Απόφαση 627 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 627/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (λόγω κωλύματος του Αντιπρόεδρου Σωκράτη Πλαστήρα και μετά από την …/2025 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Κ. του Λ., 2) Ι. Β. του Φ., 3) Μ. συζ. Ι. Β., το γένος Ι. Κ., 4) Π. Ρ. του Β., 5) Β. συζ. Π. Ρ., το γένος Π. Π. και 6) Α. Ρ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Δημητρακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Ρ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αλημίση.
Της προσθέτως, υπέρ των 4ου, 5ης και 6ης των αναιρεσειόντων, παρεμβαίνουσας: Σ. Π. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Δημητρακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1906/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5474/2019, όπως αυτή διορθώθηκε με την 4288/2020, εν μέρει οριστική και 4008/2021 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-2-2022 αίτησή τους, η δε προσθέτως παρεμβαίνουσα με το από 11-9-2023 δικόγραφό της ζητεί τα εις αυτό αναφερόμενα.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και της πρόσθετης παρέμβασης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου α) η από …/2022 (με ΓΑΚ …/2022 και ΕΑΚ …/2022) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 4008/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και β) η από …/2023, ασκηθείσα με ιδιαίτερο δικόγραφο το πρώτον ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των τέταρτου, πέμπτης και έκτης των αναιρεσειόντων, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της μεταξύ τους συναφείας και προς διευκόλυνση της διεξαγωγής της δίκης (άρθρα 246, 573 § 1 ΚΠολΔ) Με την από 28/2/2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 4008/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών από οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία [άρθρα 591, 614 αριθ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την αντικατάσταση του τέταρτου βιβλίου του ΚΠολΔ με το ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται εν προκειμένω, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής (20.12.2016)]. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, κατ' άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ, και, περαιτέρω, νομότυπα και εμπρόθεσμα, με την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, την 1/3/2022, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (22/9/2021), σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 ΚΠολΔ, αφού, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 §§ 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 1736/2017). Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που, είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της απόφασης που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου. Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε ειδικός διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθμ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 970/2025, ΑΠ 199/2024, ΑΠ 461/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, η μη διάδικος στην κυρία δίκη, Σ. Π., με το από …/2023 (αριθμ. καταθ. …/2023) ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 14/9/2023, ασκεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των τέταρτου, πέμπτης και έκτης των αναιρεσειόντων, επικαλούμενη, προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός της να παρέμβει στην εκκρεμή δίκη, την ιδιότητά της ως ειδικής διαδόχου των ως άνω αναιρεσειόντων, οι οποίοι, κατά τη διάρκεια της κατ' έφεση δίκης, πώλησαν και μεταβίβασαν σ' αυτήν τις ειδικότερα αναφερόμενες στο δικόγραφο οριζόντιες ιδιοκτησίες τους, έτσι ώστε να καταλαμβάνεται από δεδικασμένο της απόφασης που εκδόθηκε επί της διαφοράς των ως άνω αναιρεσειόντων και του ήδη αναιρεσίβλητου από τη σχέση της οριζόντιας ιδιοκτησίας. Δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης ορίστηκε από την Πρόεδρο του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η 17/11/2023 (δηλ. η ορισθείσα αρχική δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης) και προθεσμία κοινοποίησης της πρόσθετης παρέμβασης τριάντα (30) ημέρες πριν από τη δικάσιμο αυτή, μετά από σύντμηση της σχετικής προθεσμίας των εξήντα (60) ημερών. Η πρόσθετη παρέμβαση κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους διαδίκους της κύριας δίκης (βλ. τις προσκομιζόμενες με επίκληση από την προσθέτως παρεμβαίνουσα, υπ' αριθμ. ...2023, ...2023, ...2023, ...2023, ...2023, ...2023 και ...2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου …, με έδρα το Πρωτοδικείο …, Χ. Μ.). Επομένως, η ως άνω, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, είναι παραδεκτή, σύμφωνα με τα άρθρα 80, 81 παρ. 1 και 83 ΚΠολΔ.
Από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 4008/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Οι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 20/12/2016 αγωγή, με την οποία εξέθεσαν ότι αυτοί και ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσίβλητος) είναι ιδιοκτήτες των αναφερόμενων σ' αυτήν αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών πολυώροφης οικοδομής, η οποία βρίσκεται στη …, επί της οδού … και έχει υπαχθεί στις διατάξεις περί οριζόντιας ιδιοκτησίας, με την υπ' αριθμ. …1982 πράξη σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών και κανονισμού πολυκατοικίας της Συμβολαιογράφου … Μ. Π.-Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι στις αυτοτελείς ιδιοκτησίες τους περιλαμβάνονται και οι αναφερόμενες στη συστατική πράξη με τους αριθμούς …, …, …, …, …, και … κλειστές (στεγασμένες) θέσεις του ισογείου, οι οποίες αναφέρεται ότι έχουν εμβαδόν 23,18 τ.μ. η καθεμία και περιγράφονται τα όριά τους, χωρίς αναφορά του προσανατολισμού τους, των πλευρικών διαστάσεών τους και χωρίς ακριβή περιγραφή του διαδρόμου πρόσβασης προς αυτές και του χώρου ελιγμών, στοιχείων που δεν προκύπτουν από το προσαρτημένο στην ανωτέρω πράξη σχέδιο κάτοψης χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων του αρχιτέκτονα μηχανικού Ι. Τ., στο οποίο, επιπλέον, τα όρια των θέσεων στάθμευσης με αριθμούς … και …, είναι διαφορετικά από τα αναφερόμενα στη συστατική πράξη, με συνέπεια να υπάρχει ασάφεια ως προς την ακριβή χωροθέτηση όλων των θέσεων στάθμευσης. Ότι το εμβαδόν του ισόγειου χώρου στάθμευσης ορίζεται στο σχέδιο αυτό σε 139,10 τ.μ. (23,18 τ.μ. Χ 6 θέσεις), αντί του ορθού 127,73 τ.μ., όπως προέκυψε από νεότερη καταμέτρηση, με συνέπεια, για την εφαρμογή των εν λόγω θέσεων στάθμευσης επί του ισογείου χώρου, να πρέπει είτε αυτές να αλληλοεπικαλύπτονται είτε να χωροθετούνται εκτός της περιμέτρου των τοίχων του χώρου αυτού. Ότι η θέση στάθμευσης …, η οποία ανήκει στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, είναι χωροθετημένη μεταξύ της εισόδου του χώρου στάθμευσης, της κοινόχρηστης εισόδου της πολυκατοικίας και της θέσης στάθμευσης …, η οποία ανήκει στον ίδιο, με συνέπεια η στάθμευση αυτοκινήτων σε αυτήν να παρεμποδίζει την είσοδο-έξοδο πεζών και οχημάτων, ενώ στερεί τον απαραίτητο χώρο για την πραγματοποίηση ελιγμών των οχημάτων. Ότι ο εναγόμενος, κατασκευαστής της οικοδομής, που γνώριζε την προβληματική χωροθέτηση της θέσης στάθμευσης …, η οποία περιήλθε σ' αυτόν ως εργολαβικό αντάλλαγμα, δεν χρησιμοποιούσε τη θέση αυτή, αλλά τη θέση στάθμευσης …, που βρίσκεται όπισθεν της θέσης …, όμως, από το έτος 2015 επέτρεψε στο γιο του να σταθμεύει και το δικό του όχημα στη θέση …, με συνέπεια να καταλαμβάνεται και τμήμα της όμορης θέσης …, που ανήκει στους 2ους και 3ο από αυτούς, παρεμποδίζοντας έτσι τη χρήση της θέσης …, που ανήκει στους ίδιους, στη συνέχεια δε, μετά τις διαμαρτυρίες τους, άρχισε να σταθμεύει το ένα από τα οχήματα στη θέση …, εμποδίζοντας έτσι την είσοδο και έξοδο των πεζών και όλων των οχημάτων στον ισόγειο χώρο στάθμευσης. Ότι για τους προαναφερόμενους λόγους συγκλήθηκε έκτακτη γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών, προκειμένου να αποφασισθεί η τροποποίηση της πράξης σύστασης της οριζόντιας ιδιοκτησίας, με την κατάργηση της θέσης στάθμευσης …, πλην όμως, ο εναγόμενος δεν προσήλθε, αρνούμενος να συναινέσει στην τροποποίηση αυτή, καθ' υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματός του, δεδομένου ότι, ως κατασκευαστής της πολυώροφης οικοδομής, γνώριζε καλά ότι το εμβαδόν του ισογείου χώρου στάθμευσης δεν επαρκεί για τη στάθμευση έξι οχημάτων, αλλά μόνο πέντε και ότι η χρήση της θέσης στάθμευσης ..., στην ουσία καταργεί τη δυνατότητα χρήσης των λοιπών θέσεων στάθμευσης από τους ίδιους. Με βάση τα εκτιθέμενα, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ζήτησαν, κυρίως, να ερμηνευθεί και συμπληρωθεί η ανωτέρω πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τα άρθρα 173, 200 και 288 ΑΚ, με σκοπό να καταργηθεί η θέση στάθμευσης … και να συμπεριληφθεί η επιφάνεια που αυτή καταλαμβάνει στον κοινόχρηστο διάδρομο και χώρο ελιγμών του ισογείου χώρου στάθμευσης, σύμφωνα με το από … 2016 σχέδιο κάτοψης του αρχιτέκτονα Δ. Ζ. και το ποσοστό της συνιδιοκτησίας της θέσης αυτής στο οικόπεδο, καθώς και οι ψήφοι που της αναλογούν, να προσαυξήσουν το ποσοστό και τις ψήφους της θέσης στάθμευσης …, η οποία επίσης ανήκει στον εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο), τροποποιούμενου αναλόγως του από … 1980 πίνακα κατανομής ποσοστών συνιδιοκτησίας, που προσαρτάται στη συστατική πράξη, και, αφενός να καθοριστούν επακριβώς η θέση και τα όρια των θέσεων στάθμευσης με τους αριθμούς …, …, …, … και … και να συμπληρωθεί αναλόγως η περιγραφή των θέσεων αυτών και του ισόγειου χώρου στάθμευσης, αφετέρου να υποχρεωθεί ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσίβλητος), κατ' άρθρο 945 παρ. 1 ΚΠολΔ, να μετακινήσει τα οχήματά του ή άλλα αντικείμενα από τη θέση στάθμευσης … και σε περίπτωση άρνησής του, να επιτραπεί στους ίδιους να το πράξουν, με την προκαταβολή από αυτόν της σχετικής δαπάνης, ποσού 1.000 ευρώ, καθώς και να υποχρεωθεί να παραλείπει στο μέλλον την τοποθέτηση των οχημάτων του ή άλλων αντικειμένων στο χώρο της θέσης αυτής, με την απειλή κατ' αυτού χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης για κάθε παράβαση. Επικουρικά, με την επίκληση της καταχρηστικής άρνησης του εναγομένου (ήδη αναιρεσίβλητου) να συναινέσει στην τροποποίηση της συστατικής πράξης, ζήτησαν να καταδικασθεί αυτός σε δήλωση βουλήσεως, κατ' άρθρο 949 ΚΠολΔ, προκειμένου να συναινέσει στην αιτούμενη τροποποίηση. Ακόμη, επικουρικότερα, ως εκπροσωπούντες ποσοστό 75% της συνιδιοκτησίας, ήτοι μεγαλύτερο του 65%, ζήτησαν να τροποποιηθεί ο κανονισμός της πολυκατοικίας, προκειμένου να απαγορευθεί στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο να σταθμεύει οχήματα ή να τοποθετεί αντικείμενα στη θέση στάθμευσης 1, ώστε να μην εμποδίζεται η είσοδος και έξοδος πεζών και οχημάτων, και, σε περίπτωση αποδοχής του αιτήματος αυτού, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, κατ' άρθρο 945 παρ. 1 ΚΠολΔ, να μετακινήσει τα οχήματά του ή άλλα αντικείμενα από τη θέση στάθμευσης 1 και σε περίπτωση άρνησής του να επιτραπεί στους ίδιους να το πράξουν, με την προκαταβολή από αυτόν της σχετικής δαπάνης, ποσού 1.000 ευρώ, καθώς και να υποχρεωθεί να παραλείπει κάθε τέτοια πράξη στο μέλλον, με την απειλή κατ' αυτού χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης για κάθε παράβαση. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1906/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη, κατά το κύριο αίτημά της περί ερμηνείας και συμπλήρωσης της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, λόγω μη τήρησης της προδικασίας του άρθρου 4 του ν. 1562/1985 και ως μη νόμιμη κατά το πρώτο επικουρικό αίτημά της περί καταδίκης του εναγομένου σε δήλωση βουλήσεως, με την οποία να συναινεί στην τροποποίηση της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και, κατά τα λοιπά, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσία βάσιμη, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η από 12/12/2017 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και η από 13/12/2017 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την εν μέρει οριστική υπ' αριθμ. 5474/2019 απόφασή του (όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. 4288/2020 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου), συνεκδίκασε τις ως άνω εφέσεις, δέχθηκε αυτές τυπικά και κατ' ουσία, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή και, αφού έκρινε ότι η πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας εμφανίζει κενά ως προς τη χωροθέτηση των θέσεων στάθμευσης στον ισόγειο χώρο της πολυκατοικίας, τα οποία δημιουργούν προβλήματα στη λειτουργία της συνιδιοκτησίας και ότι πρέπει να συμπληρωθούν τα κενά της συστατικής αυτής πράξης σύμφωνα με τα άρθρα 173, 200 και 288 ΑΚ, διέταξε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης από πραγματογνώμονα πολιτικό μηχανικό, για τα θέματα που ειδικότερα αναφέρονται στο διατακτικό της, μετά δε τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, ως προς μεν τη δεύτερη επικουρική βάση της (περί τροποποίησης του κανονισμού της πολυκατοικίας), ως μη νόμιμη, ως προς δε την κύρια βάση της (περί ερμηνείας-συμπλήρωσης της πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας κατ' άρθρα 173, 200 και 288 ΑΚ) και την πρώτη επικουρική βάση της (περί καταδίκης του εναγομένου σε δήλωση βούλησης κατ' άρθρο 949 ΚΠολΔ), ως ουσία αβάσιμη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν είχαν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή διατακτικού.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του Α.Κ., υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. (Ολ.ΑΠ 26/2004).
Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ναι μεν μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτήν, όταν παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπίστωσης, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης. Περίπτωση τέτοιας έμμεσης, αλλά σαφούς διαπίστωσης περί ύπαρξης κενού σε κάποια σύμβαση ή αμφιβολίας, ως προς τις βουλήσεις των συμβληθέντων, συντρέχει, μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο της ουσίας προς σχηματισμό της κρίσης του για τη μορφή και το περιεχόμενο κάποιας σύμβασης, καταφεύγει σε έγγραφα και λοιπά στοιχεία που βρίσκονται εκτός της σύμβασης ή γενικώς του εγγράφου, με το οποίο καταρτίστηκε σύμβαση (ΑΠ 1484/2025, ΑΠ 1095/2023, ΑΠ 1034/2020). Πάντως, μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητά στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ, δεν συνιστά παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, αν στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών (ΑΠ 1484/2025, ΑΠ 799/2020). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού, από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 1484/2025, ΑΠ 1095/2023, ΑΠ 799/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018). Ακόμη, εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την προεκτιθέμενη έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει: α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς αν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου και γ) όταν το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των περιστατικών, που έγιναν δεκτά, στην έννοια του νόμου (ΑΠ 1484/2025, ΑΠ 1095/2023, ΑΠ 799/2020). Επίσης, για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο διαπίστωσε, ρητά ή έμμεσα, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και ότι, παρά τη διαπίστωση αυτή, παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., ή ότι προσέφυγε μεν, αλλά εσφαλμένα υπήγαγε σ' αυτές τις πραγματικές διαπιστώσεις του (ΑΠ 1484/2025, ΑΠ 341/2021, ΑΠ 1041/2018). Με τους ανωτέρω αναιρετικούς λόγους (άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ) δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1484/2025, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 549/2022). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1374/2025, ΑΠ 1575/2023, ΑΠ 1041/2023).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη". Η διάταξη αυτή είναι εφαρμοστέα επί της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων, τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, των απορρεουσών από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, όταν δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων αυτών, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, ή δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την τυχόν προβλεπόμενη ειδική προστασία. Η ως άνω αρχή λειτουργεί τόσο ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα, όσο και ως διορθωτική αυτών, κατά τις περιπτώσεις εκείνες, που, ένεκα συνδρομής ειδικών συνθηκών, μεταβλήθηκαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των παροχών στο συμφωνηθέν μέτρο, είτε αυτές ρυθμίζονται στη σύμβαση είτε στο νόμο. Το τελευταίο είναι δυνατό, διότι η Α.Κ. 288 αποτυπώνει γενικότερη αρχή, που έχει προσδιοριστική, άρα και περιοριστική αποστολή για το περιεχόμενο κάθε ενοχικής σχέσης. Παρέχει δε η εν λόγω αρχή στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης (ΑΠ 2108/2025, ΑΠ 584/2023, ΑΠ 1231/2020). Ο προσδιορισμός της εκπληρωτέας παροχής, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 288 του ΑΚ, γίνεται μόνο όταν υπάρχει ιδιαίτερος σοβαρός λόγος και στηρίζεται, κατά τα προεκτεθέντα, σε αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την ίδια την έννομη τάξη και τις κρατούσες αντιλήψεις, δοθέντος ότι η αρχή της καλής πίστης αφενός μεν απαιτεί την τήρηση των συμφωνημένων, όπως αυτά συμπληρώνονται από ειδικές διατάξεις νόμου, αφετέρου δε ότι έχει (η αρχή της καλής πίστης) αμφιμερή ενέργεια, με την έννοια ότι κάθε δικαίωμα πρέπει να ασκείται από το φορέα του εντός των κοινωνικοηθικών ορίων, αλλά και αντιστρόφως κάθε υποχρέωση πρέπει να εκπληρώνεται λαμβάνοντας υπόψη τα έννομα συμφέροντα του δικαιούχου. Έτσι, με βάση την αρχή της καλής πίστης, σε περίπτωση παροχής που έχει γίνει επαχθής για τον ένα συμβαλλόμενο, επιβάλλεται η εκπλήρωση αυτής και αποκλείεται η παρέκκλιση από τη σύμβαση, εάν η επαχθής παροχή ανήκει στο πλαίσιο του κινδύνου που ανέλαβε ο υπόχρεος με τη σύμβαση ή που πρέπει κατά το νόμο να του καταλογισθεί (ΑΠ 2108/2025). Στο πλαίσιο της συμπληρωματικής και διορθωτικής λειτουργίας του άρθρου 288 του Α.Κ. το οποίο έχει εφαρμογή σε όλο τον χώρο του ιδιωτικού δικαίου και αναφέρεται σε κάθε είδους ενοχές, είτε αυτές πηγάζουν από δικαιοπραξία είτε από τον νόμο, μπορεί, κατ' εξαίρεση, να γίνει τροποποίηση της συστατικής πράξης οριζόντιας ιδιοκτησίας. Έτσι, με βάση τα προβλεπόμενα στη διάταξη αυτή κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, μπορεί, με απόφαση του δικαστηρίου, να τροποποιηθεί η ως άνω δικαιοπρακτική ρύθμιση, όταν, λόγω μεταβολής των συνθηκών, εξέλιπε το αντικειμενικό δικαιοπρακτικό της θεμέλιο, και ιδίως όταν η ρύθμιση αυτή δημιουργεί τον κίνδυνο αδυναμίας ομαλής λειτουργίας της οριζόντιας ιδιοκτησίας (ΑΠ 584/2023, ΑΠ 1231/2020, ΑΠ 937/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής, αυτολεξεί παρατιθέμενα: "...όπως δεν αμφισβητείται, προκύπτει άλλωστε και από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, οι διάδικοι, δυνάμει συμβολαιογραφικών εγγράφων που μεταγράφηκαν νόμιμα, είναι ιδιοκτήτες των κατωτέρω αναφερόμενων οριζοντίων ιδιοκτησιών τετραώροφης οικοδομής, η οποία έχει αναγερθεί σε οικόπεδο επί της οδού … στη … και υπήχθη στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους" και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, δυνάμει της …/1988 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας της Συμβολαιογράφου … Μ. Π.-Δ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Ειδικότερα, ο πρώτος ενάγων είναι κύριος του υπό στοιχεία … διαμερίσματος τους Α' ορόφου, της υπό στοιχεία … αποθήκης του πρώτου ορόφου και της υπ' αριθ. … κλειστής (στεγασμένης) θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου του ισογείου, με ποσοστά συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 186/οοο (182 + 2 + 2) εξ αδιαιρέτου, οι δεύτερος και τρίτη είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος, του υπό στοιχεία … διαμερίσματος του Β' ορόφου, της υπό στοιχεία … αποθήκης του Α' ορόφου και των υπ' αριθ. … και … κλειστών (στεγασμένων) θέσεων στάθμευσης του ισογείου, με ποσοστά συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 330/οοο (324 + 2 + 2 + 2) εξ αδιαιρέτου, οι τέταρτος και πέμπτη των εναγόντων είναι επικαρπωτές, κατ' ισομοιρίαν αδιαιρέτως και η έκτη ψιλή κυρία του υπό στοιχεία … διαμερίσματος του Γ' ορόφου, της υπό στοιχεία … αποθήκης του Α' ορόφου και της υπ' αριθ. … κλειστής (στεγασμένης) θέσης στάθμευσης του ισογείου, με ποσοστά συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 242 (238 + 2 + 2) εξ αδιαιρέτου. Ο εναγόμενος, εργολάβος και κατασκευαστής της πολυκατοικίας, είναι κύριος των κατωτέρω αναφερόμενων ιδιοκτησιών, οι οποίες περιήλθαν σ' αυτόν ως εργολαβικό αντάλλαγμα και συγκεκριμένα του υπό στοιχεία … διαμερίσματος του Δ' ορόφου, της υπό στοιχεία … αποθήκης του Α' ορόφου και των υπ' αριθ. … και … κλειστών (στεγασμένων) θέσεων στάθμευσης του ισογείου, με ποσοστά συνιδιοκτησίας στο όλο οικόπεδο 242/οοο ( 236 + 2 + 2 + 2) εξ αδιαιρέτου. Κατά τη συστατική πράξη της οροφοκτησίας, η οποία υπογράφηκε μεταξύ αφενός του οικοπεδούχου Β. Γ. του Δ. και της Β., δικαιοπαρόχου των 2ου και 3ου των εναγόντων αφετέρου του εναγομένου ως εργολάβου και κατασκευαστή της ένδικης οικοδομής, προβλέφτηκαν οι προαναφερόμενες έξι θέσεις στάθμευσης, οι οποίες περιγράφονται η καθεμιά κατά επιφάνεια 23,18 τ.μ., όγκο ιδιόκτητο 55,60 κ.μ. , αναλογία όγκου κοινοχρήστων 0,20 κ.μ., συνολικό όγκο 55,80 κ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας 2/οοο και αναλογία κοινόχρηστων δαπανών και λοιπών τοιούτων μηδέν, συνορεύουν δε γύρωθεν : 1) η θέση με αριθμό … , η οποία ανήκει στο … διαμέρισμα της οικοδομής, ιδιοκτησίας του εναγομένου (συνορεύει) με είσοδο γκαράζ, με κοινόχρηστη είσοδο και παρτέρια πολυκατοικίας και με τις θέσεις με αριθμούς … και … , 2) η θέση με αριθμό … , η οποία ανήκει στο ίδιο ως άνω διαμέρισμα ιδιοκτησίας του εναγομένου, με τη θέση … , με κοινόχρηστη είσοδο και παρτέρια πολυκατοικίας, με άσκαπτο μέρος οικοπέδου και με τη θέση … , 3) η θέση με αριθμό … , που η οποία ανήκει στο … διαμέρισμα της οικοδομής, ιδιοκτησίας των 2ου και 3ου των εναγόντων, με τις θέσεις … και … , με άσκαπτο μέρος οικοπέδου και με τμήμα κοινόχρηστου διαδρόμου γκαράζ, 4) η θέση με αριθμό … , η οποία ανήκει στο αυτό ως άνω διαμέρισμα των 2ου και 3ου των εναγόντων, με άσκαπτο χώρο οικοπέδου, με γειτονική ιδιοκτησία, με τη θέση … και με κοινόχρηστο διάδρομο γκαράζ, 5) η θέση με αριθμό … , η οποία ανήκει στο … διαμέρισμα της οικοδομής, ιδιοκτησίας του 1ου ενάγοντας, με γειτονική ιδιοκτησία, με θέση …, με χώρο διαδρόμου γκαράζ και με θέση … και …) η θέση με αριθμό …, η οποία ανήκει στο … διαμέρισμα της οικοδομής επί του οποίου οι 4ος και 5η των εναγόντων έχουν δικαίωμα ψιλής κυριότητας και η 6η επικαρπίας, με άσκαπτο χώρο οικοπέδου, με διάδρομο γκαράζ και με θέση … Από την ανωτέρω περιγραφή των θέσεων στάθμευσης στη συστατική πράξης, κατά επιφάνεια, όγκο ιδιόκτητο, αναλογία όγκου κοινοχρήστων, συνολικό όγκο και όρια, σε συνδυασμό με την αριθμητική χωροθέτηση αυτών στο προσαρτημένο στην ίδια πράξη από … 1980 σχεδιάγραμμα κάτοψης χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων του Αρχιτέκτονα Μηχανικού Ι. Τ., προκύπτει με σαφήνεια και χωρίς αμφιβολία η ακριβής θέση όλων και συγκεκριμένα ότι οι θέσεις με αριθμούς …, …, …, … και … βρίσκονται περιμετρικά των δύο συνεχόμενων και χωρίς ανοίγματα εσωτερικών τοίχων του χώρου στάθμευσης, η δε με αριθμό … που ανήκει στον εναγόμενο, έμπροσθεν της θέσης με αριθμό … που ανήκει στον ίδιο, δηλαδή στη θέση όπου θα έπρεπε να βρίσκεται ο αναγκαίος κοινόχρηστος χώρος για τους ελιγμούς των οχημάτων, ο οποίος όμως δεν έχει προβλεφτεί περιγραφικά και γεωμετρικά ούτε στη συστατική πράξη ούτε στο προαναφερόμενο σχεδιάγραμμα κάτοψης του ισόγειου χώρου στάθμευσης ούτε στην οικοδομική άδεια, με συνέπεια η χρήση της θέσης με αριθμό … γύρω από την οποία αναπτύσσονται οι υπόλοιπες, να καθιστά εξαρχής αδύνατη την ασφαλή όδευση και στάθμευση των λοιπών οχημάτων στις θέσεις που τους αναλογούν, διότι βρίσκεται έμπροσθεν της εισόδου του χώρου στάθμευσης, αλλά να δυσχεραίνει και την είσοδο έξοδο των πεζών από την κοινόχρηστη είσοδο, εφόσον βρίσκεται έμπροσθεν και αυτής. Επίσης, με βάση την ανωτέρω χωροθέτηση, οι θέσεις με αριθμούς … και … είναι "τυφλές", εφόσον η μεν … που ανήκει στην ιδιοκτησία του εναγομένου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς αποστάθμευση του οχήματος της θέσης θέση … , που ανήκει στον ίδιο και η θέση με αριθμό … , ιδιοκτησίας των 2ου και 3ης των εναγόντων δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς αποστάθμευση του οχήματος της θέσης … , που ανήκει στους ίδιους. Η ανωτέρω χωροθέτηση, με τις δύο "τυφλές" θέσεις στάθμευσης, δεν προκάλεσε προβλήματα, διότι η δημιουργία αυτών έγινε προς εξυπηρέτηση των συμβληθέντων, οικοπεδούχου (δικαιοπαρόχου των 2ου και 3ης των εναγόντων) και κατασκευαστή (εναγομένου), ώστε στις ιδιοκτησίες τους να αντιστοιχούν 2 θέσεις στάθμευσης, ενώ η κίνηση των οχημάτων τους από και προς τις "τυφλές" θέσεις στάθμευσης γινόταν από τις όμορες που ανήκαν στους ίδιους, δυνατότητα η οποία άλλωστε προβλέπεται με την υπουργική απόφαση …/93, στο άρθρο 4 § 6 της οποίας ορίζεται ότι είναι δυνατόν να διατάσσονται θέσεις στάθμευσης πέραν των υποχρεωτικών χωρίς άμεση προσπέλαση από το διάδρομο κυκλοφορίας, εφόσον η όμορη θέση μέσω της οποίας γίνεται η στάθμευση του αυτοκινήτου ανήκει στον ίδιο ιδιοκτήτη.
Περαιτέρω και η χωροθέτηση της θέσης με αριθμό … , ιδιοκτησίας του εναγομένου, στο χώρο που θα έπρεπε να έχει διατεθεί για την πραγματοποίηση ελιγμών, δεν δημιούργησε κάποιο πρόβλημα αρχικά, επειδή δεν υπήρχε μόνιμη ανάγκη στάθμευσης δεύτερου οχήματος από αυτόν, ενώ, όταν ανέκυπτε τέτοια ανάγκη, αντιλαμβανόμενος ότι η τήρηση των συμφωνηθέντων, με στάθμευση οχήματος στη θέση με αριθμό … , θα καθιστούσε αδύνατη τη χρήση των θέσεων στάθμευσης των λοιπών συνιδιοκτητών, τοποθετούσε και τα δύο οχήματα σε παράλληλη διάταξη, επί της θέσης με αριθμό … που του ανήκει, καταλαμβάνοντας αναγκαία τμήμα της όμορης θέσης με αριθμό … που ανήκε στον οικοπεδούχο και ήδη από 01.06.1999 στους 2° και 3° των εναγόντων, η οποία μετατοπιζόταν προς αντίστοιχο τμήμα της θέσης 4 που ανήκει στους ίδιους, με την ανοχή τους, λόγω της προσωρινότητας της όχλησης. Τον Σεπτέμβριο του 2015, όταν η ανάγκη στάθμευσης δύο οχημάτων κατέστη μόνιμη για τον εναγόμενο, αυτός οριοθέτησε με κίτρινη διαγράμμιση στο δάπεδο δύο θέσεις στάθμευσης, με την ανωτέρω διάταξη, δηλαδή επί της θέσης με αριθμό … και τμήματος της όμορης θέσης με αριθμό … , ενέργεια που προκάλεσε την αντίδραση των 2ου και 3ης των εναγόντων, οπότε εκείνος άρχισε να σταθμεύει τα σχήματά του στις θέσεις με αριθμούς … και …, όπως αυτές είχαν νομίμως χωροθετηθεί, κατά τα ανωτέρω, με συνέπεια την έντονη αντίδραση και των λοιπών συνιδιοκτητών, διότι αποκλείστηκε η πρόσβαση προς τις θέσεις στάθμευσής τους, λόγω χρήσης της θέσης με αριθμό … Κατά τη γενική συνέλευση που συγκλήθηκε εκτάκτως στις 8 Δεκεμβρίου 2016, στην οποία προσκλήθηκε και ο εναγόμενος αλλά δεν εμφανίστηκε, άπαντες οι λοιποί συνιδιοκτήτες, εκπροσωπούντες ιδιοκτησίες με ψήφους 735 σε σύνολο 1.000, ήτοι ποσοστό μεγαλύτερο του 65%, συμφώνησαν ότι η θέση στάθμευσης 1, ιδιοκτησίας του εναγομένου, έχει κατ' ουσίαν χωροθετηθεί στον αναγκαίο χώρο πραγματοποίησης ελιγμών του γκαράζ της οικοδομής και εμποδίζει την είσοδο και έξοδο των αυτοκινήτων προς και από της υπόλοιπες θέσεις στάθμευσης, επομένως ότι πρέπει να καταργηθεί και να προστεθεί το ποσοστό συνιδιοκτησίας και οι ψήφοι που της αναλογούν, στα αντίστοιχα ποσοστά και ψήφους της θέσης στάθμευσης με αριθμό … , ιδιοκτησίας του ιδίου, τροποποιούμενης αναλόγως της συστατικής πράξης της οροφοκτησίας και του πίνακα κατανομής ποσοστών συνιδιοκτησίας. Με τη λύση αυτή, ως την πλέον ενδεδειγμένη, είναι σύμφωνος και ο διορισθείς από το Δικαστήριο τούτο πραγματογνώμονας, με τη διαφοροποίηση ότι η προσθήκη των ποσοστών και των ψήφων της θέσης αυτής πρέπει να γίνει στην οριζόντια ιδιοκτησία … , ιδιοκτησίας του εναγομένου και όχι στη θέση στάθμευσης ιδιοκτησίας του με αριθμό … Όμως, όπως αποδείχτηκε, η απελευθέρωση του χώρου που καταλαμβάνει η θέση στάθμευσης με αριθμό … , ώστε να δημιουργηθεί ο αναγκαίος κοινόχρηστος χώρος ελιγμών, είναι εφικτή χωρίς την κατάργηση της θέσης αυτής, με χωροθέτησή της σε διαφορετικό σημείο, όπως αυτό ορίζεται στην από … 2015 κάτοψη χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων της Αρχιτέκτονα Μηχανικού Π. Α. και την τεχνική έκθεση του τεχνικού συμβούλου του Πολιτικού Μηχανικού Α. Κ. Ειδικότερα, προκύπτει από τα έγγραφα αυτά ότι όλες οι θέσεις στάθμευσης, περιλαμβανομένης της με αριθμό …, είναι εφικτό να χωροθετηθούν κατά αριθμητική σειρά, περιμετρικά των δύο εσωτερικών, χωρίς ανοίγματα, τοίχων του χώρου στάθμευσης, με πρόσωπο όλων προς τον κοινόχρηστο χώρο ελιγμών, ο οποίος θα δημιουργηθεί στο χώρο όπου χωροθετήθηκε αρχικώς η θέση με αριθμό …, πλην της θέσης με αριθμό …, ιδιοκτησίας των 2ου και 3ης των εναγόντων, η οποία παραμένει τυφλή, εξυπηρετούμενη για την κίνηση του επ' αυτής οχήματος από την όμορη θέση με αριθμό … , ιδιοκτησίας των ιδίων, όπως είχε προβλεφθεί από την συστατική της οροφοκτησίας πράξη και γινόταν άλλωστε μέχρι σήμερα. Το γεγονός ότι, με βάση τις πολεοδομικές διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο κατάρτισης της συστατικής πράξης της οροφοκτησίας απαιτείτο μικτή επιφάνεια για κάθε θέση ίση προς 25 τ.μ. , δεν ασκεί έννομη επιρροής εφόσον η οικοδομική άδεια που εκδόθηκε παρά τη μικρότερη επιφάνεια των ένδικων θέσεων στάθμευσης (23,18 τμ.) δεν έχει ανακληθεί, αναθεωρηθεί ή προσβληθεί με κάποιο τρόπο, ενώ, σε κάθε περίπτωση, το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της συστατικής πράξης, αλλά συνιστά απλή πολεοδομική παράβαση και δεν επιφέρει την ακυρότητα της αντίθετης με τις διατάξεις αυτές συστατικής της οροφοκτησίας πράξης, το κύρος της οποίας δεν εξαρτάται από τη συμφωνία της προς τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις, οι οποίες εξυπηρετούν ειδικούς σκοπούς, όπως η ασφάλεια, η υγιεινή κλπ (...). Για το λόγο αυτό, άλλωστε, με το …2017 έγγραφο της Υπηρεσίας Δόμησης Δήμου Κηφισιάς, με το οποίο διαπιστώνεται ότι είναι αναγκαία η εκ νέου τοποθέτηση των θέσεων στάθμευσης στον υπόγειο χώρο της ένδικης οικοδομής και η δημιουργία χώρου ελιγμών των σταθμευμένων οχημάτων, δεν προτείνεται ως λύση η κατάργηση της θέσης στάθμευσης με αριθμό …, ενώ δηλώνεται από τον εκδότη του εγγράφου αυτού αδυναμία να συντάξει έκθεση αυτοψίας, ακριβώς επειδή η χρήση του χώρου στάθμευσης είναι σύμφωνη με το σχέδιο που βρίσκεται στο αρχείο της, αλλά και με αυτό που έχει προσαρτηθεί στη σύσταση της οριζόντιας ιδιοκτησίας. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, είναι πρόδηλη η βούληση των συμβληθέντων στη συστατική πράξη για τη δημιουργία έξι θέσεων στάθμευσης, η περιγραφή των οποίων σ' αυτήν και στο επ' αυτής προσαρτημένο σχεδιάγραμμα κάτοψης χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων είναι σαφής ως προς την προαναφερόμενη χωροθέτηση και των έξι θέσεων, οι οποίες επαρκώς εξατομικεύονται αριθμητικά, αλλά και με βάση το εμβαδόν και τα όριά τους, χωρίς να δημιουργεί ασάφεια η μη αναφορά του προσανατολισμού τους, ενώ η έλλειψη περιγραφής του χώρου ελιγμών οφείλεται προδήλως στο ότι δεν προβλέφτηκε τέτοιος χώρος και όχι σε παράλειψη. Δεν υπάρχουν επομένως κενά ή αμφίβολα σημεία στη συστατική πράξη της οριζόντιας ιδιοκτησίας, ώστε να αρθούν με ερμηνεία αυτής, κατ' άρθρα 173 και 200 ΑΚ, εφόσον προκύπτει σαφώς και αναμφιβόλως η χωροθέτηση έξι θέσεων στάθμευσης, όπως θέλησαν τα συμβαλλόμενα μέρη. Σε κάθε δε περίπτωση η παράλειψη κάποιων περιγραφικών ελλείψεων, όπως ο προσανατολισμός και οι πλευρικές διαστάσεις τους, αναπληρώνονται από τα υπόλοιπα στοιχεία η δε συμπλήρωσή τους δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε πλήρη ανατροπή της σύστασης, με κατάργηση μιας από τις νομίμως συσταθείσες με αυτήν οριζόντιες ιδιοκτησίες, όπως ζητούν οι ενάγοντες. Τέτοια τροποποίηση δεν μπορεί να επιτευχθεί με τη συνδρομή του άρθρου 288 ΑΚ, διότι δεν υπήρξε μεταβολή των συνθηκών που να δικαιολογεί τον διαφορετικό προσδιορισμό της παροχής, δοθέντος ότι η έλλειψη χώρου ελιγμών ήταν σε άπαντες τους διαδίκους γνωστή εξαρχής. Ούτε, όμως, στο πλαίσιο της συμπληρωματικής και διορθωτικής λειτουργίας της ως άνω διάταξης, με βάση τα προβλεπόμενα σ' αυτήν κριτήρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, μπορεί να γίνει δεκτή η αιτούμενη από τους ενάγοντες τροποποίηση της συστατικής πράξης, λόγω του κινδύνου αδυναμίας ομαλής λειτουργίας της οροφοκτησίας, εφόσον αντίκειται προς τα κριτήρια αυτά, διότι άγει σε μη αναγκαία κατάργηση της νομίμως συσταθείσας οριζόντιας ιδιοκτησίας του εναγομένου, με σκοπό τη δημιουργία χώρου ελιγμών, παρότι ο ίδιος χώρος μπορεί να δημιουργηθεί με διαφορετική χωροθέτηση των υφιστάμενων θέσεων στάθμευσης. Ωστόσο, την τέτοια ρύθμιση οι μεν ενάγοντες αρνούνται ρητώς και δεν επιθυμούν, ο δε εναγόμενος δεν την ζητά με αυτοτελή αγωγή στο πλαίσιο της ίδιας διάταξης. Ως εκ τούτου, ως προς την κύρια βάση της, η αγωγή είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη.
Περαιτέρω, η απόφαση που λήφθηκε από τους ενάγοντες συνιδιοκτήτες, περί δημιουργίας χώρου ελιγμών με την κατάργηση της νομίμως συσταθείσας θέσης στάθμευσης με αριθμό … , η οποία ανήκει στον εναγόμενο, παρότι αυτή δεν είναι αναγκαία κατά τα προαναφερόμενα, είναι ανεπιεικής και άδικη για τον ίδιο, εφόσον καταργεί την νομίμως συσταθείσα οριζόντια ιδιοκτησία του, χωρίς να υπάρχει ανάγκη. Συνακόλουθα, η άρνησή του να συναινέσει στην αιτούμενη τροποποίηση της συστατικής πράξης, με τέτοιο περιεχόμενο, δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ούτε αντίκειται προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές και δεν προκαλεί έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος που θα αποκομίσει ο ίδιος, εφόσον αυτό συνίσταται στην αυτονόητη διατήρηση της ιδιοκτησίας του, χωρίς καμία ζημία ή επιβάρυνση των λοιπών συνιδιοκτητών. Με τα ανωτέρω δεδομένα και, εφόσον η άρνηση του εναγομένου να συμπράξει στην αιτούμενη με την αγωγή τροποποίηση της συστατικής πράξης δεν είναι καταχρηστική, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγοντες με την α' επικουρική βάση της κρινόμενης αγωγής τους, περί καταδίκης του σε σχετική δήλωση βουλήσεως, πρέπει η αγωγή να απορριφθεί και ως προς τη βάση αυτή ως ουσία αβάσιμη (...)". Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με αιτιάσεις οι οποίες συνοψίζονται στο ότι, το Εφετείο, α) παρά τη ρητή διαβεβαίωση περί ανυπαρξίας κενού και ασάφειας στη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας, εμμέσως διαπίστωσε κενό ως προς τη βούληση των συμβληθέντων, αφού, για το σχηματισμό της κρίσης του για το περιεχόμενό της, προσέφυγε σε άλλα αποδεικτικά μέσα και επιχειρήματα που άντλησε εκτός της συστατικής πράξης και του προσαρτημένου σε αυτήν σχεδιαγράμματος, πλην όμως δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200ΑΚ, ώστε να αποσαφηνίσει το νόημα των δηλώσεων βουλήσεως των συμβληθέντων, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και β) ερμήνευσε την αληθή βούληση των μερών, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην επίδικη συστατική πράξη οροφοκτησίας και ειδικά ως προς την επάρκεια του συνολικού χώρου στάθμευσης και κοινόχρηστου χώρου ελιγμών των οχημάτων, προβαίνοντας σε κακή εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, παρέλειψε να λάβει υπόψη τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου στου οποίου την προστασία απέβλεπε στο ερμηνευόμενο περιεχόμενο της επίδικης σύστασης οροφοκτησίας, το δικαιοπρακτικό σκοπό και τη φύση της επίδικης σύμβασης και, κατά την ερμηνεία της επίδικης συστατικής πράξης, έσφαλε, οδηγούμενο σε πόρισμα που παραβιάζει ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη) και σε έννομες συνέπειες που ουδέποτε είχαν θελήσει πραγματικά τα διάδικα μέρη.
Από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και δη από τις παραδοχές ότι "είναι πρόδηλη η βούληση των συμβληθέντων στη συστατική πράξη για τη δημιουργία έξι θέσεων στάθμευσης, η περιγραφή των οποίων σ' αυτήν και στο επ' αυτής προσαρτημένο σχεδιάγραμμα κάτοψης χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων είναι σαφής ως προς την προαναφερόμενη χωροθέτηση και των έξι θέσεων, οι οποίες επαρκώς εξατομικεύονται αριθμητικά, αλλά και με βάση το εμβαδόν και τα όριά τους, χωρίς να δημιουργεί ασάφεια η μη αναφορά του προσανατολισμού τους, ενώ η έλλειψη περιγραφής του χώρου ελιγμών οφείλεται προδήλως στο ότι δεν προβλέφθηκε τέτοιος χώρος και όχι σε παράλειψη και ότι δεν υπάρχουν κενά ή αμφίβολα σημεία στη συστατική πράξη της οριζόντιας ιδιοκτησίας, ώστε να αρθούν με ερμηνεία αυτής, κατ' άρθρα 173 και 200 ΑΚ, εφόσον προκύπτει σαφώς και αναμφιβόλως η χωροθέτηση έξι θέσεων στάθμευσης, όπως θέλησαν τα συμβαλλόμενα μέρη", προκύπτει σαφώς, ότι το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη την πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και την σε αυτήν περιγραφή των επίμαχων θέσεων στάθμευσης στον ισόγειο χώρο της πολυκατοικίας, δεν επιχείρησε ερμηνεία της συστατικής πράξης, ούτε δέχθηκε, έστω και εμμέσως, ακούσιο κενό ή αμφιβολία, κατά την κατάρτισή της, αναφορικά με τη βούληση των δικαιοπρακτούντων να συσταθούν, στον ισόγειο χώρο της οικοδομής, ως αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, έξι (6) θέσεις στάθμευσης, σαφώς περιγραφόμενες κατά την θέση, την έκταση και τα όριά τους, καθώς και τη μη πρόβλεψη χώρου ελιγμών, ώστε να είναι αναγκαίο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Η ανωτέρω δε κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας για τη μη ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τα αντίθετα δεν μπορούν να συναχθούν από το γεγονός ότι, το Εφετείο, κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφέρθηκε στο συμπέρασμα της πραγματογνωμοσύνης, στην από … 2015 κάτοψη χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων της αρχιτέκτονος μηχανικού Π. Α., στην τεχνική έκθεση του τεχνικού συμβούλου Α. Κ. και στο υπ' αριθμ. …2017 έγγραφο της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Κηφισιάς, καθόσον η αναφορά των αποδεικτικών αυτών μέσων δεν καταδεικνύει έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας στην πράξη σύστασης οροφοκτησίας ούτε και συνέχεται με την ερμηνεία της, όπως αβασίμως διατείνονται οι αναιρεσείοντες, αλλά στηρίζει το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου ότι είναι εφικτή η διαφορετική χωροθέτηση των θέσεων στάθμευσης, ώστε να δημιουργηθεί ο χώρος ελιγμών χωρίς να καταργηθεί η θέση 1, που ανήκει κατ' αποκλειστική κυριότητα στον εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) και ως εκ τούτου δεν είναι καταχρηστική η άρνηση του τελευταίου να συναινέσει στην αιτηθείσα με την αγωγή τροποποίηση της συστατικής πράξης. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ως προς το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο υποστηρίζεται ότι, κατά την ερμηνεία της σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι το περιεχόμενό του αντιφάσκει προς το προεκτεθέν περιεχόμενο του πρώτου σκέλους του (ΑΠ 420/2022), ότι, δηλαδή, το Εφετείο, αν και εμμέσως διαπίστωσε κενά και ασάφειες στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων κατά τη σύσταση της οριζόντιας ιδιοκτησίας, δεν προέβη σε ερμηνεία αυτής, κατ' εφαρμογή των ανωτέρω ερμηνευτικών διατάξεων. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός, κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι και αβάσιμος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο προέβη σε ερμηνεία της πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, ενώ, όπως προεκτέθηκε, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, δέχθηκε ότι δεν υπάρχουν κενά ή αμφίβολα σημεία στη συστατική πράξη της οριζόντιας ιδιοκτησίας, ώστε να αρθούν με ερμηνεία αυτής, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ.
Περαιτέρω, με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του, με επάρκεια, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με την έλλειψη κενών ή αμφίβολων σημείων στη συστατική πράξη της οριζόντιας ιδιοκτησίας. Ειδικότερα, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι είναι πρόδηλη η βούληση των συμβληθέντων στη συστατική πράξη για τη δημιουργία έξι θέσεων στάθμευσης, η περιγραφή των οποίων σ' αυτήν και στο επ' αυτής προσαρτημένο σχεδιάγραμμα κάτοψης χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων είναι σαφής ως προς την προαναφερόμενη χωροθέτηση και των έξι θέσεων, οι οποίες επαρκώς εξατομικεύονται αριθμητικά, αλλά και με βάση το εμβαδόν και τα όριά τους, χωρίς να δημιουργεί ασάφεια η μη αναφορά του προσανατολισμού τους, ενώ, η έλλειψη περιγραφής του χώρου ελιγμών, οφείλεται προδήλως στο ότι δεν προβλέφθηκε τέτοιος χώρος και όχι σε παράλειψη και ότι δεν υπάρχουν κενά ή αμφίβολα σημεία στη συστατική πράξη της οριζόντιας ιδιοκτησίας, ώστε να αρθούν με ερμηνεία αυτής, κατ' άρθρα 173 και 200 ΑΚ, εφόσον προκύπτει σαφώς και αναμφιβόλως η χωροθέτηση έξι θέσεων στάθμευσης, όπως θέλησαν τα συμβαλλόμενα μέρη. Με τις ανωτέρω σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αιτιολόγηση του παραπάνω κρίσιμου ζητήματος, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, απορριπτομένου ως αβασίμου του από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ δεύτερου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.
Περαιτέρω, με βάση την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι δεν υπήρξε μεταβολή των συνθηκών που να δικαιολογεί τον διαφορετικό προσδιορισμό της παροχής, δοθέντος ότι η έλλειψη χώρου ελιγμών ήταν σε άπαντες τους διαδίκους γνωστή εξαρχής, δεν πληρούται το πραγματικό της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ, ώστε να στηριχθεί σε αυτήν τροποποίηση της συστατικής πράξης της οριζόντιας ιδιοκτησίας.
Εξάλλου, η άσκηση από τον αναιρεσίβλητο, έστω και μετά από μακρόχρονη αδράνεια, του απορρέοντος από τη συστατική πράξη της οριζόντιας ιδιοκτησίας δικαιώματός του να σταθμεύει αυτοκίνητο στη νομίμως συσταθείσα αυτοτελή ιδιοκτησία του (θέση στάθμευσης 1), με επακόλουθο την παρακώλυση της χρήσης των λοιπών θέσεων στάθμευσης των αναιρεσειόντων, ανήκει στο πλαίσιο του εκ μέρους τους αναληφθέντος κινδύνου κατά τη σύσταση της οριζόντιας ιδιοκτησίας ή κατά την προσχώρησή τους σ' αυτήν, οπότε έλαβαν γνώση της χωροθέτησης της υπ' αριθμ. … θέσης στάθμευσης και της έλλειψης καθορισμένου χώρου ελιγμών οχημάτων και, συνεπώς, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες, δεν συνιστά μεταβολή συνθηκών, υπό την έννοια της ΑΚ 288. Επομένως, το Εφετείο, κατ' ορθή ερμηνεία της ως άνω διάταξης δεν την εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση, απορριπτομένου ως αβασίμου του τρίτου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της εν λόγω διάταξης.
Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση, η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ (και όχι η από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης της ως άνω διάταξης, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), με την αιτίαση ότι το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, εν τούτοις δεν την εφάρμοσε και η οποία (αιτίαση) διατυπώνεται στο αναιρετήριο ως εξής: "το Εφετείο, ενώ έχει δεχθεί ότι αποδείχθηκε μεταβολή των συνθηκών εξ αιτίας της αντίθετης στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη εμμονής του αναιρεσίβλητου να παρεμποδίζει την ομαλή λειτουργία της συνιδιοκτησίας δια της χρήσης της δεύτερης θέσης στάθμευσης, και ενώ είχε αναγνωρίσει και αντιληφθεί εξαρχής, όπως επίσης δέχθηκε το Εφετείο, ότι η τήρηση των συμφωνηθέντων, δηλαδή της συστατικής πράξης οροφοκτησίας ήταν αδύνατον να εφαρμοσθεί, λόγω ανεπάρκειας του εμβαδού της επιφάνειας για την στάθμευση έξι (6) αυτοκινήτων, εν τούτοις δεν προέβη στην εφαρμογή της ρήτρας του άρθρου 288 ΑΚ...". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, αν και δέχθηκε μεταβολή συνθηκών λόγω της χρήσης της δεύτερης θέσης στάθμευσης από τον αναιρεσίβλητο, ενώ, αντιθέτως, κατά τα προεκτεθέντα, το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν υπήρξε μεταβολή των συνθηκών που να δικαιολογεί τον διαφορετικό προσδιορισμό της παροχής, λόγω της εξαρχής γνωστής έλλειψης χώρου ελιγμών σε άπαντες τους διαδίκους.
Περαιτέρω, η αξίωση με την οποία επιδιώκεται η συμμόρφωση στις διατάξεις της περί οριζόντιας ιδιοκτησίας νομοθεσίας, μπορεί να αποκρουστεί ως καταχρηστική, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 AK (ΑΠ 1898/2025, ΑΠ 970/2022, ΑΠ 1052/2021). Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ' αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του. Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Από το προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, που έκρινε ότι η άρνηση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου να συμπράξει στην αιτούμενη με την αγωγή τροποποίηση της συστατικής πράξης δεν είναι καταχρηστική, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα γεγονότα ότι η απελευθέρωση του χώρου που καταλαμβάνει η θέση στάθμευσης με αριθμό …, ώστε να δημιουργηθεί ο αναγκαίος κοινόχρηστος χώρος ελιγμών, είναι εφικτή χωρίς την κατάργηση της θέσης αυτής, με χωροθέτησή της σε διαφορετικό σημείο, ότι όλες οι θέσεις στάθμευσης, περιλαμβανομένης της με αριθμό …, είναι εφικτό να χωροθετηθούν κατά αριθμητική σειρά, περιμετρικά των δύο εσωτερικών, χωρίς ανοίγματα, τοίχων του χώρου στάθμευσης, με πρόσωπο όλων προς τον κοινόχρηστο χώρο ελιγμών, ο οποίος θα δημιουργηθεί στο χώρο όπου χωροθετήθηκε αρχικώς η θέση με αριθμό …, πλην της θέσης με αριθμό …, ιδιοκτησίας των 2ου και 3ης των εναγόντων (ήδη 2ου και 3ης των αναιρεσειόντων), η οποία παραμένει τυφλή, εξυπηρετούμενη για την κίνηση του επ' αυτής οχήματος από την όμορη θέση με αριθμό …, ιδιοκτησίας των ιδίων, όπως είχε προβλεφθεί από την συστατική της οροφοκτησίας πράξη και γινόταν μέχρι σήμερα, ότι η απόφαση που λήφθηκε από τους ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) συνιδιοκτήτες περί δημιουργίας χώρου ελιγμών με την κατάργηση της νομίμως συσταθείσας θέσης στάθμευσης με αριθμό … , η οποία ανήκει στον εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο), παρότι αυτή, κατά τα ανωτέρω, δεν είναι αναγκαία, είναι ανεπιεικής και άδικη για τον ίδιο, εφόσον καταργεί την νομίμως συσταθείσα οριζόντια ιδιοκτησία του χωρίς να υπάρχει ανάγκη και κατέληξε στην κρίση ότι η άρνησή του να συναινέσει στην αιτούμενη τροποποίηση της συστατικής πράξης, με τέτοιο περιεχόμενο, δεν υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ούτε αντίκειται προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές και δεν προκαλεί έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος που θα αποκομίσει ο ίδιος, εφόσον αυτό συνίσταται στην αυτονόητη διατήρηση της ιδιοκτησίας του, χωρίς καμία ζημία ή επιβάρυνση των λοιπών συνιδιοκτητών. Με βάση τα παραπάνω περιστατικά, που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ουσιαστική έρευνα της πρώτης επικουρικής βάσης της αγωγής, η άρνηση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου να συμπράξει στην τροποποίηση της συστατικής πράξης της οριζόντιας ιδιοκτησίας, προκειμένου να καταργηθεί η νομίμως συσταθείσα αυτοτελής ιδιοκτησία του (θέση στάθμευσης …) και να καταστεί διάδρομος και χώρος ελιγμών, δεν είναι καταχρηστική, αφού δεν υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματός του, ενόψει της δυνατότητας δημιουργίας χώρου ελιγμών και διατήρησης όλων των θέσεων στάθμευσης, με διαφορετική χωροθέτησή τους. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος αυτού, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, με τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες, καθιστώντας εφικτό τον έλεγχο ως προς την έλλειψη συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ, απορριπτομένου ως αβασίμου του πέμπτου λόγου αναίρεσης, κατά το σκέλος του με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Στο ίδιο σκέλος του ως άνω λόγου διαλαμβάνονται και οι παρακάτω αναφερόμενες μερικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, περί ελλιπούς και αντιφατικής αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες έχουν, κατά πιστή αντιγραφή από το αναιρετήριο, ως εξής: "α) πρώτη παραδοχή ότι αποδείχθηκε μη δυνατή η χρήση των δύο θέσεων στάθμευσης από τον αναιρεσίβλητο με σκοπό την ομαλή λειτουργία της συνιδιοκτησίας, η οποία θα έπρεπε να άγει αυτοδίκαια στο συμπέρασμα ότι ζημιώνονται όλοι οι συνιδιοκτήτες από τη διατήρηση της υπ' αρ. θέσης στάθμευσης … και ως εκ τούτου είναι καταχρηστική η άρνηση του αντιδίκου να μη συναινέσει στην τροποποίηση της επίδικης πράξης, β) δεύτερη παράλληλη παραδοχή ότι η εκ νέου χωροθέτηση των θέσεων στάθμευσης είναι δυνατή με διατήρηση της θέσης … αλλά ταυτόχρονη κατάργηση της θέσης … (εφόσον παραμένει τυφλή), χωρίς να επιφέρει ζημία για κανένα ιδιοκτήτη, η οποία άγει στο αντίθετο πόρισμα της μη καταχρηστικής άρνησης του αντιδίκου να μη συναινέσει στην τροποποίηση της επίδικης πράξης. Το τελικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε η αναιρεσιβαλλόμενη, μετά τις ως άνω αντιφατικές μεταξύ τους αιτιολογίες, είναι ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις καταχρηστικής άρνησης του αναιρεσίβλητου διότι δεν είναι αναγκαία η κατάργηση της θέσης με αρ. … Δηλαδή η αναιρεσιβαλλόμενη με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία κατέληξε στο πόρισμα ότι η διατήρηση της ιδιοκτησίας του αναιρεσίβλητου, θέσης στάθμευσης με αρ. … και η αχρήστευση, κατάργηση επί της ουσίας της έτερης θέσης στάθμευσης με αρ. …, δεν συνιστά ζημία ή επιβάρυνση των συνιδιοκτητών και ως εκ τούτου η άρνησή του για την τροποποίηση της επίδικης πράξης δεν είναι καταχρηστική". Οι αιτιάσεις αυτές απαραδέκτως προβάλλονται και δεν ιδρύουν τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, διότι, υπό την επίφαση των ελλείψεων και αντιφάσεων στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), το οποίο είναι διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 1002 και 1117 Α.Κ., 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1, 5 εδαφ. α' και 13 παρ. 1 και 3 του ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους" που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 54 ΕισΝΑΚ προκύπτει ότι, επί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους (οριζόντιας ιδιοκτησίας), δημιουργείται χωριστή κυριότητα επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου και αναγκαστική κυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ' ανάλογη μερίδα, επί των μερών της οικοδομής, που χρησιμεύουν στην κοινή χρήση όλων των οροφοκτητών. Αν ο προσδιορισμός των κοινόχρηστων μερών δεν ορίζεται ούτε με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες, τότε ισχύει ο προσδιορισμός που προβλέπεται από τις παραπάνω αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του νόμου. Μπορούν, πάντως, οι οροφοκτήτες, σύμφωνα με το άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3741/1929, με ομόφωνη απόφασή τους, που πρέπει να καταρτιστεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί, να κανονίσουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της συνιδιοκτησίας. Οι εν λόγω συμφωνίες συνήθως περιλαμβάνονται στον καταρτιζόμενο με κοινή συναίνεση όλων κανονισμό, χωρίς να αποκλείεται να περιληφθούν και στην ίδια τη συστατική πράξη της οροφοκτησίας. Η μεταβολή, όμως, των δικαιωμάτων, των υποχρεώσεων και των περιορισμών της κυριότητας που έχουν κανονιστεί με τον προαναφερόμενο τρόπο, δεν είναι δυνατό να γίνει παρά κατά τον ίδιο τρόπο, όπως τούτο προκύπτει ιδίως από τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του ν. 3741/1929, δηλαδή με ομόφωνη απόφαση των οροφοκτητών που πρέπει να καταρτιστεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί. Εξαίρεση εισάγει η διάταξη του άρθρου 9 του ν. 1562/1985, που ορίζει ότι "αν υπάρχει ήδη χωριστή κατ' ορόφους ή διαμερίσματα ιδιοκτησία, δεν έχει όμως καταρτισθεί κανονισμός των σχέσεων των συνιδιοκτητών, η πλειοψηφία τουλάχιστον 60% των συγκυρίων δικαιούται να ζητήσει δικαστικώς, κατ' ανάλογη εφαρμογή των προηγούμενων άρθρων, να καταρτισθεί κανονισμός, εφόσον είναι αναγκαίος για τον καθορισμό των σχέσεων των συνιδιοκτητών. Κατά τον ίδιο τρόπο και με πλειοψηφία τουλάχιστον 65% των συγκυρίων μπορεί να επιτραπεί η συμπλήρωση ή και η τροποποίηση του κανονισμού, όταν εμφανίζει ελλείψεις που εμποδίζουν τη λειτουργία της συνιδιοκτησίας ή τη χρήση των χωριστών ιδιοκτησιών, σύμφωνα με τον προορισμό του ακινήτου". Σε ό,τι, όμως, αφορά τον ίδιο κανονισμό πρέπει να γίνει διάκριση ανάμεσα: α) στις "σχέσεις" που συνιστούν το περιεχόμενο αυτού, δηλαδή στα αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις των συνιδιοκτητών που απορρέουν από την οργάνωση και λειτουργία της οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας και β) τη "ρύθμιση" στην οποία αυτές υποβάλλονται. Από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες του ν. 3741/1929, προκύπτει ότι η πλειοψηφία τουλάχιστον 65% των συγκυρίων μπορεί να ζητήσει τη συμπλήρωση ή και την τροποποίηση του κανονισμού, προς ρύθμιση υφισταμένων από τη συνιδιοκτησία σχέσεων και όχι τη σύσταση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων για τα οποία απαιτείται η κοινή συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών (ΑΠ 2108/2025, ΑΠ 626/2024, ΑΠ 1655/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 9 του ν. 1562/1985 (και όχι του άρθρου 4 του ως άνω νόμου, όπως εκ παραδρομής αναφέρεται στο αναιρετήριο), με την αιτίαση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής των αναιρεσειόντων, με την οποία αυτοί ζητούσαν την τροποποίηση του κανονισμού της πολυκατοικίας, προκειμένου να απαγορευθεί στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο να σταθμεύει οχήματα ή να τοποθετεί άλλα αντικείμενα στη θέση στάθμευσης …, ώστε να μην εμποδίζεται η είσοδος και έξοδος πεζών και οχημάτων.
Από την παραδεκτή (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον ως άνω αναιρετικό λόγο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, με το ακόλουθο σκεπτικό: "Με το ανωτέρω περιεχόμενο, η κρινόμενη αγωγή, ως προς τη β' επικουρική βάση της, περί τροποποίησης του κανονισμού της πολυκατοικίας με σκοπό να απαγορευθεί η με κάθε τρόπο χρήση της θέσης στάθμευσης με αριθμό …, για το παραδεκτό της οποίας τηρήθηκε από τους ενάγοντες η νόμιμη προδικασία, με κατάθεση στη Συμβολαιογράφο … Δ. Π., των εγγράφων που ορίζονται στο άρθρο 4 του Ν. 1562/1985...., είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη. Τούτο διότι άγει ουσιαστικώς στην κατάργηση της συγκεκριμένης, νομίμως συσταθείσας, οριζόντιας ιδιοκτησίας, προκειμένου η επιφάνεια που καταλαμβάνει να χρησιμοποιηθεί ως κοινόχρηστος χώρος ελιγμών των υπόλοιπων οχημάτων, επομένως σε τροποποίηση κατά τούτο της συστατικής πράξης, τροποποίηση όμως η οποία μπορεί να γίνει, κατά τα αναφερόμενα στην 1η νομική σκέψη, με νέα απόφαση της παμψηφίας των συνιδιοκτητών, η οποία πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και να μεταγραφεί και όχι με απόφαση της πλειοψηφίας και άδεια του Δικαστηρίου, παρά μόνο στο πλαίσιο της συμπληρωματικής και διορθωτικής λειτουργίας του άρθρου 288 ΑΚ, στο οποίο θεμελιώνεται η υπό εξέταση κύρια βάση της αγωγής". Με το προεκτεθέν περιεχόμενο, η δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής είναι πράγματι μη νόμιμη, αφού, με την αιτούμενη τροποποίηση του κανονισμού, δεν επιδιώκεται απλώς η ρύθμιση των υφιστάμενων από τη συνιδιοκτησία σχέσεων, αλλά η σύσταση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συνιδιοκτητών και ειδικότερα, η δια της απαγόρευσης στάθμευσης οχημάτων στην υπ' αριθμ. … αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία-θέση στάθμευσης, κατάλυση του δικαιώματος του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου ιδιοκτήτη της να την χρησιμοποιεί αποκλειστικά και σύμφωνα με τον προορισμό της, και, συγχρόνως, η παραχώρηση του χώρου που αυτή καταλαμβάνει στην κοινή χρήση των συνιδιοκτητών, ώστε να αποτελέσει ελεύθερο διάδρομο πρόσβασης οχημάτων στις λοιπές θέσεις στάθμευσης και διέλευσης πεζών, κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα στη συστατική πράξη της οριζόντιας ιδιοκτησίας και τον κανονισμό. Σύμφωνα δε με την προηγηθείσα νομική σκέψη, για την εν λόγω τροποποίηση απαιτείται η κοινή συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών και δεν αρκεί η πλειοψηφία του 65% αυτών. Επομένως, έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, αν και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία, που αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 578 ΚΠολΔ, ΑΠ 130/2023, ΑΠ 1655/2018), ορθά, κατ' αποτέλεσμα, αποφάνθηκε και δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 9 του ν. 1562/1985, απορριπτομένου ως αβασίμου του έκτου λόγου αναίρεσης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκησή της (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες και η υπέρ των τέταρτου, πέμπτης και έκτης αυτών αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 180 § 1, 183, 189 § 1 και 191 § 2 ΚΠολΔ - ΑΠ 1761/2023), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από …/2022 (με ΓΑΚ …/2022 και ΕΑΚ …/2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4008/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες και την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ