Απόφαση 606 / 2026    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 606/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην …, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την εταίρο αυτής, δικηγόρο Γ. Π., 2) της δικηγόρου Γ. Π. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως, ατομικά και ως νόμιμη εκπρόσωπος της δεύτερης αναιρεσείουσας και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Λ. (L.) Φ. (F.) του Τ. (G.) , κατοίκου ... και 2) Ι. Σ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Έρσης Φωτοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία "ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Γιαννόπουλου, που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-5-2020 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και την από 5-10-2020 πρόσθετη παρέμβαση στους του ιδίου ως άνω προσθέτως παρεμβαίνοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 8699/2022 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2022/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 14-2-2024 αίτησή τους και τους από 25-7-2025 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Η αναιρεσείουσα και ο πληρεξούσιος του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 35 του Ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α 240), με έναρξη ισχύος από 23-1-2017 (άρθρο 45 του ιδίου νόμου), και ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (14-2-2024), ήτοι προ της διαμόρφωσης της παραγράφου 3 με το άρθρο 22 του Ν. 5134/2024, που ισχύει από 16-9-2024, προβλέπεται η κατάθεση παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και σε περίπτωση ομοδικίας ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου και επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη κατάθεσης αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου από το Δικαστήριο ως απαράδεκτου. Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της ως άνω διάταξης, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 5 ΚΠολΔ (διαφορές από αμοιβές).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από …2024 έκθεση κατάθεσης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 2022/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 614 αριθ. 5 ΚΠολΔ επί διαφοράς από αμοιβές, οι αναιρεσείουσες επισύναψαν στο δικόγραφο της αναίρεσης το υπ' αριθ. .../2024 ηλεκτρονικό παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα (450). Σύμφωνα όμως με την ως άνω διάταξη, η εν λόγω διαφορά δεν υπόκειται σε καταβολή παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και, κατά συνέπεια, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στις αναιρεσείουσες ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ένδικης αίτησης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 429/2025, 681/2024, 949/2023, 830/2023, 1300/2022, 484/2019).
ΙΙ. Με την από …2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. …/2024) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 2022/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (διαφορών από αμοιβές). Με την ως άνω απόφαση, αφού συνεκδικάστηκαν οι από …2022 (αριθ. κατάθ. …/2022), …2022 (αριθ. κατάθ. …/2022) και …2022 (αριθ. κατάθ. …/2022) εφέσεις των εναγουσών, των εναγομένων και του προσθέτως παρεμβάντος, αντίστοιχα, κατά της υπ' αριθ. 8699/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης [που εκδόθηκε επί της από …2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. …/2020) αγωγής των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών και της από …2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. …/2020) πρόσθετης παρέμβασης του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης υπέρ των εναγουσών και με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η πρόσθετη παρέμβαση λόγω μη επίδοσης αυτής στις ενάγουσες], απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι εφέσεις των εναγουσών και του προσθέτως παρεμβάντος, έγινε κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση των εναγομένων και, μετά τη μερική εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη κατά την επικουρική βάση εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης αιτήματα.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στις αναιρεσείουσες στις 15-1-2024, όπως ισχυρίζονται αυτές με την κρινόμενη αίτησή τους, χωρίς να αμφισβητείται τούτο από τις αναιρεσίβλητες, και η αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 14-2-2024, συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, οι αναιρεσείουσες, με το από 25-7-2025 δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις …2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. …2025) και επιδόθηκε στις αναιρεσίβλητες και στο προσθέτως παρεμβαίνον στις …2025, δηλαδή τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες πριν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (…2025), όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. …, … και …2025 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου … Θ. Κ., ασκούν πρόσθετους λόγους αναίρεσης. Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι είναι παραδεκτοί (άρθρο 569 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, μαζί με την ένδικη αίτηση αναίρεσης.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 80, 81, 82, 83 και 215 του ΚΠολΔ προκύπτουν τα εξής: Αν σε δίκη, που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος από τους κύριους διαδίκους, έχει δικαίωμα μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει απλή πρόσθετη παρέμβαση για να τον υποστηρίξει. Εκούσια απλή πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του Αρείου Πάγου, ασκείται δε κατά τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους κύριους διαδίκους. Ο προσθέτως παρεμβαίνων στην αναιρετική διαδικασία, περιορίζεται σε μόνη την υποστήριξη ή την αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κύριων διαδίκων (ΑΠ 1011/2024, 1307/2022, 1714/2022, 30/2022,164/2021). Η έλλειψη εννόμου συμφέροντος καθιστά την πρόσθετη παρέμβαση απαράδεκτη και απορριπτέα (ΟλΑΠ 3/2021, 28/2007, 13/2006, 8/1998, 9/1998, ΑΠ 1011/2024, 1307/2022, 557/2021).
Εξάλλου, το άρθρο 90 στοιχ. ζ' του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων" (ΦΕΚ Α' 208/27.9.2013), με ισχύ του άρθρου αυτού από 27.9.2013 (άρθρο 166 παρ. 3 του ίδιου νόμου) ορίζει ότι: "Στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει : ..... ζ) Η άσκηση παρεμβάσεων ενώπιον δικαστηρίων και κάθε αρχής (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι ανεξάρτητες αρχές) για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου, που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου ή το δικηγορικό σώμα γενικότερα, καθώς και για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος. Για την υλοποίηση και επίτευξη αυτού του σκοπού, οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να υποβάλλουν αγωγή, κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, αναφορά, μήνυση, δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, αίτηση ακύρωσης, ουσιαστική προσφυγή και γενικά οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα και μέσο οποιασδήποτε φύσης κατηγορίας, ενώπιον κάθε δικαστηρίου ποινικού, πολιτικού, διοικητικού ουσίας ή ακυρωτικού ή Ελεγκτικού οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποιοδήποτε διεθνές δικαστήριο. Επίσης για τα πιο πάνω ζητήματα μπορούν να παρεμβαίνουν, με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, σε κάθε αρμόδια αρχή στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία ή αρχή του διεθνούς δικαίου". Από τη διάταξη αυτή, σε αντιπαραβολή προς τη διάταξη του άρθρου 622 αριθ. 2 ΚΠολΔ, όπως τούτο ισχύει από 1.1.2016, μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23.7.2015), που ορίζει ότι αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα να παρέμβουν μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις, που αποτελούν την ένωση, διάταξη που αναφέρεται, ειδικά και περιορισμένα, σε δίκες εργατικών διαφορών (ΟλΑΠ 13/2006), συνάγεται ότι οι δικηγορικοί σύλλογοι έχουν έννομο συμφέρον να παρέμβουν προσθέτως για όλα τα ως άνω ζητήματα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου σε εκκρεμή δίκη, στις περιπτώσεις που το αντικείμενο της δίκης ενδιαφέρει τα μέλη του (ή κατηγορία μελών του) ή γενικότερα το δικηγορικό σώμα (ΑΠ 1011/2024, 1307/2022, 557/2021, 681/2017, 1147/2015), όχι όμως και στις περιπτώσεις που το αντικείμενο της δίκης δεν αφορά ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου, αλλά πρόκειται για προσωπική υπόθεση μέλους του δικηγορικού συλλόγου, η έκβαση της οποίας εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, υπό τις οποίες ο δικηγόρος παρείχε τις υπηρεσίες του (ΑΠ 1011/2024, 491/2024, 1307/2022, 557/2021).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 59 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων", για κάθε δικαστική ή εξώδικη ενέργεια ο δικηγόρος δύναται να συμφωνεί με τον εντολέα του και να λαμβάνει αμοιβή προσδιοριζόμενη ανάλογα με την ωριαία απασχόλησή του, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα, ενώ αντίστοιχα προσδιοριζόμενη ωριαία αμοιβή δικαιούται αυτός και για κάθε εξώδικη εργασία που σχετίζεται με την εκτέλεση της εντολής που του ανατέθηκε, υπέχοντας συγχρόνως την υποχρέωση να γνωστοποιεί με κάθε πρόσφορο τρόπο στον εντολέα του την ωριαία αμοιβή του, σε περίπτωση δε έλλειψης έγγραφης συμφωνίας, η αμοιβή του δικηγόρου, για δικαστικές ή εξώδικες εργασίες, πράξεις ή απασχολήσεις, δύναται να προσδιορίζεται με βάση την ωριαία απασχόληση του δικηγόρου, όπως αυτή αναφέρεται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η συμφωνία περί χρονοχρέωσης δύναται να αφορά τον χειρισμό, δικαστικώς ή εξωδίκως, κάθε είδους υπόθεσης (πολιτικής, ποινικής, διοικητικής), περαιτέρω δε, οι ίδιες ως άνω διατάξεις παραπέμπουν για τον προσδιορισμό της ωριαίας αμοιβής του δικηγόρου, είτε υπάρχει έγγραφη συμφωνία περί χρονοχρέωσης είτε όχι, στο Παράρτημα Ι του Κώδικα Δικηγόρων, το οποίο περιλαμβάνει τις νόμιμες αμοιβές των δικηγόρων, μεταξύ άλλων, και για πολιτικές και ποινικές υποθέσεις, καθώς και για εξωδικαστικές ενέργειες.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το από …2025 δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου (αριθ. έκθ. κατάθ. …2025), το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης" άσκησε υπέρ των αναιρεσειουσών πρόσθετη παρέμβαση, με την οποία εκθέτει ότι οι αναιρεσείουσες είναι μέλη του και ότι υποστηρίζει τους λόγους αναίρεσης, προκειμένου αυτή να γίνει δεκτή. Επικαλείται δε, προς στοιχειοθέτηση του εννόμου συμφέροντος αυτού για την άσκηση της υπό κρίση πρόσθετης παρέμβασης, τις επιπτώσεις που θα έχει για τα μέλη του, αλλά και γενικότερα για το δικηγορικό σώμα, η έκβαση της δίκης ως προς τα ζητήματα α) της εφαρμογής του συστήματος της χρονοχρέωσης στην ποινική διαδικασία (ανάκριση, ποινικές δίκες και συναφείς εργασίες), καθώς και κατά τη διενέργεια εξώδικων πράξεων, β) της οριοθέτησης της έννοιας του σπουδαίου λόγου ως προϋπόθεσης ανάκλησης της εντολής στα πλαίσιο σύμβασης εργολαβίας δίκης και γ) της προστασίας των δικηγόρων από συκοφαντικές καταγγελίες προς το πειθαρχικό συμβούλιο αυτού (προσθέτως παρεμβαίνοντος). Η ένδικη πρόσθετη παρέμβαση, με το ως άνω περιεχόμενο, κρίνεται απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος του προσθέτως παρεμβαίνοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης", σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη. Και τούτο διότι, σε σχέση με τα ανωτέρω υπό στοιχ. α', β' και γ' ζητήματα, που ισχυρίζεται το τελευταίο ότι αναφύονται στην υπό κρίση υπόθεση, λεκτέα τα εξής: Όσον αφορά τον υπό στοιχ. α' ισχυρισμό, το άρθρο 59 του Ν. 4194/2013 δύναται να εφαρμοστεί σε κάθε είδους υπόθεση (πολιτική, ποινική, διοικητική), καθώς και σε δικαστικές και εξώδικες ενέργειες του δικηγόρου, συνεπώς δεν γεννάται ζήτημα περί της δυνατότητας εφαρμογής ή μη του συστήματος της χρονοχρέωσης στην ποινική διαδικασία και κατά τη διενέργεια εξωδίκων πράξεων, ώστε η επί του ζητήματος αυτού έκβαση της παρούσας δίκης να ενδιαφέρει τα μέλη του προσθέτως παρεμβαίνοντος (ή κατηγορία μελών του) ή γενικότερα το δικηγορικό σώμα, όσον αφορά δε τους υπό στοιχ. β' και γ' ισχυρισμούς, πρόκειται για ζητήματα, η επί των οποίων έκβαση της παρούσας δίκης εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, υπό τις οποίες οι αναιρεσείουσες παρείχαν τις υπηρεσίες τους στις αναιρεσίβλητες.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η πρόσθετη παρέμβαση, συνεκδικαζόμενη με την αίτηση αναίρεσης, λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας (άρθρα 31 παρ. 1, 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ). Τέλος, δεν θα επιβληθούν σε βάρος του προσθέτως παρεμβαίνοντος τα δικαστικά έξοδα των καθ' ων η πρόσθετη παρέμβαση - αναιρεσιβλήτων, διότι οι τελευταίες δεν υποβλήθηκαν σε ιδιαίτερα έξοδα για την αντιμετώπισή της (ΑΠ 491/2024, 1171/2012).
IV. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της έχει ως εξής: Με την ένδικη από 27-5-2020 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες ιστορούσαν ότι η πρώτη εξ αυτών, κατόπιν προφορικής εντολής της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία ενεργούσε ατομικά και για λογαριασμό της τότε ανήλικης δεύτερης εξ αυτών κόρης της, προέβη στις αναφερόμενες στην αγωγή δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, για τις οποίες είχε συμφωνηθεί αμοιβή της με βάση το σύστημα χρονοχρέωσης, περαιτέρω δε, ότι για μία άλλη (αστική) δίκη, που αναφέρεται στην αγωγή, είχαν υπογραφεί τα από 5-4-2017 δύο ιδιωτικά συμφωνητικά εργολαβίας δίκης μεταξύ της πρώτης ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας και εκάστης των εναγομένων και ότι οι τελευταίες ανακάλεσαν αδικαιολόγητα και καταχρηστικά την εντολή τους προς αυτήν, περαιτέρω δε, προέβησαν στην υποβολή ψευδούς και συκοφαντικής, για αμφότερες τις ενάγουσες, αναφοράς στον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης. Με βάση το ως άνω ιστορικό, ζητούσαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες να τους καταβάλουν α) η πρώτη εξ αυτών στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 32.460,67 ευρώ για αμοιβές της, εκ του οποίου ποσό 23.104,45 ευρώ αφορούσε συμφωνηθείσες αμοιβές με βάση την ωριαία απασχόληση (χρονοχρέωση), υπολογιζόμενες σύμφωνα με τις προβλεπόμενες ελάχιστες αμοιβές του Κώδικα Δικηγόρων, και ποσό 9.356,22 ευρώ αφορούσε αμοιβή με βάση το μεταξύ τους από 5-4-2017 ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβίας δίκης, λόγω αδικαιολόγητης και καταχρηστικής ανάκλησης της εντολής, επικουρικά δε, για τη συγκεκριμένη δίκη, το ποσό των 2.161,17 ευρώ με βάση τις ελάχιστες αμοιβές του Κώδικα Δικηγόρων, άλλως ολόκληρο το αιτούμενο ποσό (32.460,67 ευρώ) κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, β) η δεύτερη εναγομένη στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 46.821,40 ευρώ με βάση το μεταξύ τους από 5-4-2017 ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβίας δίκης, λόγω αδικαιολόγητης και καταχρηστικής ανάκλησης της εντολής, επικουρικά δε, για τη συγκεκριμένη δίκη, το ποσό των 12.966,50 ευρώ με βάση τις ελάχιστες αμοιβές του Κώδικα Δικηγόρων, άλλως ολόκληρο το αιτούμενο ποσό (46.821,40 ευρώ) κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, γ) αμφότερες οι εναγόμενες, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 25.000 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν συνεπεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων, οι οποίες κατέθεσαν ψευδή και συκοφαντική γι' αυτές (ενάγουσες) αναφορά στον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα, επικουρικά δε, τα ίδια ως άνω ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με βάση τις διατάξεις των άρθρων 919, 920, 932 ΑΚ σε συνδ. με το άρθρο 363 ΠΚ, και όλα τα ανωτέρω υπό στοιχ. α', β' και γ' ποσά με το νόμιμο τόκο, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 8699/2022 απόφασή του, συνεκδικάζοντας την αγωγή και την από 5-10-2020 πρόσθετη παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης υπέρ των εναγουσών-μελών του, απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση ως απαράδεκτη λόγω μη κοινοποίησης αυτής στις τελευταίες και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, α) ως προς το αίτημα επιδίκασης αμοιβών και εξόδων, που υπολόγισε με βάση την ωριαία απασχόληση των εναγουσών (χρονοχρέωση), ενώ για τις απορρέουσες από τα από 5-4-2017 εργολαβικά αξιώσεις ο υπολογισμός έγινε με βάση τις προβλεπόμενες από τον Κώδικα Δικηγόρων νόμιμες αμοιβές, αφού έγινε δεκτό ότι οι εναγόμενες δεν ανακάλεσαν τη χορηγηθείσα με τα εν λόγω συμφωνητικά εντολή τους προς την πρώτη ενάγουσα δικηγορική εταιρεία, αλλά ότι η τελευταία παραιτήθηκε από τη συνέχιση της ως άνω εντολής, και β) ως προς αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, υποχρεώνοντας την πρώτη εναγομένη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 20.586,09 ευρώ, τη δεύτερη εναγομένη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το συνολικό ποσό των 10.230 ευρώ και αμφότερες τις εναγόμενες να καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, σε εκάστη ενάγουσα το ποσό των 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ενάγουσες και οι εναγόμενες, καθώς και το προσθέτως παρεμβαίνον, με τις αντίστοιχες από 6-9-2022, 7-9-2022 και 24-8-2022 εφέσεις τους, επί των οποίων εκδόθηκε, κατόπιν συνεκδίκασης αυτών, η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 2022/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε τυπικά αυτές και ακολούθως: α) απέρριψε κατ' ουσίαν την από 6-9-2022 έφεση των εναγουσών και την από 24-8-2022 έφεση του προσθέτως παρεμβάντος και β) δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 7-9-2022 έφεση των εναγομένων, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κατά το προσβαλλόμενο με την έφεση αυτή μέρος της και, δικάζοντας ως προς αυτό εκ νέου την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη κατά την επικουρική βάση εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού και ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά τα λοιπά. Ειδικότερα, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "..... Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε με επιμέλεια των εναγομένων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης αυτού, την προσκομιζόμενη με επίκληση από τις εκκαλούσες - εφεσίβλητες - ενάγουσες υπ' αριθ. ...2022 ένορκη βεβαίωση της Δ. Μ. ενώπιον της συμβολαιογράφου … Μ. Γ., η οποία ελήφθη κατόπιν νομίμου κλητεύσεως των αντιδίκων τους [.....], από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν [.....], καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας [.....], αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη ενάγουσα είναι νομίμως συσταθείσα δικηγορική εταιρεία με έδρα τη Θεσσαλονίκη και εταίρους τη δεύτερη ενάγουσα, δικηγόρο Θεσσαλονίκης, η οποία είναι και διαχειρίστρια και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, και τη Δ. Μ., θυγατέρα της δεύτερης ενάγουσας και δικηγόρο Θεσσαλονίκης επίσης. Σε συνάντηση που έλαβε χώρα περί τα τέλη Νοεμβρίου 2015, στα γραφεία της πρώτης ενάγουσας, μεταξύ της δεύτερης ενάγουσας νομίμου εκπροσώπου της και των εναγομένων, η πρώτη εναγόμενη, ενεργούσα ατομικά και για λογαριασμό της ανήλικης τότε δεύτερης εναγομένης - θυγατέρας της, τους ανέθεσε προφορικά τον χειρισμό ποινικής υπόθεσης που αφορούσε στην κατ' εξακολούθηση κατάχρηση σε ασέλγεια της δεύτερης εναγομένης από τον πατριό αυτής και σύζυγο της ιδίας, Κ. Κ. Καθόσον αφορά την αμοιβή της εταιρείας, η δεύτερη ενάγουσα ενημέρωσε την πρώτη εναγόμενη, ότι θα προσδιοριζόταν ξεχωριστά για κάθε ενέργεια ή Δικαστήριο και θα της γνωστοποιούνταν εκ των προτέρων μαζί με τα απαιτούμενα έξοδα, στο οποίο η πρώτη εναγομένη συμφώνησε. Πέραν τούτου καμία άλλη αναφορά ή πρόταση δεν έγινε από τη δεύτερη ενάγουσα, κατά την παραπάνω συνάντηση, περί της αμοιβής των δικηγόρων της εταιρείας και δη ουδόλως αναφέρθηκε στην εναγομένη ότι η αμοιβή τους θα υπολογιζόταν ανά ώρα απασχόλησής τους με βάση την ελάχιστη προβλεπόμενη από τον Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013) ωριαία αμοιβή των 80 ευρώ (Παράρτημα Ι.ΣΤ.), ήτοι για αμοιβή τους βάσει χρονοχρέωσης, και καμία τέτοια συμφωνία δεν καταρτίστηκε μεταξύ τους ούτε τότε ούτε και σε οποιαδήποτε άλλη χρονική στιγμή κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, ως αβασίμως επικαλούνται με την αγωγή τους οι ενάγουσες. [.....] Μετ' ολίγο καιρό και ενώ η ανωτέρω υπόθεση της δεύτερης εναγομένης βρισκόταν στο στάδιο της ανάκρισης, η πρώτη εναγόμενη ανέθεσε στις ενάγουσες και αντίστοιχη ποινική υπόθεση που αφορούσε την έτερη ανήλικη θυγατέρα της, Ν. Κ., για όμοιες αξιόποινες πράξεις που φερόταν να έχει τελέσει και σε βάρος της ο ανωτέρω σύζυγός της και πατέρας αυτής, Κ. Κ., καθώς και αστικές υποθέσεις της, που αφορούσαν αφαίρεση από τον τελευταίο της γονικής μέριμνας της ανωτέρω ανήλικης και αγωγές που είχε ασκήσει αυτός και η μητέρα του για επικοινωνία τους με την ανήλικη, και επιπλέον της ανέθεσε να προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την επίτευξη της μετεγκατάστασης της ιδίας και της ανωτέρω ανήλικης θυγατέρας της στη Σουηδία, χώρα καταγωγής της. Και για τις υποθέσεις αυτές (ποινική και αστικές) της έτερης θυγατέρας της πρώτης εναγομένης, η συμφωνία για την αμοιβή της ενάγουσας εταιρείας ήταν η ίδια όπως και για τις υποθέσεις της δεύτερης εναγομένης, ήτοι θα προσδιοριζόταν εκ των προτέρων ξεχωριστά για κάθε ενέργεια ή Δικαστήριο και θα γνωστοποιούνταν στην πρώτη εναγομένη μαζί με τα απαιτούμενα έξοδα, μη αποδεικνυομένης και ως προς την εντολή αυτή της επικαλούμενης με την αγωγή συμφωνίας χρονοχρέωσης. Οι εναγόμενες, επίσης, με τα από 5.4.2017 δύο εργολαβικά δίκης, που εκάστη αυτών υπέγραψε με τη δεύτερη ενάγουσα, ανέθεσαν στη δικηγορική εταιρεία την άσκηση αγωγής αποζημίωσης κατά του Κ. Κ., με αίτημα την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης τους ύψους 50.000 ευρώ για την πρώτη και 300.000 ευρώ για τη δεύτερη. Με τα ως άνω εργολαβικά δίκης συμφωνήθηκε κατά την εκδίκαση της εν λόγω αγωγής να παραστεί η δεύτερη ενάγουσα. να καταθέσει προτάσεις και γενικά να προβεί σε κάθε δικαστική ή εξώδικη ενέργεια για να φέρει σε πέρας την ανωτέρω υπόθεση, δικαστικώς ή εξωδίκως, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, οι δε εναγόμενες να καταβάλουν ως αμοιβή, αλλά και για κάλυψη των εξόδων της ενάγουσας, σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης, η πρώτη ποσό που θα αντιστοιχεί σε 18% επί της εισπραχθησομένης απαίτησης και η δεύτερη εναγομένη ποσό που θα αντιστοιχεί στο 20% αυτής. Συμφώνησαν, επίσης, ότι σε περίπτωση αποτυχίας της δίκης μέχρι την τελεσιδικία, η ενάγουσα ουδέν ποσό θα ελάμβανε. Προς τον σκοπό αυτό, οι εναγόμενες εντολείς παρείχαν με τα ίδια συμφωνητικά ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα προς τη δεύτερη ενάγουσα, όπως εισπράξει τα ποσά που θα αντιστοιχούσαν στα ως άνω ποσοστά του 18% και του 20% αντίστοιχα του ποσού που θα επιδικαζόταν από το Δικαστήριο με την εκδοθησομένη απόφαση, απευθείας από τον Κ. Κ. Συμφώνησαν, επίσης, ότι οι εντολείς δεν θα είχαν δικαίωμα να ανακαλέσουν την εντολή, καθότι αυτή αφορά και το συμφέρον της εντολοδόχου, σύμφωνα με το άρθρο 724 ΑΚ, και εκχώρησαν στην εντολοδόχο τα ανωτέρω ποσοστά 18% και 20% αντίστοιχα επί της απαίτησής τους που θα επιδικαζόταν, πλέον του ισχύοντος κατά την ημέρα της πληρωμής Φ.Π.Α. Σε εκτέλεση των συμφωνητικών αυτών, η δεύτερη ενάγουσα προέβη στη σύνταξη, κατάθεση και επίδοση της υπ' αριθ. καταθ. …/2017 αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, παραστάθηκε κατά τη συζήτησή της για τις εναγόμενες (εκεί ενάγουσες) και κατέθεσε προτάσεις και προσθήκη - αντίκρουση επ' αυτών και επίσης προέβη στη λήψη ενόρκων βεβαιώσεων προς απόδειξη των ισχυρισμών των εντολέων της. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 10068/2018 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία αναγνώρισε ότι ο εκεί εναγόμενος Κ. Κ. υποχρεούται να καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση στη δεύτερη εναγομένη το ποσό των 150.000 ευρώ και στην πρώτη εναγομένη το ποσό των 30.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής τους μέχρι την πλήρη εξόφληση. Κατά της ως άνω απόφασης ασκήθηκε έφεση από τον ανωτέρω εκεί εναγόμενο, με αρχική ορισθείσα δικάσιμο για τη συζήτησή της την 8.11.2019, η οποία, κατόπιν αναβολών, προσδιορίστηκε για την 17.3.2023, οπότε αναβλήθηκε εκ νέου. Εκτός της αγωγής αυτής, οι ενάγουσες προέβησαν κατ' εντολή των εναγομένων και με τη συναίνεσή τους σε επιπλέον ενέργειες για τη διασφάλιση της σχετικής απαίτησης αποζημίωσης των εναγομένων, που περιλάμβαναν έρευνα στα υποθηκοφυλακεία και κτηματολόγια για ακίνητη περιουσία του ανωτέρω αντιδίκου τους προς τον σκοπό εγγραφής προσημειώσεων υποθήκης υπέρ αυτών, οι οποίες δεν καλύπτονταν από τα εργολαβικά δίκης, καθώς αυτά αφορούσαν αποκλειστικώς και μόνο την ανωτέρω αστική δίκη αποζημίωσης, όπως ορθώς έγινε δεκτό και δια της εκκαλουμένης αποφάσεως, απορριπτομένου του συναφούς πέμπτου λόγου της ενδίκου εφέσεως των εκκαλουσών - εναγομένων, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Για τις εν λόγω, εκτός εργολαβικών δίκης, ενέργειες, ίσχυε επίσης η ίδια συμφωνία προσδιορισμού εκ των προτέρων και γνωστοποίησης στην πρώτη εναγομένη, που είχε αποκλειστικά αναλάβει την κάλυψη του κόστους των σχετικών εργασιών, της αμοιβής και των εξόδων της εταιρείας ξεχωριστά για κάθε επί μέρους ενέργεια ή Δικαστήριο και ουδέποτε υπήρξε συμφωνία χρονοχρέωσης, όπως αβασίμως επικαλέστηκαν και για την εντολή αυτή οι ενάγουσες με την ένδικη αγωγή τους. Στις 7.6.2019 πραγματοποιήθηκε συνάντηση των εναγομένων με την δεύτερη ενάγουσα στα γραφεία της πρώτης ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας, παρουσία του Ιωάννη Τόκα και της δικηγόρου της εταιρείας Δ. Μ., προκειμένου να συζητήσουν τον χειρισμό της υπόθεσης της δεύτερης εναγομένης ενώπιον του Μ.Ο.Ε. Θεσσαλονίκης, στο οποίο είχε εισαχθεί έφεση του Κ. Κ. κατά της πρωτοβάθμιας καταδικαστικής σε βάρος του απόφασης, η οποία θα εκδικαζόταν τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους. Στην εν λόγω συνάντηση ανέκυψε διαφωνία μεταξύ των διαδίκων ως προς τα οικονομικά ζητήματα, καθώς η δεύτερη ενάγουσα ανέφερε στις εναγόμενες ότι εκκρεμούσαν οφειλές τους προς την εταιρεία από προηγούμενες ενέργειες και Δικαστήρια, οι τελευταίες όμως το αρνούνταν, θεωρώντας ότι για πρώτη φορά προβάλλονταν από μέρους των εναγουσών οικονομικές αξιώσεις που ήταν υπέρογκες και ότι είχαν ήδη εξοφληθεί για όλες τις υποθέσεις τους, τις οποίες είχαν έως τότε χειριστεί, με εξαίρεση τις καλυπτόμενες από τα εργολαβικά δίκης, ζήτησαν δε αναλυτικό πίνακα εξόδων και αμοιβών, καθώς και αντίγραφα των εργολαβικών δίκης, τα οποία ωστόσο δεν τους παρασχέθηκαν. Η δεύτερη ενάγουσα επέμεινε στην ύπαρξη ανεξόφλητων οφειλών τους, χωρίς ωστόσο να τις προσδιορίζει σε συγκεκριμένα ποσά και χωρίς και στη συνάντηση αυτή να κάνει οιαδήποτε αναφορά σε αμοιβή της εταιρείας βάσει χρονοχρέωσης και συγκεκριμένης ωριαίας αμοιβής των δικηγόρων της εταιρείας, με τελική κατάληξη οι εναγόμενες να δηλώσουν ότι επιθυμούσαν να παραλάβουν όλους τους φακέλους των ποινικών υποθέσεών τους, προκειμένου να τις αναθέσουν σε άλλον δικηγόρο, ενώ θα παρέμενε στην εταιρεία ο φάκελος της αστικής υπόθεσής τους, που αφορούσε την ανωτέρω αγωγή αποζημίωσης, η οποία εκκρεμούσε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και για την οποία δεσμεύονταν από τα ανωτέρω εργολαβικά δίκης. Κατά τον τρόπο αυτό, οι εναγόμενες ανακάλεσαν την εντολή τους προς την πρώτη εναγομένη, που αφορούσε τον χειρισμό των παραπάνω ποινικών υποθέσεών τους, εκ των οποίων για την υπόθεση της δεύτερης εναγομένης επέκειτο η εκδίκαση ενώπιον του Μ.Ο.Ε. Θεσσαλονίκης της εφέσεως του κατηγορουμένου Κ. Κ. κατά της πρωτοβαθμίου καταδικαστικής αποφάσεως, επ' αφορμή της οποίας και είχε λάβει χώρα η ανωτέρω συνάντηση, η δε υπόθεση που αφορούσε την ανήλικη Ν. Κ. δεν είχε εισέτι εκδικαστεί ούτε σε πρώτο βαθμό, ενώ πλέον τούτων επέκειτο τότε η λήξη (15.7.2019) της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της υπ' αριθ. …/2019 Διάταξης του Εισαγγελέως Πρωτοδικών, με την οποία είχε απορριφθεί μερικώς έγκληση της δεύτερης εναγομένης σε βάρος των εκ των μαρτύρων της ποινικής δίκης ενώπιον του Μ.Ο.Δ., Π. Κ. και Ε. Φ., για ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμηση. Επακολούθησε εντός των επομένων ημερών ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ της δεύτερης ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης καθώς και του πληρεξουσίου αυτής στην Ελλάδα, Ιωάννη Τόκα, με την οποία οι μεν εναγόμενες αιτούνταν την παράδοση των ανωτέρω φακέλων τους, η δε δεύτερη ενάγουσα τους ενημέρωνε ότι για να παραλάβουν τους φακέλους θα έπρεπε να προηγηθεί εξόφληση των οφειλομένων εξόδων και αμοιβών. Στα πλαίσια της αλληλογραφίας αυτής, στις 8.7.2019 απεστάλη προς τη δεύτερη ενάγουσα, κατ' εντολή των εναγομένων, από τον πληρεξούσιο αυτών Ιωάννη Τόκα επιστολή διαμαρτυρίας - λήξης συνεργασίας, με την οποία και το συνοδευτικό αυτής μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ανακλήθηκε και εγγράφως από τις εναγόμενες, διά του ανωτέρω εκπροσώπου τους, η εντολή διαχείρισης των ποινικών υποθέσεών τους και ζητήθηκε από τις ενάγουσες η παροχή γραπτού εξοδολογίου και η παράδοση όλων των φακέλων των ποινικών υποθέσεών τους έως τις 11.7.2019, καθώς και η άμεση κατάθεση προσφυγής κατά της προρρηθείσας Διάταξης του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, που αφορούσε μερική απόρριψη της εγκλήσεως της δεύτερης εναγομένης κατά των ανωτέρω μαρτύρων. Στην επιστολή αυτή η δεύτερη ενάγουσα απάντησε με την από 10.7.2019 επιστολή της προς τον ανωτέρω πληρεξούσιο των εναγομένων, στην οποία μεταξύ άλλων ανέφερε επί λέξει και τα εξής: "Ήδη στη συνάντησή μας του Ιουνίου καταστήσαμε σαφές, τόσο στην κα Φ. όσο και στην κα Σ., ότι η Εταιρεία μας δεν συμφωνεί επ' ουδενί και δεν αποδέχεται την πρότασή τους ούτε βεβαίως μπορεί να υποχρεωθεί προς τούτο, ήτοι να συνεχίσει να χειρίζεται μερικώς τις επίμαχες υποθέσεις, και συγκεκριμένα μόνον το αστικό μέρος, και να παραδώσει τους φακέλους του ποινικού μέρους, γιατί όπως εξηγήσαμε συνέχεται εξαιρετικά και ευθέως η τελική έκβαση του ποινικού σκέλους με το αστικό. Τους δηλώσαμε λοιπόν ότι επιθυμούμε να τους παραδοθεί το σύνολο των φακέλων, ώστε να αναθέσουν σε άλλο δικηγόρο το σύνολο της υπόθεσης, με την αυτονόητη βεβαίως προϋπόθεση να μας εξοφλήσουν την οφειλή τους. Ωστόσο η κα Φ. επανήλθε με μέιλ ζητώντας την παράδοση των φακέλων και ποιώντας τη νήσσα ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο των αμοιβών μας, αλλά και της αμοιβής της Εταιρείας μας από τον χειρισμό τους αστικού μέρους της υπόθεσης, στο οποίο μάλιστα έχουμε καταγάγει περιφανή νίκη, αφού πετύχαμε να επιδικαστούν υπέρ τους ποσά 30.0000 € και 150.000 € αντίστοιχα, ποσά τα οποία μαζί με τους τόκους ξεπερνούν σήμερα το ποσό των 230.000 € και δεν έχουν προηγούμενο στη νομολογία των δικαστηρίων μας". Επίσης, ανέφερε ότι "Στις 7 Ιουνίου 2019, η Εταιρεία μας σας ενημέρωσε για την έκδοση εισαγγελικής διάταξης επί της έγκλησης κατά Φ., που απέρριψε κατά ένα μέρος αυτή, καθώς και για τη δυνατότητα άσκησης προσφυγής εναντίον της, ωστόσο ομόθυμα, τόσο η και Φ. όσο και η κα Σ., δήλωσαν ότι δεν επιθυμούν να την ασκήσουν. Η Εταιρεία μας, από υπερβάλλουσα επιμέλεια, αλλά και για το ενδεχόμενο που θα άλλαζαν γνώμη, απέστειλε την επόμενη ημέρα μήνυμα στην κα Σ., τονίζοντας την καταληκτική προθεσμία, πλην όμως δεν υπήρξε καμία απάντηση ή σχόλιο. Είναι προφανές ότι από τη στιγμή που μας κοινοποιήσατε τη λήξη της συνεργασίας μας, δεν αποδεχόμαστε να συντάξουμε εμείς την προσφυγή εναντίον της ως άνω εισαγγελικής διάταξης, γνωρίζουν δε οι κυρίες Φ. και Σ. ότι, όπως εξ αρχής τις ενημερώσαμε σχετικά, και επαναλάβαμε και σ' εσάς ως πληρεξούσιο στις 4 Ιουλίου 2019, μπορούν να απευθυνθούν στο δικηγορικό γραφείο που ήδη τις συμβουλεύει, να την ασκήσει, ή σε οποιοδήποτε άλλο επιλέξουν, καθώς είναι γνωστό ότι η εισαγγελική διάταξη και τα έγγραφα που την αφορούν βρίσκεται στην ποινική δικογραφία που εκκρεμεί στα Δικαστήρια". Ήτοι με τη ανωτέρω επιστολή οι ενάγουσες αρνούνταν οι ίδιες την συνέχιση της εντολής που αφορούσαν τα εργολαβικά δίκης, επικαλούμενες άμεση σύνδεσή τους με το ποινικό σκέλος της υπόθεσης, το οποίο αφορούσε η ανάκληση της εντολής, και αρνούνταν επίσης και την άσκηση της ανωτέρω προσφυγής, θέτοντας όμως ως προϋπόθεση για την επιστροφή τόσο του σχετικού φακέλου όπως και του συνόλου των φακέλων των εναγομένων, την από μέρους αυτών εξόφληση των οφειλών τους, τις οποίες ωστόσο και πάλι δεν προσδιόριζαν σε συγκεκριμένο ύψος ούτε και αναφέρονταν σε συμφωνία για ωριαία αμοιβή τους και το ύψος αυτής, γεγονός που επιρρωνύει την κατά τα άνω κρίση του Δικαστηρίου περί μη κατάρτισης τέτοιας συμφωνίας, παρά μόνο σε σχέση ειδικώς με τα εργολαβικά δίκης ζητούσαν, ως συμβιβαστική λύση, την ελάχιστη κατά τον Κώδικα Δικηγόρων αμοιβή τους με βάση το αντικείμενο της αγωγής, ανερχόμενο για τη σύνταξη αγωγής και προτάσεων στο συνολικό ποσό των 9.750 ευρώ και μετά του Φ.Π.Α. ποσού 2.340 ευρώ, σε 12.090 ευρώ, πρόταση που, κατά τα αναφερόμενα στην επιστολή, είχαν υποβάλει ήδη από τις 4.7.2019 στον ανωτέρω πληρεξούσιο των εναγομένων και από την οποία, ωστόσο, στη συνέχεια υπαναχώρησαν, διεκδικώντας τις ήδη επίδικες αμοιβές τους με βάση την επικαλουμένη συμφωνία χρονοχρέωσης και τα συμφωνηθέντα με τα εργολαβικά δίκης ποσοστά επί των πρωτοδίκως επιδικασθέντων στις εναγόμενες ποσών χρηματικής ικανοποίησης. Κατόπιν τούτου, την επομένη ημέρα, 11.7.2019, ο πληρεξούσιος των εναγομένων Ιωάννης Τόκας, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απέστειλε στην δεύτερη ενάγουσα για λογαριασμό των εναγομένων, την κάλεσε να του παραδώσει το πολύ εντός της ημέρας τον πλήρη φάκελο της υπόθεσης που αφορούσε η ανωτέρω προσφυγή, προκειμένου να τη χειριστεί άλλος δικηγόρος και να μη χαθεί η προθεσμία κατάθεσής της, και επίσης την κάλεσε να του παραδώσει αντίγραφα των συμφωνητικών εργολαβίας δίκης, τα οποία είχαν λάβει οι εναγόμενες κατά την υπογραφή τους, πλην όμως είχαν απωλέσει και για τον λόγο αυτό ζητούσαν να λάβουν εκ νέου από τις ενάγουσες. Ακολούθως, στις 15.7.2019, λόγω του ότι έως τότε δεν είχαν λάβει τα παραπάνω έγγραφα ενώ έληγε και η προθεσμία κατάθεσης της προρρηθείσας προσφυγής, αμφότερες οι εναγόμενες δια του ως άνω πληρεξουσίου τους κατέθεσαν στο Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης την με αριθμό πρωτ. …2019 Αναφορά - Καταγγελία, στην οποία μεταξύ άλλων ανέφεραν και τα εξής: "Σε επί προσωπικού συνάντησή μας στα γραφεία της, την 7η Ιουνίου 2019, παρουσία του πληρεξουσίου και εξουσιοδοτημένου πλέον εκπροσώπου μας κ. Τόκα Ιωάννη, σε συζήτηση που έγινε για υποθέσεις μας που εκκρεμούν, άρχισε να απαιτεί περισσότερα χρήματα από τα συμφωνηθέντα για τις υποθέσεις αυτές, αλλά και να μας ενημερώνει και να απαιτεί, πράγμα που δεν ισχύει γιατί για τα μέχρι σήμερα πεπραγμένα της έχει εξοφληθεί ολοσχερώς, δήθεν οικονομικές εκκρεμότητες απέναντί της για παρελθούσες εργασίες της. Σημειώνουμε εδώ ότι έχει πάρει ήδη προκαταβολικά και 2.000 ευρώ για έφεση που εκκρεμεί στο Μ.Ο.Δ. Θεσσαλονίκης για υπόθεση της Κας Ι. Σ. Εφόσον διαφωνήσαμε πλήρως για τα όσα ανυπόστατα λέει η Κα Π., αλλά και για τις αυξημένες ξαφνικά αμοιβές που μας ζητάει για τη συνέχιση της διαχείρισης των υποθέσεών μας, ζητήσαμε προφορικά τη λήξη της συνεργασίας μας, την απόδοση γραπτού εξοδολογίου, εφόσον διαφωνούμε, την παράδοση των φακέλων μας για να απευθυνθούμε σε άλλο δικηγόρο και αντίγραφα των εργολαβικών συμφωνητικών που συνυπογράψαμε για το αστικό μέρος (αποζημίωση) των ποινικών υποθέσεών μας. Η Κα Π. επέμεινε ότι εάν δεν εξοφληθεί τα δήθεν οφειλόμενα κατά τη δική της εκδοχή, δεν μας αποδίδει τίποτε από τα παραπάνω, ούτε καν γραπτό εξοδολόγιο, ώστε να δούμε επιτέλους πόσα είναι αυτά τα οφειλόμενα που ισχυρίζεται. Μας "απειλεί" δε με κατάθεση αγωγής εναντίον μας και επίσχεση των φακέλων μας. Μετά και τη νέα συνάντηση στα γραφεία της δικηγορικής εταιρείας την 4η Ιουλίου 2019 με την Κα Π., με τον πληρεξούσιο και εξουσιοδοτημένο από εμάς κ. Τόκα Ιωάννη, αφού ενδιάμεσα υπήρξε μεγάλη χρονική κωλυσιεργία από τη συγκεκριμένη δικηγορική εταιρεία και εμμονή στο να εξοφληθεί οικονομικά, βάσει των δικών τους λεγομένων, πράγμα που σαφέστατα δεν ισχύει, ώστε να μας παραδώσει τους φακέλους μας, αλλά και επιμονή ως προς τις αυξημένες οικονομικές απαιτήσεις τους ως προς τη μελλοντική διαχείριση των υποθέσεών μας, δεν βρέθηκε φυσικά λύση και ο κ. Τόκας Ιωάννης ζήτησε για ακόμη μια φορά την απόδοση γραπτού εξοδολογίου, των φακέλων όλων των ποινικών υποθέσεών μας. αλλά και αντιγράφων των εργολαβικών συμφωνητικών που έχουμε υπογράψει όσον αφορά το αστικό μέρος των υποθέσεων (αποζημίωση), γιατί όπως της έχουμε από την αρχή δηλώσει δεν μπορούμε να βρούμε τα αντίγραφα που έχουμε λάβει. Η Κα Π. για άλλη μια φορά αρνήθηκε να μας δώσει όλα τα παραπάνω, εάν δεν εξοφληθεί όπως ισχυρίζεται. Εδώ να σημειώσουμε ότι εκκρεμεί και μία προσφυγή της Κας Σ. κατά της έκδοσης εισαγγελικής διάταξης επί της έγκλησης κατά Φ., που απερρίφθη κατά ένα μέρος (αριθ. …/2019) και λήγει σήμερα 15 Ιουλίου 2019 και η Κα Π. τεχνηέντως καθυστέρησε και την απάντησή της προς εμάς, αλλά και σε επανειλημμένες εκκλήσεις μας μέσω του κ. Τόκα Ιωάννη, δεν μας απέδωσε τελικά τον φάκελο της συγκεκριμένης υπόθεσης, για να μπορέσει να τον διαχειριστεί σωστά άλλος δικηγόρος, οπότε από υπαιτιότητα της Κας Π. χάνεται η συγκεκριμένη προθεσμία προσφυγής που λήγει σήμερα. Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι αφενός να χαθεί η προθεσμία της ανωτέρω προσφυγής με υπαιτιότητα της Κας Π. και αφετέρου να κωλυσιεργεί να μας αποδώσει ότι της ζητάμε, με πρόσχημα τη δήθεν εξόφλησή της, να μην μπορούμε να συνεργαστούμε με άλλο δικηγορικό γραφείο, να χάνεται πολύτιμος χρόνος και να κινδυνεύουμε να μη μπορούμε να διαχειριστούμε άμεσα και σωστά στο εγγύς μέλλον τις υποθέσεις μας που εκκρεμούν". Κατέληγαν δε ζητώντας την άμεση λήψη από τον Δικηγορικό Σύλλογο των κατάλληλων μέτρων, ώστε να παραλάβουν ό,τι ζητούσαν και να μπορέσουν να συνεχίσουν τη διαχείριση των υποθέσεών τους με άλλο δικηγορικό γραφείο. Εν συνεχεία, στις 17.7.2019, τόσο η πρώτη εναγομένη, όσο και ο Ιωάννης Τόκας για λογαριασμό αμφοτέρων των εναγομένων, απέστειλαν στη δεύτερη ενάγουσα ομοίου περιεχομένου επιστολές, με τις οποίες ανακαλούσαν εκ νέου τη διαχείριση των ποινικών υποθέσεών τους. Ακολούθως, η δεύτερη ενάγουσα, εκπρόσωπος της πρώτης, κατέθεσε στο Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης το από …2019, υπ' αριθ. πρωτ. …2019 έγγραφο, επιγραφόμενο ως "Απόψεις επί αναφοράς Φ.-Σ. - Επίσχεση εγγράφων φακέλου", όπου για πρώτη φορά γινόταν αναφορά σε αμοιβές της εταιρείας και των δικηγόρων της βάσει συστήματος χρονοχρέωσης για τις ενέργειες που είχαν γίνει σχετικά με τις ανατεθείσες υποθέσεις των εναγομένων, οι οποίες αναλυτικώς περιγράφονταν στο ανωτέρω έγγραφο με αναφορά των ωρών απασχόλησης για εκάστη ενέργεια και της ελάχιστης ωριαίας αμοιβής του Κώδικα Δικηγόρων, ύψους 80 ευρώ, (χωρίς καμία αναφορά ωστόσο σε σχετική συμφωνία με τις εναγόμενες) και με το οποίο, υπό την επίκληση της εν τοις πράγμασι συνολικής αδικαιολόγητης ανάκλησης από τις εναγόμενες της εντολής τους προς αυτές, συμπεριλαμβανομένων των εργολαβικών δίκης, και της ύπαρξης ανεξόφλητων οφειλών τους προς αυτές τόσο από τις λοιπές υποθέσεις τους όσο και από τα εργολαβικά, της οφειλομένης αμοιβής τους από τα τελευταία ανερχομένης στα συμφωνηθέντα ποσοστά επί των ποσών χρηματικής ικανοποίησης που τους είχαν επιδικαστεί πρωτοδίκως, άσκησαν το κατ' άρθρ. 85 Κώδικα Δικηγόρων δικαίωμα επίσχεσης των φακέλων των εναγομένων, που είχαν στην κατοχή τους, μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των οφειλομένων, τους οποίους και παρέδωσαν στο Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης. Με την υπ' αριθ. …2019 Πράξη του Προέδρου του Δ.Σ.Θ. ορίστηκε ποσό εγγύησης ύψους 19.500 ευρώ υπέρ της ενάγουσας, το οποίο όφειλαν να καταβάλουν οι εναγόμενες ως προϋπόθεση της άρσης της επίσχεσης, κατ' άρθρο 85 παρ. 2 Κώδικα Δικηγόρων, και ορίστηκε προθεσμία 90 ημερών προκειμένου να εγείρουν οι ενάγουσες αγωγή, η οποία κατόπιν αιτήματος τους παρατάθηκε με την από 7.1.2020 τροποποιητική πράξη του Προέδρου του Δ.Σ.Θ. μέχρι 31.3.2020, ενώ το ποσό της εγγύησης παρέμεινε το ίδιο, καθώς η σχετική υπ' αριθ. πρωτ. …2019 αίτηση των εναγομένων για ολοσχερή άρση, άλλως μείωσή του στο ποσό των 3.000 ευρώ, απερρίφθη από τον Πρόεδρο του ανωτέρω Συλλόγου στις 28.11.2019, υπό το σκεπτικό ότι δεν προέκυπταν νέα δεδομένα προκειμένου να γίνει δεκτή η αίτησή τους. Στις 7.11.2019 οι εναγόμενες επέδωσαν στη δεύτερη ενάγουσα εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία-όχληση-πρόσκληση, με την οποία διαμαρτύρονταν διότι το πρώτον με τις ανωτέρω υπ' αριθ. πρωτ. …2019 έγγραφες απόψεις ενώπιον του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης απαιτούσε υπέρογκα ποσά για τον χειρισμό των υποθέσεών τους, με βάση τις ώρες απασχόλησής της, τις οποίες υπολόγιζε εντελώς αυθαίρετα και καταχρηστικά, χωρίς να έχει λάβει χώρα συμφωνία μεταξύ τους για χρονοχρέωση και χωρίς να τις ενημερώσει ποτέ ότι θα τις χρεώνει ανάλογα με τον χρόνο απασχόλησής της, το οποίο, αν το γνώριζαν εξ αρχής, δεν θα της ανέθεταν τις υποθέσεις τους, και επαναλαμβάνοντας ότι η ανάκληση των εντολών τους αφορούσε μόνον το ποινικό σκέλος της υπόθεσής τους και όχι το αστικό, για το οποίο εξακολουθούσαν να είναι σε ισχύ τα ανωτέρω από 5-4-2017 δύο συμφωνητικά εργολαβίας δίκης, την κάλεσαν εκ νέου να τους παραδώσει άμεσα όλους τους φακέλους που αφορούσαν τις ποινικές υποθέσεις των ιδίων και της Ν. Κ. καθώς και να τηρήσει τα ανωτέρω δύο συμφωνητικά - εργολαβικά δίκης και να παρασταθεί για λογαριασμό τους κατά την εκδίκαση της έφεσης του Κ. Κ. ενώπιον του πολιτικού Εφετείου Θεσσαλονίκης με κατάθεση προτάσεων και πλήρη φάκελο, προς τον σκοπό έκδοσης τελεσίδικης απόφασης και τελείωσης της εντολής που δόθηκε με τα ως άνω εργολαβικά δίκης, διαφορετικά δήλωναν ότι θα θεωρηθεί ότι τα εν λόγω εργολαβικά δίκης, που υπογράφηκαν μεταξύ τους, καταγγέλθηκαν με υπαιτιότητα των εναγουσών, με αποτέλεσμα να μη δικαιούνται το συμφωνηθέν ποσοστό επί της εισπραχθησομένης αποζημίωσης. Εκ πάντων των ανωτέρω πλήρως αποδεικνύεται ότι δεν υπήρξε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για αμοιβή της εταιρείας και των δικηγόρων της βάσει του συστήματος της χρονοχρέωσης, ήτοι βάσει των ωρών απασχόλησής τους και της ελάχιστης ωριαίας αμοιβής που προβλέπει ο Κώδικας Δικηγόρων, ύψους 80 ευρώ, η οποία επίσης ουδέποτε ανακοινώθηκε στις ενάγουσες, αλλά η αμοιβή τους είχε προφορικά συμφωνηθεί ότι θα προσδιορίζεται κατ' αποκοπή από την εταιρεία πριν από κάθε ενέργεια ή Δικαστήριο και θα γνωστοποιείτο στην πρώτη εναγομένη, η οποία είχε αναλάβει να καλύψει το κόστος εκτέλεσης όλων των εντολών, ήτοι και των αναφερομένων στη δεύτερη εναγομένη, η οποία αρχικώς ήταν ανήλικη, όπως και πράγματι γινόταν, χωρίς η πρώτη εναγομένη να γνωρίζει και χωρίς να είναι κρίσιμο αν το ποσό της κατ' αποκοπή αμοιβής, που κάθε φορά της ζητούνταν, υπολογιζόταν από τις ενάγουσες με βάση τις προβλεπόμενες ώρες απασχόλησής τους ή κατ' άλλον τρόπο, ώστε ακόμη και αν έτσι γινόταν, ο τρόπος αυτός υπολογισμού δεν μπορούσε να δεσμεύει την ίδια, κατά τρόπον ώστε να οφείλει επιπλέον αμοιβή, εφόσον τελικώς οι ώρες απασχόλησης υπερέβαιναν τις προβλεπόμενες, δεδομένου ότι προς τούτο, ήτοι για τον προσδιορισμό της αμοιβής βάσει των ωρών εργασίας τους, έπρεπε να έχει προηγηθεί σχετική ρητή συμφωνία μεταξύ τους, έστω και προφορική, με ταυτόχρονη όμως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, γνωστοποίηση καθ' οιονδήποτε τρόπο προς την πρώτη εναγομέενη του ποσού της ωριαίας αμοιβής. Τέτοια συμφωνία και γνωστοποίηση, όμως, ουδέποτε έλαβαν χώρα ούτε και υπήρξε ποτέ οποιαδήποτε αναφορά από τις ενάγουσες σε τέτοιες αμοιβές, είτε κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους με τις εναγόμενες είτε ακόμη και μετά την ανάκληση των επιδίκων εντολών τους για τον χειρισμό των ποινικών υποθέσεών τους, αφού και στην ως άνω τελευταία επιστολή της προς τον ανωτέρω πληρεξούσιό τους, η δεύτερη ενάγουσα ουδόλως αναφέρεται σε τέτοιες αμοιβές. Ζήτημα τέτοιων αμοιβών ανέκυψε το πρώτον μετά την καταγγελία που έκαναν οι εναγόμενες προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, προκειμένου να λάβουν τους φακέλους των ποινικών υποθέσεών τους, και σχετική αναφορά έγινε στις έγγραφες απόψεις που κατέθεσε στο Σύλλογο η δεύτερη ενάγουσα ως προς την καταγγελία αυτή, δίχως όμως να γίνεται ταυτόχρονη αναφορά σε σχετική συμφωνία με τις εναγόμενες, χωρίς την οποία δεν ήταν δυνατός ο προσδιορισμός της αμοιβής κατά το σύστημα αυτό και η οποία από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται [.....] Μετά ταύτα και εφόσον για όλες τις ανωτέρω, εκτός εργολαβικών δίκης, ποινικές και αστικές υποθέσεις που ανέθεσε η πρώτη εναγόμενη στις ενάγουσες, αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα συμφωνία τους για κατ' αποκοπή προσδιορισμό της αμοιβής των εναγουσών και ότι ουδέποτε υπήρξε αναφορά σε αμοιβή των τελευταίων βάσει χρονοχρέωσης με ταυτόχρονη γνωστοποίηση της ωριαίας αμοιβής τους και ουδέποτε καταρτίστηκε σχετική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, όλα τα κονδύλια της αγωγής που αφορούν σε αμοιβές για ενέργειες που έλαβαν χώρα για τις υποθέσεις αυτές και έχουν υπολογιστεί με βάση τέτοια συμφωνία και ωριαία αμοιβή ύψους 80 ευρώ, συνολικού ποσού μετά του Φ.Π.Α. 31.275,96 ευρώ, τυγχάνουν ουσία αβάσιμα και απορριπτέα. Πέραν των εν λόγω αμοιβών τους, οι ενάγουσες επικαλέστηκαν ότι για τις ίδιες (εκτός εργολαβικών δίκης) ενέργειές τους υπεβλήθησαν σε έξοδα συνολικού ποσού 7.768,49 ευρώ, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και τα ακόλουθα: α) [.....] και ζ) [.....]. Καθόσον αφορά ωστόσο τα εν λόγω επί μέρους επικαλούμενα κονδύλια εξόδων από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύονται βάσιμα, δεδομένου ότι δεν προσκομίστηκαν και αντίστοιχα παραστατικά γι' αυτά και συνεπώς τυγχάνουν απορριπτέα κατ' ουσίαν. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε κατ' ουσίαν τα ανωτέρω επτά επί μέρους κονδύλια εξόδων ορθά εκτίμησε της αποδείξεις, απορριπτομένου ως ουσία αβάσιμου του συναφούς πέμπτου λόγου της ενδίκου εφέσεως των εναγουσών με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Και κατά τα λοιπά, όμως, το ανωτέρω κονδύλιο της αγωγής που αφορά σε έξοδα παρίσταται απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο, δεδομένου ότι οι ενάγουσες δέχονται με την αγωγή ότι η πρώτη εναγομένη τους κατέβαλε σταδιακά το συνολικό ποσό των 15.940 ευρώ, εφόσον όμως δεν εξειδικεύεται ούτε και προκύπτει από τα προσκομιζόμενα στοιχεία σε τι αφορούσε το σταδιακά καταβληθέν αυτό ολικό ποσό και δη, αν με τις γενόμενες καταβολές εξοφλήθηκαν αμοιβές (και ποια η έκταση αυτών) ή/και έξοδα, και ενόψει, επίσης, του ότι δεν αποδεικνύονται οι επικαλούμενες για τις αντίστοιχες ενέργειες ως άνω αμοιβές βάσει χρονοχρέωσης, δεν προκύπτει και δη σε βαθμό σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποιθήσεως, αν και κατά πόσο μετά την καταβολή του άνω ολικού ποσού, το οποίο υπερβαίνει τα (πέραν των άνω επτά επί μέρους κονδυλίων) αιτούμενα έξοδα, τα εν λόγω έξοδα εξακολουθούν να οφείλονται και ότι δεν εξοφλήθηκαν με τις σταδιακές καταβολές του ποσού αυτού. Συνοψίζοντας, ουσία αβάσιμα και απορριπτέα τυγχάνουν στο σύνολό τους τα κονδύλια της αγωγής που αφορούν τόσο σε αμοιβές των εναγουσών για τις παραπάνω, εκτός εργολαβικών δίκης, ενέργειές τους, υπολογιζόμενες κατά το σύστημα της χρονοχρέωσης, όσο και, κατόπιν τούτου, και τα κονδύλια της αγωγής που αφορούν στα, πέραν των άνω επτά επί μέρους απορριφθέντων και πρωτοδίκως κονδυλίων, έξοδα των εναγουσών για τις ίδιες ενέργειες, αφού οι ενάγουσες δέχονται ότι εισέπραξαν το, υπερβαίνον τα έξοδα αυτά, ποσό των 15.940 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επομένως, που με την εκκαλουμένη απόφαση, δεχόμενο ότι για την αμοιβή της πρώτης ενάγουσας για τη διεκπεραίωση των ανωτέρω υποθέσεων υπήρξε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία χρονοχρέωσης με την ελάχιστη ωριαία αμοιβή των 80 ευρώ/ώρα, έκανε ακολούθως δεκτά κατ' ουσίαν τα αντίστοιχα αιτήματα της αγωγής και, κατόπιν αφαίρεσης του ανωτέρω καταβληθέντος ποσού των 15.940 ευρώ, επιδίκασε υπέρ της πρώτης ενάγουσας και σε βάρος της πρώτης εναγομένης το συνολικό, για αμοιβές και έξοδα για τις ανωτέρω υποθέσεις, ποσό των 18.726 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κατά τα βασίμως προβαλλόμενα από τις εκκαλούσες - εναγόμενες με τους συναφείς πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους της ενδίκου εφέσεώς τους. Αντιθέτως απορριπτέος τυγχάνει ο τέταρτος λόγος της ενδίκου εφέσεως των εκκαλουσών - εναγουσών, με τον οποίο προβάλλουν την αιτίαση ότι με την εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένως για τη δίκη ενώπιον του Μ.Ο.Δ. Θεσσαλονίκης, όπου παραστάθηκαν για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης, εκεί πολιτικώς ενάγουσας, η δεύτερη ενάγουσα και η ετέρα δικηγόρος της εταιρείας, Δ. Μ., και για την οποία με την αγωγή τους επικαλούνταν ότι είχε συμφωνηθεί αμοιβή ύψους 6.000 ευρώ πλέον των δύο γραμματίων προείσπραξης ύψους εκάστου 1.629.36 ευρώ και συνολικά 3.268,72 ευρώ, επιδικάστηκε στην πρώτη εναγομένη αμοιβή ύψους 4.320 ευρώ μόνο, βάσει των ωρών απασχόλησης των ανωτέρω δικηγόρων της (27 ώρες απασχόλησης X 80 ευρώ + Φ.Π.Α. 24%), όπως επικουρικά αιτούνταν, και δεν επιδικάστηκε κανένα ποσό εξόδων, καθώς απερρίφθησαν τα αιτηθέντα ποσά των δύο γραμματίων προείσπραξης, ενώ θα έπρεπε να επιδικαστούν τόσο τα ποσά των γραμματίων αυτών όσο και το ποσό των 6.000 ευρώ της συμφωνηθείσας αμοιβής τους, τα οποία και ζήτησαν να τους επιδικαστούν κατόπιν εξαφάνισης της εκκαλουμένης, άλλως και επικουρικώς ζήτησαν το ανωτέρω ποσό των 4.320 ευρώ πλέον των ελαχίστων εξόδων που αφορούν στα ποσά αγοράς των δύο γραμματίων προείσπραξης ύψους 1.037,80 ευρώ (518.90 X 2). Οι ισχυρισμοί αυτοί τυγχάνουν στο σύνολό τους αβάσιμοι και απορριπτέοι, καθόσον οι ενάγουσες με την αγωγή, παρότι μεν εξέθεταν ότι για την ανωτέρω ποινική δίκη είχαν ζητήσει από την πρώτη εναγομένη ως αμοιβή το ποσό των 6.000 ευρώ πλέον των γραμματίων προείσπραξης, αιτήθηκαν και για τη δίκη αυτή αμοιβή υπολογιζόμενη με βάση το σύστημα της χρονοχρέωσης και ανερχομένη στο συνολικό ποσό των 5.993 ευρώ [.....],την οποία και (εσφαλμένως, ενόψει του ότι δεν υπήρχε συμφωνία χρονοχρέωσης) τους επιδίκασε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεπώς αβασίμως ισχυρίζονται με τον άνω λόγο εφέσεως ότι το ανωτέρω ποσό των 4.320 ευρώ, που αποτελεί μέρος της ως άνω αιτηθείσας και επιδικασθείσας αμοιβής, είχαν αιτηθεί επικουρικώς με την αγωγή τους, αφού ένα και μόνο αίτημα συμπεριέλαβαν στην αγωγή σχετικά με την παραπάνω δίκη και αφορούσε σε αμοιβή τους βάσει χρονοχρέωσης, απαραδέκτως δε με τον ίδιο λόγο εφέσεως επιχειρούν μεταβολή του εν λόγω αιτήματος ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρ. 526 ΚΠολΔ), ζητώντας το πρώτον την επιδίκαση του ποσού των 6.000 ευρώ πλέον των γραμματίων, κατά σχετική συμφωνία τους με τις εναγόμενες (η οποία σε κάθε περίπτωση έπρεπε να είναι έγγραφη, άλλως δικαιούνταν μόνον τις νόμιμες αμοιβές κατά τον Κώδικα Δικηγόρων σύμφωνα με το άρθρο 58 παρ. 1,3 αυτού, τέτοιο αίτημα όμως δεν περιέλαβαν στην αγωγή τους). Καθόσον αφορά τέλος τα ποσά των δύο γραμματίων προείσπραξης, με την αγωγή τους τα συμπεριέλαβαν στο κονδύλιο των εξόδων και όχι στις αμοιβές τους, όπως όμως πιο πάνω εκτέθηκε το εν λόγω κονδύλιο τυγχάνει στο σύνολό του, περιλαμβανομένων και των ανωτέρω επί μέρους ποσών των γραμματίων, ουσία αβάσιμο ενόψει του ισχυρισμού των εναγουσών περί είσπραξης του ποσού των 15.940 ευρώ. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση, κατ' ακολουθία των παραδοχών του περί κατάρτισης συμφωνίας χρονοχρέωσης μεταξύ των διαδίκων, απέρριψε κατ' ουσίαν τα ποσά των ανωτέρω δύο γραμματίων προείσπραξης με το σκεπτικό ότι αφορούσαν αμοιβές που όμως είχε συμφωνηθεί ότι θα υπολογίζονται ωριαίως, ορθά μεν έκρινε κατ' αποτέλεσμα, πλην όμως με εσφαλμένη αιτιολογία, η οποία πρέπει να αντικατασταθεί από την ανωτέρω ορθή της παρούσης αποφάσεως (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), απορριπτομένου ακολούθως ως αβάσιμου του ανωτέρω λόγου εφέσεως.
Περαιτέρω υπό τα αναλυτικώς πιο πάνω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενες ουδέποτε ανακάλεσαν την εντολή που αφορούσε τη διεξαγωγή της αστικής δίκης σχετικά με την επιδίκαση σε αυτές χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, για την οποία υπεγράφησαν τα παραπάνω δύο εργολαβικά δίκης, αλλά η από μέρους τους γενομένη ανάκληση αφορούσε αποκλειστικώς και μόνο τις εντολές σχετικά με τις ποινικές υποθέσεις της δεύτερης εναγομένης και της ανήλικης Ν. Κ., αφού ρητή και ξεκάθαρη ήταν η σχετική δήλωσή τους προς τη δεύτερη ενάγουσα, εκπρόσωπο της πρώτης, τόσο προφορικά κατά τη συνάντησή τους στα γραφεία της εταιρείας, την 7.6.2019, όσο και εγγράφως στην ηλεκτρονική αλληλογραφία που επακολούθησε, αλλά και στην κατά τα άνω επιδοθείσα προς τη δεύτερη ενάγουσα εξώδικο δήλωσή τους, στην οποία ρητώς ανέφεραν ότι η απόφασή τους να αποσύρουν την εντολή τους αφορούσε το ποινικό σκέλος της υπόθεσής τους και ρητώς, επίσης, κάλεσαν τη δεύτερη ενάγουσα να συνεχίσει την εκτέλεση της εντολής που αφορούσε την αγωγή αποζημίωσης, με την παράστασή της για λογαριασμό τους στην κατ' έφεση δίκη που εκκρεμούσε ήδη τότε. Τα αντίθετα δεν προκύπτουν, ως αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγουσες, από το ότι η πρώτη εναγομένη ανέφερε σε μήνυμα που απέστειλε ηλεκτρονικά στη δεύτερη ενάγουσα, στις 20.6.2019, στα πλαίσια της προαναφερθείσας ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, ότι ο Γιάννης Τόκας την είχε ενημερώσει ήδη προ 10 ημερών τότε, για την πρόθεσή της να μη συνεχίσουν τη συνεργασία τους και την κάλεσε μέχρι τις 27/6 να παραδώσει τους φακέλους των υποθέσεών της, χωρίς να κάνει διάκριση μεταξύ αστικών και ποινικών, ούτε από την αναφορά από τις εναγόμενες στην ανωτέρω καταγγελία τους προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης ότι (κατά τη συνάντηση της 7.6.2019) ζήτησαν προφορικά τη λήξη της συνεργασίας τους με τις ενάγουσες για να απευθυνθούν σε άλλον δικηγόρο, ούτε επίσης από το κείμενο της από 15-7-2019 εξουσιοδότησης της πρώτης εναγομένης προς τον ανωτέρω Iωάννη Τόκα, σύμφωνα με την οποία τον εξουσιοδοτεί να διεκπεραιώσει αστικές υποθέσεις της στα Δικαστήρια Θεσσαλονίκης και να παραλάβει αντ' αυτής τους νομικούς φακέλους, που αφορούν τις υποθέσεις αυτές, από το γραφείο της δεύτερης ενάγουσας, ούτε τέλος από την κατάθεση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του ανωτέρω εξετασθέντος με επιμέλεια των εναγομένων πληρεξουσίου αυτών, σύμφωνα με την οποία στη συνάντηση των διαδίκων στα γραφεία της εταιρείας, στις 7.6.2019, η πρώτη εναγομένη είπε "σταματάμε" χωρίς άλλη διευκρίνιση. Τούτο δε, καθόσον οι ανωτέρω αναφορές και φράσεις δεν θα πρέπει να κριθούν αυτοτελώς και απομονωμένες, αλλά ενταγμένες στην αλληλουχία των γεγονότων που πιο πάνω εκτέθηκαν και εκ των οποίων πλήρως αποδεικνύεται η ανάκληση από τις εναγόμενες των εντολών εν σχέσει με τις ποινικές τους μόνο υποθέσεις και όχι και των εργολαβικών δίκης, αφού μετά το παραπάνω επικαλούμενο από 20 6.2019 μέιλ ακολούθησε το από 8.7.2019 μέιλ του πληρεξουσίου των εναγομένων Iωάννη Τόκα προς τη δεύτερη ενάγουσα με συνημμένη την με ίδια ημερομηνία επιστολή του προς αυτή, συνταχθείσα και αποσταλείσα για λογαριασμό των εναγομένων, όπου γίνεται ρητή αναφορά σε ανάκληση διαχείρισης των ποινικών υποθέσεών τους, η οποία επαναλαμβάνεται επίσης στην αναφορά-καταγγελία τους προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, όπου οι εναγόμενες, μετά τα παραπάνω επικαλούμενα από τις ενάγουσες, αναφέρουν ότι κατόπιν νέας συνάντησης της δεύτερης ενάγουσας με τον ανωτέρω πληρεξούσιό τους, στις 4.7.2019, η οποία απέβη άκαρπη, ο τελευταίος της ζήτησε για ακόμη μία φορά την απόδοση όλων των φακέλων των ποινικών υποθέσεών τους, και επαναλαμβάνεται, επίσης, και στις από 17-7-2019 επιστολές τους προς τη δεύτερη ενάγουσα περί λήξεως της σχετικής συνεργασίας τους, ενώ τα ίδια προκύπτουν και από την όλη κατάθεση του, με επιμέλειά τους εξετασθέντος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ανωτέρω πληρεξουσίου τους, Iωάννη Τόκα, σύμφωνα με τον οποίο ουδέποτε οι εναγόμενες αρνήθηκαν το αστικό σκέλος της υπόθεσης που αφορούσε στην ανωτέρω αγωγή αποζημίωσης. Τούτο, ότι δηλαδή οι εναγόμενες δεν είχαν πρόθεση να ανακαλέσουν και δεν ανακάλεσαν την εντολή και ως προς την καλυπτόμενη από τα εργολαβικά δίκης αστική τους υπόθεση, αλλά μόνο τις εντολές σε σχέση με τις ποινικές υποθέσεις τους, ήταν σαφές και στις ίδιες τις ενάγουσες, όπως αυτό προκύπτει πέραν αμφιβολίας από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της από 10.7.2019 απαντητικής επιστολής της δεύτερης αυτών προς τον ανωτέρω πληρεξούσιο των εναγομένων, με την οποία αρνούνταν να συνεχίσουν τον χειρισμό της ανωτέρω αστικής υπόθεσης των εναγομένων και να τους παραδώσουν μόνο τους φακέλους του ποινικού μέρους, επικαλούμενες ότι η τελική έκβαση του ποινικού σκέλους συνέχεται ευθέως με το αστικό, και δήλωναν ότι επιθυμούσαν να τους παραδώσουν το σύνολο των φακέλων τους, ώστε να αναθέσουν σε άλλον δικηγόρο το σύνολο της υπόθεσης, αφού προηγουμένως εξοφλούνταν οι επικαλούμενες οφειλές τους, επιστολή από την οποία προκύπτει ότι ήταν οι ενάγουσες που επέλεξαν να μη συνεχίσουν την εκτέλεση της εντολής και ως προς το αστικό σκέλος της υπόθεσης μετά την ανάκλησή της ως προς το ποινικό, παρότι οι εναγόμενες δεν επιθυμούσαν κάτι τέτοιο.
Το ότι, εξάλλου, οι υποθέσεις αυτές είχαν ως βάση το ίδιο βιοτικό συμβάν δεν μεταβάλλει τα ανωτέρω, καθώς τα δύο σκέλη, ποινικό και αστικό, είναι εντελώς διακριτά και θα μπορούσαν εξαρχής να έχουν ανατεθεί σε διαφορετικούς δικηγόρους. Ο δε ισχυρισμός των εναγουσών ότι οι εναγόμενες, ασχέτως των ανωτέρω ισχυρισμών τους περί αφαίρεσης των ποινικών τους υποθέσεων μόνο, ανακάλεσαν εν τοις πράγμασι ολικώς την προς αυτές εντολή τους, ήτοι και ως προς τα εργολαβικά δίκης, αφού οι ποινικές τους υποθέσεις είχαν ήδη περατωθεί επιτυχώς και συνεπώς η επίσχεση των συγκεκριμένων φακέλων αυτών καμία συνέπεια δεν θα είχε και δεν θα μπορούσε να αποτελέσει μέσο πίεσης για να καταβάλουν τα εξ αυτών οφειλόμενα ποσά, ζητώντας δε οι εναγόμενες την επιστροφή των εν λόγω φακέλων μόνο, επεδίωκαν να συμψηφίσουν τις εξ αυτών οφειλές τους με την οφειλομένη από τα εργολαβικά δίκης αμοιβή, τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος, καθώς τέτοια πρόθεση των εναγομένων ουδόλως αποδεικνύεται, ενόψει και του ότι δεν προέκυψε η ύπαρξη οφειλών τους από τις λοιπές ως άνω ενέργειες των εναγουσών, ακόμη όμως και αν έτσι είχαν τα πράγματα, η από τις εναγόμενες διατήρηση της εντολής μόνον ως προς τα εργολαβικά δίκης, προκειμένου να συμψηφίσουν τις εξ αυτών αμοιβές με τα εισέτι οφειλόμενα ποσά, εάν ήθελε γίνει δεκτό ότι υφίσταντο τέτοια, δεν μπορεί να εκληφθεί ως σιωπηρή ανάκληση και της εν λόγω εντολής, αφού το συμφέρον των εναγομένων σε τέτοια περίπτωση θα ήταν να εμμείνουν ακριβώς στη συνέχιση της συγκεκριμένης εντολής, ώστε η υπόθεσή τους να προχωρήσει και να τελεσιδικήσει, προκειμένου να λάβει χώρα ο υποτιθέμενος συμψηφισμός που επεδίωκαν, είναι δε διάφορο το ζήτημα αν οι ενάγουσες, αντιλαμβανόμενες τέτοια πρόθεση των εναγομένων, δεν προτίθεντο να συνεχίσουν την εκτέλεση της συγκεκριμένης εντολής, καθώς τούτο ανάγεται σε δική τους πρωτοβουλία και ενέργεια, το δικαιολογημένο ή μη της οποίας ελέγχεται και διαφοροποιεί τις επερχόμενες συνέπειες, τέτοια βάση όμως, σχετική με δικαιολογημένη αποχή τους από την εκτέλεση της συγκεκριμένης εντολής, δεν διέλαβαν στην αγωγή τους οι ενάγουσες. Μετά ταύτα, ο αγωγικός ισχυρισμός των εναγουσών ότι οι εναγόμενες κατήγγειλαν κατ' ουσίαν συνολικά τη μεταξύ τους συνεργασία, ήτοι και ως προς τα επίδικα εργολαβικά δίκης, παρίσταται ουσία αβάσιμος, καθώς από όλα τα ανωτέρω πλήρως αποδεικνύεται ότι ειδικώς ως προς τα τελευταία οι εναγόμενες επιθυμούσαν τη συνέχιση της συνεργασίας τους μέχρι τελεσιδικίας της υπόθεσής τους.
Εξάλλου, με τις προτάσεις τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, οι εκκαλούσες-ενάγουσες επικαλέστηκαν ότι μετά και την άσκηση της ενδίκου εφέσεώς τους έλαβε χώρα εξώδικος συμβιβασμός μεταξύ των εφεσιβλήτων-εναγομένων και του ανωτέρω αντιδίκου τους κατά παραβίαση των εργολαβικών δίκης και ότι και εξ αυτού καταδεικνύεται ο δόλος των τελευταίων και η εξ αρχής πρόθεσή τους να μη συνεχίσουν την συνεργασία τους και ως προς τη συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά να έλθουν σε συμφωνία με τον ανωτέρω αντίδικό τους και να καρπωθούν τις σχετικές αμοιβές τους, όπως και πράγματι έπραξαν, παραβιάζοντας δολίως και πονηρά τα επίδικα εργολαβικά και μη καταβάλλοντας τις εξ αυτών οφειλόμενες αμοιβές τους. Καθόσον αφορά τον ισχυρισμό αυτό, αποδεικνύεται [.....] ότι η δεύτερη εναγομένη και οι προαναφερόμενες μάρτυρες, Π. Κ. και Ε. Φ., κατά των οποίων είχε υποβάλει την ανωτέρω έγκληση για ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμηση, υπέγραψαν το από 17-1-2023 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό περί παροχής αμοιβαίων εξηγήσεων μεταξύ τους, κατόπιν του οποίου η δεύτερη εναγομένη ανακάλεσε την σε βάρος τους υποβληθείσα έγκληση και ακολούθως με την υπ' αριθ. 484/2023 απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη κατά των ανωτέρω για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης, λόγω ανάκλησης της έγκλησης και αποδοχής αυτής, και κηρύχθηκαν αθώες για την πράξη της ψευδούς καταθέσεως. Επίσης, κατόπιν της από 19.1.2023 εγγράφου δηλώσεως στην οποία προέβη η πρώτη εναγομένη, στην οποία δήλωνε ότι δεν ενθυμούνταν ακριβώς την ημερομηνία τέλεσης της σε βάρος της ανήλικης Ν. αξιόποινης πράξης που αποδιδόταν στον Κ. Κ. και ότι δεν επιθυμούσε την ποινική του δίωξη, διότι είχαν δοθεί οι απαραίτητες εξηγήσεις και είχαν αποφασίσει να προχωρήσουν μπροστά για το καλό του ανωτέρω ανηλίκου τέκνου τους, με την υπ' αριθ 116/19-1-2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, δικάζοντος σε δεύτερο βαθμό, ο ανωτέρω κατηγορούμενος κηρύχθηκε αθώος της αποδιδόμενης σε αυτόν αξιόποινης πράξης της κατ' εξακολούθηση προσβολής γενετήσιας αιδούς ανηλίκου από οικείο, ενεργούντα κατά συνήθεια, που φερόταν ότι είχε τελέσει σε βάρος της ανωτέρω ανήλικης θυγατέρας του Ν.
Η διαφαινόμενη, ωστόσο, εκ των περιστατικών αυτών εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ των αντιδίκων πλευρών, κυρίως βέβαια καθόσον αφορά την έτερη θυγατέρα της πρώτης εναγομένης, δεν συνεπάγεται αναγκαίως συμβιβασμό και ως προς την επίμαχη αστική υπόθεση μεταξύ των εναγομένων και του ανωτέρω αντιδίκου τους, την οποία αφορούσαν τα επίδικα εργολαβικά, ούτε προκύπτει τέτοιος συμβιβασμός από μόνη την υποβολή, κατά την τελευταία μετ' αναβολή δικάσιμο της 17-3-2023, κοινού αιτήματος εκ νέου αναβολής της εκδίκασης της εφέσεως του Κ. Κ. κατά της ανωτέρω πρωτοβαθμίου αποφάσεως επί της αγωγής των εναγομένων. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο δεν δύναται να οδηγηθεί σε ασφαλή κρίση για δόλια συμπεριφορά των εναγομένων έναντι των εναγουσών ως προς τα επίδικα εργολαβικά δίκης από μόνα τα περιστατικά αυτά, τα οποία έλαβαν χώρα εντελώς πρόσφατα και μετά την πάροδο σημαντικού διαστήματος και δη τεσσάρων σχεδόν ετών από την κατά τα άνω διακοπή της συνεργασίας των διαδίκων με την ανάκληση της εντολής των εναγομένων για τις ποινικές τους υποθέσεις, χωρίς από κανένα στοιχείο να αποδεικνύεται πότε ξεκίνησε η όποια συμβιβαστική προσέγγιση μεταξύ των δύο πλευρών και αν είχε ήδη ξεκινήσει κατά τον χρόνο ανάκλησης της εντολής, ώστε δεν μπορεί βασίμως να υποστηριχθεί ότι οι εναγόμενες είχαν ήδη τότε επιλέξει να έλθουν σε συμφωνία με τον αντίδικό τους και ότι υπήρξε δόλια πρόθεσή τους να αποφύγουν την εκπλήρωση των έναντι των εναγουσών οικονομικών υποχρεώσεών τους από τα επίδικα εργολαβικά δίκης, απορριπτομένου ακολούθως ως αβάσιμου του ανωτέρω σχετικού ισχυρισμού των εκκαλουσών-εναγουσών, για τον οποίο σημειώνεται ουδέν αντίθετο εισφέρει, όπως οι ίδιες επικαλούνται, το γεγονός ότι ούτε ο Κ. Κ. ούτε οι εναγόμενες παρέστησαν κατά την εκδίκαση της αναιρέσεως του τελευταίου κατά της καταδικαστικής απόφασης του Μ.Ο.Ε. για τις τελεσθείσες σε βάρος της δεύτερης εναγομένης αξιόποινες πράξεις του. Κατόπιν πάντων τούτων, εφόσον αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενες δεν ανακάλεσαν την εντολή που αφορούσε στα επίδικα εργολαβικά δίκης, δεν υφίσταται καμία υποχρέωσή τους από τις επικαλούμενες διατάξεις του άρθρου 77 Κώδ. Δικηγ. να καταβάλουν είτε την απορρέουσα από τη σχετική συμφωνία αμοιβή είτε τις δαπάνες και την αμοιβή για τις εργασίες που έγιναν στα πλαίσια της εντολής αυτής, με βάση τις διατάξεις του ανωτέρω Κώδικα, και ακολούθως απορριπτέες τυγχάνουν οι αντίστοιχες επίδικες αξιώσεις της πρώτης ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας, που συνδέονται με την επικαλουμένη και μη αποδεικνυόμενη ανάκληση της εντολής αυτής και δη τόσο η κύρια αξίωσή της να της καταβάλουν οι εναγόμενες λόγω αδικαιολόγητης ανάκλησης (άρθρ. 77 εδ. α' Κώδ. Δικηγόρων) τα ποσά των 9.358,22 ευρώ η πρώτη και των 46.821,40 ευρώ η δεύτερη, που αντιστοιχούν στα συμφωνηθέντα με τα εργολαβικά δίκης ποσοστά επί των πρωτοδίκως επιδικασθέντων στις ίδιες ποσών χρηματικής ικανοποίησης, όσο και η επικουρική αξίωσή της να της καταβάλουν, εφόσον ήθελε θεωρηθεί δικαιολογημένη η ανάκληση της ανωτέρω εντολής (άρθρ. 77 εδ. β' Κώδ. Δικηγόρων), τα ποσά των 2.161,17 ευρώ η πρώτη εναγομένη και των 12.966.50 ευρώ η δεύτερη εναγόμενη, ως τις ελάχιστες κατά τον Κώδικα Δικηγόρων αμοιβές και έξοδα για τις πραγματοποιηθείσες στα πλαίσια της ανωτέρω εντολής ενέργειες. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ίδια πραγματικά περιστατικά, ότι δηλαδή δεν έλαβε χώρα ανάκληση από τις εναγόμενες της εντολής τους για την υπόθεση που αφορούσαν τα εργολαβικά δίκης, κατ' ακολουθία των οποίων απέρριψε κατ' ουσίαν το ανωτέρω κύριο αίτημα της αγωγής για επιδίκαση της συμφωνηθείσας με αυτά αμοιβής επί των πρωτοδίκως επιδικασθέντων στις εναγόμενες ποσών, ορθά τις σχετικές διατάξεις εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ο συναφής πρώτος λόγος της ενδίκου εφέσεως των εκκαλουσών-εναγουσών, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, ενώ αβάσιμος και απορριπτέος τυγχάνει και ο δεύτερος λόγος της εφέσεώς τους, με τον οποίο προβάλλουν την αιτίαση ότι η εκκαλουμένη απόφαση κατέλειπε αδίκαστη την επικουρικώς προβληθείσα με την αγωγή τους βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, την οποία όφειλε να ερευνήσει σε σχέση με τα άνω κυρίως αιτούμενα ποσά αμοιβής από τα εργολαβικά δίκης μετά την απόρριψη της κυρίας βάσης τους, καθόσον η βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού προβλήθηκε με την αγωγή ως δεύτερη επικουρική, μετά την πρώτη επικουρική βάση που αφορούσε τις ανωτέρω αιτηθείσες ελάχιστες κατά τον Κώδικα Δικηγόρων αμοιβές και έξοδα για τις μέχρι τότε πραγματοποιηθείσες ενέργειες, η οποία και έγινε δεκτή και επιδικάστηκαν τα σχετικώς αιτηθέντα ποσά, με συνέπεια την κατάργηση της δίκης κατά την ανωτέρω δεύτερη επικουρική βάση και, ως εκ τούτου, ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση δεν προχώρησε σε ουσιαστική έρευνα της βάσης αυτής.
Περαιτέρω, ωστόσο, κάνοντας μερικώς δεκτή την ανωτέρω πρώτη επικουρική βάση και το αντίστοιχο αίτημα της αγωγής και επιδικάζοντας στην πρώτη ενάγουσα τα ποσά των 1.860 ευρώ από την πρώτη εναγομένη και των 10.320 ευρώ από τη δεύτερη εναγομένη, ως τις ελάχιστες κατά τον Κώδικα Δικηγόρων αμοιβές για τη σύνταξη της ανωτέρω αγωγής τους και των προτάσεων αυτής, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα από τις εκκαλούσες-εναγόμενες με τον συναφή έκτο λόγο της ενδίκου εφέσεώς τους, ο οποίος ακολούθως πρέπει να γίνει δεκτός κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι εφόσον ορθώς δέχθηκε ότι ανάκληση δεν υπήρξε, θα έπρεπε να απορρίψει ως ουσία αβάσιμο το ανωτέρω επικουρικό αίτημα, το οποίο προβλήθηκε επί τη βάσει της δικαιολογημένης ανάκλησης της συγκεκριμένης εντολής (άρθρ. 77 εδ. β' Κώδ. Δικηγ.)
Περαιτέρω και καθόσον αφορά το αίτημα της αγωγής περί χρηματικής ικανοποίησης, αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενες την ανωτέρω αναφορά τους ενώπιον του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης υπέβαλαν προς τον σκοπό προάσπισης των δικαιωμάτων και συμφερόντων τους και αφού είχε ήδη παρέλθει διάστημα πλέον του ενός μηνός από τη συνάντησή τους στα γραφεία της πρώτης ενάγουσας εταιρείας, όπου είχαν ζητήσει την επιστροφή των φακέλων των ποινικών υποθέσεών τους, και επέκειτο η εκδίκαση της εφέσεως του Κ. Κ. ενώπιον του Μ.Ο.Ε. Θεσσαλονίκης για την υπόθεση της δεύτερης εναγομένης, ενώ την ίδια ημέρα υποβολής της αναφοράς (15.7.2019) έληγε άπρακτη η προθεσμία για την υποβολή προσφυγής κατά της ανωτέρω αναφερθείσας απορριπτικής Εισαγγελικής Διάταξης. Για την προθεσμία αυτή, οι ενάγουσες είχαν μεν ενημερώσει τις εναγόμενες, πλην όμως παρήλθε άπρακτη, καθώς οι τελευταίες δεν είχαν τη δυνατότητα να επιμεληθούν της συγκεκριμένης υπόθεσής τους αναθέτοντας την σε έτερο δικηγόρο και τούτο διότι δεν τους είχε επιστραφεί η σχετική δικογραφία, η οποία ήταν αναγκαία όχι για τη λήψη αντιγράφων, ως αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγουσες, επικαλούμενες ότι μπορούσαν να ληφθούν αντίγραφα και από την αντίστοιχη δικογραφία στην Εισαγγελία Πρωτοδικών, αλλά προκειμένου ακριβώς να μπορεί να αναλάβει έτερος δικηγόρος, το οποίο δεν ήταν δυνατόν όσο ακόμη δεν είχε απεμπλακεί από την υπόθεση ο προηγούμενος δικηγόρος (άρθρ. 21 Κώδ. Δεοντολογίας Δικηγ.), ήτοι οι ίδιες [.....]. Ενόψει τούτων και της συνεχιζόμενης άρνησης των εναγουσών να τους επιστρέψουν τους φακέλους των ποινικών υποθέσεών τους και προκειμένου ακριβώς να καταστεί δυνατή η επιστροφή των φακέλων αυτών, οι εναγόμενες προέβησαν στην ανωτέρω αναφορά-καταγγελία τους προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, υπό το πιο πάνω παρατεθέν περιεχόμενό της, στην οποία διέλαβαν, μεταξύ άλλων, και τις εξής φράσεις: "υπήρξε μεγάλη χρονική κωλυσιεργία", "Η Κα Π. τεχνηέντως καθυστέρησε και την απάντησή της προς εμάς", "Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι αφενός να χαθεί η προθεσμία της ανωτέρω προσφυγής με υπαιτιότητα της Κας Π. και αφετέρου να κωλυσιεργεί να μας αποδώσει ότι της ζητάμε, με πρόσχημα τη δήθεν εξόφλησή της, να μη μπορούμε να συνεργαστούμε με άλλο δικηγορικό γραφείο, να χάνεται πολύτιμος χρόνος και να κινδυνεύουμε να μη μπορούμε να διαχειριστούμε άμεσα και σωστά στο εγγύς μέλλον τις υποθέσεις μας που εκκρεμούν". Οι συγκεκριμένες φράσεις, όπως και όλο το περιεχόμενο της αναφοράς, αποδίδουν ακριβώς την πεποίθηση που είχαν οι εναγόμενες ότι οι ενάγουσες, εφόσον είχαν πλήρως εξοφληθεί, είχαν την υποχρέωση να τους αποδώσουν τους αιτηθέντες φακέλους τους και δεν το έπρατταν αδικαιολόγητα και ότι συνεπώς από υπαιτιότητα της δεύτερης ενάγουσας, εκπροσώπου της πρώτης, η οποία αρνούνταν την επιστροφή καίτοι δεν υπήρχε ανεξόφλητη οφειλή τους, αφενός είχαν ήδη επέλθει δυσμενείς συνέπειες στις υποθέσεις τους, αναφερόμενες στην πάροδο απράκτου της ανωτέρω προσφυγής, και αφετέρου υπήρχε, ενόψει και της επικείμενης δίκης στο Μ.Ο.Ε., κίνδυνος για τα συμφέροντά τους, αφού δεν μπορούσαν να αναθέσουν τις συγκεκριμένες υποθέσεις τους σε έτερο νομικό παραστάτη, πεποίθηση δικαιολογημένη, εφόσον δεν προέκυψε στα πλαίσια της παρούσης δίκης η ύπαρξη προγενέστερων οφειλών τους προς τις ενάγουσες.
Συνεπώς, εφόσον τα ανωτέρω εκτιθέμενα στην καταγγελία των εναγομένων οι εναγόμενες πίστευαν στο σύνολό τους ως αληθή (και ήταν, τουλάχιστον καθόσον αφορά την έλλειψη οφειλών τους και τις συνέπειες για τις εκκρεμείς υποθέσεις τους από τη μη επιστροφή των φακέλων), δεν στοιχειοθετείτε κατ' αρχήν η τέλεση από μέρους τους του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος των εναγουσών, για το οποίο απαιτείται η διατύπωση ισχυρισμών που περιέχουν αναληθή γεγονότα να γίνεται εν γνώσει αυτού που τους διατυπώνει, όπως ορθώς έγινε δεκτό και δια της εκκαλουμένης απόφασης, απορριπτομένου, μετά ταύτα, ως ουσία αβάσιμου του συναφούς τρίτου λόγου της ενδίκου εφέσεως των εκκαλουσών-εναγουσών, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Ούτε όμως συντρέχει περίπτωση και απλής δυσφήμησης των εναγουσών, καθώς οι εναγόμενες με την καταγγελία τους σκόπευαν στην προστασία των συμφερόντων τους και δη την ανάληψη των φακέλων τους, προκειμένου να επιμεληθούν άμεσα των άνω εκκρεμών υποθέσεών τους, την οποία θεωρούσαν ότι υπαιτίως αρνούνταν η δεύτερη ενάγουσα, με συνέπεια να αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της ανωτέρω πράξης κατά τη βασίμως προβληθείσα από μέρους τους ένσταση εκ του άρθρου 367 παρ. 1 Π.Κ., ακριβώς δε την πεποίθησή τους αυτή περί υπαιτιότητας της δεύτερης ενάγουσας απέδιδαν οι ανωτέρω φράσεις της αναφοράς τους, οι οποίες ήταν, κατ' αντικειμενική κρίση, αναγκαίες για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των σχετικών στοχασμών τους και δεν αποσκοπούσαν ούτε οι φράσεις αυτές ούτε και το όλο κείμενο της αναφοράς στο να προσβληθεί η τιμή και η υπόληψη της δεύτερης ενάγουσας, πολλώ δε μάλλον στο να προσβληθεί η επαγγελματική φήμη και αξιοπιστία της πρώτης ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας, παρισταμένης ουσία αβάσιμης και απορριπτέας της σχετικής αντένστασης που προέβαλαν οι ενάγουσες, εκ του άρθρου 367 παρ. 2 Π.Κ. Κατόπιν τούτων, το σχετικό αίτημα των εναγουσών περί καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής τους βλάβης εκ της συκοφαντήσεως και δυσφημήσεώς τους δια της ανωτέρω αναφοράς-καταγγελίας των εναγομένων κρίνεται απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο, αφενός διότι δεν στοιχειοθετείται συκοφαντική δυσφήμηση, κατά τα ανωτέρω, αφετέρου και καθόσον αφορά την απλή δυσφήμιση, διότι έγινε κατ' ενάσκηση του υπερασπιστικού δικαιώματος των εναγομένων και με τρόπο που, κατ' αντικειμενική κρίση, ήταν ο πρέπων για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων τους, με την πρόσθετη επισήμανση ότι ειδικώς ως προς την πρώτη ενάγουσα δικηγορική εταιρεία η προκαλούμενη ηθική της βλάβη θα πρέπει να μετουσιώνεται σε συγκεκριμένη αποδεικνυόμενη υλική ζημία, τέτοια ζημία όμως, εάν υποτεθεί ότι είχε λάβει χώρα προσβολή, ούτε επικαλέστηκαν οι ενάγουσες ούτε και προέκυψε εν προκειμένω. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επομένως, που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε αντίθετα και, κατόπιν παραδοχής της άνω προβληθείσας αντένστασης των εναγουσών, έκανε μερικώς δεκτό το σχετικό αίτημα της αγωγής και επιδίκασε σε εκάστη ενάγουσα το ποσό των 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής τους βλάβης, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τα βασίμως υποστηριζόμενα από τις εκκαλούσες-εναγόμενες με τον συναφή έβδομο λόγο της ενδίκου εφέσεώς τους, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός κατ' ουσίαν. [.....] Τέλος, και η επικουρική σε σχέση με το αίτημα της χρηματικής ικανοποίησης βάση της αγωγής εκ των άρθρων 919, 920 και 932 Α.Κ., για την οποία οι ενάγουσες επικαλέστηκαν ότι οι εναγόμενες συμπεριφέρθηκαν κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, καθόσον εκμεταλλεύτηκαν τις γνώσεις, την εμπειρία και την επιστημονική κατάρτιση της δεύτερης εξ αυτών, καθώς και την αξιοπιστία της πρώτης ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας, ως εξειδικευμένων σε υποθέσεις κακοποίησης παιδιών, προκειμένου να κερδίσουν τις υποθέσεις τους, παραβιάζοντας την υποχρέωση καταβολής των οφειλομένων δικηγορικών αμοιβών τους, και επίσης διέδωσαν αναληθώς με την παραπάνω αναφορά τους προς τον Δ.Σ.Θ. και ενώπιον τρίτων ότι οι ίδιες κωλυσιέργησαν, τις εξαπάτησαν και προσπάθησαν να βγάλουν χρήματα σε βάρος τους, επιδιώκοντας να εισπράξουν δυσανάλογα υψηλή αμοιβή σε σχέση με τις παρασχεθείσες υπηρεσίες τους, και ότι με τις ενέργειές τους αυτές αποσκοπούσαν στο να πλήξουν την τιμή και υπόληψη της δεύτερης ενάγουσας και να επηρεάσουν το επαγγελματικό μέλλον αμφοτέρων, παρίσταται ουσία αβάσιμη και απορριπτέα. Και τούτο, διότι με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα δεν προκύπτει συμπεριφορά των εναγόμενων αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, αφού αφενός μεν η διακοπή της συνεργασίας τους με τις ενάγουσες δεν έγινε δολίως από μέρους τους και προκειμένου να αποφύγουν την καταβολή οφειλομένων προς αυτές αμοιβών και εξόδων τους, η ύπαρξη των οποίων δεν προέκυψε στα πλαίσια της παρούσης δίκης, αφετέρου η υποβληθείσα στη συνέχεια αναφορά τους προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, που αποτελούσε νόμιμο δικαίωμά τους, αποσκοπούσε αποκλειστικώς και μόνον στη διαφύλαξη των δικαιωμάτων και συμφερόντων τους και όχι στην προσβολή της τιμής και υπόληψης της δεύτερης ενάγουσας και της επαγγελματικής αξιοπιστίας αμφοτέρων των εναγουσών, συνεπώς δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής εν προκειμένω του άρθρου 919 Α.Κ. ούτε όμως και του άρθρου 920 του ιδίου Κώδικα, το οποίο αναφέρεται σε εν γνώσει ή από υπαίτια άγνοια διατύπωση ή διάδοση αναληθών ειδήσεων που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, οι ενάγουσες θεωρούσαν στο σύνολό τους απολύτως αληθή τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω αναφορά- καταγγελία τους, στα οποία ουδεμία ευθεία αναφορά ή υπαινιγμό έκαναν σε μη ορθό χειρισμό των υποθέσεών τους από τις ενάγουσες ούτε και σε εξαπάτησή τους από αυτές, προκειμένου να εισπράξουν δυσανάλογα υψηλές αμοιβές, ως αβασίμως οι τελευταίες επικαλέστηκαν με την αγωγή τους στα πλαίσια της ιδίας ως άνω επικουρικής βάσης. Κατόπιν πάντων τούτων πρέπει, κατά το ερευνώμενο εν προκειμένω μέρος της και ως προς όλες τις ανωτέρω βάσεις της, η αγωγή να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσία αβάσιμη.....".
V. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 57 παρ. 1, 58, 59 του Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων", ο δικηγόρος δικαιούται αμοιβή από τον εντολέα του για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη. Η αμοιβή αυτή ορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία με τον εντολέα του και περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος ή ειδικότερες πράξεις αυτής ή κάθε άλλης φύσης νομικές εργασίες δικαστικές ή εξώδικες. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται κατά τα οριζόμενα στα επόμενα άρθρα του Κώδικα, με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης και, σε περίπτωση που το αντικείμενο της δίκης δεν αποτιμάται σε χρήμα και δεν ορίζεται στις διατάξεις του Κώδικα, με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτού (άρθρ. 57 παρ. 1, 58 παρ. 1, 2, 3). Για κάθε δικαστική ή εξώδικη ενέργεια ο δικηγόρος δύναται να συμφωνεί με τον εντολέα του και να λαμβάνει αμοιβή προσδιοριζόμενη ανάλογα με την ωριαία απασχόλησή του, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα. Αντίστοιχα προσδιοριζόμενη ωριαία αμοιβή δικαιούται ο δικηγόρος να λαμβάνει και για κάθε συνάντηση ή τηλεφωνική επικοινωνία με τον εντολέα του ή με τρίτο πρόσωπο, καθώς και για κάθε άλλη ενέργεια που σχετίζεται με την εκτέλεση της εντολής που του ανατέθηκε. Σε περίπτωση έλλειψης έγγραφης συμφωνίας, η αμοιβή του δικηγόρου, για δικαστικές ή εξώδικες εργασίες, πράξεις ή απασχολήσεις, δύναται να προσδιορίζεται με βάση την ωριαία απασχόληση του δικηγόρου, όπως αυτή αναφέρεται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, το σύστημα αμοιβής με χρονοχρέωση προϋποθέτει σχετική συμφωνία (ΑΠ 345/2023, 175/2018, 862/2015).
Περαιτέρω, με το άρθρο 77 του ιδίου Κώδικα, που κατά το άρθρο 166 παρ. 3 αυτού ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (27.9.2013), ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που υπάρχει γραπτή συμφωνία για αμοιβή και ανακληθεί η εντολή προς τον δικηγόρο, εάν η ανάκληση είναι αδικαιολόγητη, ο εντολέας υποχρεούται σε άμεση εκτέλεση όλων των υποχρεώσεών του που απορρέουν από τη συμφωνία. Εάν η ανάκληση είναι δικαιολογημένη, ο εντολέας υποχρεούται στην καταβολή των δαπανών και της αμοιβής του δικηγόρου για τις μέχρι την ανάκληση εργασίες του, με βάση τις διατάξεις του Κώδικα". Αντίστοιχα, στο άρθρο 78 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που υπάρχει συμφωνία για αμοιβή και ο δικηγόρος δεν εκτελέσει την εντολή που του ανατέθηκε, εάν η μη εκτέλεση είναι αδικαιολόγητη, δικαιούται μόνο την είσπραξη των δαπανών που πραγματοποίησε, όχι όμως και την αμοιβή που συμφωνήθηκε γραπτά ή την αμοιβή όπως ορίζεται από τις πιο πάνω διατάξεις. Εάν η μη εκτέλεση είναι δικαιολογημένη, δικαιούται να εισπράξει τις δαπάνες που πραγματοποίησε και την ανάλογη αμοιβή προς τις υπηρεσίες που έχει προσφέρει". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι σε περίπτωση οριστικής διακοπής της συνεργασίας του δικηγόρου με τον εντολέα πελάτη του, ανεξαρτήτως αν η ανώμαλη εξέλιξη επήλθε με πρωτοβουλία του εντολέα (ανάκληση της εντολής) ή του δικηγόρου (μη εκτέλεση της εντολής), οι συνέπειες ως προς την υποχρέωση του πρώτου και το αντίστοιχο δικαίωμα του δευτέρου για δαπάνες και αμοιβή εξαρτώνται από το αν η σχετική πρωτοβουλία υπήρξε δικαιολογημένη ή αδικαιολόγητη (ΑΠ 1614/2018). Αν η ανάκληση της εντολής είναι αδικαιολόγητη, ο εντολέας υποχρεούται να καταβάλει στον δικηγόρο τη συμφωνημένη αμοιβή του, αν δε αυτή είναι δικαιολογημένη, έχει υποχρέωση να καταβάλει στον δικηγόρο τις δαπάνες που αυτός έχει πραγματοποιήσει προς εκτέλεση της εντολής και μέχρι την ανάκληση αυτής, καθώς και την αμοιβή αυτού για τις μέχρι τότε ενέργειές του. Η ανάκληση της εντολής ενεργεί ex nunc και όχι ex tunc (ΑΠ 989/2022, 1040/2020, 945/2019, 1800/2017, 810/2003).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 904 εδ. α' του ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β' της ίδιας διάταξης, η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού, τόσο από ουσιαστική όσο και από δικονομική άποψη, είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς), κατ' άρθρ. 219 ΚΠολΔ, της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία. Έτσι, λόγω του ως άνω επιβοηθητικού χαρακτήρα της αγωγής του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αν αυτή στηρίζεται στα ίδια περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη. Τούτο δε διότι, εφόσον υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων δύναται να θεμελιώσει τις αξιώσεις του σε αυτές και δεν μπορεί να προσφύγει στην επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Περαιτέρω, όταν η εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού αξίωση ασκείται υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, αρκεί για τη νομική πληρότητα της ως άνω επικουρικής βάσης να γίνεται επίκληση απλή των προαναφερθεισών τεσσάρων προϋποθέσεων, με στοιχεία α' έως δ', για τη θεμελίωση της αντίστοιχης αξίωσης στη διάταξη του άρθρου 904 εδ. α' του ΑΚ, δηλαδή ότι μεσολάβησε παροχή (καταβολή) εκ μέρους του ενάγοντος για την εκπλήρωση οφειλής (αιτίας) ανύπαρκτης, χωρίς να είναι αναγκαία, στη δικονομικώς ενιαία αυτή εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η επίκληση εκ μέρους του ενάγοντος των προϋποθέσεων ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από σύμβαση ή αδικοπραξία, αφού αυτές (προϋποθέσεις) θα διαγνωσθούν δικαστικά στην ίδια δίκη και θα είναι δεδομένες κατά την επακολουθούσα εξέταση της επικουρικής βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Είναι όμως αναγκαίο, στην περίπτωση αυτή, να γίνεται στο αγωγικό δικόγραφο απλή, έστω και έμμεση, επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης ή της ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από αδικοπραξία, χωρίς να απαιτείται και έκθεση των γεγονότων στα οποία οφείλεται, αφού στην εν λόγω περίπτωση η επικουρική βάση, όπως προεκτέθηκε, θα εξετασθεί μόνο αν η κυρία βάση απορριφθεί λόγω ακυρότητας της σύμβασης ή ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από αδικοπραξία, η οποία συνεπώς θα είναι δεδομένη, καθόσον πληρούται έτσι και ο σκοπός της διάταξης του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή (ΟλΑΠ 2/2019, 22/2003, ΑΠ 1372/2022, 408/2020, 1325/2019).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς, πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν τη βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, 25/2003, ΑΠ 172/2023, 1682/2022, 1374/2022, 146/2022, 129/2021). Ιδρύεται, επομένως, ο ως άνω λόγος, εκτός από άλλες περιπτώσεις και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, έλαβε υπόψη του πράγματα, τα οποία δεν περιλαμβάνονται σ' αυτήν και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής (ΑΠ 1095/2021, 1121/2019, 1596/2017, 111/2012). Δεν ιδρύεται, όμως, ο ως άνω λόγος, όταν το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό της διαφοράς με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται με πληρότητα στην αγωγή (ΑΠ 318/2023, 1265/2019, 108/2014). Τέλος, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, δεν νοούνται οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 172/2023, 1682/2022, 1374/2022, 146/2022). Επίσης, δεν αποτελούν πράγματα οι νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου ούτε και η επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 997/2023, 961/2023, 172/2023, 1682/2022, 1374/2022, 312/2022, 146/2022).
VI. Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 57, 58, 59, 63, 76, 77, 78 του Ν. 4194/2013, απορρίπτοντας ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το αίτημα της αγωγής για επιδίκαση αμοιβών της πρώτης αναιρεσείουσας με βάση το σύστημα χρονοχρέωσης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ειδικότερα, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, δέχθηκε ότι δεν υπήρχε συμφωνία μεταξύ της πρώτης ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας και της πρώτης εναγομένης, που ενεργούσε ατομικά και για λογαριασμό της ανήλικης τότε δεύτερης εναγομένης κόρης της, για αμοιβή της ως άνω εταιρείας με βάση την ωριαία απασχόληση αυτής (χρονοχρέωση).
Συνεπώς, ορθώς ερμήνευσε και έκρινε μη εφαρμοστέα, στην υπό κρίση περίπτωση, τη διάταξη του άρθρου 59 του Ν. 4194/2013 (οι λοιπές φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις δεν αφορούν το συγκεκριμένο ζήτημα), η οποία θέτει ως προϋπόθεση, για την εφαρμογή του συστήματος της χρονοχρέωσης, την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ δικηγόρου και εντολέα, όπως διαλαμβάνεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
Εξάλλου, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς αιτιολογίες) τις διατάξεις των άρθρων 57, 58, 59, 63, 76, 77, 78 και 82 του Ν. 4194/2013 (δεύτερος πρόσθετος λόγος) ούτε ευθέως εκείνες των άρθρων 57, 58 και 59 του ιδίου νόμου (τρίτος πρόσθετος λόγος), απορρίπτοντας ως κατ' ουσίαν αβάσιμα τα αιτήματα της αγωγής για επιδίκαση αμοιβών της πρώτης αναιρεσείουσας για τις εκτός εργολαβικών δίκης υπηρεσίες της, με την παραδοχή ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη συμφωνίας χρονοχρέωσης μεταξύ αυτής και της πρώτης εναγομένης υπό την ανωτέρω διττή ιδιότητά της, ούτε παρέλειψε να λάβει υπόψη του πράγματα προταθέντα και συγκεκριμένα τον θεμελιωτικό των εν λόγω αιτημάτων αγωγικό ισχυρισμό περί ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ των ως άνω διαδίκων για κατ' αποκοπή αμοιβή της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας, καθόσον από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι το αίτημα αυτής σε σχέση με τις ως άνω αμοιβές είχε ως βάση μόνο τη συμφωνία περί χρονοχρέωσης του άρθρου 59 του Ν. 4194/2013 και δεν περιείχε, ούτε επικουρικώς, βάση περί οφειλής των αμοιβών αυτών σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του Ν. 4194/2013 ούτε ήταν δυνατόν, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το Εφετείο, να συναχθεί ότι αυτή περιείχε βάση περί συμφωνίας αμοιβής κατ' αποκοπή, δεδομένου ότι τα συγκροτούντα την ιστορική βάση της πραγματικά περιστατικά δεν αρκούσαν προς τούτο. Επομένως, ορθώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ερμήνευσε τις ανωτέρω διατάξεις και έκρινε αυτές μη εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, απορρίπτοντας τα επίμαχα αιτήματα επιδίκασης αμοιβών της πρώτης αναιρεσείουσας δικηγορικής εταιρείας, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις, ως προς το ζήτημα τούτο, αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών, ως αποδειχθέντων, πραγματικών περιστατικών στις προρρηθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ενώ επιπροσθέτως δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη του πράγματα προταθέντα από τις ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες. Συνακόλουθα, οι δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 19 και 1, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς δε τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 19 (δεύτερος πρόσθετος λόγος) και 1 και 8 (τρίτος πρόσθετος λόγος) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Ωσαύτως, το Εφετείο, με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την επικουρική βάση της αγωγής για επιδίκαση, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, των ποσών που αντιστοιχούσαν σε αμοιβές και έξοδα για παρασχεθείσες υπηρεσίες της πρώτης αναιρεσείουσας προς τις αναιρεσίβλητες, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τη διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα εν προκειμένω. Ειδικότερα, οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες επικαλέστηκαν με την αγωγή τους, προς θεμελίωση της εν λόγω επικουρικής βάσης, ότι οι εναγόμενες κατέστησαν αδικαιολογήτως πλουσιότερες σε βάρος της περιουσίας της πρώτης εξ αυτών, διότι και αν ακόμη επέλεγαν και χρησιμοποιούσαν οποιονδήποτε άλλο δικηγόρο στη θέση της πρώτης ενάγουσας, θα του κατέβαλλαν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ανάλογες αμοιβές για τις ίδιες υπηρεσίες και ότι, ως εκ τούτου, κατέστησαν πλουσιότερες σε βάρος της και με αντίστοιχη ζημία της, κατά τα αιτούμενα ποσά, τα οποία οφείλουν να της αποδώσουν. Η ως άνω επικουρική βάση στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση, ενώ δεν γίνεται απλή, έστω, επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, συνεπώς ορθώς απορρίφθηκε από το Εφετείο ως μη νόμιμη. Συνακόλουθα, είναι αβάσιμη η σχετική αιτίαση του πρώτου (κύριου) λόγου αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικής διάταξης (άρθρ. 904 ΑΚ). Τέλος, η περιλαμβανόμενη στον ίδιο (πρώτο) αναιρετικό λόγο αιτίαση, για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 423 του ΑΚ περί καταλογισμού της παροχής, σε σχέση με τα καταβληθέντα από τις αναιρεσίβλητες στην πρώτη αναιρεσείουσα ποσά έναντι των υπηρεσιών της, με την επίκληση ότι, εφόσον δεν υπήρχε αντίθετη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, τα καταβληθέντα (συνολικώς 15.940 ευρώ) έπρεπε να καταλογισθούν πρώτα στα έξοδα, είναι αβάσιμος, εφόσον, κατά τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από το Εφετείο, τα καταβληθέντα ποσά υπερέβαιναν στο σύνολό τους το ποσό των εξόδων που αιτήθηκε η πρώτη αναιρεσείουσα με την ένδικη αγωγή και γι' αυτό απέρριψε το σχετικό αίτημα ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, δεχόμενο ότι τα σχετικά κονδύλια εξόδων έχουν εξοφληθεί με την καταβολή του ως άνω ποσού.
VII. Με τον πέμπτο, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη των νομίμως προταθέντων ουσιωδών ισχυρισμών τους: α) ότι οι αναιρεσίβλητες, κατά τον χρόνο υποβολής της εις βάρος τους αναφοράς στο Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, είχαν ήδη απευθυνθεί σε άλλον δικηγόρο, ο οποίος και συνέταξε αυτή, β) ότι η από 7-11-2019 εξώδικη δήλωση, που τους επέδωσαν οι αναιρεσίβλητες και με την οποία καλούσαν αυτές (αναιρεσείουσες) να παραστούν στο Εφετείο, δηλώνοντας ότι, σε διαφορετική περίπτωση, θα θεωρήσουν ότι τα εργολαβικά συμφωνητικά καταγγέλθηκαν από τις τελευταίες, ακολούθησε τη συκοφαντική αναφορά τους στον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης και επισφράγισε την από μέρους τους καταγγελία των εν λόγω συμφωνητικών, γ) ότι οι αναιρεσίβλητες, κατά πάγια τακτική τους, πάντα τους όφειλαν και πάντα συμψήφιζαν και ζητούσαν να χρησιμοποιηθούν ποσά, που είχαν καταβάλει για προγενέστερες οφειλές τους, σε άλλες τρέχουσες νομικές εργασίες, που αιτούνταν. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι ανωτέρω υπό στοιχ. α' έως γ' ισχυρισμοί δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών προς επίρρωση των αγωγικών ισχυρισμών τους και, συνεπώς, η επικαλούμενη μη λήψη αυτών υπόψη από το Εφετείο δεν ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο.
VIII. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντίστοιχου όρου του άρθρου 559 αριθ. 8 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή θεωρούνται "πράγματα" οι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης και νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι αρνητικοί, των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών, ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 550/2025, 504/2023, 187/2013, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 15/2019). Σύμφωνα με την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 187/2013, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011), ανεξαρτήτως αν, ύστερα από την εκτίμησή τους, κατέληξε έστω και σε εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 187/2013, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 677/2015). Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ (άρθρα 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει στο δικόγραφο να προσδιορίζεται, ποια είναι τα πράγματα που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αληθινά χωρίς απόδειξη, καθώς και ποια πράγματα ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 19/2022).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν, κατά το άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005 ΑΠ 1279/2025, 1620/2022). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 στοιχ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ίδιου Κώδικα, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1279/2025, 1620/2022, 1333/2018, 79/2018, 1512/2014, 87/2013, 208/2011, 1662/2010). Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου εσφαλμένα έγινε ή δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1279/2025, 1620/2022, 860/2018, 208/2018, 1226/2014, 2146/2014, 574/2010). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1β' ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, παραλείποντας εσφαλμένα να εφαρμόσει αυτά κατά την υπαγωγή των γενομένων δεκτών, ως αποδειχθέντων, πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 932, 207 ΑΚ, 77 του Κώδικα Δικηγόρων, 363 και 367 παρ. 1 και 2 ΠΚ, απορρίπτοντας ως κατ' ουσίαν αβάσιμο α) το κύριο αίτημα της αγωγής τους για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης (με βάση τις ανωτέρω διατάξεις) προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν συνεπεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες κατέθεσαν ψευδή και συκοφαντική γι' αυτές (αναιρεσείουσες) αναφορά στον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, και β) τον εκ του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ ισχυρισμό (αντένσταση) που προέβαλαν αυτές (αναιρεσείουσες) προς αντίκρουση της προβληθείσας από τις αντιδίκους τους ένστασης εκ του άρθρου 367 παρ. 1 περ. γ' ΠΚ. Επικαλούνται δε και παραθέτουν στο αναιρετήριο, προς θεμελίωση του ανωτέρω λόγου, ως διδάγματα της κοινής πείρας, τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί του ανωτέρω αιτήματος, βάσει των οποίων (παραδοχών) το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα και απέρριψε το αίτημα τούτο ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, όπως και την προαναφερόμενη αντένσταση. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 1β' του ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου επί πραγματικών περιστατικών (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 10 και 1β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίες συνίστανται, αντίστοιχα, στο ότι το Εφετείο : α) με το να δεχθεί ότι κανένας δικηγόρος δεν θα αναλάμβανε τις υποθέσεις των αναιρεσιβλήτων, αν δεν τους είχαν επιστραφεί οι σχετικοί φάκελοι από τις αναιρεσείουσες, δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη και μόνο βάσει πιθανολόγησης, β) παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας σε σχέση με την υπαγωγή των περιστατικών που δέχτηκε, ως αποδειχθέντα, στη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγόρων, διότι τα δικαστήρια γνωρίζουν άριστα ότι το συγκεκριμένο άρθρο είναι ανεφάρμοστο και δεν εμποδίζει τους δικηγόρους να επιληφθούν μιας ποινικής υπόθεσης. Και ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά τις εξής διακρίσεις: Ως προς το πρώτο εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του, διότι η ανωτέρω υπό στοιχ. α' παραδοχή δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, ήτοι νομίμως προταθέντα λυσιτελή πραγματικό ισχυρισμό των εναγουσών, στον οποίο θεμελιώνεται το ασκηθέν με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα αυτών, αλλά συμπέρασμα του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ως προς το δεύτερο εκ του αριθμού 1β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος του, διότι η επίκληση της εσφαλμένης μη εφαρμογής από το Εφετείο των ως άνω υπό στοιχ. β' διδαγμάτων της κοινής πείρας, δεν αφορά την ερμηνεία του επικαλούμενου κανόνα δικαίου (άρθρο 21 του Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγόρων) ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υπόθεσης, αλλά τη διάγνωση της συνδρομής ή όχι των αποδεικτέων περιστατικών αυτής.
ΙΧ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη, εφόσον βεβαίως προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (ΑΠ 225/2017, ΑΠ516/2016). Για την ίδρυση του λόγου αυτού, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008). Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 765/2014). Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αριθ.11γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 579/2024, 1047/2018, 569/2017, 967/2015). Με τον έκτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη κρίσιμα αποδεικτικά μέσα και έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ειδικότερα δε: α) Την ένορκη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, η οποία περιέχεται στα υπ' αριθ. …/2022 πρακτικά αυτού, β) την υπ' αριθ. …2022 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Δ. Μ., γ) την από 7-11-2019 (μεταγενέστερη της αναφοράς αυτών στον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης) εξώδικη δήλωση των αναιρεσιβλήτων, στην οποία περιέχεται ομολογία τους ότι, τουλάχιστον μέχρι την υποβολή της ως άνω αναφοράς, δεν θεωρούσαν ότι τα επίμαχα εργολαβικά συμφωνητικά είχαν καταγγελθεί από υπαιτιότητα των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών και δ) το από 23-7-2018 μήνυμα της δεύτερης αναιρεσίβλητης στο … προς την εταίρο της πρώτης αναιρεσείουσας δικηγορικής εταιρείας, Δ. Μ., με το οποίο ζητούσε από την τελευταία να χρησιμοποιήσει το ποσό των 4.500 ευρώ, που της είχε καταβάλει για τη δίκη ενώπιον του Μ.Ο.Ε. Θεσσαλονίκης, προκειμένου με αυτό να καλυφθούν έξοδα και αμοιβές άλλης υπόθεσης και συγκεκριμένα της προσφυγής κατά της απορριπτικής διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, που αφορούσε έγκληση της δεύτερης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με την ενυπάρχουσα στο σκεπτικό αυτής βεβαίωση του Δικαστηρίου, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, με ειδική αναφορά στην υπ' αριθ. …2022 ένορκη βεβαίωση, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα ανωτέρω υπό στοιχ. α' έως δ', φερόμενα ως αγνοηθέντα, αποδεικτικά μέσα, με ρητή μάλιστα αναφορά στην υπό στοιχ. γ' από 7-11-2019 εξώδικη δήλωση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων (βλ. σελ. 26-27 αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης).
Χ. Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022, 2267/2013). Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022, 2053/2014). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες) των διατάξεων των άρθρων 63, 64, 68 και 77 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013) και 919, 920 και 932 του ΑΚ, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο: α) Ενώ δέχεται ότι κανένας δικηγόρος δεν είχε τη δυνατότητα να αναλάβει τις ποινικές υποθέσεις των αναιρεσιβλήτων προτού αποσαφηνιστεί το ζήτημα της λήξης της συνεργασίας τους με τις αναιρεσείουσες, ακολούθως δέχεται ότι η δικηγόρος Έρση Φωτοπούλου, που αρχικώς είχε αρνηθεί, ανέλαβε τις υποθέσεις τους, επιπροσθέτως δε, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνει στο σκεπτικό της, αν οι αναιρεσίβλητες αναζήτησαν άλλον δικηγόρο, αλλά κανείς δεν δέχθηκε να αναλάβει τις ποινικές υποθέσεις τους, επειδή δεν τους είχε παραδοθεί από τις αναιρεσείουσες ο σχετικός φάκελος, αφού μόνη η επίκληση του άρθρου 21 του Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγόρων, ακόμη και η υποτιθέμενη άρνηση της ως άνω δικηγόρου, δεν συνεπάγεται ότι επί ενάμιση μήνα κανένας άλλος δικηγόρος δεν δεχόταν να αναλάβει τις προαναφερόμενες υποθέσεις τους. β) Ενώ δέχεται ότι τουλάχιστον από τις 10-6-2019 οι αναιρεσείουσες είχαν ενημερωθεί από τον πληρεξούσιο των αναιρεσιβλήτων, Ι. Τ., για την πρόθεση των τελευταίων να μη συνεχιστεί η συνεργασία τους, καθώς και ότι με το από 20-6-2019 ηλεκτρονικό μήνυμα της δεύτερης αναιρεσίβλητης κλήθηκαν αυτές να παραδώσουν στις αναιρεσίβλητες, μέχρι τις 27-6-2019, τους φακέλους των υποθέσεών τους, δηλαδή δέχεται ότι ήδη από τον Ιούνιο του 2019 οι τελευταίες είχαν ζητήσει τη λήξη της συνεργασίας τους με τις αναιρεσείουσες για το σύνολο των υποθέσεών τους, στη συνέχεια δέχεται, όλως αντιφατικώς, ότι τα αναφερόμενα στο από 20-6-2019 ηλεκτρονικό μήνυμα δεν θα πρέπει να κριθούν αυτοτελώς, αλλά ενταγμένα "στην αλληλουχία των γεγονότων", επικαλούμενο μεταγενέστερο μήνυμα, ήτοι το από 8-7-2019 ηλεκτρονικό μήνυμα του πληρεξουσίου των αναιρεσιβλήτων, το οποίο, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες, για όποιο λόγο και αν εστάλη, καμία επιρροή δεν μπορούσε να ασκήσει στην κρίση του Εφετείου, ότι δεν ανακλήθηκε σε προγενέστερο χρόνο η εντολή για την υπόθεση που αφορούσαν τα εργολαβικά συμφωνητικά. γ) Ενώ δέχεται τον ισχυρισμό τους, ότι εάν επέστρεφαν στις εναγόμενες και ήδη αναιρεσίβλητες τους φακέλους των ποινικών υποθέσεών τους, οι τελευταίες θα συμψήφιζαν τις προερχόμενες από τις υποθέσεις αυτές οφειλές τους προς τις αναιρεσείουσες με εκείνες που αφορούσαν την υπόθεση για την οποία είχε συμφωνηθεί εργολαβική αμοιβή, η οποία (αμοιβή) έτσι θα μειωνόταν από το συμφωνημένο ποσοστό 20% σε 9,6%, ακολούθως, όλως αντιφατικώς, δέχεται ότι θα ήταν προς το συμφέρον των αναιρεσιβλήτων να εμμείνουν στη συνέχιση της συγκεκριμένης εντολής. δ) Ενώ με την αγωγή τους είχαν ζητήσει, επικουρικώς, την επιδίκαση των νόμιμων αμοιβών, με βάση τα άρθρα 63, 64 και 68 του Κώδικα Δικηγόρων, για τον χειρισμό της υπόθεσης που αφορούσαν τα εργολαβικά συμφωνητικά, το Εφετείο απέρριψε το εν λόγω επικουρικό αίτημα χωρίς αιτιολογία και με την επίκληση άλλης νομικής βάσης και συγκεκριμένα της διάταξης του άρθρου 77 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013), χωρίς μάλιστα να τους επιδικάσει, κατ' άρθρο 78 του ίδιου Κώδικα, τα έξοδα στα οποία είχαν προβεί για την εν λόγω υπόθεση. ε) Ενώ η εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων υποβληθείσα σε βάρος τους αναφορά στον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, το περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρεται ευθέως σε μη ορθό χειρισμό των υποθέσεων των αναιρεσιβλήτων από τις αναιρεσείουσες και σε κωλυσιεργία των τελευταίων, και μάλιστα τεχνηέντως, όσον αφορά την άσκηση προσφυγής κατά απορριπτικής διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, που αφορούσε έγκληση της δεύτερης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, για την προθεσμία άσκησης της οποίας (προσφυγής) δέχεται το Εφετείο ότι είχαν εγκαίρως ενημερωθεί οι αναιρεσίβλητες από τις αναιρεσείουσες, ακολούθως, όλως αντιφατικώς, δέχεται ότι στην ως άνω αναφορά - καταγγελία ουδεμία ευθεία αναφορά ή υπαινιγμός γίνεται για μη ορθό χειρισμό των υποθέσεων των αναιρεσιβλήτων ή για εξαπάτηση αυτών, καταλήγοντας έτσι σε απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης με βάση τα άρθρα 919, 920 και 932 του ΑΚ. στ) Ενώ από την ένορκη βεβαίωση της δικηγόρου Δ. Μ., που αυτές (αναιρεσείουσες) επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, το περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται αποσπασματικά στην προσβαλλόμενη απόφαση, προέκυπτε ότι κατά την πρώτη συνάντηση των διαδίκων η δεύτερη ενάγουσα, ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα, ενημέρωσε τις αναιρεσίβλητες ότι τα ελάχιστα έξοδα και αμοιβές θα τους γνωστοποιούνται πριν από κάθε ενέργεια ή δικαστήριο και ότι θα αναπροσαρμόζονται με βάση το πολύωρο της απασχόλησης, ήτοι με βάση τις ώρες εργασίας, ακολούθως το Εφετείο, όλως αντιφατικώς, έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε συμφωνία για αμοιβή των εναγουσών με βάση το σύστημα της χρονοχρέωσης, καίτοι η κατάθεση της μάρτυρός τους ήταν σαφής ως προς το ζήτημα τούτο. Ο λόγος αυτός, ως προς τις υπό στοιχεία (α), (γ) και (στ) αιτιάσεις του είναι απαράδεκτος, αφού υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου επί πραγματικών περιστατικών. Ως προς τις λοιπές υπό στοιχ. (β), (δ) και (ε) αιτιάσεις του, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης παρίσταται βάσιμος, αφού από τις προεκτεθείσες (ανωτέρω υπό στοιχ. IV) παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, ενώ παραθέτει περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων ανάκληση της εντολής προς τις αναιρεσείουσες για το σύνολο των υποθέσεών τους, ακολούθως δέχεται ότι τα εν λόγω περιστατικά, καθώς και όσα διαλαμβάνονται στην μεταξύ των διαδίκων ηλεκτρονική αλληλογραφία, δεν μπορούν να κριθούν αυτοτελώς, αλλά ενταγμένα "στην αλληλουχία των γεγονότων" και καταλήγει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν αποδείχθηκε ανάκληση της εντολής που αφορούσαν τα επίδικα εργολαβικά συμφωνητικά, διαλαμβάνοντας έτσι στο σκεπτικό της απόφασής του ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων ανάκλησης της εντολής που αφορούσαν τα ως άνω συμφωνητικά και καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών, ως αποδειχθέντων, πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 63, 64, 68 και 77 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 4194/2013). Επιπροσθέτως, ενώ παραθέτει στην προσβαλλόμενη απόφασή του αυτολεξεί το περιεχόμενο της υποβληθείσας σε βάρος των αναιρεσειουσών αναφοράς των αναιρεσιβλήτων προς τον Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης, στην οποία γίνεται λόγος για μη ορθό χειρισμό των υποθέσεων των τελευταίων από τις αναιρεσείουσες, καθώς και για κωλυσιεργία αυτών, και μάλιστα τεχνηέντως, ως προς την άσκηση προσφυγής κατά της υπ' αριθ. …/2019 απορριπτικής διάταξης του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης εντός της νόμιμης προθεσμίας, ως προς την οποία (προθεσμία) δέχεται, όμως, το Εφετείο ότι οι αναιρεσείουσες είχαν εγκαίρως ενημερώσει τις αναιρεσίβλητες, ακολούθως δέχεται ότι οι τελευταίες θεωρούσαν τα καταγγελθέντα ως απολύτως αληθή και ότι στην ως άνω αναφορά δεν γίνεται λόγος ούτε υπαινιγμός για μη ορθό χειρισμό των υποθέσεών τους εκ μέρους των αναιρεσειουσών και απορρίπτει ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το επικουρικό αίτημα της αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης με βάση τις διατάξεις των άρθρων 919, 920 και 932 ΑΚ, διαλαμβάνοντας έτσι στο σκεπτικό της απόφασής του ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών, ως αποδειχθέντων, πραγματικών περιστατικών στις αμέσως ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
ΧΙΙ. Μετά από αυτά, πρέπει, κατά παραδοχή των υπό στοιχ. (β), (δ) και (ε) αιτιάσεων του τετάρτου λόγου αναίρεσης, ως προς τις οποίες κρίθηκε βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τις αξιώσεις των αναιρεσειουσών α) για καταβολή αμοιβής με βάση τις συμβάσεις εργολαβίας και β) για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης με βάση τα άρθρα 919, 920 και 932 ΑΚ, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας των κριθέντων ως βάσιμων ανωτέρω αιτιάσεων του τετάρτου λόγου, παρέλκει η έρευνα 1) των λοιπών αιτιάσεων του πρώτου αναιρετικού λόγου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 60, 63, 64, 68, 77, 78 Ν. 4194/2013 "Κώδικας Δικηγόρων", 37 στ' του Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγόρων και 207 του ΑΚ, οι οποίες αιτιάσεις έχουν σχέση με το ζήτημα της ανάκλησης της εντολής που αφορούσαν τα εργολαβικά συμφωνητικά, 2) του τετάρτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, περί εσφαλμένης μη εφαρμογής από το Εφετείο των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ για την ερμηνεία των δηλώσεων βούλησης των αναιρεσιβλήτων ως προς το ζήτημα της εκ μέρους αυτών ανάκλησης της εντολής που αφορούσαν τα εργολαβικά συμφωνητικά και 3) του εβδόμου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση εγγράφων, η οποία είχε ως συνέπεια να καταλήξει το Εφετείο σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα ως προς το ζήτημα της εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων ανάκλησης της εντολής που αφορούσαν τα εργολαβικά συμφωνητικά. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων, όπως αναφέρεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρα 178 παρ. 1, 180 παρ. 1, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 1592/2022, 1071/2017, 1058/2011), ενώ δεν θα επιβληθούν δικαστικά έξοδα σε βάρος του προσθέτως παρεμβάντος ν.π.δ.δ., επειδή, όπως προελέχθη, οι αναιρεσίβλητες δεν υποβλήθηκαν σε επιπλέον έξοδα εξαιτίας της άσκησης της πρόσθετης παρέμβασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την επιστροφή του υπ' αριθ. .../2024 e-παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, στις καταθέσασες τούτο αναιρεσείουσες.
Απορρίπτει την από …2025 (αριθ. έκθ. κατάθεσης …2025) πρόσθετη υπέρ των αναιρεσειουσών παρέμβαση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης".
Αναιρεί την υπ' αριθ. 2022/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσιβλήτων ένα μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών, το οποίο ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ