ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 619/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 619/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 619/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 619 / 2026    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 619/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ξενοδοχειακής εταιρείας, με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΚ A.E." που εδρεύει στα …, (…), νομίμως εκπροσωπουμένης, με ΑΦΜ: … ΔΟΥ - Ιωαννίνων, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Σδούκο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. χήρας Μ. Μ., το γένος Β. και Μ. Π., κατοίκου ..., 2) Γ. συζ. Σ. Ν.,το γένος Μ. Μ., κατοίκου ... , 3) Α. συζ. Α. Φ., το γένος Μ. Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φίλιππο Πανταζή, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-1-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 94/2017 μη οριστική, 14/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 245/2022 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως, συναναιρετέας και της υπ' αριθ.14/2020 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-11-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αν η πρωτόδικη απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και αυτή έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του Εφετείου που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού, αν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ, αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (ΟλΑΠ 40/1996). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, η οποία, με την έννοια αυτή, επικυρώνεται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης ως σφάλματα της εφετειακής απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτά προβαλλόμενους (ΑΠ 469/2025, ΑΠ 667/2024). Μόνο δε, αν η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί από το Εφετείο για τυπικούς λόγους, όπως στην περίπτωση που κρίθηκε απαράδεκτη, σε αναίρεση υπόκειται, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμοι όροι για το παραδεκτό αυτής, τόσο η εφετειακή απόφαση, για το κεφάλαιό της το σχετικό με την απόρριψη, όσο και η πρωτόδικη οριστική απόφαση, η οποία με την απόρριψη της έφεσης καθίσταται τελεσίδικη, ως προς την ουσία της διαφοράς (ΑΠ 469/2025, ΑΠ 864/2024, ΑΠ 360/2022), εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία άσκησης της αίτησης αναίρεσης κατ' αυτής.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, σύμφωνα με το άρθρο 566 παρ.2 του ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διάταξης αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο άσκησης των ενδίκων μέσων, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αναίρεσης ως απαράδεκτης για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (ΑΠ 360/2022, ΑΠ 1286/2018, ΑΠ 1573/2010, ΑΠ 1183/2010). Με την κρινόμενη από 2.11.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 245/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την, επίσης προσβαλλόμενη με την αίτηση αναίρεσης, υπ' αριθ. 14/2020 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη η αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, σε αναίρεση να υπόκειται μόνο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που ερεύνησε το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της έφεσης και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν -και όχι για τυπικούς λόγους- την έφεση, οπότε η εκκαλούμενη οριστική απόφαση θεωρείται ότι έχει επικυρωθεί και ενσωματωθεί στην απόφαση του Εφετείου που προσβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο σε κυρωμένο αντίγραφο αναιρετήριο, τούτο δεν κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Κατά τα λοιπά, η αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 245/2022 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 799 ΑΚ, αν δεν συμφωνούν για τη διανομή όλοι οι κοινωνοί, κάθε κοινωνός μπορεί να απαιτήσει δικαστική διανομή κατά τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας. Κατά δε το άρθρο 800 ΑΚ, η διανομή γίνεται αυτουσίως, αν το αντικείμενο ή τα αντικείμενα που πρόκειται να διανεμηθούν είναι δυνατόν χωρίς μείωση της αξίας να διαιρεθούν σε ομοειδή μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών.

Εξάλλου: α) Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 480 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο αποφασίζει την αυτούσια διανομή, αν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, δίχως να μειώνεται η αξία του, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αν τα διανεμητέα αντικείμενα είναι περισσότερα και η αυτούσια διανομή όλων ή μερικών από αυτά είναι αδύνατη ή ασύμφορη, είναι όμως δυνατή η κατανομή τους σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει την αυτούσια διανομή με τον τρόπο αυτόν, β) Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 486 ΚΠολΔ, αν τα μέρη που σχηματίστηκαν κατά τα άρθρα 480 και 480 Α είναι ίσα, η αυτούσια διανομή τους μεταξύ των κοινωνών γίνεται με κλήρωση ..., κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αν τα μέρη που σχηματίστηκαν κατά τα άρθρα 480 και 480 Α είναι άνισα, η αυτούσια διανομή γίνεται με επιδίκαση στους συγκυρίους ή σε ομάδες εκείνων που ζήτησαν κοινή μερίδα, κατά το λόγο των μερίδων τους, γ) Κατά το άρθρο 481 εδαφ. 2 του ΚΠολΔ, στις περιπτώσεις των άρθρων 480 και 480Α το δικαστήριο μπορεί για την εξίσωση άνισων μερών να αποφασίσει ότι οι κοινωνοί που λαμβάνουν ορισμένα μέρη θα καταβάλουν σε άλλους κοινωνούς ορισμένο χρηματικό ποσό ή να συστήσει δουλεία σε ορισμένα μέρη υπέρ άλλων κοινωνών. Με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 480 και 486 ΚΠολΔ επιτράπηκε, υπό τις διαλαμβανόμενες σ' αυτές προϋποθέσεις, η αυτούσια διανομή με απονέμηση, ήτοι χωρίς κλήρωση, με απευθείας επιδίκαση στους συγκυρίους άνισων, ομοειδών ή μη, μερών, κατά το λόγο των μερίδων τους.

Περαιτέρω ο τρόπος λύσης (με αυτούσια διανομή ή με πώληση σε πλειστηριασμό) εναπόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου και η κρίση για το αδύνατο ή ασύμφορο της αυτούσιας διανομής (ή αντίθετα για τη δυνατότητα τέτοιας διανομής) είναι κρίση περί τα πράγματα κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 1895/2009). Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, επιβάλλεται να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του. Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το τρόπο λύσης και για το αδύνατο ή ασύμφορο της αυτούσιας διανομής (ή αντίθετα για τη δυνατότητα τέτοιας διανομής), πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 αναλόγως από τους αριθμούς 1 και 19 ΚΠολΔ) η αρχή της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΑΠ 1614/2023, ΑΠ 584/2021).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1279/2025, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 38/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1863/2025, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά : "Το επίκοινο ακίνητο είναι ένα αδόμητο, άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο, με ΚΑΕΚ ..., έκτασης κατά μεν τον τίτλο κτήσης και το κτηματολόγιο 1.265 τ.μ., κατά δε νεότερη καταμέτρηση 1.271,50 τ.μ., το οποίο βρίσκεται εντός της πόλης των Ιωαννίνων στο Ο.Τ. …, στη γωνία της πλατείας … με την οδό … με αρ. … και συνορεύει γύρωθεν με πλευρές (ΑΒ), (ΒΓ) και (ΓΔ) μήκους μέτρων (4,58), (25,02) και (3.06) αντίστοιχα με γωνία της πλατείας … με την οδό …, με πλευρές (ΔΕ), (ΕΖ), (ΖΗ), (ΗΘ), (ΘΙ), (ΙΚ), (ΚΛ) και (ΛΜ) μήκους μέτρων (4,96), (5,19), (2,66), (6,04), (2,80), (3,75), (1,44) και (1,79) αντίστοιχα με το με ΚΑΕΚ ... γεωτεμάχιο, με πλευρές (ΜΝ), (ΝΞ), (ΞΟ), (ΟΠ), (ΠΡ), (ΡΣ) και (ΣΤ) μήκους μέτρων (3,27), (4,42), (8,02), (5,94), (2,77), (4,95) και (2.02) αντίστοιχα με το με ΚΑΕΚ ... γεωτεμάχιο, με πλευρές (ΤΥ), (ΥΦ), (ΦΧ), (ΧΨ), (ΨΩ), (ΩΑ') και (Α'Β') μήκους μέτρων (3,89), (2.99), (4,12), (0,18), (1,39), (1,21) και (4,75) αντίστοιχα με το με ΚΑΕΚ ... γεωτεμάχιο, με πλευρές (Β'Γ'), (Γ'Δ'), (ΔΈ') και (Ε'Ζ') μήκους μέτρων (0,61), (7,88), (5,53) και (7,88) αντίστοιχα με το με ΚΑΕΚ ... γεωτεμάχιο και με πλευρές (Ζ'Η'), (Η'Θ'), (Θ'Ι'), (Ι'Κ'), (Κ'Λ'), (Λ'Μ'), (Μ'Ν') και (Ν'Α) μήκους μέτρων (0,24), (3,02), (0,43), (5,05), (2,28), (7,28), (8,24) και (14.40) αντίστοιχα με το με ΚΑΕΚ ... γεωτεμάχιο (ακίνητο Λ.Α.Φ.Ι.), όπως αποτυπώνεται με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ- Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Υ-Φ-Χ-Ψ-Ω-Α'-Β'-Γ'-Δ'-Ε'-Ζ'-Η'-Θ'-Ι'-Κ'-Λ'-Μ'-Ν'-Α στο από … 2018 - … 2019 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα Θ. Λ. (βλ. σχετ. αναφορικά με τα όμορα ακίνητα τόσο το από μηνός … 2014 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Β. Τ., που επισυνάπτεται στην κρινόμενη αγωγή, όσο και το από μηνός … 2016 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν. Σ., που προσκομίζει η εναγόμενη - εκκαλούσα). Οι διάδικοι είναι συγκύριοι του επίδικου ακινήτου, και δη οι ενάγουσες κατά ποσοστό πλήρους κυριότητας 10,1666% εξ αδιαιρέτου η καθεμιά, δηλαδή συνολικά 30,50%, και η εναγόμενη κατά ποσοστό πλήρους κυριότητας 69,50% εξ αδιαίρετου, όλοι δε οι διάδικοι ανάγουν την κτήση της συγκυριότητάς τους στο επίδικο σε κοινό προκτήτορα, δηλαδή στον (όν.) Ν. (επ.) Μ. του Γ., του οποίου η κυριότητα δεν αμφισβητείται. Πιο συγκεκριμένα, στις ενάγουσες περιήλθε το επίδικο ακίνητο κατά τα ανωτέρω ποσοστά εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας λόγω εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος, στις …2011, ως άνω αληθούς κυρίου Ν. Μ., κατοίκου ..., ως μοναδικά θετά τέκνα του, δυνάμει της με αριθμ. 220/13-9-2010 ήδη αμετάκλητης απόφασης υιοθεσίας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων (βλ. σχετ. και το με αριθμ. …2016 πιστοποιητικό της Γραμματέα του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων), την οποία (κληρονομία), αποδέχθηκαν οι ενάγουσες, μεταξύ άλλων, και ως προς το επίδικο ακίνητο με τη με αριθμ. ...2013 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου … Π. Κ. Κ., η οποία καταχωρίστηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ιωαννίνων, στις …2013, με αριθμό καταχώρισης …

Σημειώνεται άλλωστε ότι για το ως άνω εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα των εναγουσών έχει εκδοθεί το με αριθμ. ...2015 κληρονομητήριο της Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, σύμφωνα με τη με αριθμ. …/2015 διάταξη της Ειρηνοδίκη Ιωαννίνων, το οποίο δεν έχει ακυρωθεί, αφαιρεθεί, κηρυχθεί ανίσχυρο, τροποποιηθεί ή ανακληθεί (βλ. σχετ. το με αριθμ. ...2015 πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων). Στον δικαιοπάροχο των εναγουσών το επίδικο ακίνητο είχε περιέλθει από κληρονομία της αδελφής του, Μ. (M.) Μ. του Γ. και της Μ., χήρας Β. Π. (P.), η οποία απεβίωσε στις …1998 και κατέλειπε την …/1998 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου … Π. Κ. Κ., η οποία νόμιμα δημοσιεύτηκε με τα 149/1998 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, κληρονομία την οποία αποδέχτηκε νόμιμα με το …/1999 συμβόλαιο αποδοχής κληρονομίας του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων, στον τόμο … με αύξ. αριθ. …, σε συνδυασμό με την …/2000 πράξη αναλογισμού υποχρεώσεων, λόγω προσκύρωσης, που επικυρώθηκε με τη με αριθμό πρωτοκόλλου …/2001 απόφαση του Δημάρχου Ιωαννιτών και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων, στον τόμο … με αύξ. αριθ. …, με την οποία προσκυρώθηκε στο αρχικό ακίνητο, έκτασης 1.188 τ.μ. και έκταση 77 τ.μ., ιδιοκτησίας Αφών ..., καταβλήθηκε δε η οφειλόμενη αποζημίωση, η οποία ορίστηκε με τη με αριθμ. 1731/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την παρακατάθεση αυτής στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ΦΕΚ τ. Δ 872/19-10-2001). Στην δε εναγόμενη το επίδικο ακίνητο περιήλθε κατά το ως άνω ποσοστό πλήρους κυριότητας 69,50% εξ αδιαιρέτου λόγω πώλησης από τον ως άνω αληθή κύριο Ν. Μ., δυνάμει του με αριθμ. ...1997 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου … Π. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων, στις 2-12-1997, στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …, σε συνδυασμό και με την παραπάνω αναφερόμενη με αριθμ. …/2000 πράξη αναλογισμού υποχρεώσεων λόγω προσκύρωσης του Δήμου Ιωαννιτών. Η εναγόμενη, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις των εναγουσών (βλ. σχετ. και την από 12-12-2014 εξώδικη γνωστοποίηση και δήλωση με πρόσκληση και προειδοποίηση, που επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 15-12-2014), δεν συναινεί στην εξώδικη διανομή του επίδικου ακινήτου, ώστε συντρέχει περίπτωση δικαστικής διανομής αυτού.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την αγωγή η αξία του επίκοινου ακινήτου ανέρχεται σε 3.000.000 ευρώ, ενώ σύμφωνα με την εναγόμενη στο ποσό των 1.300.000 ευρώ. Η διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη χρησιμοποιώντας τη συγκριτική μέθοδο εκτίμησης αξίας ακινήτου προσδιόρισε την εμπορική αξία του ως άνω οικοπέδου σε 2.394.400 ευρώ (με τιμή ανά τ.μ. 1.883,13 ευρώ), ενώ με βάση τη μέθοδο της υπολειμματικής αξίας, σε 2.727.800 ευρώ (με τιμή ανά τ.μ. 2.145,34 ευρώ), κατέληξε δε εκτιμώντας ότι η πραγματική εμπορική αξία αυτού προκύπτει ως μέσος όρος των δύο ανωτέρω τιμών, στο ποσό των 2.561.100 ευρώ (με τιμή ανά τ.μ. 2.014,24 ευρώ). Η αντικειμενική αξία του ακινήτου σύμφωνα με την από …2017 βεβαίωση της συμβολαιογράφου … Ε. Π. Ρ. ανέρχεται σε 1.557,50 ευρώ ανά τ.μ., ενώ σύμφωνα με τα φύλλα υπολογισμού αξίας ακινήτου που προσκομίζει η εναγόμενη - εκκαλούσα στο ποσό των 1.323,88 ευρώ ανά τ.μ., συνεκτιμωμένου δε ότι πρόκειται περί συνιδιοκτησίας στο ποσό των 1.191,40 ευρώ ανά τ.μ., κατά δε τον μάρτυρα ανταπόδειξης που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου η εμπορική αξία αυτού ανέρχεται στο ποσό των 1.000 ευρώ ανά τ.μ.

Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η εμπορική αξία του επίκοινου ακινήτου, λαμβανομένων υπόψη της θέσης, της έκτασης και της δυνατότητας οικοδομικής του αξιοποίησης, σε συνδυασμό και με τις επικρατούσες στην αγορά ακινήτων οικονομικές συνθήκες, αλλά και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, που αυτεπάγγελτα λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, ανέρχεται στο ποσό των 2.561.000 ευρώ (2.014,16 ευρώ/τ.μ.), η αξία δε των ιδανικών μερίδων των διαδίκων ανέρχεται στο ποσό των 260.368,33 ευρώ για καθεμία από τις ενάγουσες και στο ποσό των 1.779.895 ευρώ για την εναγόμενη. Σημειώνεται ότι η ανωτέρω αξία αναφέρεται στο χρόνο συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και έχει έννομη επιρροή μόνο για την καθ' ύλη αρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και το προσδιορισμό της δικαστικής δαπάνης.

Περαιτέρω, οι όροι δόμησης, στην περιοχή του επιδίκου οικοπέδου, είναι, ο συντελεστής δόμησης 2,4, το μέγιστο ποσοστό κάλυψης 70%, η ελάχιστη πρόσοψη 10 μ. και το ελάχιστο εμβαδόν αρτιότητας 200 τ.μ. Βάσει αυτών η αυτούσια διανομή με διαίρεση του ανωτέρω ακινήτου είναι εφικτή λόγω της φύσης του ως οικοπέδου και της έκτασής του, ενώ είναι και προς το συμφέρον των συγκυρίων αυτού, αφού με τον τρόπο αυτό, ενόψει του ότι οι ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες υπέβαλαν με την κρινόμενη αγωγή τους αίτημα, κατ' άρθρο 480 παρ.3 του ΚΠολΔ, να λάβουν κοινή μερίδα, που αντιστοιχεί, όπως προαναφέρθηκε, σε ποσοστό 30,5% του επίκοινου ακινήτου, θα δημιουργηθούν δύο άρτια και οικοδομήσιμα οικοπεδικά τμήματα, χωρίς να μειώνεται η αξία του ακινήτου. Για το εφικτό της αυτούσιας διανομής αυτού γνωμοδότησε ο διορισθείς πραγματογνώμονας αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός Θ. Χ. Λ., ο οποίος, στην από μηνός … 2019 τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης και στα σχεδιαγράμματα, που την συνοδεύουν, απαντώντας αιτιολογημένα σε όλα τα θέματα που του τέθηκαν με την ως άνω με αριθμ. 94/2017 μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αφού έλαβε υπόψη του τα υπάρχοντα στη δικογραφία τοπογραφικά διαγράμματα των διαδίκων πλευρών και την παλιά αποτύπωση του μηχανικού Μ., στην οποία βασίστηκε το σχέδιο της πόλης των Ιωαννίνων, προσδιόρισε αφενός την έκταση του επίδικου ακινήτου σε 1.271,50 τ.μ. και αφετέρου τα αυτοτελή και διαιρετά τμήματα, στα οποία μπορεί να διανεμηθεί το επίδικο, προτείνοντας τον κάτωθι τρόπο αυτούσιας διανομής. Ειδικότερα, πρότεινε την κατάτμησή του σε δύο άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα, από τα οποία: α) το πρώτο έχει εμβαδόν 883,69 τ.μ. και πρόσωπο μήκους 22,66 μ. σε δημοτική οδό, αξίας 1.779.895 ευρώ, βρίσκεται στη δυτική πλευρά του κοινού οικοπέδου και αποτυπώνεται με σημεία α-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Υ-Φ-Χ-Ψ-Ω-Α'-Β'-Γ'-θ-η-ζ- ε-δ-γ-β-α στο ως άνω από … 2018 - … 2019 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Θ. Λ. και β) το δεύτερο έχει εμβαδόν 387,81 τ.μ. και πρόσωπο μήκους 10 μ. σε δημοτική οδό, αξίας 781.105 ευρώ, βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του κοινού οικοπέδου και αποτυπώνεται με σημεία Α-Β-α-β-γ-δ-ε-ζ-η-θ-Δ'-Ε'-Ζ'-Η'- Θ'-Ι'-Κ'-Λ'-Μ'-Ν-Α στο ως άνω από … 2018 - … 2019 τοπογραφικό διάγραμμα. Από τα δύο (2) παραπάνω λεπτομερώς περιγραφόμενα διαφορετικού εμβαδού αυτοτελή οικόπεδα, λαμβανομένων υπόψη του ποσοστού συγκυριότητας καθεμίας από τις διάδικες πλευρές στο κοινό οικόπεδο και της αξίας αυτών, καθώς και του ειδικού αιτήματος των εναγουσών για επιδίκαση κοινής μερίδας σε αυτές σε περίπτωση αυτούσιας διανομής, το αυτοτελές οικόπεδο, έκτασης 883,69 τ.μ. θα πρέπει να επιδικαστεί χωρίς κλήρωση κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα στην εναγόμενη, αφού είναι ίσης αξίας και ανάλογης έκτασης και διαστάσεων (πρόσωπο, πλάτος) με το ποσοστό συγκυριότητάς της στο κοινό οικόπεδο, ενώ το αυτοτελές οικόπεδο, έκτασης 387,81 τ.μ., θα πρέπει να επιδικαστεί χωρίς κλήρωση κατά ποσοστό πλήρους κυριότητας 1/3 εξ αδιαιρέτου σε καθεμία από τις ενάγουσες ως κοινή μερίδα, δεκτού γενομένου του σχετικού υποβληθέντος αιτήματος αυτών, αφού είναι ίσης αξίας και ανάλογης έκτασης και διαστάσεων (πρόσωπο, πλάτος) με το άθροισμα των επιμέρους ίσων ιδανικών μεριδίων συγκυριότητας αυτών στο κοινό οικόπεδο.

Περαιτέρω, η ως άνω επιλογή της θέσης των δύο αυτοτελών οικοπέδων στο κοινό οικόπεδο, οφείλεται στη γεωμετρία του κοινού οικοπέδου από την ανατολική του πλευρά, η οποία είναι πιο ευθυγραμμισμένη σε σχέση με αυτήν της δυτικής του πλευράς, ώστε επιτρέπει στο αισθητά μικρότερου εμβαδού αυτοτελές οικόπεδο, το οποίο θα επιδικαστεί στις ενάγουσες, να αποκτήσει όσο το δυνατόν κανονικότερο σχήμα, ώστε να μην περιορίζεται ουσιωδώς η μελλοντική οικοδομική του αξιοποίηση, ανάγκη που δεν υφίσταται στην περίπτωση του αυτοτελούς οικοπέδου που θα επιδικαστεί στην εναγομένη ενόψει και της υπερδιπλάσιας έκτασής του. Ο ως άνω τρόπος αυτούσιας διανομής δεν αμφισβητείται ως προς την ορθότητά του από τις ενάγουσες. Επίσης, κατά τα βασικά του σημεία ταυτίζεται με τον τρόπο αυτούσιας διανομής που η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα ζητεί με την 3η πρότασή της, όπως αυτή περιγράφεται στην από …2016 τεχνική έκθεση του Α. Ζ., την οποία προκρίνει ως επωφελέστερη για την ίδια (ήτοι δημιουργία δύο νέων αυτοτελών οικοπέδων, έκτασης 890,48 τ.μ. στο δυτικό τμήμα του κοινού οικοπέδου και 390,78 τ.μ. στο ανατολικό τμήμα του κοινού οικοπέδου, με πρόσωπο μήκους 22,68 μ. και 10,00 μ. αντίστοιχα). Οι μόνες δε διαφοροποιήσεις τους εντοπίζονται αφενός στην εμβαδομέτρηση του κοινού οικοπέδου σε 1.281,26 τ.μ. (1.271,50 τ.μ. σύμφωνα με τον πραγματογνώμονα) και κατ' επέκταση και των νέων μετά την κατάτμηση αυτοτελών οικοπέδων κατά 10 τ.μ. περίπου και αφετέρου σε διαφορετικά ενδιάμεσα όρια των δύο οικοπεδικών τμημάτων, που θα προκύψουν από την κατάτμηση. Επ' αυτών αξίζει να αναφερθούν τα εξής: Αναφορικά με την έκταση του επίδικου οικοπέδου, τα περιμετρικά όρια του οποίου είναι υλοποιημένα είτε με τοιχοποιίες είτε με τοίχους όμορων κτηρίων, η διαφοροποίηση των 10 τ.μ. περίπου που παρατηρείται μεταξύ της έκθεσης του άνω πραγματογνώμονα και τις τεχνικές εκθέσεις του Α. Ζ. και το τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Σ., που προσκομίζει η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα, οφείλεται σε μεσότοιχους που υπάρχουν σε ορισμένες πλευρές του ακινήτου, τους οποίους η πλευρά της εναγόμενης θεωρεί ότι ανήκουν στο επίδικο. Επ' αυτού του ζητήματος, αφού ασχολήθηκε επισταμένα ο πραγματογνώμονας, κατέληξε στην άνω κρίση του, (η οποία έγινε δεκτή πρωτοδίκως αλλά και από το παρόν Δικαστήριο), ήτοι ότι το εμβαδόν του επίδικου οικοπέδου είναι 1.271,50 τ.μ., ενώ αντίθετα ο αρχιτέκτονας, Α. Ζ., στην από …2019 τεχνική έκθεσή του, χωρίς να εισφέρει θετική γνώση, θεωρεί απλώς ότι το ιδιοκτησιακό καθεστώς των περιμετρικών τοίχων του οικοπέδου σε σχέση με τις όμορες ιδιοκτησίες δεν επιλύεται από την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, το πόρισμα της οποίας, κατ' αυτόν, είναι ελλιπές.

Περαιτέρω, προς επίρρωση των ανωτέρω, αξίζει ακόμη ν' αναφερθεί ότι και στο ως άνω αναφερόμενο με αριθμ. ...1997 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου …, Π. Κ. Κ., δυνάμει του οποίου η εναγόμενη απέκτησε το ποσοστό της (69,5% εξ αδιαιρέτου) στο επίδικο ακίνητο, ουδεμία αναφορά γίνεται σε "μεσότοιχους", το δε συνολικό εμβαδόν αυτού, (μετά την προσκύρωση με την παραπάνω αναφερόμενη με αριθμ. …/2000 πράξη αναλογισμού υποχρεώσεων έκτασης 77 τ.μ.), ανέρχεται σε (1.188 τ.μ. + 77 τ.μ. =) 1.265 τ.μ.

Περαιτέρω, και όσον αφορά στα ενδιάμεσα όρια των οικοπεδικών τμημάτων, με βάση τα οποία θα μπορούσε να γίνει η κατάτμηση, είναι προφανές ότι υπάρχουν πάρα πολλά και διαφορετικά ενδιάμεσα όρια, με βάση τα οποία θα μπορούσε να γίνει αυτή (κατάτμηση). Ο πραγματογνώμονας στην παραπάνω γνωμοδότησή του, τα πορίσματα της οποίας δεν αντικρούονται με πειστικά επιχειρήματα από τις τεχνικές εκθέσεις του τεχνικού συμβούλου της εναγόμενης, αρχιτέκτονα Α. Ζ., κατέληξε στον παραπάνω αναφερόμενο και πλέον συμφέρον για τους διαδίκους τρόπο αυτούσιας διανομής, διατηρώντας όσο ήταν εφικτό την αναλογία των ποσοστών τους στα ευθύγραμμα τμήματα που προκύπτουν, ώστε να υπάρχει μία αρμονική κλίση στο κοινό όριο των δύο νέων οικοπέδων.

Περαιτέρω, στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί πως το γεγονός ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο θεώρησε επαρκή τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και απέρριψε το αίτημα της ήδη εκκαλούσας (εναγόμενης) για τη διενέργεια συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης, δεν συνιστά πλημμέλεια της εκκαλουμένης απόφασής του, καθώς εναπόκειται στην διακριτική του ευχέρεια να κρίνει αν είναι απαραίτητη για την κρίση του η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης ή όχι (βλ. και όσα αναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη).
Συνεπώς, ο σχετικός πρώτος λόγος έφεσης, που αφορά σε εσφαλμένη απόρριψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του αιτήματος της εναγόμενης για διενέργεια συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τέλος, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για το ζήτημα του τρόπου της διανομής του επίκοινου ακινήτου και επομένως, δεν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια νέας ή συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης, την οποία ζητεί η εκκαλούσα - εναγόμενη, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο το σχετικό αίτημά της, το οποίο υποβάλλει ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, αφού δεν απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης για να συναχθεί το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα. Κατόπιν των ανωτέρω, δεχόμενη τα ίδια η εκκαλουμένη απόφαση δεν έσφαλε και οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της έφεσης, με τους οποίους προσβάλλονται, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, οι διατάξεις της εκκαλουμένης, για τους λόγους ότι απέρριψε την προβαλλόμενη από την ίδια (εναγόμενη) 3η πρόταση περί αυτούσιας διανομής και έκανε δεκτή ως ορθή και αιτιολογημένη την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή για λύση της κοινωνίας μεταξύ των διαδίκων είναι ουσιαστικά βάσιμη και διέταξε την αυτούσια διανομή του επικοίνου ακινήτου, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, αφού απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίκοινο ακίνητο είναι ένα αδόμητο, άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο, έκτασης κατά μεν τον τίτλο και το κτηματολόγιο 1.265 τ.μ., κατά δε νεότερη καταμέτρηση 1.271,50 τ.μ., που βρίσκεται εντός της πόλης των Ιωαννίνων στο Ο.Τ. …, στη γωνία της πλατείας … με αριθ. … με την οδό … με αριθ. …, ότι οι διάδικοι είναι συγκύριοι αυτού και δη οι αναιρεσίβλητες κατά ποσοστό πλήρους κυριότητας 10,1666% εξ αδιαιρέτου εκάστη και συνολικά 30,50% και η αναιρεσείουσα κατά ποσοστό πλήρους κυριότητας 69,50% εξ αδιαιρέτου, ότι ο συντελεστής δόμησης του οικοπέδου είναι 2,4, το μέγιστο ποσοστό κάλυψης 70%, η ελάχιστη πρόσοψη 10μ και το ελάχιστο εμβαδόν αρτιότητας 200 τ.μ. και ότι, βάσει αυτών, είναι εφικτή η διανομή του ακινήτου αυτουσίως, με τη μορφή της επιδίκασης (απονέμησης), ώστε να σχηματιστούν από τη διαίρεσή του δύο άνισα μέρη, που θα απαρτίζονται από ακίνητα άρτια και οικοδομήσιμα, από τα οποία α) το πρώτο θα έχει εμβαδόν 883,69 τ.μ. και πρόσωπο μήκους 22,66 μ. σε δημοτική οδό, κείμενο στη δυτική πλευρά του οικοπέδου και β) το δεύτερο θα έχει εμβαδόν 387,81 τ.μ. και πρόσωπο μήκους 10 μ σε δημοτική οδό, κείμενο στην ανατολική πλευρά του οικοπέδου και ότι από τα δύο (2) παραπάνω διαφορετικού εμβαδού αυτοτελή οικόπεδα, το πρώτο έκτασης 883,69 τ.μ. πρέπει να επιδικαστεί χωρίς κλήρωση κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα στην αναιρεσείουσα, αφού είναι ίσης αξίας και ανάλογης έκτασης και διαστάσεων (πρόσωπο, πλάτος) με το ποσοστό συγκυριότητάς της στο κοινό οικόπεδο και το δεύτερο έκτασης 387,81 τ.μ πρέπει να επιδικαστεί χωρίς κλήρωση κατά ποσοστό πλήρους κυριότητας 1/3 εξ αδιαιρέτου σε καθεμία από τις αναιρεσίβλητες, ως κοινή μερίδα, κατόπιν αποδοχής του σχετικού υποβληθέντος αιτήματός τους, αφού είναι ίσης αξίας και ανάλογης έκτασης και διαστάσεων (πρόσωπο, πλάτος) με το άθροισμα των επιμέρους ίσων ιδανικών μεριδίων συγκυριότητας αυτών στο κοινό οικόπεδο. Δέχθηκε επίσης ότι η ως άνω διανομή είναι προς το συμφέρον των συγκυρίων, αφού με τον τρόπο αυτό θα δημιουργηθούν δύο άρτια και οικοδομήσιμα οικοπεδικά τμήματα, χωρίς να μειώνεται η αξία του ακινήτου και ότι η ως άνω επιλογή της θέσης των δύο αυτοτελών οικοπέδων στο κοινό ακίνητο, οφείλεται στη γεωμετρία αυτού από την ανατολική του πλευρά, η οποία είναι πιο ευθυγραμμισμένη σε σχέση με αυτήν της δυτικής του πλευράς.

Έτσι, που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 480 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ και 800 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 480 παρ. 2 και 480Α παρ. 1 εδ. α και β και 2 εδ. α και β ΚΠολΔ, οι οποίες δεν ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέες. Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 800 ΑΚ, 480 παρ. 1, 3 και 486 ΚΠολΔ, που εφάρμοσε, και της μη υπαγωγής αυτών στις διατάξεις του άρθρου 480Α παρ. 1 ΚΠολΔ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, διότι δεν ήταν εν προκειμένω εφαρμοστέες, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με τους ίδιους λόγους αναίρεσης αναφορικά με το μέγεθος του ακινήτου, ότι δηλαδή το Εφετείο εσφαλμένα προσδιόρισε την έκτασή του σε 1.271,50 τ.μ. αντί του ορθού 1.281,26 τ.μ, είναι απαράδεκτες, αφού ανάγονται στην αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561παρ.1 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του αριθμού 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου. Ο λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν απάντησε σε αίτημα με το οποίο ζητείτο να προβεί σε διαδικαστική πράξη που εναπόκειται στην διακριτική του ευχέρεια (ΑΠ 110/2020, ΑΠ 40/2008). Επίσης, από τις διατάξεις του άρθρου 368 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμά ελευθέρως την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση της παρ.2, κατά την οποία το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες, αν κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, εφόσον τούτο (δικαστήριο) κρίνει ότι πρόκειται περί ζητήματος που απαιτεί "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Επομένως, εάν δεν υπάρχει τέτοια παραδοχή του δικαστηρίου, η ρητή ή σιωπηρή απόρριψη του οικείου αιτήματος του διαδίκου δεν δημιουργεί κάποιον από τους λόγους αναίρεσης του άρθρου 559 ΚΠολΔ. (ΑΠ 627/2024, ΑΠ 11/2021, ΑΠ 110/2020, ΑΠ 194/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αριθμού 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι, παρότι το Εφετείο έκρινε, εμμέσως πλην σαφώς, ότι για τη διάγνωση του επιδίκου ζητήματος απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, άφησε αδίκαστο το αίτημά της για διενέργεια συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε ρητά το ως άνω αίτημα προς διενέργεια νέας ή συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης, κρίνοντας ότι για τη διάγνωση του επιδίκου ζητήματος δεν απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η δε κρίση του αυτή, περί της μη αναγκαιότητας ιδιάζουσας γνώσης, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2.11.2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 245/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων και της υπ' αριθ. 14/2020 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή