Απόφαση 618 / 2026    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 618/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Μ. του Ε., 2) Ι. Β. του Α., ιδιωτικής υπαλλήλου, συζύγου Μ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βρέλλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. συζύγου Κ. Κ. το γένος Δ. και Σ. Β., 2) Δ. Κ. του Κ. και της Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Τσαντίλα, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 183/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 77/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 6-7-2021 αίτηση και τους από 21-1-2025 προσθέτους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 6.7.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 77/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, το οποίο απέρριψε την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και επικύρωσε την υπ' αριθ. 183/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά την παράγραφο 2 εδαφ. α και β του άρθρου 569 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 569 διαμορφώθηκε δυνάμει των άρθρων 37 και 120 του Ν. 4842/2021 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ.2 του Ν. 4912/2022, ισχύει δε από 1-1-2022 και, σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 2β του Ν.4842/2021, ως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 του Ν. 4912/2022, εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ενδίκων μέσων, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, αντίγραφο δε του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Κατά δε το άρθρο 281 ΚΠολΔ, συζήτηση της υπόθεσης θεωρείται εκείνη κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα από το αν το δικαστήριο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ.1 και 2 του ιδίου κώδικα, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρήθηκαν και οι δύο προϋποθέσεις της άσκησης των πρόσθετων λόγων, δηλαδή κατάθεση του δικογράφου αυτών, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και επίδοση αυτού στον αναιρεσίβλητο πριν από την ίδια προθεσμία, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους. Στην προθεσμία αυτή των τριάντα ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες κατάθεσης και επίδοσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, καθώς και η ημέρα της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 265/2023, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 506/2021, ΑΠ 824/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 6.7.2021 αίτηση αναίρεσης προσδιορίσθηκε για να συζητηθεί από το Γ' Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου στη δικάσιμο της 18.5.2022, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 4.10.2023 και κατόπιν αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας ενόψει των αυτοδιοικητικών εκλογών της 8ης Οκτωβρίου 2023 και επαναληπτικών εκλογών της 15ης Οκτωβρίου 2023, για τη σημερινή δικάσιμο (5.3.2025). Οι από 21.1.2025 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις …2025 και επιδόθηκε στους αναιρεσιβλήτους στις …2025 (βλ. τις υπ' αριθ. ...2025 και ...2025 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου …, με έδρα το Πρωτοδικείο …, Γ. Β.), δηλαδή 30 πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα, μετά από αναβολή και αναστολή, ημερομηνία συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, κατά την οποία άρχισε η εκδίκασή της, στις 5.3.2025, ασκήθηκαν, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην άνω νομική σκέψη, εμπρόθεσμα και αφού αφορούν στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται και με την αναίρεση και στα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά (άρθρο 569 Κ.Πολ.Δ.), είναι παραδεκτοί. Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, οι οποίοι συνεκφωνήθηκαν με την αίτηση αναίρεσης, πρέπει να συνεκδικαστούν με αυτήν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 527/2023, ΑΠ 1078/2020, ΑΠ 921/2019) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο αυτών (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 308/2020). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 21/2024, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 179/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν από τους αναιρεσιβλήτους και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι, ενώ οι αναιρεσίβλητοι πρότειναν προς απόκρουση της αγωγής την ένσταση ιδίας κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, ισχυριζόμενοι ότι η νομή του ακινήτου παραδόθηκε στην πρώτη από αυτούς το έτος 1971, κατόπιν ατύπου δωρεάς από την αληθή κυρία του ακινήτου, Α. Β., το Εφετείο δέχθηκε ότι η χρησικτησία άρχισε το έτος 1983, μετά το θάνατο της τότε κυρίας, με αυτόβουλη απόκτηση της νομής επί του επιδίκου από την πρώτη αναιρεσίβλητη και, συμπληρώθηκε το έτος 2003, καταλήγοντας έτσι σε παραδοχή ισχυρισμού που δεν προτάθηκε. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι ο προσδιορισμός του ακριβούς χρόνου έναρξης της νομής, εντός του ευρύτερου χρονικού διαστήματος που επικαλέστηκαν οι αναιρεσίβλητοι (από το έτος 1971 και εφεξής), δεν συνιστά λήψη υπόψη πράγματος μη προταθέντος, αλλά αποτελεί αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου, το οποίο εξήχθη από την ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, ο ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων ότι νέμονται το ακίνητο από το 1971 συνεχώς επί 30 και πλέον έτη, εμπεριέχει κατά λογική αναγκαιότητα και τον ισχυρισμό ότι το νέμονται και κατά το βραχύτερο χρονικό διάστημα από το 1983 έως το 2003, το οποίο απαιτείται για τη συμπλήρωση της 20ετούς έκτακτης χρησικτησίας (άρθρο 1045 ΑΚ). Η διαφοροποίηση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τον τρόπο κτήσης της νομής (από άμεση υλική παράδοση της νομής γενομένη το έτος 1971, σε απόκτησή της από την πρώτη αναιρεσίβλητη το έτος 1983, με βάση πάντα την προς αυτή υπόσχεση δωρεάς της θανούσας), δεν μεταβάλλει την ιστορική βάση της ένστασης, εφόσον το κρίσιμο στοιχείο για την έκτακτη χρησικτησία είναι η άσκηση φυσικής εξουσίας με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μείζον της εικοσαετίας, γεγονός που το Εφετείο έκρινε ότι συνέτρεχε για το κρίσιμο χρονικό διάστημα.
Συνεπώς, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό που δεν προτάθηκε, αλλά περιόρισε τον προταθέντα ισχυρισμό σε εκείνο το μέρος που κρίθηκε αποδεδειγμένο. Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 975, 976 εδ. α' , 983, 984 παρ. 1, 987, 1045 και 1051 ΑΚ συνάγονται τα ακόλουθα : α) εκείνος που έχει στη νομή του κινητό ή ακίνητο πράγμα για μια εικοσαετία γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ανεξαρτήτως καλής ή κακής πίστης, για τη συμπλήρωση δε του χρόνου αυτού, δικαιούται να προσμετρήσει και τη νομή του δικαιοπαρόχου του, β) η νομή πράγματος αποκτάται και με ειδική διαδοχή, με άτυπη σύμβαση μη υποκείμενη σε μεταγραφή, ακόμη και αν αφορά ακίνητο, μεταξύ του μέχρι τώρα νομέα και του αποκτώντος και παράδοση της νομής του πράγματος στον αποκτώντα. Η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επ' αυτού μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε πράξη που μαρτυρά, κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού. Έτσι, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Συνεπώς η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό (corpus) και το βουλητικό (animus domini), το πρώτο από τα οποία εκδηλώνεται με εμφανείς υλικές (όχι απλώς νομικές) πράξεις φυσικής εξουσίασης του πράγματος, το δε animus (το πνευματικό στοιχείο της νομής), εκδηλώνεται είτε ρητά είτε σιωπηρά, με πράξεις τις οποίες επιχειρεί ο ιδιοκτήτης του πράγματος ή ο αντιπρόσωπός του. Άσκηση νομής η οποία απαιτείται για τη κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη (αλλά και με τακτική) χρησικτησία συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες πάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, όπως είναι ενδεικτικά η εποπτεία, επίβλεψη, επίσκεψη, εκμίσθωση σε τρίτο, φύλαξη, καλλιέργεια, οριοθέτηση και καταμέτρηση των διαστάσεών του, η ανάθεση σύνταξης τοπογραφικών διαγραμμάτων, οι ενέργειες για ένταξή του στο σχέδιο πόλεως, η ανέγερση εντός αυτού κτισμάτων κ.α., αν δε πρόκειται για αστικό ακίνητο, η ενοικίαση και γενικά οι αρμόζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις εξουσίασης. Τις υλικές αυτές πράξεις οφείλει ο ενάγων να επικαλεσθεί στην αγωγή του, που στηρίζεται στη χρησικτησία και, εφόσον αμφισβητούνται, να αποδεικνύονται από αυτόν, χωρίς παράλληλα να απαιτείται να γίνεται σε αυτή (στην αγωγή) και ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας (ΑΠ 416/2020, ΑΠ 1079/2019, ΑΠ 401/2018). Για την έναρξη της εικοσαετίας δεν απαιτείται ο χρησιδεσπόζων να γνωστοποιήσει την πρόθεσή του να νέμεται το πράγμα για δικό του λογαριασμό, γιατί το στοιχείο αυτό είναι απαραίτητο μόνο μεταξύ του χρησιδεσπόζοντος και άλλων όταν υπάρχει νόμιμη σχέση κοινωνίας. Επίσης, για τη διατήρηση της νομής απαιτείται να υφίσταται πάντοτε η θέληση του νομέα να κατέχει το πράγμα και η επ' αυτού άσκηση φυσικής εξουσίας (animus και corpus), η απώλεια της οποίας επέρχεται (άρθρο 981 ΑΚ), όταν παύσει η φυσική εξουσία επί του πράγματος ή εκδηλωθεί αντίθετη διάνοια του νομέα.
Περαιτέρω, η προσωπική δουλεία της επικαρπίας συνίσταται στο εμπράγματο δικαίωμα του επικαρπωτή να χρησιμοποιεί και να καρπώνεται ξένο πράγμα, διακρατώντας όμως ακέραιη την ουσία του. Παρέπεται ότι ο επικαρπωτής αποκτά την οιονεί νομή επικαρπίας, δηλαδή τη φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια περιορισμένου εμπραγμάτου δικαιούχου, ενώ η κυρία νομή, δηλαδή, η καθολική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου, παραμένει στον ψιλό κύριο, ασκείται όμως στο όνομά του από τον επικαρπωτή. Η επικαρπία συνιστάται με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία. Οι αντίστοιχες για την κτήση της κυριότητας διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως. Ο κύριος ακινήτου μπορεί, μεταβιβάζοντάς το για νόμιμη αιτία σε άλλον με συμβόλαιο μεταγεγραμμένο, να παρακρατήσει την επ' αυτού επικαρπία υπέρ του εαυτού του ή υπέρ τρίτου ή υπέρ του εαυτού του και του τρίτου (αρθ. 1143ΑΚ).
Περαιτέρω, η επικαρπία μπορεί να συσταθεί είτε με τακτική χρησικτησία, οπότε απαιτείται πράγμα δεκτικό χρησικτησίας, οιονεί νομή επικαρπίας, καλή πίστη του οιονεί νομέα, νόμιμος ή νομιζόμενος τίτλος και δεκαετής οιονεί νομή, είτε με έκτακτη, οπότε απαιτείται πράγμα δεκτικό χρησικτησίας, οιονεί νομή επικαρπίας και εικοσαετής οιονεί νομή (άρθ. 1143, 1041-1043, 1045 ΑΚ). (ΑΠ 206/2022, ΑΠ 887/2021, ΑΠ 811/2020). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 762/2025, ΑΠ 465/2023, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : "Με το υπ' αριθ. …/1953 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου … Κ. Π., που νόμιμα μεταγράφηκε, η Φ. σύζυγος Α. Μ., το γένος Δ. Μ., πώλησε και παρέδωσε στην Α. θυγατέρα Γ. Β., μετέπειτα σύζυγο Γ. Μ., έναν αγρό στη θέση … της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου …, εμβαδού, κατά το συμβόλαιο, 400 τμ, που συνόρευε βόρεια με κληρονόμους Ζ., ανατολικά με Γ. Μ., νότια με Κ. Κ. και δυτικά με Μ. Μ. και Δ. Β. Έτσι η Α. Β. έγινε κυρία του αγρού αυτού, ο οποίος είχε προηγουμένως περιέλθει κατά κυριότητα στην πωλήτρια με το νόμιμα μεταγραμμένο υπ' αριθ. .../1947 διανεμητήριο συμβόλαιο του ως άνω συμβολαιογράφου. Το ακίνητο αυτό η Α. Β.-Μ., η οποία από το γάμο της δεν απέκτησε παιδιά, είχε υποσχεθεί ήδη από το 1971 να δωρίσει στην πρώτη εναγομένη, θυγατέρα της αδελφής της Σ. Β., την οποία και είχε βαφτίσει. Την πρόθεσή της αυτή η Α. Β.-Μ. επιβεβαίωσε και με το από 15.7.1982 ιδιόγραφο σημείωμά της προς την παραπάνω αδελφή της, που έγραψε στην πίσω όψη φωτογραφίας της, με το οποίο την καλούσε να ενεργήσει σύντομα για τη μεταβίβαση του ακινήτου στην πρώτη εναγομένη, επειδή η ίδια ήταν άρρωστη. Ήθελε δηλαδή, να μεταβιβάσει και τυπικά στην πρώτη εναγομένη, να της γράψει, όπως στο σημείωμα αναφέρει, το ακίνητο, το οποίο, δέχεται με το σημείωμά της, ότι της ανήκε, στο πλαίσιο προφανώς της προς αυτή υπόσχεσης δωρεάς. Η μεταβίβαση όμως και τυπικά του ακινήτου στην πρώτη εναγομένη δεν κατέστη δυνατή πριν από το θάνατο της Α. Β.- Μ. που συνέβη στις …1982 και συνεπώς δικαιολογείται η καταχώρηση του ακινήτου αυτού ως περιουσιακό της στοιχείο στην από …1982 δήλωση φόρου ακίνητης περιουσίας, που υπέβαλε στον Οικονομικό Έφορο Χαϊδαρίου ο σύζυγός της για ακίνητα που υπήρχαν την 1.1.1982, αφού ακόμη τότε ήταν τυπικά κυρία του παραπάνω ακινήτου. Πρόκειται για ακίνητο το οποίο ως αγρός δεν καλλιεργήθηκε από την Α. Β.-Μ., αφότου περιήλθε σ' αυτή. Το επισκεπτόταν όμως σε αραιά, έστω, χρονικά διαστήματα, αφού η κατοικία της ήταν στο Χαϊδάρι Αττικής και έτσι το επιτηρούσε και το εξουσίαζε με εμφανείς εντέλει πράξεις νομής. Μάλιστα το έτος 1980 το περιέφραξε με συρματόπλεγμα και τοποθέτησε λουκέτο στην πόρτα εισόδου σ' αυτό, με κλειδιά που είχε η ίδια και χρησιμοποιούσε ασφαλώς και ο σύζυγός της, όποτε τη συνόδευε κατά τις εκεί επισκέψεις της. Αντίθετα μέχρι και το θάνατο της Α. Β.- Μ. δεν προκύπτουν συγκεκριμένες πράξεις νομής της πρώτης εναγόμενης στο ακίνητο, με δεδομένο ότι όλοι οι μάρτυρές της εντελώς αόριστα και κατά τρόπο γενικόλογο αναφέρθηκαν σε επίβλεψη και επιτήρηση από αυτή του ακινήτου. Ωστόσο μετά το θάνατο της Α. Β.- Μ. ενεργοποιήθηκε με πράξεις νομής στο ακίνητο, θεωρώντας ότι της ανήκε με βάση την προς αυτή υπόσχεση δωρεάς της θανούσας. Συγκεκριμένα, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι ήταν και είναι κάτοικος ..., επισκεπτόταν συχνά το ακίνητο από τις αρχές του 1983, το επιτηρούσε και κατά περίπτωση το καθάριζε από τα αγριόχορτα, γι' αυτό και γενικευμένη ήταν η εντύπωση ότι της ανήκε, όπως σαφώς δέχεται και ο Ι. Σ. στη σχετική ένορκη βεβαίωσή του. Όμως και οι μάρτυρες των εναγόντων αναφέρονται με τις ένορκες βεβαιώσεις τους σε πράξεις νομής στο ακίνητο από μέρους του συζύγου της Α. Β. για το επόμενο του θανάτου της χρονικό διάστημα, ισχυριζόμενοι ότι μαζί μ' αυτόν επισκέφθηκαν αρκετές φορές το επίδικο ακίνητο, το οποίο εξακολουθούσε να ήταν περιφραγμένο και κλειδί του λουκέτου της πόρτας εισόδου σ' αυτό είχε ο σύζυγος της θανούσας. Ωστόσο οι απροσδιόριστες από άποψη χρόνου και συχνότητας επισκέψεις του Γ. Μ. στο επίδικο ακίνητο, στις οποίες αναφέρθηκαν οι παραπάνω μάρτυρες, που είναι η δεύτερη σύζυγός του και οι γονείς του πρώτου ενάγοντος, δεν αρκούν από μόνες τους για να θεωρηθεί αυτός νομέας εξακολουθητικά του ακινήτου, ενώ κλειδί του λουκέτου για την πόρτα εισόδου σ' αυτό είχε και η πρώτη εναγομένη, όπως βεβαίωσαν οι μάρτυρές της. Ο Γ. Μ. ναι μεν ως κληρονόμος της συζύγου του Α. Β. απέκτησε με το θάνατό της τη νομή του ακινήτου (ΑΚ 983), όμως ακολούθως αδιαφόρησε για τη συνέχισή της και υπήρξε ασυνεπής ως προς την άσκηση εμφανών πράξεων νομής στο ακίνητο που προσιδίαζαν στη φύση του, όπως αυτό μαρτυρεί και η καθυστερημένη από μέρους του αποδοχή της κληρονομιάς της συζύγου του. Ήτοι, ο Γ. Μ. αποδέχθηκε μετά από 10 χρόνια την κληρονομιά της συζύγου του, με σχετική δήλωσή του, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό …1992 πράξη της συμβολαιογράφου … Α. Κ.-Κ., που νόμιμα μεταγράφηκε. Μάλιστα αυτός αποδέχθηκε την κληρονομιά της συζύγου του, στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο, σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, δηλαδή ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, θεωρώντας, όπως οι ενάγοντες ισχυρίζονται, ότι η από 10.5.1980 ιδιόγραφη διαθήκη της συζύγου του δεν ήταν έγκυρη και άρα συνέτρεχε με τους λοιπούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της και συγκεκριμένα με την αδελφή της και μητέρα της πρώτης εναγομένης Σ. Β. (ΑΚ 1820). Ο ισχυρισμός αυτός, ακόμη και αν θεωρηθεί αληθινός, πιστοποιεί την έλλειψη ιδιαίτερου ενδιαφέροντος του Γ. Μ. για το επίδικο ακίνητο μέχρι και το έτος 2000, οπότε, όντας αυτός αναγκασμένος να καλύπτει πρόσθετες δαπάνες του, εξ αιτίας του προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε ως καρκινοπαθής, αντιλήφθηκε ότι μπορούσε να καταστεί αποκλειστικός κύριος του όλου ακινήτου ως εκ διαθήκης κληρονόμος της συζύγου του και να το πουλήσει έτσι κατά πλήρες δικαίωμα και όχι σε ποσοστό εξ αδιαιρέτου. Προς το σκοπό αυτό, αφού με αίτησή του η από 10.5.1980 ιδιόγραφη διαθήκη της συζύγου του δημοσιεύτηκε στα υπ' αριθ. …2000 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και επίσης κηρύχθηκε κυρία με την ταυτάριθμη απόφαση του αυτού Δικαστηρίου, αποδέχθηκε ως εκ διαθήκης πλέον κληρονόμος της την κληρονομιά της με συμπληρωματική δήλωσή του, για την οποία συντάχθηκε και μεταγράφηκε νόμιμα η με αριθμό …2001 πράξη της συμβολαιογράφου … Μ. Γ. Με τον τρόπο αυτό, αυτός κατέστη αποκλειστικός κύριος του όλου ακινήτου αναδρομικά από το χρόνο θανάτου της συζύγου του. Προηγουμένως μπορούσε ασφαλώς να τεθεί ζήτημα διανομής της κληρονομιάς της Α. Β. και άρα δεν είναι πειστικές οι ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των εναγόντων και ειδικότερα της μητέρας του πρώτου αυτών και της δεύτερης συζύγου του Γ. Μ. ότι δήθεν αυτός αρνήθηκε να συναινέσει σε σχετικό τηλεφωνικό αίτημα της πρώτης εναγόμενης που έγινε το έτος 1989, μολονότι θεωρούσε τότε τον εαυτό του κληρονόμο της συζύγου του σε εξ αδιαιρέτου ποσοστό της κληρονομιάς της. Ακολούθως αυτός με το νόμιμα μεταγραμμένο υπ' αριθ. ...2001 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Μ. Γ., πώλησε και μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα το επίδικο ακίνητο στους ενάγοντες, οι οποίοι έγιναν έτσι συγκύριοι αυτού κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Στο συμβόλαιο αυτό έχει προσαρτηθεί το από … 2001 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Ν. Γ., σύμφωνα με το οποίο το επίδικο ακίνητο, το οποίο είναι πλέον ενταγμένο στο 204 A Ο.Τ. του ρυμοτομικού σχεδίου Λουτρακιού, έχει έκταση 334,49 τμ, δεν είναι άρτιο ούτε οικοδομήσιμο, όπως αυτό προκύπτει και από το υπ' αριθ. ...2001 απαντητικό έγγραφο του Δήμου … επί της από …2001 αίτησης του Γ. Μ. και συνορεύει βόρεια, σε πλευρά … μήκους 22,35 μ, με χωματόδρομο, ανατολικά, σε πλευρά … μήκους 14,75 μ, με ιδιοκτησία πρώην Γ. Μ. και σε πλευρά … μήκους 0,35 μ, με ιδιοκτησία Κ. Σ., νότια, σε πλευρά … μήκους 3,15μ, με ιδιοκτησία Κ. Σ. και σε πλευρά … μήκους 18,70 μ, με ιδιοκτησίες Κ. Σ. και κληρονόμων Ι. Γ. και δυτικά, σε πλευρά … μήκους 15,30 m, με ιδιοκτησία Ι. Γ.
Συνεπώς η πρώτη εναγομένη, η οποία με το νόμιμα μεταγραμμένο υπ' αριθ. …1994 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου … Μ. Μ.-Σ., μεταβίβασε κατά την ψιλή κυριότητα στον δεύτερο εναγόμενο υιό της το επίδικο ακίνητο, παρακρατώντας η ίδια την επικαρπία του ακινήτου, ενήργησε χωρίς δικαίωμα, αφού δεν είχε ακόμη τότε συμπληρωθεί ο επικαλούμενος χρόνος έκτακτης χρησικτησίας της στο ακίνητο. Ωστόσο νεμόμενη η ίδια το ακίνητο ήδη από το 1983, αρχικά με διάνοια κυρίου και στη συνέχεια, από την κατάρτιση του ως άνω συμβολαίου, για μεν το εαυτό της με διάνοια επικαρπώτριας, για λογαριασμό δε του συνεναγόμενου υιού της με διάνοια ψιλού κυρίου, έγιναν με τη συμπλήρωση εικοσαετίας το έτος 2003, δηλαδή χρόνου έκτακτης χρησικτησίας, αυτή μεν επικαρπώτρια του ακινήτου, ο δε υιός της ψιλός κύριος [ΑΚ 974-975, 980 παρ. 1, 1045, 1051, 1145] και κατ' αυτή την έννοια κατέλυσαν τη συγκυριότητα των εναγόντων. Συγκεκριμένα η πρώτη εναγομένη συνέχισε για όλο αυτό το χρονικό διάστημα να επισκέπτεται τακτικά και να επιτηρεί το επίδικο ακίνητο, να το καθαρίζει από τα αγριόχορτα, ενώ για πρώτη και φορά το έτος 1993 φύτευσε σ' αυτό 18 ελαιόδενδρα, τα οποία όμως στις 10.3.1995 εκρίζωσε και αφαίρεσε η Δ. Μ. Για την πράξη αυτή υποβλήθηκε σε βάρος της η από 14.3.1995 μήνυση της πρώτης εναγομένης και ασκήθηκε εναντίον της ποινική δίωξη για αγροτική κλοπή, ενώ η ίδια άσκησε στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου την με αριθμό κατάθεσης …1995 αίτησή της κατά της πρώτης εναγομένης και του συζύγου της Κ. Κ., με την οποία, ισχυριζόμενη ότι νομέας του ήδη επίδικου ακινήτου ήταν αυτή και ότι οι αντίδικοί της την απέβαλαν από τη νομή του ακινήτου, ζήτησε τη λήψη εναντίον τους ασφαλιστικών μέτρων προς προστασία της επικαλούμενης νομής της. Η όλη υπόθεση έληξε τελικά συμβιβαστικά καθόσον υπογράφηκε μεταξύ των μερών η από 20.2.1998 δήλωση, με την οποία η Δ. Μ. αναγνώρισε ως κυρία και νομέα του ακινήτου την πρώτη εναγομένη και ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει σ' αυτή το ποσό των 350.000 δραχμών προς κάλυψη της σχετικής δικαστικής δαπάνης της. Οι ενάγοντες εκτιμούν ότι η όλη διένεξη υπήρξε εξ αρχής εικονική, προκειμένου να ενισχυθεί η πρώτη εναγομένη στην προσπάθειά της να εμφανισθεί ως νομέας του ακινήτου και αυτό κατά την άποψή τους καταδεικνύει η συμβιβαστική λύση της δήθεν διένεξης. Το γεγονός όμως αυτό δεν αρκεί για να θεωρηθεί εικονική η διένεξη της πρώτης εναγομένης με τη Δ. Μ. και είναι αβάσιμη η σχετική εκτίμηση των εναγόντων, αν ληφθεί υπόψη ότι η Δ. Μ. συμβιβάστηκε, αφού τελικώς αντιλήφθηκε ότι δεν είχε να αντιτάξει δικές της πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο. Παράλληλα και ο δεύτερος εναγόμενος κατέβαλε συνεχώς από το 1993 για το επίδικο ακίνητο το οφειλόμενο Τ.Α.Π. (βλ. το υπ' αριθ. …/2006 έγγραφο του Δήμου …). Επιβεβαίωση της συνεχούς νομής της πρώτης εναγομένης στο επίδικο ακίνητο αποτελεί και η αναγραφή αυτής ως δικαιούχου για το επίδικο ακίνητο τόσο στην με αριθμό …/2002 πράξη της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Λουτρακίου- Περαχώρας, με την οποία έγινε τακτοποίηση ιδιοκτησιών στην περιοχή του επίδικου ακινήτου προς εφαρμογή του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της περιοχής και αναλογισμός των αποζημιώσεων μεταξύ των ωφελούμενων από την εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου ιδιοκτησιών όσο και στην κυρωτική της πράξης αυτής υπ' αριθ. …/2002 απόφαση του Νομάρχη Κορινθίας. Κατά της πράξης αυτής υποβλήθηκε εκπρόθεσμα από την πρώτη εναγομένη η από 30.7.2002 ένστασή της, η οποία γι' αυτό και απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. …2002 απόφαση της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Λουτρακίου- Περαχώρας, ενώ κατά της πρώτης εναγομένης, όπως και κατά των λοιπών εμπλεκόμενων ιδιοκτητών, απευθύνθηκαν και οι από 11.10.2002 και 10.10.2003 αιτήσεις της Α. Ν. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου και του Εφετείου Ναυπλίου για τον καθορισμό αντίστοιχα προσωρινής και οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης σε εκτέλεση της παραπάνω πράξης, καθώς και η από 8.9.2003 αίτηση της ίδιας για την αναγνώρισή της ως δικαιούχου αποζημίωσης. Μάλιστα με αίτηση της Α. Ν. εκδόθηκε με βάση την προσωρινή τιμή μονάδας, που καθορίστηκε με την υπ' αριθ. 129/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, η με αριθμό …/2007 διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Κορίνθου κατά της πρώτης εναγομένης για το ποσό των 3.219 ευρώ. Σε αντίθεση με τις συνεχείς στο επίδικο ακίνητο πράξεις νομής της πρώτης εναγομένης, οι ενάγοντες δεν έχουν να επιδείξουν ανάλογες πράξεις, αφότου απέκτησαν το ακίνητο αυτό. Έτσι σε συνέχεια της καταμέτρησης του ακινήτου από την πολιτικό μηχανικό Ν. Γ., που έγινε με εντολή τους, το Μάιο του 2001, για τις ανάγκες σύνταξης του μεταβιβαστικού προς αυτούς συμβολαίου και η οποία ως ενέργεια δεν αναπληρώνει την έλλειψη εμφανών πράξεων νομής του δικαιοπαρόχου τους στο επίδικο ακίνητο, μεταξύ ιδίως της πρώτης και της συμπληρωματικής δήλωσής του περί αποδοχής της κληρονομιάς της συζύγου του, προκύπτει, σύμφωνα με την ένορκη βεβαίωση της ίδιας πολιτικού μηχανικού, ότι επίσης με εντολή τους τοποθέτησε νέο λουκέτο στην πόρτα εισόδου του επίδικου ακινήτου και το καθάρισε από τα αγριόχορτα και τα μπάζα της διπλανής οικοδομής με εργάτη που προσέλαβε προς το σκοπό αυτό. Τις ενέργειες αυτές η μηχανικός Ν. Γ. δεν τις προσδιορίζει χρονικά και πρέπει να γίνει δεκτό ότι συνδέονται χρονικά με την τοποθέτηση από τους ενάγοντες στην περίφραξη του ακινήτου δυο πινακίδων τον Μάιο του έτους 2006, στη μια των οποίων ανέγραψαν το ονοματεπώνυμό τους και τον αριθμό του τηλεφώνου τους και στην άλλη μια προτροπή προς τρίτους να μην ρίχνουν μπάζα στο ακίνητο. Όπως είναι λογικό, οι ενάγοντες τοποθέτησαν την πινακίδα αυτή, επειδή με χρονική εγγύτητα είχε προηγηθεί η ρίψη στο ακίνητο των μπάζων από τη διπλανή οικοδομή. Η πρώτη εναγομένη, αντιδρώντας στις ενέργειες αυτές των εναγόντων, αφαίρεσε την 1.6.2006 από την περίφραξη του επίδικου ακινήτου την πινακίδα με το ονοματεπώνυμό τους και τον αριθμό του τηλεφώνου τους και διαμαρτυρήθηκε τηλεφωνικά στη δεύτερη ενάγουσα. Ακολούθως οι ενάγοντες, εκτιμώντας ότι η αφαίρεση της πινακίδας αυτής συνιστά διατάραξη της επικαλούμενης νομής τους στο επίδικο ακίνητο, άσκησαν στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου την από 14.6.2006 αίτησή τους κατά της πρώτης εναγομένης, με την οποία ζήτησαν τη λήψη πρόσφορων ασφαλιστικών μέτρων. Όμως η αίτησή τους απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 743/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, που επικυρώθηκε κατ' έφεση με την υπ' αριθ. 294/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, επειδή κρίθηκε ότι νομέας του ακινήτου τουλάχιστον από το έτος 1982 ήταν η πρώτη εναγομένη. Σύμφωνα με όσα παραπάνω έγιναν δεκτά, με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σωστή εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση την καταλυτική της κυριότητας των εναγόντων στο επίδικο ακίνητο ένσταση των εναγομένων για συνδρομή στο πρόσωπό τους δικαιωμάτων επικαρπίας και ψιλής αντίστοιχα κυριότητας στη βάση έκτακτης χρησικτησίας τους στο επίδικο ακίνητο και είναι αβάσιμα όσα αντίθετα υποστηρίζονται με την κρινόμενη έφεση. Επομένως, ορθώς η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε στην ουσία με την εκκαλούμενη απόφαση, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, η οποία επιτρεπτώς αντικαθίσταται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης" Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων ως ουσία αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 981, 1045, 1048 εδ.α ΑΚ και δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων που εφάρμοσε, ως προς την προβληθείσα ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί συνδρομής στο πρόσωπό τους δικαιωμάτων επικαρπίας και ψιλής κυριότητας αντίστοιχα στο επίδικο, επί τη βάσει των διατάξεων της έκτακτης χρησικτησίας, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η πρώτη αναιρεσίβλητη, μετά το θάνατο της κυρίας του ακινήτου, Α. Β. - Μ., προέβη σε πράξεις νομής με διάνοια κυρίου επ' αυτού, έχοντας την πεποίθηση ότι της ανήκει, λόγω της προς αυτήν υπόσχεσης δωρεάς της θανούσας και συγκεκριμένα, από τις αρχές του έτους 1983, εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι ήταν κάτοικος ..., επισκεπτόταν συχνά το ακίνητο, το επιτηρούσε και το καθάριζε από τα αγριόχορτα, έχοντας στην κατοχή της κλειδί του λουκέτου της πόρτας εισόδου και από το έτος 1994 και εφεξής συνέχισε να ασκεί τις ίδιες πράξεις νομής, για μεν τον εαυτό της με διάνοια επικαρπώτριας, για λογαριασμό δε του δευτέρου αναιρεσιβλήτου - υιού της, με διάνοια ψιλού κυρίου, ο οποίος από το 1993 κατέβαλε συνεχώς για το επίδικο το οφειλόμενο Τ.Α.Π., με αποτέλεσμα να καταστούν αμφότεροι, με τη συμπλήρωση εικοσαετίας το έτος 2003, δηλαδή του χρόνου έκτακτης χρησικτησίας, αυτή μεν επικαρπώτρια, ο δε υιός της ψιλός κύριος του ακινήτου (άρθρ. 974 - 975, 980 παρ. 1, 1045, 1051 ΑΚ), καταλύοντας τη συγκυριότητα των αναιρεσειόντων, ο δικαιοπάροχος των οποίων, Γ. Μ., ναι μεν ως κληρονόμος της συζύγου του Α. Β. απέκτησε με το θάνατό της τη νομή του ακινήτου (άρθρ. 983 ΑΚ), ακολούθως όμως αδιαφόρησε για τη συνέχισή της και δεν προέβη σε εμφανείς πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του. Επομένως, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 6.7.2021 αίτηση αναίρεσης και τους από 21.1.2025 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ’ αριθ. 77/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Απορρίπτει την από 6.7.2021 αίτηση αναίρεσης και τους από 21.1.2025 πρόσθετους λόγους αυτής.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ