Απόφαση 616 / 2026    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 616/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Δ. του Π., κατοίκου ..., 2 ) Γ. συζύγου Δ. Λ., το γένος Π. Δ., κατοίκου ..., 3) Γ. Δ. του Π., κατοίκου ..., 4) Σ. Δ. του Π., συζύγου Χ. Λ., κατοίκου ..., 5) Σ. Δ. του Π., κατοίκου ..., 6) Η. Δ. του Π., κατοίκου ..., 7) Ε. Δ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Κοκκονό, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. (J.) Β. (V.) του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Βλήτα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις, 2) Του εδρεύοντος στη Σπάρτη Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης α' βαθμού με την επωνυμία "Δήμος Σπάρτης", νομίμως εκπροσωπούμενου από το Δήμαρχό του, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2017 αγωγή του ήδη υπό στοιχείο 1 αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 233/2020 μη οριστική, 166/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-7-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 558 ΚΠολΔ "η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η αίτηση αναίρεσης του καθ' ου η πρόσθετη παρέμβαση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, σε κάθε όμως περίπτωση ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο. Πάντως, αν η αναίρεση του καθ' ου η παρέμβαση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβάντος, δεν ιδρύει απαράδεκτο και εκτιμάται ως κλήση κατά τη συζήτηση της αναίρεσης. (ΑΠ 1286/2022, ΑΠ 389/2022, ΑΠ 434/2019, ΑΠ 1223/2018, ΑΠ 711/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αίτηση αναίρεσης απευθύνεται και κατά του προσθέτως, στα δικαστήρια της ουσίας, παρεμβάντος υπέρ του ενάγοντος και ήδη δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος κλήθηκε από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 3.4.2024 (βλ. την υπ' αριθ. ...2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου … με έδρα το Πρωτοδικείο … Η. Φ. - Ζ.), οπότε αναβλήθηκε εκ του πινακίου κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο. Ενόψει της κλήτευσης αυτής, παραδεκτά συζητείται η υπόθεση παρά την απουσία του κληθέντος και μη παραστάντος προσθέτως παρεμβάντος, η δε απευθυνόμενη κατ' αυτού αίτηση αναίρεσης εκτιμάται ως κλήση κατά τη συζήτηση αυτής.
Με την κρινόμενη από 1.7.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 166/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, που δίκασε ως Εφετείο, το οποίο έκανε δεκτή την έφεση του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή ως ουσία αβάσιμη, και διακρατώντας και δικάζοντας επί της αγωγής, δέχθηκε εν μέρει αυτή ως ουσία βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 308/2020). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 21/2024, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 1433/2021, ΑΠ 179/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του τους προταθέντες ισχυρισμούς τους που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι α) κατά το έτος 1976 περίπου διανοίχθηκε αμαξιτή αγροτική οδός (χωμάτινη), με τη σύμφωνη γνώμη των ιδιοκτητών των αγροκτημάτων, δια των οποίων αυτή διήλθε, πλάτους τεσσάρων περίπου μέτρων, εκκινούσα από την επαρχιακή οδό …, η οποία κατέληξε λίγα μέτρα προ του ακινήτου που περιήλθε σ' αυτούς εκ κληρονομίας του δικαιοπαρόχου τους Π. Δ. και τμήμα του οποίου πώλησε στον πρώτο αναιρεσίβλητο δια του υπ' αριθ. ...1990 συμβολαίου της συμβολαιογράφου … Π. Α. - Π., στο οποίο εφέρετο ότι το τμήμα αυτό συνόρευε δυτικά (στον τίτλο αναγράφεται εκ προφανούς παραδρομής ως ανατολικό όριο, πλην όμως πρόκειται περί δυτικού) με κοινοτικό δρόμο, ο οποίος όμως δεν υπήρχε και ότι εν τη απουσία του δικαιοπαρόχου τους και χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του, μεταξύ των ετών 1990 - 1995, η διανοιχθείσα το έτος 1976 οδός, η οποία είχε σταματήσει προ του ακινήτου τους, επεκτάθηκε εντός αυτού σε μήκος ογδόντα (80) περίπου μέτρων και πλάτος τεσσάρων (4) μέτρων, διανοιχθείσα μάλιστα όχι εν επαφή με το ακίνητο του αναιρεσιβλήτου, αλλά δυτικότερα και ότι τον Μάρτιο του 2014 ο αδελφός του αναιρεσιβλήτου, ενεργώντας χωρίς κανένα δικαίωμα, εναντίον της βούλησής τους και αυθαιρέτως, εισήλθε εντός του ακινήτου τους και κατέλαβε τμήμα της ιδιοκτησίας τους, εμβαδού 310 τ.μ., το οποίο ενσωμάτωσε στην ιδιοκτησία του αδελφού του, δια της περίφραξής του με σιδηροπασσάλους και σύρμα, β) ο ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου ότι δημιουργήθηκε δρόμος μεταξύ των ετών 1975 - 1976 δια μέσου του ακινήτου τους και έφθασε ακριβώς μπροστά από την οικία Σ. Κ., όπου υπήρχε το κοινοτικό μονοπάτι που ξεκινάει από τον … και καταλήγει στην … και ότι στη διάνοιξη συνέβαλε και ο δικαιοπάροχός τους, είναι αναληθής και γ) εκ του προσαγομένου μετ' επικλήσεως υπ' αριθ. …2001 πρακτικού του Σωματείου με την επωνυμία "Προοδευτικός Σύλλογος Ταϋγέτης" αποδεικνύεται ότι η τσιμεντόστρωση της οδού αποφασίστηκε να γίνει το έτος 2001, με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη, μη λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, να καταλήξει σε εσφαλμένη κρίση και να αναγνωρίσει τον πρώτο αναιρεσίβλητο κύριο του επιδίκου εδαφικού τμήματος, έκτασης 310 τ.μ.. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την έννοια του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα των αναιρεσειόντων από την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση δε του ανωτέρω λόγου, επιχειρείται ανεπίτρεπτα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) ο έλεγχος της αναιρετικά ανέλεγκτης ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1524/2025, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017). Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει: α) τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή είτε μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, είτε, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά. (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014). Τέλος, η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν δύναται να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 1230/2014).
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε εσφαλμένα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα εμπεριέχεται στον τίτλο κτήσης του πρώτου αναιρεσιβλήτου (υπ' αριθ. ...1990 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου … Π. Α. - Π.) και προέβη στην αναγνώρισή του ως κυρίου αυτής, χωρίς ωστόσο να αναφέρει συγκεκριμένες πράξεις νομής που ο τελευταίος άσκησε επ' αυτής με διάνοια κυρίου, αλλά περιορίστηκε αποκλειστικά στο ζήτημα αν ο φερόμενος ως όριο του ακινήτου δρόμος είχε διανοιχθεί ή όχι κατά τον χρόνο της ως άνω αγοραπωλησίας και στο αν ο δικαιοπάροχός τους γνώριζε την ύπαρξή του. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης ερευνάται πάντα σε συνάρτηση με συγκεκριμένο νομικό κανόνα, ενώ επιπλέον δεν καθορίζονται οι συγκεκριμένες αντιφάσεις μεταξύ των αιτιολογιών. Σε κάθε δε περίπτωση, ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1.7.2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 166/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ