Απόφαση 630 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 630/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Αναστάσιο Σάββα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2026, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία "ECLAIM SETTLEMENT SERVICES Μονοπρόσωπη ΙΚΕ" και δ.τ. "ECLAIM" (πρώην "EUROINS CLAIMS Μονοπρόσωπη ΙΚΕ") και ήδη "AFES GREECE CLAIMS MANAGEMENT Μονοπρόσωπη Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία" και δ.τ. "AFES GREECE CLAIMS MANAGEMENT ΜΙΚΕ", που εδρεύει στο Παλαιό Φάληρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού αντιπροσώπου της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "INSURANCE COMPANY EUROINS PLC", που εδρεύει στη Σόφια Βουλγαρίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Μπεντενιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 19-2-2026 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του, δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσείουσας.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Δ. του Ε., κατοίκου ... , 2) Α. Β. του Ε., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μαρακάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 3) Α. Δ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 861/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3194/2022 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-1-2024 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αναστάσιο Σάββα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και οι 1η και 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 παρ. 3 και 119 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η αλλαγή της επωνυμίας της εταιρίας και της εταιρικής μορφής της δεν μεταβάλλει και την ταυτότητα του νομικού προσώπου, εφόσον δεν γεννάται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα αυτής.
Εν προκειμένω, νομίμως, στις κατατεθείσες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας προτάσεις, δηλώθηκε η μεταβολή της επωνυμίας της τελευταίας (εν πάση περιπτώσει δεν αμφισβητείται η ταυτότητα του διαδίκου - πρβλ. Α.Π. 1706/2023, Α.Π. 1731/1999, Α.Π. 1804/1998).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 576 παρ. 1-2 και 3, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νομίμως και εμπροθέσμως τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νομίμως και εμπροθέσμως από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεώς της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (Α.Π. 605/2025, Α.Π. 567/2025, Α.Π. 1191/2023). Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (Α.Π. 172/2025, Α.Π. 548/2020).
Εν προκειμένω, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ενώ από την μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα υπ' αριθμόν ...2025 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου … Κ. Σ. προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως δικάσιμο επιδόθηκε νομίμως στην τελευταία (τρίτη αναιρεσίβλητο).
Συνεπώς, εφόσον η τελευταία δεν παρέστη, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτή η διάδικος παρούσα (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.). Κατά τα λοιπά, η υπό κρίση από …2024 (Γεν. Αρ. Κατ. : …/2024, Ειδ. Αρ. Κατ. : …/2024) αίτηση περί αναιρέσεως της εκδοθείσης, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, υπ' αριθμόν 3194/2022 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553 παρ. 1β', 556, 558 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), εντός της διετούς (καταχρηστικής) προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει (ούτε άλλωστε τα διάδικα μέρη επικαλούνται) επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ως εκ τούτου η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ενδίκου υποθέσεως, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδικάσεώς της, είναι η εξής: Δυνάμει της από …2017 (Γεν. Αρ. Κατ. : …/2017, Ειδ. Αρ. Κατ. : …/2017) αγωγής, ασκηθείσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες (και ήδη αναιρεσίβλητοι) εξέθεταν ότι κατά τον ειδικότερα εις αυτήν (αγωγή) τόπο και χρόνο, εξ αμελείας του πρώτου εναγομένου, οδηγού του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, το οποίο, κατ' εκείνον το χρόνο ήταν ασφαλισμένο για τις ζημίες τις δυνάμενες να προκληθούν εις βάρος τρίτου από την κυκλοφορία του στη δευτέρα εναγομένη - ασφαλιστική εταιρία, προκλήθηκε αυτοκινητικό ατύχημα, υπό τις ειδικότερα αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες, κατά το οποίο (ατύχημα) απώλεσε τη ζωή της η συγγενής τους Ε. Δ. Βάσει του ιστορικού αυτού αιτούντο, κατόπιν παραιτήσεως του δικογράφου ως προς τον πρώτο εναγόμενο και μερικής τροπής του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, αφενός μεν να αναγνωρισθεί αφετέρου δε να υποχρεωθεί η δευτέρα εναγομένη να καταβάλει εις εκάστη εξ αυτών, κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις, τα ειδικότερα στην αγωγή ποσά νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. Επί της εν λόγω αγωγής εξεδόθη αρχικώς, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591 παρ. 1 και 614 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ.), η υπ' αριθμόν 861/2020 (οριστική) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, δυνάμει της οποίας η αγωγή απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη (αναπόδεικτη). Την ανωτέρω απόφαση προσέβαλαν οι ενάγουσες δυνάμει της από 21.7.2020 (Γεν. Αρ. Κατ. : …/2020, Ειδ. Αρ. Κατ. : …/2020) εφέσεως, δυνάμει της οποίας, επικαλούμενες εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, αιτούντο την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή στο σύνολό της. Επ' αυτής (εφέσεως) εξεδόθη η υπ' αριθμόν 3194/2022 (τελεσίδικη) απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας, γενομένης τύποις δεκτής της εφέσεως, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και κατόπιν επανεκδικάσεως της αγωγής, έγινε αυτή (αγωγή) εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά τα ειδικότερα στην απόφαση εκτιθέμενα.
ΙΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση βάσει αυτών της αληθούς εννοίας κανόνος ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ. (Ολομ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1060/2024). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του εδ. β' του αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ιδρύει το σχετικό αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση βάσει αυτών της αληθούς εννοίας αυτού, ιδίως όταν ο κανών δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντιθέτως, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (Ολομ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 708/2025, Α.Π. 1060/2024) διότι, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 551/2020, Α.Π. 69/2019). Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (Α.Π. 551/2020, Α.Π. 704/2017). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνος δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ' αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένως, χρησιμοποίησε.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η ως άνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι απεδείχθη ή δεν απεδείχθη είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί απεδείχθη ή γιατί δεν απεδείχθη (Α.Π. 250/2023, Α.Π. 354/2022, Α.Π. 53/2021). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1514/2025, Α.Π. 1590/2024, Α.Π. 1589/2024).
Εν προκειμένω, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), δέχθηκε ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά εν σχέσει προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα: ... "Στις 28-12-2015 και περί ώρα 09:00 πμ, ο Ε. Β., πρώτος εναγόμενος, ως προς τον οποίο ήδη έχει ματαιωθεί η συζήτηση της αγωγής, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη κατά τη λειτουργία του στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, μετέβη με τη σύζυγό του και πρώτη ενάγουσα Α. Δ. και τη θυγατέρα τους Ε. Β., ηλικίας τότε 14 ετών (γεννηθείσα στις …2001), σε αγροτεμάχιό του ευρισκόμενο στη θέση "…" του Δ.Δ. …, προκείμενου να εκτελέσουν αγροτικές εργασίες. Φθάνοντας ο ανωτέρω οδηγός, μέσω αγροτικού χωματόδρομου, στο εν λόγω αγροτεμάχιό του, στάθμευσε το αυτοκίνητό του σε σημείο το οποίο είχε κατηφορική κλίση και αφού αποβιβάσθηκαν από αυτό όλοι οι επιβάτες, κατευθύνθηκαν προς το μέρος οπού επρόκειτο να εργασθούν και σε μικρή απόσταση από το σταθμευμένο όχημα. Περί ώρα 11.00 πμ, η ανήλικη Ε. Β. ενημέρωσε τους γονείς της ότι θα πήγαινε στο προαναφερόμενο αυτοκίνητο, προκειμένου να φέρει τρόφιμα και νερό, λίγα λεπτά μετά από την αποχώρησή της από το αγρόκτημα και τη μετάβασή της στο αυτοκίνητο, οι γονείς της την άκουσαν να φωνάζει τρομαγμένα, καλώντας τους σε βοήθεια, οπότε και έσπευσαν αμέσως προς το μέρος της. Πλησιάζοντας εκεί διαπίστωσαν ότι το προαναφερόμενο αυτοκίνητο είχε μετακινηθεί από το σημείο όπου ήταν αρχικά σταθμευμένο, ότι είχε κυλίσει ανεξέλεγκτο προς τα εμπρός και ότι έχοντας αυτό διανύσει μια απόσταση περίπου είκοσι μέτρων από την αρχική του θέση, είχε παρασύρει και είχε καταπλακώσει κατά την πορεία του την ανήλικη, καταλήγοντας αυτό στον κορμό ενός ελαιόδεντρου, επί του οποίου προσέκρουσε με το εμπρόσθιο μέρος του. Αμέσως οι γονείς της ανήλικης, με τη χρήση ανυψωτικού γρύλου κατάφεραν να απεγκλωβίσουν το σώμα της, το οποίο ήταν καταπλακωμένο από το όχημα, με τρόπο ώστε να προεξέχουν από αυτό τα κάτω άκρα της από την πλευρά του οδηγού, αφού κάλεσαν τηλεφωνικά τον αδελφό του πρώτου εναγομένου Γ. Β. για να σπεύσει στο σημείο, ακολούθως όλοι μετέφεραν την ανήλικη στο Κέντρο Υγείας Περάματος Μυλοποτάμου. Εκεί διαπιστώθηκε ο θάνατός της, καθώς είχε υποστεί τραυματικές αιμορραγικές διηθήσεις αριστερά κροταφικά και ινιακά, κάταγμα από αριστερά κροταφικά προς αριστερά ινιακά δια των λιθοειδών οστών προς δεξιά μετωπιαία και δεξιά κροταφικά, ωτορραγία αριστερά, εξάρθρωση δεξιάς κατά γόνυ χώρας, κατάγματα θόλου και βάσεως κρανίου, συνέπεια, εκ των ανωτέρω κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων κατέληξε λόγω ολιγαιμικής καταπληξίας ........ Αμέσως μετά το συμβάν, μετέβησαν στο τόπο του δυστυχήματος οι επιληφθέντες προανακριτικοί υπάλληλοι του Α.Τ. ..., προκειμένου να διενεργήσουν αυτοψία, κατά τη διάρκεια της οποίας παρόντες ήταν ο πατέρας της ανήλικης Ε. Β. και ο αδελφός του, σύμφωνα, δε, με την από 28-12-2015 έκθεση αυτοψίας που συνέταξαν, κατά τον έλεγχο του περιβάλλοντος χώρου διαπιστώθηκαν ίχνη κύλισης οχήματος σε απόσταση είκοσι περίπου μέτρων από το σημείο όπου το όχημα βρισκόταν αρχικά σταθμευμένο έως το τελικό σημείο ανεύρεσης αυτού, υπόδημα της θανούσας σε απόσταση περί τα οκτώ μέτρα από το τελικό σημείο ανεύρεσης του οχήματος, ίχνη αίματος σε απόσταση περί τα δύο μέτρα από τη θύρα του οδηγού του οχήματος, επίσης ίχνη αίματος στη θύρα του οδηγού, τα οποία πιθανόν να προέρχονταν από τον απεγκλωβισμό της θανούσας, ενώ εσωτερικά του οχήματος και στη θέση του συνοδηγού ανευρέθηκαν τρόφιμα, νερό και το κινητό τηλέφωνο της θανούσας. Στην ίδια έκθεση αναφέρεται ότι το όχημα ανευρέθη στη θέση "νεκρά" του κιβωτίου ταχυτήτων, το κλειδί στον εκκινητή και το χειρόφρενο σε ελεύθερη θέση.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην από 22-2-2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, διορισθέντος από το Α.Τ. ..., πραγματογνώμονα Γ. Π., ο οποίος διενήργησε οπτικό έλεγχο - επιθεώρηση στο προαναφερόμενο αυτοκίνητο, τόσο αυθημερόν στον τόπο του ατυχήματος, λαμβάνοντας και φωτογραφίες, όσο και στις 20-2-2016 στον χώρο φύλαξης αυτού στα … του Δήμου …, διαπιστώθηκε αναφορικά με την κατάσταση του συστήματος πέδησης του οχήματος, ότι ο μηχανισμός τροχοπέδησης στάθμευσης αυτού (χειρόφρενο) είχε ελεύθερη διαδρομή χωρίς να ασφαλίζει το αυτοκίνητο, μεγαλύτερη του συνηθισμένου, ότι αυτός άρχισε να ασφαλίζει μετά το πέμπτο (4° - 5°) δόντι της "καστάνιας", γεγονός που δήλωνε ότι ήθελε σχετική ρύθμιση "μάζεμα μπόσκων", ότι μετά την ασφάλισή του με το χειρόφρενο, το όχημα είχε ικανή συγκράτηση έναντι κύλισης σε ανωφερική ή κατωφερική, κλίση της οδού, κατά την εκτίμηση, δε, του ανωτέρω πραγματογνώμονα, ο οδηγός γνώριζε ότι το "χειρόφρενο ασφάλιζε ψηλά" και μηχανικά, από συνήθεια το ασφάλιζε "ψηλά", παρέχοντας ικανή ασφάλιση έναντι κύλισης του οχήματος λόγω ανωφέρειας ή κατωφέρειας μετά τη στάθμευση του οχήματος και την απομάκρυνση του οδηγού. Αναφορικά με την κύλιση του οχήματος ο εν λόγω πραγματογνώμονας διαπίστωσε ότι το σημείο στάθμευσης ακόμη και εάν είχε προσδιοριστεί στην αρχή της κατωφέρειας, δεν δικαιολογεί την κύλιση του οχήματος, εφόσον είχε ασφαλιστεί έναντι κύλισης (χειρόφρενο + ταχύτητα στο κιβώτιο), εκτίμησε ότι η έναρξη κύλισης του οχήματος μετά την παρέλευση εύλογου χρόνου από τη στάθμευση και απομάκρυνση του οδηγού, οφείλετο σε ανθρώπινο λάθος ή επέμβαση στα εξαρτήματα κινητοποίησης του ... μετά την απομάκρυνση του οδηγού, ενώ σημείωσε ότι δεν εντοπίσθηκαν εμφανή ίχνη επαφής ανθρώπινου σώματος με το αμάξωμα στο εμπρόσθιο τμήμα του ή πλευρικά.
Εξεταζόμενος, εξάλλου, ο Ε. Β. στις 28-12-2015 και περί ώρα 14.30 μμ, ήτοι λίγες ώρες μετά το ένδικο δυστύχημα, από τους επιληφθέντες προανακριτικούς υπαλλήλους, σχετικά με το κρίσιμο γεγονός της, κατά το χρόνο στάθμευσης του προαναφερόμενου αυτοκινήτου του, προηγούμενης ασφάλισης ή μη αυτού με τη χρήση χειρόφρενου ή και ταχύτητας, κατέθεσε ότι στον αγροτικό χωματόδρομο, στάθμευσε το όχημα σε ελαφρώς κατηφορική κλίση και ότι δεν θυμόταν εάν είχε τραβήξει ή όχι το χειρόφρενο ή εάν είχε βάλει ταχύτητα για να μπλοκάρει τους τροχούς κατά την στάθμευσή του. Εν όψει της χρονικής εγγύτητας της ανωτέρω κατάθεσης μετά το επίδικο συμβάν και της κατάστασης που βρέθηκαν τα ανωτέρω μέρη του οχήματος (χειρόφρενο, κιβώτιο ταχυτήτων), καταδεικνύεται ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν μερίμνησε λόγω της κατωφερικής κλίσης του εδάφους, όπου ακινητοποίησε το όχημά του, να το ασφαλίσει, τόσο με τη χρήση πέδης στάθμευσης (χειρόφρενου), στο σωστό σημείο όσο και με θέση ταχύτητας οπίσθιας κίνησης, αλλά και με πρόσθετα μέτρα, όπως τοποθέτηση στους τροχούς ειδικών εμποδίων (τάκων). Έτσι, όταν ή ανήλικη θυγατέρα του επακούμβησε εξωτερικά στο όχημα, αυτό, λόγω της παράλειψης λήψεως κατάλληλων μέτρων ασφαλείας κινήθηκε λόγω της βαρύτητας, παρασύροντας το σώμα της και εγκλωβίζοντας το άνω τμήμα του, κάτω από τον όγκο του και το βάρος του των 1.100 κιλών, προκαλώντας τις ανωτέρω βλάβες, από τις οποίες επήλθε ο θάνατός της. Τα ανωτέρω συμπορεύονται με τα ευρήματα που σημειώνονται στην προαναφερθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που δέχθηκε ότι η μια εκδοχή πρόκλησης του δυστυχήματος είναι το ανθρώπινο λάθος, το έτερο, η επέμβαση μετά την απομάκρυνση του οδηγού στα συστήματα του αυτοκινήτου, δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε στοιχείο. Αντίθετα, δεν ευρέθη θύρα του οχήματος ανοιχτή, ούτε άλλο στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι η ανήλικη είχε εισέλθει εντός του, μάλιστα τα τρόφιμα και το νερό που επιθυμούσε η ανήλικη, όπως και το κινητό της τηλέφωνο ευρέθησαν άθικτα στη θέση του συνοδηγού. Η ανωτέρω κρίση επιβεβαιώνεται από την από …2018 τεχνική έκθεση που συνέταξε ο Δ. Κ. (πρώην Διευθυντής Τροχαίας … και Πραγματογνώμων Τροχαίων Ατυχημάτων), κατόπιν εντολής της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας. Ειδικότερα, σύμφωνα με την έκθεση αυτή το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε από τον οδηγό του σε κατηφορικό έδαφος με κατωφέρεια που κατέληγε σε μεγάλη κλίση, 34,50% και ότι στο δελτίο ΚΤΕΟ, με έλεγχο μόλις λίγες ημέρες προ του συμβάντος (23-12-2015) αναγράφετο ότι οι μετρήσεις για την πέδη πορείας ήταν 51,27% της απόδοσης και η πέδη στάθμευσης (χειρόφρενο) ήταν 26,77% της απόδοσης ............ Επίσης, δέχθηκε ότι ενώ ο εναγόμενος κύριος του αυτοκινήτου είχε λάβει γνώση από το ανωτέρω δελτίο ΚΤΕΟ ότι η πέδη στάθμευσης δεν λειτουργούσε αποτελεσματικά για ακινητοποίηση του οχήματος, αυτός το ακινητοποίησε σε έδαφος με μεγάλη κλίση (κατηφόρα), χωρίς να βεβαιωθεί ότι έθεσε σε λειτουργία το χειρόφρενο, χωρίς να καταβάλει μεγαλύτερη προσπάθεια, θέτοντας και την ταχύτητα της οπίσθιας κίνησης ή άλλο εμπόδιο στους εμπρόσθιους τροχούς. Όμως, οι περαιτέρω κρίσεις του Δ. Κ. ότι η πεζή μετέβη στο αυτοκίνητο, ότι μάλλον άνοιξε τη θύρα του οδηγού πιθανολογώντας ότι προσπάθησε να εξέλθει από τη θύρα του συνοδηγού αγγίζοντας με το σώμα της τη λαβή του χειρόφρενου, το οποίο λόγω της ελαττωματικής λειτουργίας του αποδεσμεύθηκε ουδόλως αποδείχθηκαν, άλλωστε οι κρίσεις αυτές συνδέονται όχι με δεδομένα, αλλά με τις λέξεις μάλλον και πιθανολογήθηκε και τούτο κατά τον συντάκτη της έκθεσης, λόγω της εύρεσης τού κινητού τηλεφώνου της ανήλικης στη θέση του συνοδηγού. Η ανωτέρω κρίση του Δ. Κ. δεν μπορεί να δικαιολογήσει τις αναφερόμενες στην έκθεσή του κινήσεις της ανήλικης, δηλαδή είσοδο από τη θέση του οδηγού, μετακίνηση αυτής εντός της καμπίνας του οχήματος με ταυτόχρονη αποδέσμευση του χειρόφρενου, προσπάθεια αυτής εξόδου της από την πλευρά του συνοδηγού, έξοδο μέρους τους σώματός της από εκεί και εγκλωβισμός της κάτω από το όχημα, μέσα στα ελάχιστα δευτερόλεπτα, που απαιτήθηκαν για την ανεξέλεγκτη πορεία του οχήματος στο κατηφορικό έδαφος. Άλλωστε, σύμφωνα με τις φωτογραφίες που ελήφθησαν στον τόπο του συμβάντος, γίνεται αντιληπτό ότι η ανήλικη βρίσκονταν στην αριστερή πλευρά του οχήματος καθώς η προσπάθεια απεγκλώβισης του σώματός της έλαβε χώρα από την πλευρά του οδηγού, όπως επίσης και τα ίχνη αίματος υπήρχαν από εκείνη την πλευρά, όπως και τα ίχνη στην θύρα του οδηγού, για τα οποία όλοι οι συντάξαντες εκθέσεις για το συμβάν, συμφωνούν, ότι προέκυψαν από τη διαδικασία απεγκλωβισμού. Επομένως, ο θανάσιμος τραυματισμός της Ε. Δ. προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος δεν έλαβε, κατά τα προεκτεθέντα, τα κατάλληλα και απαραίτητα μέτρα ασφάλειας πριν απομακρυνθεί από το όχημα, ως όφειλε, ως μέσος συνετός οδηγός και κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 34 παρ.7 του ΚΟΚ και 330 ΑΚ, επίσης, ο τραυματισμός αυτός έλαβε χώρα κατά τη λειτουργία του οχήματος που θεμελιώνει ευθύνη κατά το ν. ΓπΝ/1911, σύμφωνα με το άρθρο 4 αυτού ......, αποκλεισμένου οποιουδήποτε πταίσματος της Ε. Δ., η οποία κατά τις ανωτέρω παραδοχές εξωτερικά και μόνο του οχήματος βρέθηκε". Επί τη βάσει των ως άνω παραδοχών, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, έκανε δεκτή την ασκηθείσα από τις ενάγουσες έφεση και κατόπιν εξαφανίσεως της εκκαλουμένης και επανεκδικάσεως της αγωγής, έκανε αυτήν (αγωγή) εν μέρει δεκτή, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά τα ειδικότερα σε αυτήν (απόφαση) αναφερόμενα. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την από τον αρ. 1 εδ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια (παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας). Ειδικότερα διατείνεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν προέβη σε ορθή υπαγωγή των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή των κανόνων δικαίου που αφορούν τις νομικές έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας. Έτσι χρησιμοποιώντας εσφαλμένως τα διδάγματα της κοινής πείρας, δέχθηκε την αποκλειστική υπαιτιότητα του Ε. Β. (οδηγού - κυρίου του ζημιογόνου οχήματος) καίτοι δεν είναι δυνατόν ο τελευταίος να φέρει υπαιτιότητα και δη αποκλειστική, εφόσον δεν υπήρξε πράξη ή παράλειψη, η οποία να συνιστά παράβαση κανόνα δικαίου ή να είναι αντίθετη στο γενικότερο πνεύμα δικαίου ή στις επιταγές της εννόμου τάξεως, καθώς έπραξε τα δέοντα κατά την ακινητοποίηση του οχήματός του και τούτο διότι: α) κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, το εν λόγω όχημα, ακινητοποιημένο σε έδαφος με κατηφορική κλίση, δεν ήταν δυνατόν να κυλίσει και μάλιστα μετά το πέρας δύο ωρών και όχι αμέσως, σε περίπτωση που το χειρόφρενο δεν ήταν σε λειτουργία και β) ομοίως, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ένας έμπειρος οδηγός, εφόσον ο μηχανισμός τροχοπεδήσεως σταθμεύσεως άρχιζε να ασφαλίζει μετά το πέμπτο (4ο - 5ο) δόντι της "καστάνιας", χρειαζόταν δηλαδή "μάζεμα μπόσκων" τεκμαίρεται ότι, λόγω συνήθειας, δεν θα είχε αμελήσει να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες, οι οποίες μάλιστα θα πραγματοποιούνταν αυτοματοποιημένα. Όμως, οι εν λόγω αιτιάσεις (βλ. ειδικότερα σελ. 5 - 11 του αναιρετηρίου) τυγχάνουν απορριπτέες ως απαράδεκτες, προεχόντως διότι τα αναφερόμενα σε αυτές, ως διδάγματα κοινής πείρας, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στους ως άνω επικαλούμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 914, 932, 330 Α.Κ. και 34 παρ. 7 Κ.Ο.Κ.), όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., αλλά (αιτιάσεις) αναφέρονται αποκλειστικώς στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Περαιτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (άρθρα 914, 330 Α.Κ. και 34 παρ. 7 Ν. 2696/1999 - Κ.Ο.Κ.), τις οποίες ορθώς εφάρμοσε ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις και διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, ως προς: α) τα συγκροτούντα την έννοιας της αμέλειας του κυρίου - οδηγού του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου πραγματικά περιστατικά (παράλειψη ασφαλίσεως του ευρισκομένου σε μέτρια κατάσταση οχήματός του, καίτοι στάθμευσε αυτό σε έδαφος με κατωφερική κλίση, τόσο με τη χρήση πέδης σταθμεύσεως (χειρόφρενο) στο σωστό σημείο, όσο και με θέση ταχύτητας οπίσθιας κινήσεως αλλά και με πρόσθετα μέτρα, όπως τοποθέτηση στους τροχούς ειδικών εμποδίων - τάκων), β) την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του κυρίου - οδηγού του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, του ενδίκου ατυχήματος και του επελθόντος (ζημιογόνου) αποτελέσματος και γ) την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού - κυρίου του ως άνω οχήματος και την έλλειψη οιασδήποτε (συντρέχουσας αμέλειας) της θανούσης. Πλέον συγκεκριμένα, με σαφήνεια και πληρότητα συγκεκριμενοποιούνται στην προσβαλλομένη απόφαση τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο ως άνω οδηγός (σε συνδυασμό με την παράβαση του άρθρου 34 παρ. 7 Κ.Ο.Κ.), τα οποία τελούν σε αιτιώδη συνάφεια προς το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, ότι δηλαδή αυτός (οδηγός του ως άνω οχήματος) δεν μερίμνησε λόγω της κατωφέρειας του εδάφους, όπου ακινητοποίησε το όχημά του, να το ασφαλίσει, τόσο με τη χρήση πέδης σταθμεύσεως (χειρόφρενο) στο σωστό σημείο όσο και με θέση ταχύτητας οπίσθιας κινήσεως αλλά και με πρόσθετα μέτρα, όπως τοποθέτηση στους τροχούς ειδικών εμποδίων (τάκων). Δεν συντρέχει επομένως, η επικαλουμένη από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια της παραθέσεως ασαφών, ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών για το λόγο, όπως διατείνεται, ότι δεν προσδιορίζεται: α) ποιο ακριβώς σημείο του αυτοκινήτου επακούμβησε η ανήλικη θανούσα, ώστε αυτό να τεθεί σε κίνηση, β) αν διήλθε έμπροσθεν του οχήματος και γ) ποια ακριβώς ήταν η πορεία της, ήτοι αν αυτή διήλθε από δεξιά ή από αριστερά, σε σχέση με το εμπρόσθιο τμήμα του σταθμευμένου οχήματος. Ομοίως, δεν υπάρχει αντίφαση, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα: α) μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλομένης "ότι η ανήλικη δεν είχε εισέλθει εντός του οχήματος αλλά περνούσε εγγύς του ......, από τη στιγμή που βρέθηκε το κινητό εντός του οχήματος στη θέση του συνοδηγού" καθόσον (κατά την αναιρεσείουσα πάντα) το "ότι όμως η ανήλικη εισήλθε εντός του οχήματος, προκύπτει ακριβώς εκ του γεγονότος που η προσβαλλομένη παραγνωρίζει, ότι βρέθηκε το κινητό τηλέφωνό της στη θέση του συνοδηγού...", β) ".... η αναιρεσιβαλλομένη αναφέρεται στην από …2015 ένορκη εξέταση ως μάρτυρα του Ε. Β. ενώπιον του Α.Τ. … και λόγω της χρονικής της εγγύτητας με το συμβάν, ενώ ουδεμία αναφορά πραγματοποιεί στην με ίδια ημερομηνία ένορκη εξέταση της Α. Δ. ενώπιον του Α.Τ. …, εντός της οποίας αναφέρεται "Κατά το παρελθόν είχε άλλο ένα ατύχημα κατά το οποίο είχε πέσει από την ταράτσα του σπιτιού μας στο χωρίο χωρίς ευτυχώς να τραυματισθεί σοβαρά..." και γ) ".... ως προς την ως άνω αναφερομένη ένορκη εξέταση του Ε. Β., είναι το γεγονός, ότι εκ της απλής αναφοράς του ότι δεν "θυμάται αν είχε τραβήξει ή όχι το χειρόφρενο ή εάν είχε βάλει ταχύτητα για να μπλοκάρει τους τροχούς κατά τη στάθμευσή του" προέκυψε ένα βέβαιο συμπέρασμα επί της υπαιτιότητάς του, ενώ εκ του περιεχομένου της εν λόγω ένορκης και μόνης της αναφοράς αυτής, ουδεμία βεβαιότητα μπορεί να αντληθεί για την ασφάλιση ή μη του οχήματος έναντι κύλισης πόσο μάλλον όταν αυτό είχε μείνει ήδη ακίνητο επί δύο (2) ώρες. Καθώς, αφενός ουδεμία παραδοχή περί μη ασφάλισης υφίσταται, το συμπέρασμα δε της προσβαλλομένης, ότι "ο θανάσιμος τραυματισμός της Ε. Δ. προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος δεν έλαβε, κατά τα προεκτεθέντα, τα κατάλληλα και απαραίτητα μέτρα ασφαλείας ... δεν υποστηρίζεται από το σύνολο των υπαρχόντων προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων", τούτο δε, διότι οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ως ελλείψεις και ασάφειες, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν συνιστούν τοιαύτες, εν πάση περιπτώσει ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, βάσει των οποίων το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε των προβαλλόμενων πλημμελειών της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικώς με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα σχετικώς με την αποκλειστική υπαιτιότητα του ως άνω κυρίου - οδηγού του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται, πέραν, βεβαίως της ουσιαστικής αβασιμότητας των ως άνω αιτιάσεων καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, στην προσβαλλομένη απόφαση εκτίθενται αναλυτικώς οι συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα. Τέλος, και οι λοιπές αιτιάσεις για έλλειψη νομίμου βάσεως, που είναι διάσπαρτες στον άνω (δεύτερο) λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως (έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας ως προς την κίνηση της θανούσης και ως προς τον τρόπο με τον οποίο προέκυψε το συμπέρασμα ότι η θανούσα ακούμπησε το όχημα και εξ αυτού του λόγου αυτό εκκίνησε με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό της, αυθαίρετη και αποσπασματική απόδοση του "ανθρωπίνου" λάθους συνεπεία του οποίου το όχημα εκκίνησε στον κύριο - οδηγό του οχήματος και όχι στην αποθανούσα, μη επαρκής αιτιολογία του τρόπου με τον οποίο συνέβη το ατύχημα αλλά και της θεμελιώσεως της ευθύνης του κυρίου - οδηγού του οχήματος) πλήττουν, υπό την επίφαση της παραβιάσεως του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου, καθόσον αναφέρονται στην από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το ένδικο ατύχημα, περαιτέρω δε στην ανάλυση και στάθμισή τους, και συνεπώς τυγχάνουν απαράδεκτες.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις προαναφερθείσες διακρίσεις, τυγχάνει. Κατ' ακολουθίαν, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί εν τω συνόλω της.
Περαιτέρω, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, ως προς τα δικαστικά έξοδα των πρώτης και δευτέρας των αναιρεσιβλήτων (οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις), για την επιδίκαση των οποίων έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα, πρέπει να επιβληθούν εις βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 3, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθμόν 3194/2022 (τελεσιδίκου) αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα των πρώτης και δευτέρας των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ