Απόφαση 614 / 2026    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 614/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αργυρώ Κουσκουμβεκάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Π. (B.) χήρας Θ. Α., το γένος Ν. και Ε. Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3) Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 4) Γ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελισάβετ Ψάνη, και κατέθεσαν προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, η δικηγόρος Ελισάβετ Ψάνη, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις …2019 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/2019 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Προξενείου της Χάγης, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού: 1) Γ. - Ε., χήρα Ν. Κ., το γένος Χ. - Ζ. και Ε. - Μ. - Λ. Ν., κάτοικος ..., 2) Ε. - Σ. Κ. του Ν. και της Γ. - Ε., κάτοικος ..., 3) C. V. K. W. του Ν. και της Γ. - Ε. Κ., κάτοικος ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο τους, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2013 αγωγή των αρχικών αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2085/2014 μη οριστική, 4064/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4378/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 27-11-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 62 εδ. 1 ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 73 ΚΠολΔ), προκειμένου για φυσικό πρόσωπο, παύει να υπάρχει με το θάνατό του (άρθρο 35 ΑΚ).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 313 παρ. 1 εδάφ. δ` ΚΠολΔ, απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και ο θανών, δεν έχει υπόσταση, χαρακτηριζόμενη ρητά ως άκυρη.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. ΚΠολΔ, οι οποίες, κατ` εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό με τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις, αν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια (πριν από την αμετάκλητη περάτωσή της), επέρχεται, τηρουμένων των νομίμων προϋποθέσεων, διακοπή της δίκης, με συνέπεια όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι τη νόμιμη επανάληψή της διαδικαστικές πράξεις, εκτός της τυχόν εκδιδόμενης απόφασης, να λογίζονται άκυρες, μόνο, όμως, εφόσον ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μέχρις ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση και όχι όταν ο θάνατος του διαδίκου επήλθε μετά το πέρας της συζήτησης αυτής, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης και, συνακόλουθα, τα ασκούμενα κατά της απόφασης αυτής ένδικα μέσα, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 εδ. α` ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατά του τελευταίου είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων είχε λάβει με οποιονδήποτε τρόπο γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ` αυτών την αναίρεση. Η αναίρεση, επομένως, που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατό του, δεν είναι άκυρη και νομίμως χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1741/2023, ΑΠ 1257/2019, ΑΠ 274/2018, ΑΠ 988/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αρχικός πρώτος αναιρεσίβλητος, Ν. Κ. του Δ., απεβίωσε στις …2019, δηλαδή πριν από την άσκηση, με την κατάθεση της κρινόμενης από …2019 αίτησης αναίρεσης, στις 29.11.2019 (άρθρ. 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) και μετά από τη δημοσίευση, στις 30.7.2019, της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 4378/2019 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και κληρονομήθηκε από τις μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη σύζυγό του Γ. - Ε. χήρα Ν. Κ., το γένος Χ. - Ζ. και Ε. - Μ. - Λ. Ν., και τις θυγατέρες του, Ε. - Σ. Κ. και C. V. K. W., οι οποίες δεν αποποιήθηκαν την επαχθείσα σ' αυτές κληρονομία. Τα ανωτέρω προκύπτουν από την υπ' αριθ. …/2019 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Προξενικού Γραφείου της Ελλάδος στη Χάγη, το υπ' αρ. πρωτ. .../2024 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Αθηναίων, το υπ' αριθ. …/2025 πιστοποιητικό περί μη δημοσίευσης διαθήκης, το υπ' αριθ. …/2025 πιστοποιητικό περί μη αποποίησης κληρονομίας και το υπ' αριθ. …/2024 πιστοποιητικό περί μη κατάθεσης αγωγής αμφισβήτησης κληρονομικού δικαιώματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, τα οποία προσκόμισε η πληρεξουσία δικηγόρος των άνω παρισταμένων και συγχρόνως δήλωσε ότι οι ανωτέρω κληρονόμοι συνεχίζουν τη δίκη, στο όνομά τους, μετά το θάνατο του δικαιοπαρόχου τους, αρχικού πρώτου αναιρεσιβλήτου. Επειδή όμως δεν υπάρχει ισχυρισμός για τη γνωστοποίηση του θανάτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου στο αναιρεσείον, προκύπτει ότι το αναιρεσείον δεν είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του εν λόγω θανάτου πριν από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει την αναίρεση εναντίον αυτών. Κατά συνέπεια είναι έγκυρη και ισχυρή η κρινόμενη αναίρεση, παρόλο που στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου που είχε προαποβιώσει και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης συνεχίζεται παραδεκτά από τις ανωτέρω κληρονόμους του.
Από το συνδυασμό των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3 και 4 ΚΠολΔ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη νέα αυτή δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά την μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει την αρχική συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη δικάσιμο εκείνη (αρχική). Αν συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις αυτές, είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντος, κατά τη νέα, μετ’ αναβολή δικάσιμο, διαδίκου. (ΑΠ 262/2022, ΑΠ 303/2021, ΑΠ 600/2021).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 6Α του διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 του ν. 4305/2014, "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει: α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στο δικηγόρο, ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφο που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, εκτός εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου. Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις" (ΑΠ 103/2024, ΑΠ 74/2023, ΑΠ 586/2023, ΑΠ 144/2022, ΑΠ 125/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι τη συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 1.11.2023, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, είχε επισπεύσει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Συγκεκριμένα, από την υπ’ αριθ. …2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου …, με έδρα το Πρωτοδικείο …, Φ. Κ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από …2019 αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης και πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Γ' τμήματος και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 1.11.2023, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προς την Δικηγόρο του Δ.Σ.Α., Ελισάβετ Ψάνη, ως αντίκλητο της μη εμφανισθείσας αναιρεσίβλητης, η οποία την εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης, στις 27.11.2018, ήτοι στη δίκη ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθ. 4378/2019 απόφασή του. Επομένως, αφού αυτή δεν εμφανίσθηκε, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, κατ’ άρθρο 576 παρ. 2 εδ. γ` ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία της. Με την κρινόμενη από 27.11.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 4378/2019 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και επικύρωσε την υπ' αριθ. 4064/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη. Για την ίδρυση του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του κατά τις συνδυασμένες ως άνω διατάξεις. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005). Για την πληρότητα δε του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1498/2021, ΑΠ 956/2021, ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 1065/2014, ΑΠ 551/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στην αίτηση έγγραφα που με επίκληση προσκόμισε, προς απόδειξη των ουσιωδών ισχυρισμών του προς αντίκρουση της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, και συγκεκριμένα α) την από …2016 τεχνική έκθεση της δασολόγου του Δασαρχείου … Γ. Ν., β) την από …1996 τεχνική έκθεση του δασολόγου Σ. Σ., γ) το υπ' αριθ. πρωτ. …/2008 έγγραφο του Τμήματος Δασικών Χαρτογραφήσεων της Δ/νσης Δασών … μετά των συνημμένων σε αυτό εγγράφων, δηλαδή αποσπάσματος πρόσφατου ορθοφωτοχάρτη έτους 1998, υπομνήματος χρωμάτων χρήσης γης, Προσωρινών Κτηματολογικών Πινάκων και Χαρτών, υπ' αριθ. …/2002 Δήλωσης του Δημοσίου για τις δασικές εκτάσεις του Δήμου Βύρωνα προς το Εθνικό Κτηματολόγιο και υπ' αριθ. …2003 ένστασης του Δημοσίου προς το Εθνικό Κτηματολόγιο, δ) το υπ' αριθ. πρωτ. …1971 έγγραφο του Δασαρχείου Αθηνών, ε) τα υπ' αριθ. …1977, …1977 και …1979 έγγραφα της Πολεοδομίας Αθηνών, στ) την υπ' αριθ. …1928 πρόσκληση της Αεροπορικής Άμυνας προς τον Οικονομικό Έφορο Αττικής, ζ) το υπ' αριθ. πρωτ. …1927 έγγραφο του Οικονομικού Εφόρου … προς τον Η. Τ. και η) το πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής έτους 1945 κατά του Α. Ζ. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, γιατί από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα (ρητώς μνημονευόμενα ή μη), που νομίμως μετ' επικλήσεως προσκόμισαν οι διάδικοι, άλλα από τα οποία ελήφθησαν υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων, όλα τα αναφερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά. Οι ίδιοι ως άνω αναιρετικοί λόγοι, κατά το μέρος που, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτοι. Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 308/2020). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 21/2024, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 179/2019). Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά ή σιωπηρά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, πράγμα που στην τελευταία περίπτωση συντρέχει και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει από τα πράγματα κατ' ουσίαν (ΑΠ 1308/2021, ΑΠ 611/2018, ΑΠ 980/2017, ΑΠ 543/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτό και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του τους προταθέντες επικουρικά με την έφεσή του ισχυρισμούς, ότι το επίδικο ακίνητο, και υπό την εκδοχή ότι δεν συνιστά δάσος, αποτελεί χορτολιβαδική έκταση, άλλως αδέσποτο, που ανήκει στην κυριότητά του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 του β.δ. της 3/15.12.1833 και 16 ν. της 10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων". Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι εν λόγω ισχυρισμοί ελήφθησαν υπόψη από το Εφετείο, το οποίο όμως τους απέρριψε σιωπηρά εκ των πραγμάτων, καταλήγοντας σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που επικαλείται το αναιρεσείον.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών, μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1027/2019, ΑΠ 873/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017). Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει: α) τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή είτε μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, είτε, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά. (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014). Τέλος, η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν δύναται να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 1230/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πέμπτο και έκτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 (Πανδ. 18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Βυχζαντινορωμαϊκού δικαίου, άρθρ. 51 Εισ.ΝΑΚ, 18 και 21 ν. 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", 1 και 2 του από 17.11/1.12.1836 β.δ/τος, ν. ΔΞΗ/1912, 21 ν.δ. της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", 53 ΕισΝΑΚ, την από 9.7.1932 συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, τα από Ιουνίου και Ιουλίου 1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, τις διατάξεις του β.δ. της 12.12.1833 και άρθρ. 1033 επ. ΑΚ και ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1-3 του Οθωμανικού νόμου της 7ης Ραμαζάν του Οθωμανικού έτους 1274, τις διατάξεις του πρωτοκόλλου του Λονδίνου της 21.1/3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και των ερμηνευτικών αυτού Πρωτοκόλλων της 4/16.6.1830 και 19.6./1.7.1830, σε συνδυασμό με την από 9.7.1932 συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και άρθρ. 16 ν. της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", δεχόμενο εσφαλμένα, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει, κατά τα αναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά συγκυριότητας, στους αναιρεσιβλήτους, χωρίς να αχθεί μέχρι πρωτοτύπου τρόπου κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων τους, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί ότι το Ελληνικό Δημόσιο διαδέχθηκε το Τουρκικό Κράτος στην κυριότητα όλων των γαιών, πλην εκείνων καθαρής ιδιοκτησίας, και ότι η επίδικη έκταση περιήλθε στην κυριότητά του εκ του νόμου, δυνάμει των ως άνω Συνθηκών και Πρωτοκόλλων. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αόριστοι και εντεύθεν απαράδεκτοι, διότι, μολονότι παρατίθενται στο αναιρετήριο το ιστορικό της υπόθεσης και οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, στις οποίες το αναιρεσείον στηρίζει την κτήση της κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο και εκτίθενται, επίσης, σ' αυτό οι νομικές απόψεις του αναιρεσείοντος σε σχέση με την έννοια των αμέσως πιο πάνω διατάξεων που φέρεται ότι παραβιάστηκαν ευθέως και εκ πλαγίου, δεν αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα δεκτά γενόμενα από αυτό πραγματικά περιστατικά ως προς τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα, ούτε αναφέρονται οι επιπλέον αιτιολογίες, που, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, έπρεπε να περιλαμβάνει η προσβαλλομένη προκειμένου να θεωρηθεί επαρκώς αιτιολογημένη, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, από το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, αν οι αποδιδόμενες στην απόφαση παραβάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου οδήγησαν, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου, σε εσφαλμένο διατακτικό. Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα των πρώτου, τρίτου και τετάρτου των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος του αναιρεσείοντος για την απούσα δεύτερη αναιρεσίβλητη, ελλείψει σχετικού αιτήματος αυτής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 27.11.2019 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 4378/2019 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των πρώτου, τρίτου και τετάρτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ