Απόφαση 602 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 602/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Ψαράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη από 1-1-2017 από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, ως εκπροσώπου του Δημοσίου, η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή αυτής, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από το Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. …, που εδρεύει στη … Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Γεώργιο Καφίρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ. Πολ.Δ. Κατά την δικάσιμο της 11ης Απριλίου 2022 είχε εκπροσωπηθεί από την πληρεξούσιά του Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιανναράκο. Κατά την δικάσιμο της 11ης Απριλίου 2022 είχε εκπροσωπηθεί ομοίως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-2-2014 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2018 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 21-10-2020 αίτησή του για την οποία δικάσιμος ορίστηκε η 11η Απριλίου 2022, οπότε και συζητήθηκε χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την υπ' αριθμ. …/2024 Πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή, να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες. Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 701/2023, ΑΠ 533/2023, ΑΠ 32/2023, ΑΠ 936/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης προκύπτει ότι εισάγεται για συζήτηση η από 21.10.2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" για αναίρεση της με αριθμό 21/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Η συζήτηση της αίτησης ορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 11.4.2022. Στη συνέχεια, όμως, μετά τη συζήτηση της αίτησης στην παραπάνω δικάσιμο, αντιμωλία των διαδίκων, η δικογραφία αφαιρέθηκε από την ορισθείσα εισηγήτρια με την …/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, επειδή διαπιστώθηκε αδυναμία έκδοσης απόφασης εκ μέρους της, λόγω και της παρέλευσης ιδιαιτέρως μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη συζήτηση, η δε υπόθεση εισήχθη για επανασυζήτηση και ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (…2025) με τη με αριθμό …/2024 πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος. Ακριβή αντίγραφα της πράξης αυτής επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, τόσο στο αναιρεσείον όσο και στον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσίβλητης, ο οποίος είχε παραστεί ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 11.4.2022, με την επιμέλεια της γραμματείας του Αρείου Πάγου, και οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται στα οικεία πρακτικά.
Με την κρινόμενη από 21.10.2020 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 21/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς), το οποίο δικάζοντας την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και ήδη αναιρεσείουσας Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, ως εκπροσώπου αυτού (άρθρ. 36 ν. 4389/2016), κατά της υπ' αριθμ. 7/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, που είχε απορρίψει κατ’ ουσίαν την από 4-2-2014 ανακοπή του κατά δηλώσεως τρίτου, έκανε δεκτή την ως άνω έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση έκανε εν μέρει δεκτή την ανακοπή ως και κατ` ουσία βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι η τελευταία δεν επιδόθηκε (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 30, 30Α, 31, 32, 33 και 34 του ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974) και 24 του ν. 2915/2001, προκύπτει, ότι το Δημόσιο, προς ικανοποίηση απαίτησής του κατά οφειλέτη του, μπορεί να επιβάλλει κατάσχεση στα χέρια οποιουδήποτε πιστωτικού ιδρύματος ως τρίτου, οποιασδήποτε κατάθεσης του οφειλέτη του, η οποία διενεργείται από το Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου με κατασχετήριο έγγραφο, το οποίο επιδίδεται στο κεντρικό κατάστημα του πιστωτικού ιδρύματος ή σε οποιοδήποτε υποκατάστημα αυτού. Η επίδοση του κατασχετηρίου εγγράφου στο πιστωτικό ίδρυμα έχει τα αποτελέσματα της αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικής εκχώρησης (άρθρο 30 παρ. 3 ΚΕΔΕ). Το πιστωτικό ίδρυμα, στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, μέσα σε προθεσμία 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει να δηλώσει στο Ειρηνοδικείο του τόπου του κατασχόντος με προφορική δήλωση ή στο διενεργήσαντα την κατάσχεση με κοινοποίηση αναφοράς, αν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα και σε καταφατική περίπτωση να τα αποδώσει στην υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσής του (άρθρο 30Α ΚΕΔΕ),διαφορετικά αν ο τρίτος ουδέν οφείλει ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο του Δημοσίου χρήματα ή δεν υποχρεούται στην άμεση απόδοση αυτών,πρέπει να προβεί σε αρνητική δήλωση εντός οκτώ ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου (άρθρο 32 ΚΕΔΕ). Σε περίπτωση επιβολής κατάσχεσης απαιτήσεων από τραπεζικούς λογαριασμούς στα χέρια πιστωτικού ιδρύματος, η δέσμευση των λογαριασμών του οφειλέτη καταλαμβάνει μόνο το υφιστάμενο υπόλοιπο, εκτός αν κατάσχονται και μελλοντικές απαιτήσεις από τους λογαριασμούς, οπότε η δέσμευση καταλαμβάνει κάθε ποσό που κατατίθεται στους λογαριασμούς του οφειλέτη του κατασχόντος και μετά την επίδοση του κατασχετηρίου. Έτσι, απαιτήσεις ,που εμφανίζονται μετά την κοινοποίηση του κατασχετηρίου και μέχρι την υποβολή της δήλωσης πρέπει να περιλαμβάνονται στην τελευταία, εφ όσον η έννομη σχέση ήταν γεννημένη κατά το χρόνο κοινοποίησης του κατασχετηρίου (ΑΠ 825/2018). Την ειλικρίνεια της δήλωσης του τρίτου (πιστωτικού ιδρύματος) μπορεί να αμφισβητήσει το κατασχόν Δημόσιο με ανακοπή, η οποία ασκείται από το Διευθυντή του Δημόσιου Ταμείου, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός, από την κοινοποίηση της δήλωσης ή από την περιέλευση σ αυτόν της δήλωσης ενώπιον του Ειρηνοδικείου, εισάγεται δε και εκδικάζεται κατά το άρθρο 986 ΚΠολΔ (άρθρο 34 ΚΕΔΕ). Η ως άνω ανακοπή αποτελεί ένδικο βοήθημα, με το οποίο το κατασχόν Δημόσιο επιδιώκει την αναγνώριση της εν όλω ή εν μέρει ανακρίβειας της δήλωσης του τρίτου και την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού (ΑΠ 95/2016). Η ανακοπή αυτή κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου, εφόσον στην ανακοπή αυτή σωρεύθηκε και αίτημα καταβολής νομιμοτόκως του ποσού της απαίτησης, εξομοιώνεται με καταψηφιστική αγωγή (ΑΠ 256/2011). Ειδικότερα, η προαναφερθείσα αναγκαστική εκχώρηση του άρθρου 30 παρ. 3 του ΚΕΔΕ αφετηριάζεται μεν από το χρόνο της επιβολής της κατάσχεσης, που ταυτίζεται με την κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον τρίτο, τελεί όμως υπό την αίρεση της καταφατικής δήλωσης του τρίτου ή της δικαστικής αποδοχής της ανωτέρω αναφερόμενης ανακοπής κατά της αρνητικής δήλωσης του τρίτου. Δηλαδή, το Δημόσιο γίνεται οριστικά εκδοχέας της απαίτησης που κατασχέθηκε και ο τρίτος (πιστωτικό ίδρυμα) λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου, με τη θετική δήλωση του τρίτου ότι υπάρχει η απαίτηση στα χέρια του ή επί αρνητικής δήλωσης ή παράλειψης του τρίτου, αν το Δημόσιο αντιταχθεί επιτυχώς με την προααναφερόμενη ανακοπή του οπότε η απαίτηση λογίζεται ως εκχωρηθείσα από το χρόνο που ο τρίτος θα έπρεπε να έχει εξοφλήσει τον κατασχόντα, αν είχε προβεί σε καταφατική δήλωση του. Τα ανωτέρω έχουν ως συνέπεια ότι ο τρίτος (πιστωτικό ίδρυμα) οφείλει τόκους, όχι από την επιβολή της κατάσχεσης, αλλά μόλις περάσει η προθεσμία των δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσής του, από τότε δηλαδή που το τελευταίο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει την απαίτηση στο κατασχόν Δημόσιο (άρθρα 30Α του ΚΕΔΕ, 345 ΑΚ), σε κάθε περίπτωση δε από την επίδοση της ανακοπής (άρθρα 346 ΑΚ, 221 παρ. 1 περ. γ ΚΠολΔ, ΑΠ 972/2019). Όταν πρόκειται για κατάσχεση μελλοντικής απαίτησης, δηλαδή απαίτησης της οποίας η βασική έννομη σχέση υφίσταται ήδη κατά το χρόνο της κατάσχεσης, τελεί όμως υπό τη σιωπηρή αναβλητική αίρεση της γένεσης αυτής (απαίτησης) κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 209 Α.Κ., και ο τρίτος οφείλει να καταβάλει μόνο μετά την πλήρωση της αίρεσης, παρόλο που η αναγκαστική εκχώρηση επέρχεται από την κατάσχεση, η δε απόφαση που τον υποχρεώνει στην καταβολή εκδίδεται βάσει του άρθρου 69 παρ. 1 περ. ε' ΚΠολΔ, η υποχρέωση του τρίτου για καταβολή της απαίτησης, και συνακόλουθα η υπερημερία του και η υποχρέωση καταβολής τόκων, αρχίζει από τη γένεση αυτής.
Περαιτέρω με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ ουσίαν (Ολ. ΑΠ 10/2011, Ολ ΑΠ 2/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε αρχικά την από 4.2.2014 ανακοπή του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι διατηρώντας απαίτηση κατά των μη διαδίκων αναφερόμενων στην ανακοπή οφειλετών του από ταμειακά βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα χρέη τους συνολικού ποσού 1.394.295,24€, με βάση το με αριθ. πρωτ. …/2013 κοινό κατασχετήριο του Προισταμένου της ΔΟΥ …, που κοινοποιήθηκε νόμιμα στην καθής και ήδη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία στις 23.12.2013, επέβαλε εις χείρας της ως τρίτης, κατ' άρθρο 30 του Κ.Ε.Δ.Ε, αναγκαστική κατάσχεση μέχρι του παραπάνω ποσού, σε όσα αυτή οφείλει ή θα οφείλει μελλοντικά σ αυτούς από καταθέσεις τους στους τραπεζικούς λογαριασμούς που οι ως άνω οφειλέτες τηρούσαν σ'αυτήν. Ότι η αναιρεσίβλητη, με την …2013 δήλωσή της στο Ειρηνοδικείο Λιβαδειάς, δήλωσε ότι όσον αφοά στους 20 κατονομαζόμενους στην ανακοπή οφειλέτες είναι ανακριβείς και ανειλικρινείς, διότι η αναιρεσίβλητη δήλωσε αποκλειστικά το χρηματικό υπόλοιπο που υφίστατο στους λογαριασμούς αυτών κατά την ημερομηνία επίδοσης του κατασχετηρίου χωρίς να δηλώσει και να δεσμεύσει τα ποσά που θα κατατίθενται στους συγκεκριμένους λογαριασμούς στο μέλλον. Ζήτησε δε α) να αναγνωριστεί η μερική ανακρίβεια της ανακοπτόμενης δήλωσης και να ακυρωθεί αυτή εν μέρει, β) ν'αναγνωριστεί ότι η καθής είναι οφειλέτιδα του ανακόπτοντος για το ποσό για το οποίο επιβλήθηκε στα χέρια της κατάσχεση για τους παραπάνω οφειλέτες και γ) να υποχρεωθεί η καθής να καταβάλει στο ανακόπτον το ποσό που οφείλει ή μέλλει να οφείλει στους παραπάνω οφειλέτες του Δημοσίου μέχρι του συνολικού ποσού των 623.806,28€ και για τον καθένα από τους οφειλέτες όπως εξειδικεύεται στην ανακοπή, με το νόμιμο τόκο από την επιβολή της κατάσχεσης, άλλως από την επίδοση της ανακοπής. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς απέρριψε την ανακοπή ως εκπρόθεσμη. Κατά της απόφασης αυτής το αναιρεσείον άσκησε την από 2.7.2015 έφεσή του, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, απόφασή του, με την οποία δέχτηκε τυπικά και κατ ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, ακολούθως δε κρατώντας και δικάζοντας την ανακοπή, τη δέχτηκε κατά ένα μέρος και α) αναγνώρισε ως εν μέρει ανακριβή την υπ' αριθ. …2013 δήλωση της καθής η ανακοπή ως τρίτης κατά το μέρος που αφορά: Α. τους κοινούς με άλλο ή άλλους συνδικαιούχους τραπεζικούς λογαριασμούς των παρακάτω οφειλετών: 1) Α. Π. (μοναδικός λογαριασμός), 2) Σ. Γ. για τον πρώτο λογαριασμό αυτού , 3) Ν. Γ. για το δεύτερο λογαριασμό αυτού, 4) Δ. Ι. για το δεύτερο λογαριασμό αυτού, 5) Κ. Ι. για το δεύτερο έως και τέταρτο λογαριασμό, 6) Κ. Σ. για το δεύτερο και τρίτο λογαριασμό, 7) Α. Δ. για τον πρώτο και δεύτερο λογαριασμό, 8) Γ. Α., 9) Σ. Γ. για τον πρώτο και δεύτερο λογαριασμό, 10) Μ. Π. για το δεύτερο λογαριασμό, 11) Π. Α. για τον τέταρτο και πέμπτο λογαριασμό, 12) Γ. Χ., κατά το μέρος που αυτή (ανακοπτόμενη) δεν διέλαβε διαβεβαίωση της καθής η ανακοπή ότι προτίθεται να δεσμεύει στο μέλλον τα ποσά που τυχόν θα κατατεθούν στο μέλλον υπέρ των ως άνω οφειλετών στους προαναφερόμενους λογαριασμούς κατά το αναλογουν σε αυτούς (ως συνδικαιούχους) μέρος επί του εκάστοτε πιστωτικού υπολοίπου των κοινών λογαριασμών και μέχρι του ποσού που έκαστος εξ αυτών οφείλει στο ανακόπτον, όπως το ποσό αυτό αναφέρεται στο σκεπτικό, Β. όσον αφορά στους λογαριασμούς (ατομικούς ή κοινους) στους οποίους πιστώνονται ακατάσχετες απαιτήσεις: 1) Δ. Ι. για τον πρώτο λογαριασμό αυτού, 2) Κ. Ι. για τον πρώτο λογαριασμό, 3) Κ. Σ. για τον πρώτο λογαριασμό, 4) τον Π. Ι. για λογαριασμό αυτού, 5) το Γ. Ν. για το δεύτερο λογαριασμό αυτού, 6) τον Α. Δ. για τον τρίτο λογαριασμό αυτού, 7) τον Κ. Κ., για τον πρώτο λογαριασμό, 8) Π. Α., 9) την Κ. Ε., 10) την Κ. Α. για τον πρώτο και δεύτερο λογαριασμό, 11) την Α. Ε. και κατά το μερος που αυτή (ανακοπτόμενη) δε διέλαβε διαβεβαίως της καθής η ανακοπή ότι προτίθεται να δεσμεύσει στο μέλλον τα ποσά που τυχόν θα πιστωθούν στους μέν ατομικούς από τους λογαριασμούς αυτούς από άλλες πλην συντάξεων ή άλλες ακατάσχετες παροχές αιτέις ή από συντάξεις ή τέτοιες παροχές που θα υπερβαίνουν μηνιαία το όριο του ακατασχέτου, όπως αυτό προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.1 περ.3 ΚΕΔΕ και μέχρι του ποσού που έκαστος εξ αυτών οφείλει στο ανακόπτον, όπως το ποσό αυτό αναφέρεται στο σκεπτικό, όσον δε αφοά τους κοινούς από τους παραπάνω λογαριασμούς (ότι προτίθεται να δεσμεύει στο μέλλον) τα ποσά που τυχόν θα κατατεθούν στο μέλλον υπέρ των ως άνω οφειλετών κατά το αναλογούν σε αυτούς ως (συνδικαιούχους) μέρος επί του εκάστοτε πιστωτικού υπολοίπου των κοινών λογαριασμών και εφόσον τα ποσά αυτά που τυχόν θα πιστωθούν στους λογαριασμούς προέρχονται από άλλες πλην συντάξεων ή άλλων ακατάσχετων παροχών αιτίες ή συντάξεις ή άλλες ακατάσχετες παροχές που υπερβαίνουν μηνιαίως και κατά το αναλογούν στον οφειλέτη ως συνδικαιούχο του κοινού λογαριασμού μέρος το όριο του ακατασχέτου, όπως αυτό προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.1 περ.3 ΚΕΔΕ και μέχρι του ποσού που έκαστος εξ αυτών οφείλει στο ανακόπτον, όπως το ποσό αυτό αναφέρεται στο σκεπτικό και β) υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη ως τρίτη εις χείρας της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση από το ανακόπτον Δημόσιο να αποδώσει στο τελευταίο τα αναφερόμενα στην αμέσως παραπάνω διάταξη ποσά που τυχόν θα πιστωθούν στους προαναφερόμενους λογαριασμούς των ως άνω οφειλετών, με τους προαναφερόμενους περιορισμούς και διακρίσεις και έως το ποσό που έκαστος εξ αυτών οφείλει στο ανακόπτον, όπως το ποσό αυτό αναφέρεται το σκεπτικό, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το αίτημα για καταβολή τόκων με την αιτιολογία ότι με την ανακοπή δεν μπορεί να ζητηθεί η καταδίκη του τρίτου σε καταβολή τόκων επί της απαίτησης, είτε από την επιβολή της κατάσχεσης, είτε από την άσκηση της ανακοπής κατά της δήλωσης του τρίτου, διότι ο καθ ου η ανακοπή τρίτος από την επίδοση σε αυτόν του κατασχετηρίου ως την έκδοση της απόφασης που διατάσσει την καταβολή στον κατασχόντα είναι μεσεγγυούχος του κατασχεθέντος. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο, παραβίασε τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού εσφαλμένα δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη είναι μεσεγγυούχος του κατασχεθέντος ποσού και δεν οφείλει τόκους, ενώ, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, έπρεπε να δεχθεί ως νόμιμο το αίτημα καταβολής τόκων, όχι από την επιβολή της κατάσχεσης ή την πάροδο δέκα ημερών από την υποβολή της δήλωσης, ούτε από την επίδοση της ανακοπής, αφού οι επιδικασθείσες από το Εφετείο απαιτήσεις είναι μελλοντικές και συνεπώς δεν ήταν γεγενημένες κατά τα ανωτέρω χρονικά σημεία, αλλά από τη (μελλοντική) γένεσή τους, οπότε πληρούται η αναβλητική αίρεση, υπό την οποία τελούν, και είναι δυνατή η καταβολή τους στο ανακόπτον, το αίτημα δε αυτό περί καταβολής τόκων θεωρείται ότι περιέχεται στα αιτήματα καταβολής τόκων από τα ανωτέρω προγενέστερα χρονικά σημεία. Επομένως, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 30 § 3, 34 του ΚΕΔΕ, 986 ΚΠολΔ και 340, 341, 345, 346 ΑΚ λόγω της απόρριψης ως μη νόμιμου του αιτήματος για καταδίκη της αναιρεσίβλητης σε καταβολή τόκων, καθ' ο μέρος το Εφετείο απέρριψε την ανακοπή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τις κατασχεθείσες γεγενημένες απαιτήσεις των οφειλετών του ανακόπτοντος κατά της καθ' ης, δεχόμενο ότι αυτές είναι ακατάσχετες, επειδή αφορούσαν συντάξεις και επιδόματα που δεν υπερέβαιναν το ποσό των 1.000 ευρώ, είναι αλυσιτελής και συνεπώς απαράδεκτος, διότι η απόρριψη ως μη νόμιμου του αιτήματος περί καταβολής τόκων δεν άσκησε επιρροή στην ουσιαστική κρίση του και το διατακτικό της απόφασης, όμως καθ' ο μέρος το Εφετείο δέχτηκε την ανακοπή για τις κατασχεθείσες μελλοντικές απαιτήσεις από άλλες αιτίες, ή από συντάξεις κ.λπ. που θα υπερβούν το χρηματικό όριο του ακατάσχετου, είναι βάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α` του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, από αυτή, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται, καθόλου, πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο : α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1184/2015). Επομένως, η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ. 19 του KΠολΔ), πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση, τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου, στο αναιρετήριο, σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του KΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του KΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 23/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά το σχετικό δεύτερο σκέλος αυτού, το αναιρεσείον αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 άρθρου 559 KΠολΔ και ειδικότερα αποδίδεται στο Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί του ακατασχέτου των υφιστάμενων υπολοίπων στους κατασχεθέντες λογαριασμούς των ως άνω εννέα οφειλετών του, ως προερχομένων από μισθούς, συντάξεις και επιδόματα το ύψος των οποίων δεν υπερβαίνει το ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως, και εντεύθεν της απόρριψης του σχετικού υπό στοιχ. iv λόγου της ανακοπής του, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στην εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 31 του ΚΕΔΕ, που συντελέσθηκε με το να μη διαλάβει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αιτιολογίες, αναφορικά με το ζήτημα αυτό. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων σ` αυτό αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά : "Επίσης ανακριβής είναι η ανακοπτομένη δήλωση και όσον αφορά τους παρακάτω οφειλέτες και τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους στους οποίους δεν επιβλήθηκε μελλοντική δέσμευση, με την αιτιολογία ότι σε αυτούς πιστώνονταν ακατάσχετες απαιτήσεις κατά τις αναφερόμενες ειδικότερα κατωτέρω διακρίσεις. Συγκεκριμένα η δήλωση είναι ανακριβής όσον αφορά 1) το Δ. Ι. για τον πρώτο λογαριασμό αυτού (επιδόματα ΟΑΕΔ), 2) τον Κ. Ι. για τον πρώτο λογαριασμό (κοινός λογαριασμός στον οποίο πιστώνεται σύνταξη ΟΑΕΕ), 3) τον Κ. Σ. για τον πρώτο λογαριασμό (κοινός τραπεζικός λογαριασμός στον οποίο πιστώνονται επιδόματα ΟΓΑ), 4) τον Π. Ι. για λογαριασμό αυτού (πιστώνεται σύνταξη ΟΑΕΕ), 5) το Γ. Ν. για το δεύτερο λογαριασμό αυτού (κοινός τραπεζικός λογαριασμός στον οποίο πιστώνεται επίδομα ΟΑΕΔ), 6) τον Α. Δ. για τον τρίτο λογαριασμό αυτού (κοινός τραπεζικός λογαριασμός στον οποίο πιστώνονται παροχές ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, επιδόματα ΟΓΑ), 7) τον Κ. Κ., για τον πρώτο λογαριασμό (επίδομα πετρελαίου), 8) Π. Α. (σύνταξη ΟΑΕΕ), 9) την Κ. Ε. (κοινός τραπεζικός λογαριασμός στον οποίο πιστώνονται επιδόματα ΟΓΑ), 10) την Κ. Α. για τον πρώτο και δεύτερο λογαριασμό (κοινός τραπεζικός λογαριασμός στον οποίο πιστώνονται επιδόματα ΟΓΑ και ατομικός λογαριασμός στον οποίο πιστώνονται επιδόματα ΟΑΕΔ και μισθοδοσία), 11) την Α. Ε. (κοινός τραπεζικός λογαριασμός στον οποίο πιστώνεται επίδομα ΟΑΕΕ), 12) το Μ. Π., για τον πρώτο λογαριασμό (κοινός τραπεζικός λογαριασμός στον οποίο πιστώνονται επιδόματα ΟΑΕΔ και μισθοδοσία) και 13) Κ. Α. (κοινός τραπεζικός λογαριασμός στον οποίο πιστώνονται επιδόματα ΟΓΑ-ΟΑΕΔ και μισθοδοσία), διότι η εφεσίβλητη περιορίσθηκε στη μη δέσμευση του υπάρχοντος κατά τον χρόνο της κοινοποίησης του κατασχετηρίου πιστωτικού υπολοίπου αυτών, διότι σε αυτούς πιστώνονταν ακατάσχετες παροχές, οι οποίες δεν υπερέβαιναν μηνιαία το ποσό των 1000 ευρώ, χωρίς να διαλάβει διαβεβαίωση ότι πρόκειται να δεσμεύσει στο μέλλον τα τυχόν ποσά που θα πιστώνονταν από τους λογαριασμούς αυτούς από άλλες αιτίες ή από συντάξεις που θα υπερέβαιναν μηνιαία το όριο του ακατάσχετου, όπως αυτό προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 31 § 1 περ. 3 του ΚΕΔΕ, όπως τούτο ισχύει ήδη σύμφωνα με την παρ. 8 της υποπαρ. Δ1 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή του αναιρεσείοντος, δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή και ακύρωσε την προσβαλλόμενη δήλωση της καθ' ης : α) καθ' ο μέρος δεν προέβη στη δέσμευση των ποσών που θα κατατεθούν στο μέλλον στους κοινούς λογαριασμούς των 12 αναφερόμενων οφειλετών του και β) καθ' ο μέρος, δεν προέβη στη δέσμευση των ποσών που θα κατατεθούν στο μέλλον στους μισθοδοτικούς-συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς των 13 αναφερόμενων οφειλετών του από άλλες, πλην συντάξεων-μισθών και επιδομάτων αιτίες, ή από συντάξεις κλπ που θα υπερβαίνουν μηνιαία το όριο του ακατασχέτου του άρθρου 31 του ΚΕΔΕ, ενώ απέρριψε τον ισχυρισμό του ανακόπτοντος περί ακυρότητας της δήλωσης και καθ' ο μέρος η καθ' ης δεν προέβη στη δέσμευση και των υφιστάμενων κατά το χρόνο της κατάσχεσης υπολοίπων στους λογαριασμούς των ως άνω 13 οφειλετών του, με τις παραδοχές ότι σ' αυτούς πιστώνονταν συντάξεις ΙΚΑ, ΟΓΑ, Δημοσίου, επιδόματα Ο.Α.Ε.Δ. αντίστοιχα, που δεν υπερέβαιναν μηνιαία το ποσό των 1.000 ευρώ και επομένως είναι ακατάσχετα, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 31 §2 του ΚΕΔΕ, όπως το τελευταίο εδάφιο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 ν. 3714/2008, και ίσχυε κατά το χρόνο επιβολής της κατάσχεσης (31-12-2013), σύμφωνα με το οποίο δεν επιτρέπεται η κατάσχεση μισθών, συντάξεων και ασφαλιστικών βοηθημάτων που καταβάλλονται περιοδικά, εφόσον το ποσό αυτών μηνιαίως είναι μικρότερο των χιλίων (1.000) ευρώ, στις περιπτώσεις δε που υπερβαίνει το ποσόν αυτό επιτρέπεται η κατάσχεση επί του 1/4 αυτών, το εναπομένον όμως ποσό δεν μπορεί να είναι κατώτερο των χιλίων (1.000) ευρώ, και, συνεπώς δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ. Επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 KΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης. Ως πράγματα, η παράνομη μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο, στο ως άνω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, νοούνται και οι περισσότερες βάσεις της αγωγής ή οι λόγοι ανακοπής κατά της εκτέλεσης, με τους οποίους οριοθετείται το αντικείμενο της δίκης (ΑΠ 886/2020, ΑΠ 294/2017, ΑΠ 1556/2012, ΑΠ 1861/2011), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 388/2018). Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης, η οποία περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 488/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1150/2011). Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, προβάλλεται από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, η από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αιτίαση, με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τον υπό στοιχ. iv λόγο της από 4.2.2014 ανακοπής του, κατά το σχετικό δεύτερο σκέλος του, τον οποίο επανέφερε με σχετικό λόγο της έφεσής του, περί ακυρότητας της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. …2013 δήλωσης της καθής, ήδη αναιρεσίβλητης ως τρίτης, στα χέρια της οποίας επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση, απορρέουσας από το γεγονός ότι δεν προέβη στη δέσμευση των υφιστάμενων κατά το χρόνο επίδοσης του κατασχετηρίου, υπολοίπων, στους λογαριασμούς των οφειλετών του, Δ. Ι., Κ. Ι., Κ. Σ., Π. Ι., Γ. Ν., Α. Δ., Π. Α., Κ. Ε., Κ. Α., Μ. Π., Π. Α., Κ. Α., με την επίκληση του άρθρου 4 του Ν. 3714/2008, που απαγορεύει την κατάσχεση ποσών από μισθούς, συντάξεις κλπ έως 1.000 ευρώ μηνιαίως, παρόλο που από κανένα στοιχείο δεν προέκυπτε ότι τα υπόλοιπα των τραπεζικών λογαριασμών κατά το χρόνο επίδοσης του κατασχετηρίου προέρχονταν αποκλειστικά από συντάξεις ή μισθούς ή επιδόματα, ούτε ότι οι καταβληθείσες συντάξεις και επιδόματα των άνω οφειλετών του δεν υπερβαίνουν το ποσό των 1.000 ευρώ μηνιαίως. Από την παραδεκτή επισκόπηση (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της ένδικης ανακοπής, προκύπτει ότι το αναιρεσείον (ανακόπτον) ζήτησε μ' αυτήν τη μερική ακύρωση της …2013 δήλωσης της καθ' ης (αναιρεσίβλητης) ως τρίτης, επικαλούμενο, προς θεμελίωση του αφορώντος στην προβαλλομένη ως άνω αιτίαση σχετικού λόγου, ότι "Περαιτέρω, και στην αδόκητη περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι στην υπό κρίση περίπτωση έχει εφαρμογή η απαγορευτική διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 3714/2008, η ως άνω δήλωση είναι σε κάθε περίπτωση ανακριβής και μη νόμιμη και για τον επιπλέον λόγο ότι από κανένα στοιχείο αυτής δεν προκύπτει ότι τα ποσά, που υπήρχαν στους τραπεζικούς λογαριασμούς της ΕΤΕ ΑΕ κατά τον χρόνο επίδοσης του κατασχετηρίου, προέρχονταν αποκλειστικά και μόνο από τη σύνταξη ή το επίδομα ανεργίας των ως άνω οφειλετών του Δημοσίου. Πόσο μάλλον όταν από κανένα στοιχείο της δηλώσεως δεν προκύπτει επίσης ότι οι καταβληθείσες συντάξεις των αναφερόμενων ως άνω οφειλετών του Δημοσίου, δεν υπερβαίνουν μηνιαίως το ποσό των 1.000 ευρώ, και συνεπώς δεν κατάσχονται". Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε τα παρακάτω, αναφορικά με τον ως άνω προβαλλόμενο λόγο αυτής (ανακοπής) : "... Επίσης ανακριβής είναι η ανακοπτομένη δήλωση και όσον αφορά τους παρακάτω οφειλέτες και τους τραπεζικούς λογαριασμούς τους στους οποίους δεν επιβλήθηκε μελλοντική δέσμευση, με την αιτιολογία ότι σε αυτούς πιστώνονταν ακατάσχετες απαιτήσεις κατά τις αναφερόμενες ειδικότερα κατωτέρω διακρίσεις. Συγκεκριμένα η δήλωση είναι ανακριβής όσον αφορά 1) το Δ. Ι. για τον πρώτο λογαριασμό αυτού (επιδόματα ΟΑΕΔ), 2) τον Κ. Ι. για τον πρώτο λογαριασμό (κοινός λογαριασμός στον οποίο πιστώνεται σύνταξη ΟΑΕΕ), 3) τον Κ. Σ. για τον πρώτο λογαριασμό (κοινός τραπεζικός λογαριασμός στον οποίο πιστώνονται επιδόματα ΟΓΑ), 4) τον Π. Ι. για λογαριασμό αυτού (πιστώνεται σύνταξη ΟΑΕΕ), 5) το Γ. Ν. για το δεύτερο λογαριασμό αυτού (κοινός τραπεζικός λογαριασμός στον οποίο πιστώνεται επίδομα ΟΑΕΔ), 6) τον Α. Δ. για τον τρίτο λογαριασμό αυτού (κοινός τραπεζικός λογαριασμός στον οποίο πιστώνονται παροχές ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, επιδόματα ΟΓΑ), 7) τον Κ. Κ., για τον πρώτο λογαριασμό (επίδομα πετρελαίου), 8) Π. Α. (σύνταξη ΟΑΕΕ), 9) την Κ. Ε. (κοινός τραπεζικός λογαριασμός στον οποίο πιστώνονται επιδόματα ΟΓΑ), 10) την Κ. Α. για τον πρώτο και δεύτερο λογαριασμό (κοινός τραπεζικός λογαριασμός στον οποίο πιστώνονται επιδόματα ΟΓΑ και ατομικός λογαριασμός στον οποίο πιστώνονται επιδόματα ΟΑΕΔ και μισθοδοσία), 11) την Α. Ε. (κοινός τραπεζικός λογαριασμός στον οποίο πιστώνεται επίδομα ΟΑΕΕ), 12) το Μ. Π., για τον πρώτο λογαριασμό (κοινός τραπεζικός λογαριασμός στον οποίο πιστώνονται επιδόματα ΟΑΕΔ και μισθοδοσία) και 13) Κ. Α. (κοινός τραπεζικός λογαριασμός στον οποίο πιστώνονται επιδόματα ΟΓΑ-ΟΑΕΔ και μισθοδοσία), διότι η εφεσίβλητη περιορίσθηκε στη μη δέσμευση του υπάρχοντος κατά τον χρόνο της κοινοποίησης του κατασχετηρίου πιστωτικού υπολοίπου αυτών, διότι σε αυτούς πιστώνονταν ακατάσχετες παροχές, οι οποίες δεν υπερέβαιναν μηνιαία το ποσό των 1000 ευρώ, χωρίς να διαλάβει διαβεβαίωση ότι πρόκειται να δεσμεύσει στο μέλλον τα τυχόν ποσά που θα πιστώνονταν από τους λογαριασμούς αυτούς από άλλες αιτίες ή από συντάξεις που θα υπερέβαιναν μηνιαία το όριο του ακατάσχετου, όπως αυτό προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 31 § 1 περ. 3 του ΚΕΔΕ, όπως τούτο ισχύει ήδη σύμφωνα με την παρ. 8 της υποπαρ. Δ1 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη από το αναιρεσείον πλημμέλεια (αρθ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ), της μη λήψης, δηλαδή, υπόψη πραγμάτων προταθέντων και εχόντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, από τις προεκτεθείσες παραδοχές προκύπτει ότι, αυτή έλαβε υπόψη τα από το αναιρεσείον επικληθέντα προς θεμελίωση του προβαλλόμενου λόγου ακυρότητας της ανακοπτόμενης δήλωσης τρίτου, πραγματικά περιστατικά, πλην όμως απέρριψε σιωπηρά το λόγο αυτό αφού δέχθηκε ανελέγκτως ότι στους ως άνω λογαριασμούς πιστώνονταν αποκλειστικά συντάξεις ΙΚΑ, Δημοσίου, επιδόματα Ο.Α.Ε.Δ κλπ., που δεν υπερέβαιναν μηνιαία το ποσό των 1.000 ευρώ. Επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή περιέχει αντίθετες παραδοχές, σε σχέση με τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ήτοι το Εφετείο τον αντιμετώπισε και τον απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.
Ενόψει αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, μόνο κατά το μέρος που έκρινε ως μη νόμιμο το προαναφερόμενο αίτημα περί καταβολής τόκων, καθώς και κατά τη διάταξή της περί επιβολής δικαστικών εξόδων. Στη συνέχεια, πρέπει α) να κρατηθεί η ανακοπή ως προς το αίτημά της περί καταβολής τόκων επί των κατεσχημένων μελλοντικών απαιτήσεων των οφειλετών του αναιρεσείοντος, β) να δικαστεί το αίτημα αυτό από το Δικαστήριο τούτο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αφού η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το Εφετείο (άρθρ. 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση, αλλά υπολείπεται μόνο η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης (ΑΠ 154/2018, ΑΠ 403/2017, ΑΠ 353/2015, ΑΠ 1162/2013), και γ) να γίνει δεκτό, όπως αναφέρεται ειδικότερα στο διατακτικό. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα, πρέπει να επιβληθούν μειωμένα σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176,183,189, 191 παρ 2 ΚΠολΔ, 22 του ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987,2 της Κοινής Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚΒ 11/20-1-1993).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 21/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, μόνο κατά το μέρος που απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της από 4.2.2014 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης …/2014 ανακοπής του αναιρεσείοντος περί καταβολής τόκων επί των κατεσχημένων μελλοντικών απαιτήσεων, και κατά τη διάταξή της περί επιβολής δικαστικών εξόδων.
Δικάζει την ανακοπή κατά το ανωτέρω μέρος της.
Δέχεται αυτήν.
Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη να καταβάλει στο αναιρεσείον νόμιμους τόκους υπερημερίας επί των ποσών που τυχόν θα πιστωθούν στους λογαριασμούς των οφειλετών, που αναφέρονται στο διατακτικό της εφετειακής απόφασης, με τους αναφερόμενους σε αυτήν περιορισμούς και διακρίσεις και έως το ποσό που έκαστος εξ αυτών οφείλει στο ανακόπτον, από τη γένεση κάθε απαίτησης μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος σε βάρος της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ