ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 625/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 625/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 625/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 625 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 625/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (λόγω κωλύματος του Αντιπρόεδρου Σωκράτη Πλαστήρα και μετά από την …/2025 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Αναστάσιο Σάββα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Π. του Γ., κατοίκου ... (θέση …) και 2) Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ... (θέση …) , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σκορίνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΑΕΖ" και ήδη "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Πολίτη, που δήλωσε στο ακροατήριο: α) ότι ανακαλεί την από 9-10-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται και β) την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης (όπως και με τις κατατεθείσες προτάσεις του).

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2020 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2448/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1925/2022 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-2-2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αναστάσιο Σάββα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η υπό κρίση από …2023 (Γεν. Αρ. Κατ. : …/2023, Ειδ. Αρ. Καρ. : …/2023) αίτηση περί αναιρέσεως της εκδοθείσης, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591 παρ. 1 και 614 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ.), υπ' αριθμόν 1925/2022 (τελεσιδίκου) αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553 παρ. 1β', 556, 558 Κ.Πολ.Δ.) εντός της προβλεπομένης από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 564 Κ.Πολ.Δ. (γνήσιας) προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών, καθόσον, όπως προκύπτει από την μετ' επικλήσεως προσκομιζομένη υπ' αριθμόν ...2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού στο Εφετείο … Χ. Π., ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της προσβαλλομένης αποφάσεως επιδόθηκε, επιμελεία της εναγομένης (ήδη αναιρεσιβλήτου) στον παραστάντα κατά τη δευτεροβάθμια δίκη πληρεξούσιο δικηγόρο των εναγόντων (ήδη αναιρεσειόντων) και αντίκλητο αυτών, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από την παρ. 2 του άρθρου πρώτο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015, εφόσον δεν προέκυψε ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από αυτούς προς την αναιρεσίβλητη η τυχόν αντικατάστασή του (Α.Π. 848/2025, Α.Π. 349/2025, Α.Π. 313/2025) την 10η Ιανουαρίου 2023 και η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, με κατάθεση του δικογράφου της ενώπιον της γραμματείας του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), την 8η Φεβρουαρίου 2023. Ως εκ τούτου η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Πρέπει, επομένως να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙ. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ενδίκου υποθέσεως, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδικάσεώς της είναι η εξής: Δυνάμει της από …2020 (Γεν. Αρ. Κατ. : …/2020, Αρ. Κατ. Δικ. : …/2020) αγωγής, ασκηθείσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες (και ήδη αναιρεσείοντες) εξέθεταν ότι κατά τον ειδικότερα εις αυτήν (αγωγή) τόπο και χρόνο ο (μη διάδικος) Θ. Π., οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο, κατ' εκείνον το χρόνο ήταν ασφαλισμένο για τις ζημίες τις δυνάμενες να προκληθούν εις βάρος τρίτου από την κυκλοφορία του στην εναγομένη-ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΗΜΙΩΝ" (ήδη αναιρεσίβλητη υπό τη νέα επωνυμία της "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ"), προκάλεσε από υπαιτιότητά του (αμέλεια) υλικές ζημίες στην υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του δευτέρου ενάγοντος καθώς και τον τραυματισμό του πρώτου εξ αυτών (εναγόντων), οδηγού της δικύκλου μοτοσικλέτας, κατά το αυτοκινητικό ατύχημα που έλαβε χώρα υπό τις ειδικότερα αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες. Βάσει του ιστορικού αυτού αιτούνταν, κατόπιν τροπής του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε καθέναν τους, γι' αποζημίωσή τους (στον πρώτο αυτών και για αποζημίωση λόγω αναπηρίας κατ' άρθρο 931 Α.Κ.) και για χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα ποσά. Επί της εν λόγω αγωγής εξεδόθη η υπ' αριθμόν 2448/2020 (οριστική) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη. Την ανωτέρω απόφαση προσέβαλαν: α) οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) δυνάμει της από …2021 (Αρ. Κατ. : …/2021) εφέσεως και β) η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητος) δυνάμει της από …2021 (Αρ. Κατ. : …/2021) εφέσεως, δυνάμει των οποίων (εφέσεων) αμφότερα τα διάδικα μέρη, επικαλούμενα εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, αιτούντο την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, προκειμένου κατά τους μεν ενάγοντες, να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή, κατά δε την εναγομένη να απορριφθεί η κατ' αυτής ασκηθείσα αγωγή. Επ' αυτών (εφέσεων) εξεδόθη η υπ' αριθμόν 1925/2022 (τελεσίδικη) απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας, αφού διατάχθηκε η συνεκδίκαση αμφοτέρων των εφέσεων, αυτές έγιναν τυπικά δεκτές, απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 9.4.2021 έφεση των εναγόντων, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 30.1.2021 έφεση της εναγομένης, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κρατήθηκε και εκδικάσθηκε η υπόθεση, απορρίφθηκε η από 15.6.2020 αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι επί αδικοπραξίας, η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του υπαιτίου και της ζημίας (Α.Π. 31/2025). Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας (Α.Π. 44/2024) ενώ είναι αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου ευρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά (Α.Π. 209/2018, Α.Π. 1269/2017). Αντιστοίχως, αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, πρόσφορη και ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία, την οποία και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολομ. Α.Π. 18/2004).

Εξάλλου, μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια. Αμέλεια, η οποία είναι αόριστη νομική έννοια (Ολομ. Α.Π. 15/2006) υπάρχει, κατ' άρθρο 330 εδ. β' Α.Κ., όταν δεν καταβάλλεται η απαιτουμένη στις συναλλαγές επιμέλεια που μπορούσε να καταβληθεί με συνέπεια έτσι ο δράστης είτε να μην έχει προβλέψει το ζημιογόνο αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του είτε να το έχει μεν προβλέψει ως δυνατό, να έχει όμως πιστέψει ότι δεν θα επερχόταν, ειδικότερα δε επί αυτοκινητικού ατυχήματος, αμέλεια υφίσταται, όταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθίστατο δυνατή η αποτροπή της συγκρούσεως. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη ότι απεδείχθησαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας (Α.Π. 1079/2024). Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας (και της συνυπαιτιότητας) είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 1079/2024, Α.Π. 1342/2023). Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου, η κρίση ως προς το βαθμό, τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (Α.Π. 848/2025, Α.Π. 457/2025).

Περαιτέρω, επί αυτοκινητικού ατυχήματος, κριτήριο επιμελούς συμπεριφοράς είναι η εκ μέρους του εμπλακέντος οδηγού τήρηση ή όχι των κανόνων του Κώδικος Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), η έγκαιρη ή μη αντίληψη του κινδύνου, καθώς επίσης και η ύπαρξη δυνατότητος ή μη διενεργείας αποφευκτικού ελιγμού ενώ η συνδρομή υπαιτιότητας δεν αποκλείεται καταρχήν από το γεγονός ότι στο βλαπτικό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχουσα αμέλεια του ζημιωθέντος (εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος) αλλά η ύπαρξη συντρέχοντος πταίσματος αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ. (Α.Π. 1458/2025). Η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας καθώς και ο βαθμός του πταίσματος εκάστου εμπλακέντος σε ατύχημα δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός ότι ο ένας εξ αυτών παραβίασε διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 2696/1999 - Κ.Ο.Κ., Α.Π. 274/2018), αφού μόνη η παραβίαση των διατάξεών του δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος. Αποτελεί απλώς στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 848/2025, Α.Π. 44/2024). Επίσης, και μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.) στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών του (Α.Π. 44/2024).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 19 Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα: α) κατά το άρθρο 19 παρ. 1, ο οδηγός οχήματος επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, β) κατά το άρθρο 19 παρ. 2, ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματός του και την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπομένης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν, γ) κατά το άρθρο 19 παρ. 3, ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας ... κατά τη διέλευσή του από κατοικημένες περιοχές ..... ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας (Α.Π. 30/2025). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 Ν. 2696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή ... και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών..." (Α.Π. 309/2019).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 Ν. 2696/1999 - Κ.Ο.Κ. για την εφαρμογή του Κώδικα αυτού, νοείται ως ισόπεδος οδικός κόμβος "κάθε ισόπεδη συμβολή, διακλάδωση ή διασταύρωση οδών, συμπεριλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές" ενώ, κατά το ίδιο άρθρο παραχώρηση προτεραιότητας είναι "η υποχρέωση οδηγού οχήματος να μη συνεχίσει ή επαναλάβει την κίνηση ή τους ελιγμούς του, εάν, ενεργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο μπορεί να υποχρεώσει τους οδηγούς άλλων οχημάτων να μεταβάλλουν απότομα την κατεύθυνση ή την ταχύτητα των οχημάτων τους ..." (Α.Π. 1509/2022, Α.Π. 309/2019). Επίσης, από τις διατάξεις των παρ. 4 και 5 του άρθρου 26 Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) όπως ισχύει, προκύπτει ότι στους κόμβους, που, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα αποτελούν: οι ισόπεδες συμβολές, διακλαδώσεις ή διασταυρώσεις οδών, περιλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές, όταν δεν υπάρχει σήμανση, η προτεραιότητα ανήκει στον εκ δεξιών ερχόμενο (Α.Π. 1509/2022, Α.Π. 859/2021). Εξαίρεση από αυτόν τον κανόνα αναγνωρίζεται μόνο στις περιοριστικώς αναφερόμενες στην εν λόγω διάταξη περιπτώσεις: α) όσων κινούνται σε αυτοκινητοδρόμους, εθνικές οδούς ή οδούς ταχείας κυκλοφορίας β) τα σιδηροδρομικά και τροχιοδρομικά οχήματα τα οποία έχουν σε κάθε περίπτωση προτεραιότητα γ) όσων εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδια ιδιοκτησία, χώρους σταθμεύσεως και σταθμούς ανεφοδιασμού και δ) όσων εκκινούν ή κινούνται προς τα πίσω, όπου αυτό επιτρέπεται, οι οποίοι οφείλουν σε κάθε περίπτωση, να παραχωρούν προτεραιότητα στους εξ αριστερών κινούμενους οδηγούς (Α.Π. 85/2019, Α.Π. 1205/2017). Έτσι, ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό υποχρεούται να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει στον κόμβο κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας ρυθμίζοντας ιδίως την ταχύτητα του οχήματός του και διακόπτοντας την πορεία του για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα (παρ. 1). Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι σε χωρίς σήμανση ισόπεδο οδικό κόμβο (διασταύρωση οδών) η προτεραιότητα ανήκει στον εκ δεξιών ερχόμενο, ο δε εξ αριστερών ερχόμενος οφείλει να διακόψει την ταχύτητα του οχήματός του για να διέλθει ο άλλος, ο οποίος, όταν έχει κανονική ταχύτητα, δεν πρέπει να υποχρεωθεί να τη μεταβάλει απότομα με τροχοπέδηση. Αν και οι δύο οδηγοί τηρήσουν αυτές τις υποχρεώσεις, δεν θα προκληθεί (λογικά) κίνδυνος στον οδικό κόμβο. Δεν ορίζεται ούτε από τις ανωτέρω διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), ούτε από άλλη, ότι η προτεραιότητα σε ισόπεδο οδικό κόμβο ανήκει σ' εκείνον που εισέρχεται πρώτος σε αυτόν, που θα ισοδυναμούσε με "αγώνα δρόμου", αφού εκείνος που θα είχε μεγαλύτερη ταχύτητα θα εισερχόταν κατά κανόνα και πρώτος στη διασταύρωση. Τούτο θα σήμαινε ότι οι διατάξεις του άρθρου 26 του Κ.Ο.Κ. θα ήταν σχεδόν περιττές και η προτεραιότητα θα είχε άλλη έννοια από εκείνη που σαφώς δίνει ο κώδικας, γι' αυτό και η άποψη ότι η προτεραιότητα σε διασταύρωση ανήκει σε εκείνον που εισέρχεται πρώτος σε αυτήν δεν είναι σύμφωνη με τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.). Βεβαίως, και ο εκ δεξιών ερχόμενος δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του προς καταβολή επιμέλειας στη διασταύρωση (Α.Π. 309/2019). Επομένως, η προτεραιότητα του τελευταίου δεν είναι απόλυτη, δηλαδή δεν του ανήκει σε οποιαδήποτε απόσταση από τη διασταύρωση και αν βρίσκεται την στιγμή της προβολής του εξερχόμενου από τη δευτερεύουσα οδό οχήματος και τούτο διότι είναι προφανές, ότι κάποτε δικαιούται να διέλθει από τη διασταύρωση και ο εξ αριστερών κινούμενος οδηγός, όταν δηλαδή κατόπιν ελέγχου διαπιστώσει ότι η διασταύρωση είναι ελεύθερη. Ως "ελεύθερη" νοείται η διασταύρωση όταν τα εκ δεξιών κινούμενα οχήματα (δηλαδή τα έχοντα προτεραιότητα) βρίσκονται σε τέτοια απόσταση απ' αυτήν, που με το επιτρεπόμενο εκάστοτε ανώτατο όριο ταχύτητας να μην προλαβαίνουν να φτάσουν σ' αυτήν, ενώ αντιθέτως ο εξ αριστερών κινούμενος οδηγός (και μη έχων προτεραιότητα) προλαβαίνει να διέλθει (Α.Π. 309/2019, Α.Π. 301/2018). Εάν συνεπώς αυτός (ο εκ δεξιών κινούμενος) έχει υπερβολική ταχύτητα (άρθρα 19 και 20 Ν. 2696/1999 - Κ.Ο.Κ.), τότε υπάρχει συντρέχουσα αμέλεια αυτού στην πρόκληση της συγκρούσεως, το ποσοστό της οποίας θα κρίνεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και μπορεί να φθάσει μέχρι τη μη επιδίκαση αποζημιώσεως (άρθρο 300 Α.Κ.). Ομοίως, ενόψει των προαναφερθεισών διατάξεων, μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να κριθεί συνυπαίτιος τροχαίου ατυχήματος και ο οδηγός, ο οποίος, πλησιάζοντας σε ισόπεδο οδικό κόμβο, αν και είχε προτεραιότητα, δεν οδηγούσε το όχημά του με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ρυθμίζοντας την ταχύτητά του, ώστε να αποφύγει τυχόν ατύχημα επί του κόμβου (Α.Π. 1509/2022, Α.Π. 309/2019).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 52 παρ. 1, 7 του ιδίου ως άνω νόμου (2696/1999) ορίζεται ότι τα μέτρα για την ομαλή και ασφαλή διεξαγωγή της οδικής κυκλοφορίας και ιδιαίτερα αυτά που αφορούν την προτεραιότητα των οδών και την επιβολή περιορισμών και απαγορεύσεων της κυκλοφορίας λαμβάνονται με αποφάσεις του Νομαρχιακού ή Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου ή από τις κατά τόπο αρμόδιες Αστυνομικές Διευθύνσεις ή Διευθύνσεις Τροχαίας και ότι τα μέτρα που ελήφθησαν κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από την τοποθέτηση των οικείων πινακίδων σημάνσεως, των σηματοδοτών ή των διαγραμμίσεων στο οδόστρωμα, εκτός αν κατά τον χρόνο ισχύος των μέτρων αυτών η κυκλοφορία ρυθμίζεται από τροχονόμους [Α.Π. 860/2001 - για το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς (Ν. 2094/1992)]. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, για την προτεραιότητα επί ισοπέδου οδικού κόμβου, ο οποίος δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 26 παρ. 5 στοιχ. α'- δ' του ως άνω νόμου δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι μία από τις οδούς είναι περισσότερο κεντρική, εφ' όσον αυτή δεν έχει χαρακτηρισθεί ως οδός προτεραιότητας, κατά τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται υπό των διατάξεων του άρθρου 52 Ν. 2696/1999.

Περαιτέρω, ο από τον άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου), ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολομ. Α.Π. 1/2016, Ολομ. Α.Π. 2/2013). Σε περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολομ. Α.Π. 8/2018, Ολομ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 250/2023). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο ως άνω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολομ. Α.Π. 1/2020, Ολομ. Α.Π. 2/2019).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως, στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 837/2025, Α.Π. 3/2025).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνος ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Α.Π. 250/2023, Α.Π. 78/2020). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολομ. Α.Π. 15/2006, Α.Π. 78/2020).
Συνεπώς ως "αιτιολογία" που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της αποφάσεως, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών. Επομένως, δεν υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως και δεν έχει εφαρμογή η ανωτέρω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, διότι στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολομ. Α.Π. 1/2020, Α.Π. 1459/2025). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 848/2025, Α.Π. 250/2023). Πάντως, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολομ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 1032/2025). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικώς με τον ανωτέρω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 2112/2025, Α.Π. 1514/2025). Με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους (άρθρο 559 αριθμός 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό την επίκληση ότι παραβιάσθηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 250/2023, Α.Π. 53/2020). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει εσφαλμένως να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να εξεύρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της υπάρξεως πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν, διότι, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 551/2020, Α.Π. 69/2019). Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως και σε τι ακριβώς συνίσταται η παράβαση (Α.Π. 551/2020). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει εξ αυτών που το δικαστήριο, εσφαλμένως, χρησιμοποίησε. Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δέχθηκε ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα: "Στις 3.5.2019 και περί ώρα 18.10 μ.μ., ο Θ. Π. (μη διάδικος), οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας … Ι.Χ. επιβατικό αυτοκίνητό του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις κατά την λειτουργία του προκαλούμενες σε τρίτους ζημίες στην εναγόμενη - εφεσίβλητη και ήδη εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ" (αναιρεσίβλητη) ...., κινείτο σύννομα εξερχόμενος από την … Οδό (η οποία οδηγεί στο … του Δήμου … στον …), με σκοπό αφού εισέλθει στην διασταύρωση αυτής της οδού με την οδό … να στρίψει αριστερά κατά την πορεία του για να κατευθυνθεί στην οδό …, τη συγκεκριμένη δε ημέρα και ώρα, επικρατούσαν καλές καιρικές συνθήκες και φωτεινότητα λόγω της ώρας, το οδόστρωμα των οδών ήταν ξηρό, ενώ η ορατότητα των χρηστών οδηγών που κινούνταν επί των διασταυρούμενων οδών δεν περιοριζόταν. Η … Οδός, είναι διπλής κατευθύνσεως, με δύο αντίθετα ρεύματα πορείας, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7 μέτρων και διασταυρώνεται κάθετα με την οδό …, που επίσης είναι διπλής κατευθύνσεως με δύο αντίθετα ρεύματα πορείας, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 15 μέτρων, όπου η κίνηση των οχημάτων και η προτεραιότητα διέλευσης στη διασταύρωση δεν ρυθμίζεται από φωτεινούς σηματοδότες, ούτε από κυκλοφοριακές ρυθμιστικές πινακίδες, αλλά ισχύει ο κανόνας της προτεραιότητας των εκ δεξιών κινούμενων οχημάτων, και προτεραιότητα διέλευσης έχουν τα οχήματα που κινούνται επί της οδού …, εκεί που κινείτο σύννομα ο οδηγός του αυτοκινήτου Θ. Π., ενώ τα οχήματα που κινούνται επί της Οδού …, με κατεύθυνση προς …, οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα διέλευσης στα οχήματα που κινούνται στις καθέτως και διασταυρούμενες εκ δεξιών κατά την πορεία τους οδούς, η δε ορατότητα για την κίνηση των οχημάτων στις παραπάνω οδούς δεν περιορίζεται, καθόσον οι οδοί είναι ευθείες, με επιτρεπόμενο ανώτατο όριο ταχύτητας 50 χ/ω λόγω κατοικημένης περιοχής, όπως όλες αυτές οι συνθήκες περιγράφονται λεπτομερώς στην από 3.5.2019 έκθεση αυτοψίας του Β' Τμήματος Τροχαίας Αττικής και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα. Ειδικότερα, η οδός …, είναι διπλής κατεύθυνσης, με δύο αντίθετα ρεύματα πορείας, συναντάται με καθέτους οδούς, μεταξύ των οποίων και με την προαναφερόμενη επίμαχη … Οδό που είναι οδός πρόσβασης στο … του Δήμου …, διπλής κατεύθυνσης, όμως η οδός … δεν έχει χαρακτηρισθεί ως οδός προτεραιότητας έναντι των άλλων τεμνουσών αυτή οδών, ώστε να έχουν προτεραιότητα διέλευσης στις διασταυρώσεις τα οχήματα που κινούνται επ' αυτής, αλλά η προτεραιότητα διέλευσης στις διασταυρώσεις της οδού … με τις τέμνουσες αυτήν εκ δεξιών οδούς, ρυθμίζεται από τον ΚΟΚ, σύμφωνα με το περιεχόμενο του υπ' αρ. πρωτ. …2019 εγγράφου του Τμήματος Συγκοινωνιών του Δήμου Ασπροπύργου, που μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι ενάγοντες, δηλαδή ισχύει η αρχή ότι στους κόμβους των οδών και εφόσον η προτεραιότητα διέλευσης δεν ορίζεται με κατάλληλη σήμανση, όπως αποδείχθηκε στην παρούσα υπόθεση, τότε η προτεραιότητα διέλευσης ανήκει σε αυτόν που έρχεται από δεξιά (άρθρο 26 παρ. 5 και 6 Κ.Ο.Κ.). Την ίδια χρονική στιγμή, ο ενάγων, Π. Κ. (πρώτος αναιρεσείων), οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του δεύτερου ενάγοντος Γ. Κ. (δεύτερου αναιρεσείοντος), προστηθείς στην οδήγηση αυτής από τον τελευταίο, προσέγγισε την διασταύρωση, κινούμενος επί της οδού … με σκοπό να συνεχίσει ευθεία επί αυτής της οδού, διερχόμενος από την εκ δεξιών κατά την πορεία του διασταύρωση με την … Οδό, οδηγώντας με αυξημένη ταχύτητα η οποία δεν προσδιορίσθηκε επακριβώς αλλά σε κάθε περίπτωση ήταν ανώτερη από την επιτρεπόμενη των 50 χ/ω, χωρίς σύνεση και χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της … Οδού, που είναι οδός προτεραιότητας σε σχέση με το ρεύμα πορείας της οδού στο οποίο κινείτο ο ίδιος (μάλιστα από αυτήν την οδό εισέρχονται αλλά και εξέρχονται τα αυτοκίνητα που θέλουν να επισκεφθούν και το … του Δήμου …), χωρίς να αντιληφθεί την κίνηση του Ι.Χ. επιβατικού αυτοκινήτου παρότι είχε ορατότητα, με αποτέλεσμα να εισέλθει ανέλεγκτα στην διασταύρωση παραβιάζοντας τον κανόνα της παραχώρησης προτεραιότητας στον εκ δεξιών του κινούμενο οδηγό του αυτοκινήτου Θ. Π., και διακόπτοντας την πορεία αυτού. Αποτέλεσμα αυτής της αλόγιστης κίνησης του ενάγοντος οδηγού της μοτοσικλέτας, ήταν να αιφνιδιάσει τον οδηγό του επιβατικού αυτοκινήτου, που με μειωμένη ταχύτητα σύννομα εισέρχονταν στην διασταύρωση, ο οποίος δεν είχε δυνατότητα πρόβλεψης και αποφυγής του ατυχήματος, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να αποφύγει την σύγκρουση και να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας του στο αριστερό τμήμα του αυτοκινήτου στο ύψος της εμπρόσθιας ρόδας αυτού, στη συνέχεια να ανατραπεί η μοτοσικλέτα, η οποία υπέστη εκτεταμένες υλικές ζημίες, και να τραυματισθεί ο ίδιος, ενώ από πλευράς θέσεως, η σύγκρουση τοποθετείται στη συμβολή των καθέτως διασταυρούμενων οδών … και της … Οδού που οδηγεί στο …, χωρίς να προσδιορίζεται επακριβώς τα συγκεκριμένο σημείο αφού τα συγκρουσθέντα οχήματα ανευρέθησαν, όταν έφθασαν οι Αστυνομικές Αρχές, στα άκρα των οδών. .... Σταθμίζοντας την οδηγική συμπεριφορά των εμπλεκομένων στο ατύχημα οδηγών, του ενάγοντος μοτοσικλετιστή και του οδηγού του ασφαλιζόμενου αυτοκινήτου, η πρόκλησή του, οι επελθούσες εκτεταμένες υλικές ζημίες στη μοτοσικλέτα του δεύτερου ενάγοντος ιδιοκτήτη και ο τραυματισμός του πρώτου ενάγοντος οδηγού αυτής, οφείλονται αποκλειστικά στην υπαίτια (αμελή) παράνομη συμπεριφορά (πράξεις και παραλείψεις) του ενάγοντος μοτοσικλετιστή, Κ. Π., η οποία συμπεριφορά του ως μόνη ενεργός αιτία τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τον τραυματισμό του και με τις υλικές ζημίες των εμπλεκόμενων οχημάτων. Ειδικότερα, η αποκλειστικά παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του ενάγοντος οδηγού της μοτοσικλέτας, συνίσταται στο ότι κινείτο οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, έχοντας αναπτύξει αυξημένη ταχύτητα η οποία δεν προσδιορίσθηκε επακριβώς, αλλά σε κάθε περίπτωση ήταν ανώτερη της επιτρεπόμενης των 50 χ/ω στο συγκεκριμένο τοπικό σημείο, αφού δεν κατέφερε να ακινητοποιήσει έγκαιρα την μοτοσικλέτα του με τροχοπέδηση ή να διενεργήσει ελιγμό αποφυγής, προκαλώντας την ολική καταστροφή αυτής λόγω εκτεταμένων υλικών ζημιών. Επίσης οδηγούσε χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει συνεχώς τεταμένη την προσοχή του στο οδόστρωμα και την κίνηση των οχημάτων, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να αποφεύγει εμπλοκή σε ατύχημα, προσοχή την οποία μπορούσε με βάση τις προσωπικές του ικανότητες (ήταν 36 ετών με άδεια οδήγησης από το έτος 2006 κάτοικος ...), και όφειλε να καταβάλλει, ενόψει και των ιδιαίτερων συνθηκών που επικρατούσαν την δεδομένη χρονική στιγμή στο ρεύμα κυκλοφορίας της συγκεκριμένης οδού (ορατότητα λόγω της ώρας, της φωτεινότητας της ημέρας, και της ευθείας της οδού), οδός όπου η κυκλοφοριακή κίνηση οχημάτων είναι σταθερή τόσο κατά την ημέρα όσο και κατά την νύχτα, διότι πρόκειται για κατοικημένη περιοχή, γεγονότα, που ένας μέσης σύνεσης οδηγό τον υποχρεώνουν να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός. Επιπλέον ο παραπάνω ενάγων οδηγός της μοτοσικλέτας, αιφνιδιαστικά εισήλθε στην διασταύρωση παραβιάζοντας τον κανόνα της παραχώρησης προτεραιότητας στον εκ δεξιών του κινούμενο οδηγό του αυτοκινήτου και την διακοπή της πορείας της μοτοσικλέτας του, χωρίς να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της … Οδού, που είναι οδός προτεραιότητας για τα κινούμενα σε αυτήν οχήματα, σε σχέση με τα οχήματα της οδού … τα κινούμενα στο ρεύμα κυκλοφορίας αυτής προς …, στο οποίο κινείτο ο ίδιος, στοιχείο που καταδεικνύει την ελλειμματική οδηγική του εκπαίδευση, χωρίς να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία στο όχημά του, ώστε ανά πάσα στιγμή να είναι σε θέση να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, να διακόπτει την πορεία του οχήματος του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από το ότι δεν μπόρεσε να διενεργήσει έγκαιρα αποφευκτικό ελιγμό ή ακινητοποίηση με τροχοπέδηση της μοτοσικλέτας του στην θέα του σύννομα κινούμενου αυτοκινήτου, παραβιάζοντας όλως αυθαιρέτως τον βασικό κανόνα για το καθήκον ακινδύνου οδήγησης, προκαλώντας με την συμπεριφορά του κινδύνους σε πρόσωπα και οχήματα που χρησιμοποιούν την οδό, αλλά παραβιάζοντας και την αρχή της κυκλοφοριακής εμπιστοσύνης, βάσει της οποίας έκαστος μετέχων σύννομα στην οδική κυκλοφορία, δικαιούται να πιστεύει ότι και ο έτερος μέτοχος της κυκλοφορίας θα κινείται σύννομα, ήτοι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 20 παρ. 1, 2 και 26 παρ. 1, 5 Κ.Ο.Κ. Στοιχεία ικανά να θεμελιώνουν αποκλειστικά υπαίτια, άλλως συνυπαίτια συμπεριφορά του Θ. Π. (μη διαδίκου), οδηγού του ασφαλιζόμενου επιβατικού αυτοκινήτου, στην πρόκληση του ατυχήματος, την επέλευση των υλικών ζημιών και τον τραυματισμό του ενάγοντος μοτοσικλετιστή, ουδόλως απεδείχθησαν, όλοι δε οι αντίθετοι περί τούτου ισχυρισμοί των εναγόντων περί αποκλειστικής υπαιτιότητα, του οδηγού του επιβατικού αυτοκινήτου, στην πρόκληση του ατυχήματος και στις συνέπειες τραυματισμού του ενάγοντος μοτοσικλετιστή και την ολική καταστροφή της μοτοσικλέτας, ελέγχονται ως ουσιαστικά αβάσιμοι και απορριπτέοι. Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου αιφνιδιάσθηκε κατά την σύννομη οδήγησή του από την αμελή και παράνομη οδηγική συμπεριφορά του ενάγοντος μοτοσικλετιστή, ο οποίος του διέκοψε την διέλευση στην διασταύρωση, μη έχοντας δυνατότητα πρόβλεψης και αντίδρασης. Η κρίση του Δικαστηρίου, για όλα τα παραπάνω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την αποκλειστικά παράνομη και υπαίτια (αμελή) οδηγική συμπεριφορά του ενάγοντος οδηγού της μοτοσικλέτας, θεμελιωτική της ευθύνης του, στηρίζεται σε όλα τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως έγγραφα, μεταξύ των οποίων και σε όλες τις φωτογραφίες, των οποίων δεν αμφισβητείται η γνησιότητα, στην από 3.5.2019 έκθεση αυτοψίας του Β' Τμήματος Τροχαίας Αττικής και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα, στις εκτιμώμενες προανακριτικές καταθέσεις των εμπλεκόμενων οδηγών, ενώ σε αντίθετη κρίση δεν μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο, από το περιεχόμενο της χωρίς όρκο κατάθεσης του ενάγοντος οδηγού, του οποίου δεν κρίνεται πειστική η μαρτυρία, καθόσον επαναλαμβάνει τους αγωγικούς ισχυρισμούς του χωρίς να διευκρινίζει τελικά σε ποια από τις διασταυρούμενες οδούς υπάρχει προτεραιότητα διέλευσης των οδηγών των οχημάτων, όπως η κατάθεσή του εμπεριέχεται στο ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως....". Βάσει των ως άνω παραδοχών, το Εφετείο, απέρριψε την ασκηθείσα από τους αναιρεσείοντες έφεση και δεχθέν την ασκηθείσα από την ήδη αναιρεσίβλητη έφεση, απέρριψε εν τέλει την ασκηθείσα από τους αναιρεσείοντες αγωγή, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δεχθέν ειδικότερα ότι αποκλειστικώς υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος είναι ο πρώτος αναιρεσείων, οδηγός της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... δικύκλου μοτοσικλέτας, ιδιοκτησίας του δεύτερου αναιρεσείοντος, ο οποίος και τον είχε προστήσει στην οδήγησή της, καθόσον κινούμενος επί της οδού … με σκοπό να συνεχίσει ευθεία επ' αυτής της οδού, διερχόμενος από την εκ δεξιών κατά την πορεία του διασταύρωση με … Οδό, εισήλθε ανελέγκτως εντός της διασταυρώσεως, παραβιάζοντας τον κανόνα της παραχωρήσεως προτεραιότητας στον εκ δεξιών του κινούμενο, με αποτέλεσμα να αιφνιδιάσει τον Θ. Π., οδηγό του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και να προκληθεί το ένδικο ατύχημα.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο αυτού σκέλος, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αρ. 1 εδ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια για το λόγο, όπως αυτολεξεί αναφέρεται στην ένδικη αίτηση, ότι "Υπό τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης και συγκεκριμένα ότι η … Οδός, στην οποία κινείτο το ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη ΙΧΕ αυτοκίνητο "οδηγεί το … του Δήμου … …" και ότι η εν λόγω … Οδός "είναι οδός πρόσβασης στο … του Δήμου …" χωρίς καμμία αναφορά στην απόφαση αυτή σε σύνδεση της … Οδού αυτής με το υπόλοιπο οδικό δίκτυο της περιοχής (πλην της συμβολής της στην οδό …, από την οποία - συμβολή - γίνεται η έμβαση προς το …) και χωρίς καμμία αναφορά ότι η … Οδός εξυπηρετεί και άλλες, πλην του …, ιδιοκτησίες, γεγονός που εάν συνέβαινε, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής εμπειρίας, η οδός ΔΕΝ ΘΑ ΗΤΑΝ ΑΝΩΝΥΜΗ, το δικάσαν Εφετείο έσφαλε αφού μολονότι, όπως δέχεται στην απόφασή του, συνέτρεχαν όλες οι νόμιμες πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 26 παρ. 5 εδ. β', περ. Β' του Κ.Ο.Κ., που ορίζει ότι, κατ' εξαίρεση της γενικώς αναγνωριζόμενης προτεραιότητας του εκ δεξιών κινουμένου, "αυτοί που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια παρόδιο ιδιοκτησίας, χώρο στάθμευσης και σταθμούς ανεφοδιασμού και εξυπηρέτησης οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σε αυτούς που κινούνται στην οδό", εντούτοις μη νομίμως, δεν εφάρμοσε τις πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 5 εδ. β', περ. Β' του Κ.Ο.Κ., τις οποίες εάν είχε εφαρμόσει θα είχε κρίνει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η προτεραιότητα ανήκε στη δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο πρώτος από εμάς, η οποία εκινείτο επί κυρίας οδού (…) και όχι στο ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο μολονότι κινείτο εκ δεξιών της μοτοσικλέτας, εντούτοις εισερχόταν στην οδό … από ανώνυμη οδό, η οποία συνδέει τον χώρο στάθμευσης οχημάτων του … (εμβασιά) με το οδικό δίκτυο χωρίς να εξυπηρετεί κάποια άλλη παρόδια ιδιοκτησία και χωρίς να είναι εφικτή από αυτή η πρόσβαση από κάποια άλλη (μη υφισταμένη άλλωστε) έξοδό της στο υπόλοιπο οδικό δίκτυο της περιοχής. Εάν όμως, το Δικαστήριο της ουσίας είχε εφαρμόσει τις πιο πάνω διατάξει του άρθρου 26 παρ. 5, εδ. β', περ. Β' του Κ.Ο.Κ., θα είχε κρίνει ότι η μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο πρώτος από εμάς είχε προτεραιότητα έναντι του ασφαλισμένου στην αντίδικο ΙΧΕ αυτοκινήτου...". Από το προαναφερόμενο όμως περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφορικώς προς το χαρακτήρα της οδού επί της οποίας κινείτο η υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, προκύπτει ότι υπό τις παραδοχές του Εφετείου : α) ότι ο πρώτος αναιρεσείων, οδηγώντας την προαναφερομένη δίκυκλη μοτοσικλέτα, εκινείτο επί της οδού …, η οποία όμως δεν έχει χαρακτηρισθεί. (κατά τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις του Κ.Ο.Κ.) ως οδός προτεραιότητας έναντι των άλλων τεμνουσών αυτή οδών, ώστε να έχουν προτεραιότητα διελεύσεως τα επ' αυτής κινούμενα οχήματα, με αποτέλεσμα, ελλείψει σημάνσεως, η προτεραιότητα να ανήκει στο οδηγούμενο από τον Θ. Π. (μη διάδικο) υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ως εκ δεξιών κινούμενο και β) ότι η (ανώνυμη) οδός, επί της οποίας εκινείτο το έτερο εμπλακέν στο ένδικο ατύχημα όχημα (το ως άνω Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο), τυγχάνει οδός προσβάσεως στο … του δήμου … και κρίνοντας ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής κάποιας από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 26 παρ. 5 περ. β' Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) εξαιρέσεις, αυτό (Εφετείο) δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330, 914 Α.Κ. και 26 Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.).

Εξάλλου, για την προτεραιότητα σε ισόπεδο οδικό κόμβο, ο οποίος δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 26 παρ. 5 περ. α'- δ' του Κ.Ο.Κ., δεν ασκεί επιρροή το γεγονός ότι μία εκ των οδών είναι περισσότερο κεντρική, εφ' όσον αυτή δεν έχει χαρακτηρισθεί ως οδός προτεραιότητας κατά την προβλεπομένη διαδικασία από το νόμο, όπως δέχθηκε το Εφετείο. Επομένως, ο από τον αριθ. 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ανωτέρω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα από τους αναιρεσείοντες, είναι αβάσιμος. Σημειωτέον, ότι η περαιτέρω (επιμέρους) αιτίαση των αναιρεσειόντων περί παραβιάσεως των διδαγμάτων κοινής πείρας για το λόγο ότι στην προσβαλλομένη απόφαση δεν γίνεται "καμμία αναφορά ότι η … Οδός εξυπηρετεί και άλλες, πλην του …, ιδιοκτησίες, γεγονός που εάν συνέβαινε, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής εμπειρίας, η οδός ΔΕΝ ΘΑ ΗΤΑΝ ΑΝΩΝΥΜΗ", απορριπτέα ως απαράδεκτη τυγχάνει, γιατί η παραβίαση αυτή δεν αφορά ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σε κανόνα δικαίου, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. αλλά αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300, 330 Α.Κ. και αυτές των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 20 παρ. 1, 2 και 26 παρ. 1, 5 Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις και διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς: α) την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσείοντος, οδηγού της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... δικύκλου μοτοσικλέτας και του ενδίκου ατυχήματος, β) του επελθόντος (ζημιογόνου) αποτελέσματος και γ) την αποκλειστική υπαιτιότητα αυτού (οδηγού της δικύκλου μοτοσικλέτας) και την έλλειψη οιασδήποτε συντρεχούσης αμέλειας του οδηγού του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου. Πλέον συγκεκριμένα, με σαφήνεια και πληρότητα συγκεκριμενοποιούνται στην προσβαλλομένη απόφαση τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο ως άνω πρώτος αναιρεσείων - οδηγός (σε συνδυασμό με τις παραβάσεις του Κ.Ο.Κ.), οι οποίες (παραβάσεις) τελούν σε αιτιώδη συνάφεια προς το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, δηλαδή ότι αυτός οδηγώντας την υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του δευτέρου ενάγοντος (αναιρεσείοντος) κινούμενος επί της οδού … με σκοπό να συνεχίσει ευθεία επ' αυτής της οδού, διερχόμενος από την εκ δεξιών κατά την πορεία του διασταύρωση με την … Οδό, οδηγώντας με αυξημένη ταχύτητα η οποία ναι μεν δεν προσδιορίσθηκε επακριβώς αλλά εν πάση περιπτώσει υπερέβαινε την ανωτάτη επιτρεπομένη (50 χιλιόμετρα/ωριαίως) (σημειωτέον ότι δεν απαιτείται ο επακριβής καθορισμός της ταχύτητας - Α.Π. 264/2019), εισήλθε ανελέγκτως στη διασταύρωση, παραβιάζοντας τον κανόνα της παραχωρήσεως προτεραιότητας στον εκ δεξιών, εντός της διασταυρώσεως, με αποτέλεσμα να αιφνιδιάσει τον Θ. Π. οδηγό του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ο οποίος κινούμενος με μειωμένη ταχύτητα εισερχόταν εντός της διασταυρώσεως και να προκληθεί το ένδικο ατύχημα, καθόσον η υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα της επί του αριστερού τμήματος του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου (στο ύψος του εμπροσθίου τροχού) με αποτέλεσμα την ανατροπή της δικύκλου μοτοσικλέτας, την πρόκληση εκτεταμένων υλικών ζημιών και τον τραυματισμό του οδηγού - δικυκλιστή. Ακόμη, και σχετικώς με την έλλειψη συνδρομής οιασδήποτε συντρεχούσης αμελείας του οδηγού του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου διέλαβε ότι ο εν λόγω οδηγός: α) εκινείτο συννόμως εξερχόμενος από την … Οδό (η οποία οδηγεί στο … του Δήμου …), με σκοπό αφού εισέλθει στην διασταύρωση αυτής της οδού με την οδό … να στρίψει αριστερά κατά την πορεία του για να κατευθυνθεί στην οδό … και β) αιφνιδιασθείς, κατά την σύννομη οδήγησή του, από την αμελή και παράνομη οδηγική συμπεριφορά του ενάγοντος μοτοσικλετιστή, ο οποίος του διέκοψε τη διέλευση στην διασταύρωση, δεν είχε δυνατότητα προβλέψεως και αντιδράσεως. Δεν συντρέχει επομένως, η επικαλουμένη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της παραθέσεως ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών για το λόγο, όπως διατείνονται, ότι δεν προσδιορίζεται: α) πόσα μέτρα του οδοστρώματος είχε καταλάβει, το ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο από το ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο πρώτος εξ αυτών, β) από ποία απόσταση αντελήφθη ή μπορούσε εγκαίρως να αντιληφθεί ο πρώτος ενάγων (αναιρεσείων) την είσοδο εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του, του ασφαλισμένου στην εναγομένη (αναιρεσίβλητο) Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου (στην αριστερή πλευρά του οποίου προσέκρουσε η μοτοσικλέτα), ώστε να είναι επιτρεπτή η κρίση περί του εάν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις οδηγικές ικανότητες ενός μέσου συνετού οδηγού, ήταν δυνατή η έγκαιρη διακοπή της πορείας της δικύκλου μοτοσικλέτας ή η έγκαιρη πραγματοποίηση αποφευκτικού ελιγμού προς αποφυγή της συγκρούσεως των δύο οχημάτων, γ) που τοποθετείται το ακριβές σημείο της οδού όπου συγκρούσθηκαν τα δύο οχήματα, δ) εάν ήταν ορατό το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο από τον πρώτο ενάγοντα και από ποια απόσταση τούτο δε, διότι οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως ελλείψεις και ασάφειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν συνιστούν τοιαύτες, εν πάση περιπτώσει ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, βάσει των οποίων το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε των προβαλλόμενων πλημμελειών της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικώς με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την αποκλειστική υπαιτιότητα του ως άνω οδηγού της δικύκλου μοτοσικλέτας και συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται, πέραν, βεβαίως της ουσιαστικής αβασιμότητας των ως άνω αιτιάσεων καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, στην προσβαλλομένη απόφαση εκτίθενται αναλυτικώς οι συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα και ειδικότερα το μήκος, πλάτος και λοιπές συνθήκες των οδών επί των οποίων εκινούντο τα εμπλακέντα στο ένδικο ατύχημα οχήματα, ο ισόπεδος κόμβος που δημιουργούν οι ανωτέρω οδοί, οι επικρατούσες συνθήκες, η πορεία και η ανέλεγκτη (χωρίς προηγούμενο έλεγχο) και με υπερβολική ταχύτητα, είσοδος του οδηγού της υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... δικύκλου μοτοσικλέτας στον ισόπεδο κόμβο, παραβιάζοντας την εκ δεξιών προτεραιότητα του οδηγού του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου. Τέλος, με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις προσδιορίζεται το σημείο συγκρούσεως των οχημάτων (η σύγκρουση τοποθετείται στη συμβολή των καθέτως διασταυρούμενων οδών … και της … Οδού που οδηγεί στο …, χωρίς να προσδιορίζεται επακριβώς τα συγκεκριμένο σημείο αφού τα συγκρουσθέντα οχήματα βρέθηκαν, όταν έφθασαν οι Αστυνομικές Αρχές, στα άκρα των οδών).
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το δεύτερο αυτού σκέλος (πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. - εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου του Αστικού Κώδικα και του Ν. 2696/1999 - Κ.Ο.Κ.) τυγχάνει απορριπτέος, ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις προαναφερθείσες διακρίσεις.

ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ. του Κ.Πολ.Δ., εγγράφου (Α.Π. 1391/2025, Α.Π. 2061/2022), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα αναγνώσεώς του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό εκείνου που πράγματι έχει, δηλαδή εκλαμβάνει ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα εκείνων που πράγματι περιλαμβάνει και, εν συνεχεία, εξαιτίας της παραμορφώσεως αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικώς ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε (Α.Π. 209/2019, Α.Π. 49/2015). Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 παρ 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολομ. Α.Π. 11/2005, Α.Π. 413/2024) αλλά ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαιτέρα βαρύτητα εις αυτό για το σχηματισμό της κρίσεώς του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο σ' αυτό (Α.Π. 1391/2025, Α.Π. 45/2025). Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υποθέσεως (Α.Π. 1319/2022, Α.Π. 257/2021). Έγγραφα, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 - 465 Κ.Πολ.Δ. αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη (Α.Π. 909/2020) όχι δε και εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι οι καταθέσεις μαρτύρων, οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, που διορίσθηκαν από το δικαστήριο ή προσώπων με ειδικές γνώσεις (Α.Π. 413/2024), τα πρακτικά του δικαστηρίου ως προς το τμήμα τους που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων (Α.Π. 80/2025), οι ένορκες βεβαιώσεις (Α.Π. 273/2022) και οι εκθέσεις αυτοψίας (Α.Π. 1687/2017). Επίσης, δεν θεωρούνται έγγραφα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως τα διαδικαστικά της δίκης έγγραφα (Α.Π. 678/2024). Έτσι δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο η παραμόρφωση της αγωγής, ανταγωγής, εφέσεως ή των προτάσεων (Α.Π. 189/2019). Για το παραδεκτό του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως πρέπει να είχε γίνει επίκληση του εγγράφου κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση (Α.Π. 378/2011), ενώ για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να αναγράφονται: α) το αληθές περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου (κατά λέξη), β) το από την προσβαλλομένη απόφαση γενόμενο δεκτό διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο σχετικώς με τον ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ε) ότι στο πόρισμα αυτό κατέληξε στηριχθέν, όπως προκύπτει από την απόφαση, αποκλειστικώς ή κυρίως στο παραμορφωθέν έγγραφο και στ) ότι του εν λόγω εγγράφου είχε γίνει νόμιμη επίκληση (με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ή του αντιδίκου του στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη) (Α.Π. 45/2025, Α.Π. 919/2023).

Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεώς τους, προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αρ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αρ. πρωτ. …2019 εγγράφου του Τμήματος Συγκοινωνιών του Δήμου Ασπροπύργου και συγκεκριμένα ότι απέδωσε σ' αυτό περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθές, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε συμπέρασμα εντελώς διαφορετικό από το προκύπτον από το εν λόγω έγγραφο. Ειδικότερα, διατείνονται, κατά το ενδιαφέρον το συγκεκριμένο αναιρετικό λόγο μέρος, ότι καίτοι από το ανωτέρω έγγραφο προέκυπτε ότι: α) Η οδός … είναι εγκεκριμένη δημοτική οδός και αποτελεί την κύρια οδική αρτηρία από τη … (πρώην …) προς την περιοχή "…", β) Την οδό … διανύουν και διαδρομές Λεωφορειακών γραμμών, γ) Η ανωτέρω οδός συναντάται με κάθετους οδούς τόσο του εγκεκριμένου σχεδίου, όσο και με την εκτός σχεδίου περιοχή, δ) Μία από τις οδούς αυτές είναι και η Οδός …, η οποία είναι είσοδος - έξοδος που χρησιμοποιείται ως πρόσβαση στο … του Δήμου …, ε) Αναφορικά με θέματα προτεραιότητας της οδού … έναντι άλλων τεμνουσών οδών ή εισόδων - εξόδων έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του ισχύοντος Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), εντούτοις το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου απέδωσε σ' αυτό "περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει αυτό και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα επιβλαβές για μας τους αναιρεσείοντες για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Με αυτό, όμως, το περιεχόμενο, ο λόγος αυτός τυγχάνει απορριπτέος πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη αιτίαση αφορά σφάλμα του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου, ήτοι σφάλμα που ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εν πάση δε περιπτώσει ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, στην κρίση του για την αμελή συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσείοντος, δεν κατέληξε στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο επίμαχο έγγραφο αλλά κατόπιν συνεκτιμήσεώς του με άλλα της αυτής αποδεικτικής ισχύος αποδεικτικά μέσα, ανέγνωσε δε το εν λόγω έγγραφο ορθώς, το εκτίμησε όμως κατά τρόπο διαφορετικό εκείνου που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Περαιτέρω, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου (η οποία κατέθεσε προτάσεις), για την επιδίκαση των οποίων έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να επιβληθούν εις βάρος των αναιρεσειόντων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από …2023 αίτηση (Γεν. Αρ. Κατ. : …/2023, Ειδ. Αρ. Κατ. : …/2023) περί αναιρέσεως της υπ' αριθμόν 1925/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή