, ως κάτοχος αυτού με σχέση χρησιδανείου, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ειδικότερες παραδοχές της προσβαλλόμενης.
Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση ελέγχεται αντίστοιχα για παραβίαση από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Τα παραπάνω ισχύουν, ανεξαρτήτως του ότι οι ίδιοι λόγοι, κατά τα λοιπά, είναι απαράδεκτοι, διότι με τα όσα εκθέτει ο αναιρεσείων σε αυτούς πλήττει ουσιαστικά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τα όσα δέχθηκε σχετικά με το ότι ο ίδιος ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής για λογαριασμό του, αλλά για λογαριασμό του πραγματικού νομέα αυτού, και ότι, περαιτέρω, ασκούσε διακατοχικές πράξεις επί του επίδικου ακινήτου (διανοία κατόχου) κατά το επικαλούμενο από αυτόν χρονικό διάστημα από το έτος 1992 έως το έτος 2015, οπότε και μόνο άρχισε να ασκεί τέτοιες πράξεις για λογαριασμό του (διανοία κυρίου), με συνέπεια ο έκτοτε χρόνος νομής του επί του επίδικου ακινήτου μέχρι την αποβολή του το έτος 2020 να μην επαρκεί προς κτήση αυτής από τον ίδιο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (Ολ.Α.Π. 25/2003) και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σε αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (Α.Π. 242/2023, Α.Π. 279/2019, Α.Π. 1079/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τα δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι δηλαδή το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι το διάστημα 2008-2015 ο Κ. Μ. ασκούσε τη νομή του επίδικου με διάνοια κυρίου και με σύμβαση παρακλητική του παραχώρησε τη χρήση του, ενώ τέτοιος ισχυρισμός δεν προτάθηκε ενώπιόν του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθώς ο ως άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" όπως η έννοια αυτή παρατίθεται στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, αλλά συμπέρασμα του Δικαστηρίου που αντλήθηκε από τις αποδείξεις και, συνεπώς, δεν θεμελιώνει λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και, επιπλέον, με τον λόγο αυτό ο αναιρεσείων βάλλει κατά της ανέλεγκτης αναιρετικής κρίσης του Εφετείου περί την εκτίμηση των αποδείξεων. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά, υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., χωρίς όμως να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (Ολ.Α.Π. 23/2008). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους ( Α.Π. 242/2023, Α.Π. 1208/2019, Α.Π. 779/2019) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή, νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 42/200), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (Α.Π. 242/2023). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (Α.Π. 779/2019).

Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται παράθεση ως προς το ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή καθορισμός της βαρύτητας, που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά ορισμένων εξ αυτών, λόγω της ιδιαίτερης σημασίας τους, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα υπόλοιπα δεν εκτιμήθηκαν. Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (Ολ.Α.Π. 8/2016, Ολ.Α.Π. 23/2008, Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π.1062/2025 Α.Π. 242/2023). Για την πληρότητα δε του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π.242/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζοντας ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα προσκόμισε μετ' επικλήσεως στο εκδόν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο και δη: α) Την υπ' αριθμ. 123/2020 αμετάκλητη απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και τα τηρηθέντα αυτής πρακτικά, β) τα ταυτάριθμα με την υπ' αριθμ. 9435/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του γ) τα ταυτάριθμα με την υπ' αριθμ. 183/2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του και δ) τις υπ' αριθμ. …2020, …/2018 και …/2019 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης των μαρτύρων Χ. Χ., Α. Π., Π. Τ. και Γ. Μ. που επικαλέστηκε και προσκόμισε νομότυπα, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο αρνητικό για τον αγωγικό του ισχυρισμό αποδεικτικό πόρισμα περί κατοχής εκ μέρους του επίδικου ακινήτου με παρακλητική σχέση. Ωστόσο, από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση κατά την οποία τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο αποδείχθηκαν μεταξύ άλλων και από "... όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται... μεταξύ των οποίων... η υπ' αριθμ. 123/2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης (μισθωτική διαδικασία) και τα τηρηθέντα αυτής πρακτικά, η υπ' αριθμ. 9435/2020 απόφαση και πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (ειδική διαδικασία) και η υπ' αριθμ. 183/2020 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης (ασφαλιστικά μέτρα) εκδοθείσες σε άλλες δίκες μεταξύ των ιδίων διαδίκων, που λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια... καθώς και α) την υπ' αριθμ. ...2020 ένορκη βεβαίωση του Χ. Χ. του Π., ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, η οποία λήφθηκε με επιμέλεια του εκκαλούντος - ενάγοντος... ενώ οι ένορκες βεβαιώσεις των Π. Τ. του Σ., Χ. Χ. του Π. και Α. Π. του Δ., ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, για τις οποίες συντάχθηκε η υπ' αριθμ. …/2018 πράξη της ανωτέρω, η ένορκη βεβαίωση του Γ. Μ. του Α. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, για την οποία συντάχθηκε η υπ' αριθμ. …/2019 πράξη της ανωτέρω, που λήφθηκαν με επιμέλεια του εκκαλούντος,... εκτιμώνται στην παρούσα δίκη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αφού λήφθηκαν στο πλαίσιο άλλης δίκης και όχι για να χρησιμοποιηθούν για την προκειμένη δίκη..." σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μετά των λοιπών αποδείξεων, και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα ως άνω αποδεικτικά μέσα, με ρητή μάλιστα αναφορά τους, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει χωριστή αξιολόγηση του καθενός καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του. Επομένως, ο ερευνώμενος τρίτος λόγος της αίτησης αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Συνακόλουθα, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1945/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί ο τελευταίος, ως ηττηθείς διάδικος, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά του (άρθρα 176,183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και κατά τα οριζόμενα στον διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-2-2024 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1945/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο δημόσιο ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Απριλίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή