Απόφαση 644 / 2026    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 644/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Στυλιανή Μπλέτα, Δέσποινα Βασιλοδημητράκη και Μαργαρίτα Νικάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" και ήδη με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Πετσάλα και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Χ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Πηνελόπη Σαριδάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/11/2020 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 99/2022 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/7/2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 25-7-2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά τις ειδικές διατάξεις των μικροδιαφορών (άρθρα 466 επ. ΚΠολΔ), υπ' αριθ. 99/2022 ανέκκλητη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την από 16-11-2020 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να του καταβάλει με βάση την ενδοσυμβατική ευθύνη (ασφαλιστική σύμβαση), ως ασφαλιστική αποζημίωση λόγω επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, το συνολικό ποσό των 1.515,18 ευρώ νομιμοτόκως, αφού απέρριψε ως αβάσιμους κατ' ουσίαν τους προβληθέντες από την εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία ισχυρισμούς περί απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος βάσει του άρθρου 3 παρ. 1 και 6 του ν. 2496/1997, άλλως βάσει συμβατικού όρου. Η αίτηση αναιρέσεως, κατατεθείσα στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου την 25η-7-2022, ημέρα Δευτέρα, ήτοι εντός τριάντα ημερών από την επίδοση της ως άνω απόφασης (…2022, σύμφωνα με τη σχετική επισημείωση στο επιδοθέν αντίγραφο αυτής του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο … Α. Δ.), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 144 παρ. 1, 495 παρ. 1 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 466 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 ν. 3994/2011 (που ισχύει από 25.7.2011), "αν το αντικείμενο της διαφοράς υπάγεται στο ειρηνοδικείο και αφορά απαιτήσεις, καθώς και δικαιώματα επάνω σε κινητά πράγματα ή τη νομή τους και η αξία τους δεν είναι μεγαλύτερη από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, εφαρμόζονται τα άρθρα 467 έως 471", δηλαδή οι διατάξεις του δέκατου τρίτου κεφαλαίου του ΚΠολΔ με τον τίτλο "Ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές". Στις υποθέσεις αυτές το ειρηνοδικείο δικάζει κατά την τακτική διαδικασία, τροποποιούμενη από τις ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές (άρθρα 466 έως 471 ΚΠολΔ), η απόφαση δε που εκδίδει είναι, σύμφωνα με το άρθρο 512 ΚΠολΔ, ανέκκλητη. Κατά της απόφασης αυτής μπορεί να ασκηθεί αναίρεση, για τους περιοριστικά προβλεπόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους, εκτός, σύμφωνα με ρητή πρόβλεψη, εκείνον του αρ. 1, ήτοι της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών και των διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 891/2024, ΑΠ 1548/2024, ΑΠ 573/2023, ΑΠ 1428/2021). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση κατά της αποφάσεως του ειρηνοδικείου επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ταυτίζεται με το λόγο του άρθρου 559 αρ. 8 του ίδιου Κώδικα. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 53/2025, ΑΠ 762/2025, ΑΠ 242/2023, ΑΠ 1284/2023). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 891/2024, ΑΠ 1548/2024, ΑΠ 673/2023), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ 1284/2023).
Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ή των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και προβλέπεται στο άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, είναι αντίστοιχος με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 του ίδιου Κώδικα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 13/1995). Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με τον νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της (ΑΠ 339/2023), δηλαδή όταν είτε δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), είτε τα εκτιθέμενα περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του σε σχέση με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου στοιχεία για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή για την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία, με την οποία ισοδυναμεί εννοιολογικά και η ενδοιαστική αιτιολογία) ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 1/1999). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει τη συνδρομή ή μη του λόγου αναίρεσης ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 855/2024, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 381/2024, ΑΠ 376/2024, ΑΠ 373/2024, ΑΠ 321/2024). Ανεπάρκεια αιτιολογίας συντρέχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντίθετα, δεν υφίσταται έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για τον λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνακόλουθα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν προκαλείται ο λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαίτερα και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης παρίσταται απαράδεκτος (ΑΠ 804/2023, ΑΠ 348/2023, ΑΠ 253/2023, ΑΠ 234/2023, ΑΠ 114/2023, ΑΠ 1509/2022). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 796/2023, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 2092/2022, ΑΠ 706/2022).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ., 7 του ν. 2496/1997, ο οποίος κατάργησε και αντικατέστησε τις διατάξεις των άρθρων 189 επ. ΕμπΝ, προκύπτει ότι με τη σύμβαση της ασφάλισης ο ασφαλιστής υποχρεούται αντί ασφαλίστρου να αποζημιώσει τις απώλειες ή ζημιές, οι οποίες ενδέχεται να συμβούν στον ασφαλιζόμενο από ορισμένα τυχαία ή ανώτερης βίας περιστατικά ή ασθένειες, οι οποίες δεν υπήρχαν ή υπήρχαν, αλλά ο ασφαλισμένος δικαιολογημένα αγνοούσε την ύπαρξή τους κατά τη σύναψη της σύμβασης. Όπως δε προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 7 του ως άνω νόμου, η ασφαλιστική αποζημίωση καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, όταν πραγματοποιηθεί ο ασφαλιστικός κίνδυνος, ήτοι επέλθει η ζημία, προς κάλυψη της οποίας έχει συνομολογηθεί η ασφαλιστική σύμβαση, οπότε ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλισμα χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Ειδικότερα, στην ασφάλιση προσώπων το ασφάλισμα συνίσταται, είτε στην καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού εφάπαξ ή σε περιοδικές προσόδους (ασφάλιση ποσού), είτε στην αποκατάσταση συγκεκριμένης οικονομικής ζημίας που προήλθε εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος του ασφαλισμένου (ΑΠ 1278/2025).
Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 3 του παραπάνω νόμου, ''κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή. Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου. Εάν ο ασφαλιστής συνάψει τη σύμβαση με βάση γραπτές ερωτήσεις, δεν μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι: α) συγκεκριμένες ερωτήσεις έμειναν αναπάντητες, β) δεν ανακοινώθηκαν περιστάσεις που δεν αποτελούσαν αντικείμενα ερώτησης, γ) δόθηκε καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γενική ερώτηση, εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος ενήργησε κατά τον τρόπο αυτό με πρόθεση να εξαπατήσει τον ασφαλιστή''. Κατά δε την παρ. 6 του άρθρου 3 του ίδιου ως άνω νόμου, ''σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος''. Από τις πιο πάνω διατάξεις, συνάγονται τα εξής: Κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ αφενός του ασφαλιστή και αφετέρου του λήπτη της ασφάλισης, ο τελευταίος υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες και απαραίτητο για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή. Στην περίπτωση ασφάλισης της υγείας, τέτοιο περιστατικό είναι εκείνο, το οποίο επί τη βάσει των κανόνων της ιατρικής και της κοινής πείρας, οδηγεί σε αυξημένη πιθανότητα προσβολής της ασφαλιζόμενης υγείας. Αν ο ασφαλιστής, όπως έχει δικαίωμα, επιλέξει να υποβάλλει στον αιτούντα την ασφάλιση συγκεκριμένες γραπτές ερωτήσεις σχετικά με τον υπό ανάληψη κίνδυνο, δεν μπορεί κατά τα άνω να επικαλεστεί παραβίαση ουσιωδών περιστατικών του κινδύνου εκ μέρους του λήπτη της ασφάλισης αν πρόκειται για περιστατικό που δεν περιέχεται στο ερωτηματολόγιο. Το νόημα του καθιερούμενου εν προκειμένω νόμιμου τεκμηρίου είναι ότι περιορίζει το εύρος των κρίσιμων περιστατικών στα όρια ακριβώς του ερωτηματολογίου. Αν το αποκρυβέν περιστατικό είναι μέσα στα όρια αυτά, δεν σημαίνει ότι χωρίς άλλο είναι και αντικειμενικά ουσιώδες κατά την ανωτέρω έννοια. Ο επικαλούμενος την απόκρυψη ασφαλιστής οφείλει να αποδείξει και τα δύο: Και ότι για το περιστατικό υποβλήθηκε ερώτηση και ότι το αποκρυβέν είναι αντικειμενικά ουσιώδες (ΑΠ 356/2023, ΑΠ 199/2022). Σε περίπτωση δε παράβασης εκ μέρους του λήπτη της ως άνω υποχρέωσης πληροφόρησης του ασφαλιστή από δόλο, ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας γνώση της παράβασης και σταθμίζοντας τα συμφέροντά του, έχει δικαίωμα, είτε να εμμείνει στη σύμβαση, δηλώνοντας ενδεχομένως τούτο ρητά στο λήπτη, είτε να καταγγείλει την σύμβαση εντός της οριζόμενης αποσβεστικής προθεσμίας, επιφέροντας τη λύση της και έτσι να απαλλαγεί, μάλιστα δε αμέσως μετά τη συντέλεση της καταγγελίας, της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος. Ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος και αν έλαβε γνώση της από δόλο μη δήλωσης του λήπτη της ασφάλισης, μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου. Τα δικαιώματα αυτά παρέχονται στον ασφαλιστή, ανεξαρτήτως της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της από δόλο μη δήλωσης και της επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου, δεν έχει δηλαδή σημασία αν η από δόλο μη ανακοίνωση ή καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γραπτές ερωτήσεις του ασφαλιστή συνέχονται με τον ασφαλισμένο κίνδυνο, διότι οι άνω κυρώσεις (καταγγελία, μη καταβολή του ασφαλίσματος) παρέχονται στον ασφαλιστή λόγω της υπαίτιας (με πρόθεση) παραβίασης της υποχρέωσης του λήπτη της ασφάλισης να ανακοινώσει στον ασφαλιστή τις σχετικές πληροφορίες, απαντώντας στις γραπτές ερωτήσεις του τελευταίου, ο οποίος ακολούθως θα προέβαινε στην εκτίμηση του ασφαλισμένου κινδύνου, αποδεχόμενος ή όχι τη σχετική πρόταση για κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, έναντι ορισμένου ποσού ασφαλίστρου, καθόσον η σύνδεση της ασφαλιστικής περίπτωσης με το συγκεκριμένο ασφαλιστικό βάρος δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή του ασφαλιστή. Επιπλέον, απαιτείται γνώση του ασφαλισμένου για συγκεκριμένο γεγονός που απέκρυψε από τον ασφαλιστή κατά την κατάρτιση της σύμβασης, χωρίς να αρκεί αμέλεια στην απόκρυψη αυτήν, ενώ το περιστατικό που αποκρύφτηκε θα πρέπει να είναι αντικειμενικά ουσιώδες, άσχετα αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης ή στην έκταση της ζημίας που προκλήθηκε, έτσι ώστε, όχι οποιαδήποτε απόκρυψη να δίνει στον ασφαλιστική το σχετικό δικαίωμα, αλλά μόνο εκείνου του γεγονότος που θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε μη κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης ή σε κατάρτισή της με διαφορετικούς όρους (ΑΠ 1278/2025, ΑΠ 356/2023, ΑΠ 1775/2023, ΑΠ 199/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο Αθηνών, ύστερα από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που νόμιμα προσκομίστηκαν, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων με το με αριθμό ...2016 ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής, αιτήθηκε από την εναγομένη τη σύναψη ασφάλειας ζωής ισόβιας διάρκειας, ιατροφαρμακευτικών εξόδων και εξόδων νοσοκομειακής περίθαλψης. Ως εξαρτώμενα μέλη του στο εν λόγω συμβόλαιο ο ενάγων όρισε τόσο τη σύζυγό του Α. Κ. όσο και το ανήλικο τέκνο τους Χ. Α. Στη συνέχεια, με το με αριθμό ...2018 τροποποιητικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο για ασφάλιση ζωής προς την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, σύναψε ασφάλεια ζωής πρόσκαιρης διάρκειας, ιατροφαρμακευτικών εξόδων και εξόδων νοσοκομειακής περίθαλψης, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους που αναφέρονται σε αυτό. Μαζί με την αίτηση για την χορήγηση του με αριθμό ...2016 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ο ενάγων συμπλήρωσε και το συνημμένο ερωτηματολόγιο για το ιατρικό ιστορικό και την κατάσταση της υγείας τόσο του ιδίου όσο και των εξαρτωμένων μελών του. Στο ερώτημα με αύξοντα αριθμό …, ήτοι εάν είχε υποβληθεί ο ίδιος ή τα εξαρτώμενα μέλη του σε υπερηχογράφημα, μαστογραφία με αποτελέσματα εκτός φυσιολογικών ορίων που έγιναν εξαιτίας κάποιων ενοχλημάτων ή προληπτικά και υπήρξαν ευρήματα που απαιτούσαν ιατρική συμβουλή ή περαιτέρω έλεγχο, ο ενάγων απάντησε αναφορικά με την σύζυγό του καταφατικά, τονίζοντας το γεγονός ότι οι εν λόγω εξετάσεις διενεργήθηκαν στα πλαίσια εγκυμοσύνης και για προληπτικούς λόγους με φυσιολογικά αποτελέσματα. Αρνητική απάντηση έδωσε στο ερώτημα με αριθμό …, δηλαδή εάν η σύζυγος του ενάγοντος έχει παθήσεις μήτρας, σαλπίγγων, ωοθηκών και μαστών. Παρόμοιο ιατρικό ιστορικό δήλωσε ο ενάγων για τη σύζυγό του και στην με αριθμό … αίτησή του αναφορικά με την τροποποίηση των όρων της αρχικής αριθμό ...2016 ασφαλιστικής του σύμβασης, απαντώντας αυτή τη φορά αρνητικά στην ερώτηση περί του εάν είχε υποβληθεί ο ίδιος ή τα εξαρτώμενα μέλη του σε υπερηχογράφημα, μαστογραφία με αποτελέσματα εκτός φυσιολογικών ορίων που έγιναν εξαιτίας κάποιων ενοχλημάτων ή προληπτικά και υπήρξαν ευρήματα που απαιτούσαν ιατρική συμβουλή ή περαιτέρω έλεγχο. Παράλληλα δήλωσε και βεβαίωσε πως όλες οι απαντήσεις του στο ερωτηματολόγιο ήταν αληθείς και πλήρεις. Κατόπιν τούτου εκδόθηκε αρχικά το με αριθμό ...2016 ασφαλιστήριο συμβόλαιο και εν συνεχεία το με αριθμ. ...2018 τροποποιητικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής, με ημερομηνία έναρξης ισχύος την 8-8-2018 και πρόσκαιρη διάρκεια, που περιελάμβανε τις αναλυτικά αναφερόμενες ασφαλίσεις, σύμφωνα με τον συνημμένο στο ασφαλιστήριο πίνακα παροχών και ασφαλίστρων. Η σύζυγος του ενάγοντος και εξαρτώμενο μέλος στην ως άνω ασφαλιστική σύμβαση, στις 3-1-2019 εισήχθη στην κλινική με την επωνυμία "ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ", πάσχουσα από νεοπλασία αριστερού μαστού και υπεβλήθη σε ευρεία τμηματεκτομή αυτού, παρέμεινε δε προς νοσηλεία μέχρι τις 4-1-2019, οπότε και εξήλθε (βλ. το από …2019 ενημερωτικού έντυπο του θεράποντος ιατρού Α. Α.). Για τη διενέργεια της επέμβασης η σύζυγος του ενάγοντος δαπάνησε μετά και την αφαίρεση του ποσού των 226,80 ευρώ το οποίο και καταβλήθηκε από το ασφαλιστικό της ταμείο (ΕΟΠΥΥ), το συνολικό ποσό των 1.315,18 ευρώ. Κατά την ημέρα της εισαγωγής της στην ως άνω κλινική, η ως άνω Α. Κ. εξουσιοδότησε τον ιατρό και τους υπαλλήλους της εναγομένης να λάβουν γνώση των ιατρικών της εξετάσεων, του ιατρικού της ιστορικού, όπως αυτό προκύπτει από την παρούσα νοσηλεία της, καθώς επίσης και του ιατρικού της φακέλου. Ωστόσο η τελευταία (εναγομένη) με την από 13-2-2019 επιστολή της προς την ιδιωτική κλινική "ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ" αρνήθηκε να καταβάλει το αιτούμενο ποσό, επικαλούμενη νέα στοιχεία που της προσκομίσθηκαν, ήτοι την απόκρυψη από δόλο της κατάστασης της υγείας της ως άνω Α. Κ. στο ερωτηματολόγιο που υπέβαλε κατά τη σύναψη της σύμβασης ασφάλισης, γεγονός που είναι ουσιώδες στην εκτίμηση του κινδύνου που αυτή ανέλαβε και συγκεκριμένα ότι η ως άνω Α. Κ. είχε κατά το παρελθόν κατά τη διενέργεια υπερηχογραφικών ελέγχων ευρήματα σε αμφοτέρους τους μαστούς της, τα οποία και τα χαρακτήριζε κάποια παθολογία. Εξετάζοντας η εναγομένη, μετά την αναγγελία της ως άνω νοσηλείας της συζύγου του ενάγοντος το ιατρικό ιστορικό της, με βάση τα υποβληθέντα σχετικά έγγραφα, ιατρικές γνωματεύσεις και πιστοποιητικά, διαπίστωσε ότι στην από 10-11-2018 μαγνητική τομογραφία μαστών (3 επίπεδα), συνεπεία της οποίας και διενεργήθηκε η ως άνω επέμβαση, αναγραφόταν ότι στον αριστερό μαστό και δη "στην 11η-12η ώρα και στην περιφέρεια πλησίον του θωρακικού τοιχώματος, παρατηρείται μόρφωμα σχετικά ασαφών ορίων, διαστάσεων 1,5 Χ 1 cm, το οποίο παρουσιάζει προοδευτικό εμπλουτισμό με καμπύλες τύπου ΙΙ-plateau. Έχει χαμηλές τιμές στους χάρτες … και χρήσει περαιτέρω διερεύνησης (…)". Στο δε, από 13-12-2018 υπερηχογράφημα μαστών που ακολούθησε την ανωτέρω μαγνητική τομογραφία αναγραφόταν ότι "στην 10η ώρα του αριστερού μαστού, σε απόσταση 10 cm από την θηλή απεικονίζεται υποηχοϊκό μόρφωμα, διαστάσεων (2,1 Χ 1,4) cm ασαφών ορίων, με γωνιώσεις, ακουστική σκιά και ευρήματα αυξημένης αγγείωσης κατά τον έλεγχο με έγχρωμο Doopler". Σε, άλλο, δε σημείο της εξέτασης αυτής αναγραφόταν ότι σε αμφοτέρους τους μαστούς υφίστανται γνωστά υποηχοϊκά μορφώματα, συμπαγούς υφής, ομαλά περιγεγραμμένα, αμετάβλητα συγκριτικά με U/S έλεγχο στις 9-11-2015. Κατά, δε, την από 13-12-2018 έκθεση ιστολογικής εξέτασης προέκυψε ότι το αμέσως ανωτέρω περιγραφόμενο μόρφωμα επρόκειτο για διηθητικό καρκίνωμα των πόρων του μαστού, μη ειδικού τύπου, ιστολογικού βαθμού κακοήθειας (grade) 2. Κατόπιν τούτου η εναγομένη προέβη στην καταγγελία της επίδικης σύμβασης ισχύουσα για το διάστημα από την 8-5-2019 και εφεξής (βλ. την με αριθμό 7100 πράξη κατάθεσης γραμματίου παρακαταθήκης), η οποία και κατά τους ισχυρισμούς της έλαβε χώρα την 20-2-2019. Η ως άνω καταγγελία έλαβε χώρα λόγω του γεγονότος ότι ο ενάγων κατά την συμπλήρωση του ερωτηματολογίου υγείας της αίτησης ασφάλισης αναφορικά με την σύζυγό του, δεν δήλωσε ουσιώδη στοιχεία για την εκτίμηση της ασφαλισιμότητας. Πέραν του γεγονότος ότι δεν αναφέρεται στο έγγραφο της καταγγελίας κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης ότι ο ενάγων δόλια απέκρυψε συγκεκριμένο πρόβλημα της υγείας της συζύγου του, αποδείχθηκαν τα παρακάτω ως προς τον ισχυρισμό της αυτόν: Η Α. Κ., ηλικίας 46 ετών, μετά την σύναψη της τροποποιητικής ασφαλιστικής σύμβασης, είχε επισκεφθεί για προληπτικό έλεγχο την Μαιευτική Γυναικολογική Κλινική "Γένεσις", όπου υπεβλήθη σε υπερηχογράφημα μαστών (βλ. το από …2018 υπερηχογράφημα μαστών της ως άνω κλινικής), τα αποτελέσματα του οποίου ανέφεραν μεταξύ άλλων ότι η σύζυγος του ενάγοντος εμφανίζει πυκνούς μαστούς με υπεροχή των ινοαδενικών στοιχείων, ενώ παράλληλα ανέφερε ότι εμφανίζονται γνωστά υποηχοϊκά μορφώματα, συμπαγούς υφής, ομαλά περιγεγραμμένα, αμετάβλητα συγκριτικά με U/S έλεγχο στις 9-11-2015. Πριν από την διενέργεια της εξέτασης αυτής και συγκεκριμένα στις 18-4-2018, ο ενάγων προέβη στην κατάθεση της αίτησής του για ασφάλιση στην εναγόμενη αναφέροντας την σύζυγό του ως εξαρτώμενο μέλος, όπου στο ερώτημα με αριθμό 4 του ερωτηματολογίου και συγκεκριμένα στο εάν είχε υποβληθεί ο ίδιος ή τα εξαρτώμενα μέλη του σε υπερηχογράφημα, μαστογραφία με αποτελέσματα εκτός φυσιολογικών ορίων που έγιναν εξαιτίας κάποιων ενοχλημάτων ή προληπτικά και υπήρξαν ευρήματα που απαιτούσαν ιατρική συμβουλή ή περαιτέρω έλεγχο, απάντησε αρνητικά. Και τούτο διότι η υπερηχογραφική εξέταση των μαστών της συζύγου του το έτος 2015 έγινε προληπτικά, η ίδια δεν υποβλήθηκε σε καμία θεραπεία και δεν είχε κανένα λόγο να την αναφέρει, η δε ως άνω ερώτηση, λόγω του ότι αναφέρει να δοθούν λεπτομέρειες, αποσκοπούσε στην γνώση από την ασφαλιστική εταιρία ενδεχόμενου ιατρικού προβλήματος των αιτούντων την ασφάλιση, τέτοια δε περίπτωση δεν συνέτρεχε εν προκειμένω, καθώς δεν απαιτείται κατά το ερωτηματολόγιο να αναφέρονται όλες οι προληπτικές εξετάσεις, στις οποίες υποβάλλεται ο κάθε άνθρωπος κατά τακτά χρονικά διαστήματα, εάν σ' αυτές δεν υπάρχουν ευρήματα. Αυτός ήταν και ο λόγος, για τον οποίον απάντησε αρνητικά ο ενάγων και στο με αριθμό … ερώτημα. Η δε παραπομπή του από 13-12-2018 υπερηχογραφήματος στην από 9-11-2015 όμοια εξέταση, αναφέρεται σε γνωστά υποηχοϊκά μορφώματα συμπαγούς υφής, ομαλά περιγεγραμμένα και συγκριτικά αμετάβλητα. Εξ αυτού συνάγεται ότι η σύζυγος του ενάγοντος, ούσα σε αναπαραγωγική ηλικία (εκ παραδρομής αναγράφεται στο λεκτικό της προσβαλλομένης ο όρος "παραγωγική"), ενεφάνισε ινοαδενώματα σε αμφότερους τους μαστούς, τα οποία και είναι ο πιο συνηθισμένος καλοήθης όγκος αυτών. Το ινοαδένωμα, σύμφωνα και με τις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα ιατρικές πηγές, εμφανίζεται ως ψηλαφητή, κινητή, ελαστική ή σκληρή μάζα, συνήθως ανώδυνη, ενώ μπορεί να γίνεται εντονότερα ψηλαφητή και επώδυνη πριν την έμμηνο ρύση (περίοδος). Πρόκειται για ινοεπιθηλιακούς όγκους, καλά περιγεγραμμένους, με ομαλά όρια που συνήθως εντοπίζονται σε γυναίκες ηλικίας 15 έως 35 ετών. Μπορεί να έχουν πολλαπλή ανάπτυξη στον ίδιο μαστό ενώ μόνο στο 10-20% των περιπτώσεων εμφανίζονται και στους δύο μαστούς. 'Ένα ινοαδένωμα μπορεί να έχει μέγεθός από λίγα χιλιοστά ενώ μπορεί να φτάσει έως και τα 15 εκατοστά. Τα ινοαδενώματα είναι συνήθως μικρά και αντιμετωπίζονται συντηρητικά όμως 0,5-2% αυτών των όγκων μπορεί να εμφανίσει ταχεία ανάπτυξη. Πάντως, η παρουσία ενός ινοαδενώματος δεν αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού. Εξαιρετικά σπάνια ορισμένα in situ ή διηθητικά καρκινώματα μπορούν να αναπτυχθούν στο εσωτερικό ή στην περιφέρεια ενός ινοαδενώματος, για τον ίδιο όμως λόγο που θα μπορούσε να αναπτυχθεί ένα καρκίνωμα σε οποιαδήποτε άλλη θέση του μαστού.
Συνεπώς, τα ινοαδενώματα που ενεφάνιζε η σύζυγος του ενάγοντος χαρακτηρίζονται ως φυσιολογικά ευρήματα για γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, δεν της είχε δε συστηθεί συστηματική παρακολούθηση αυτών λόγω οιασδήποτε υποψίας επικινδυνότητας, το δε γεγονός ότι τον Νοέμβριο του έτους 2018 παρουσιάστηκε στην 10η ώρα του αριστερού μαστού διηθητικό καρκίνωμα, ουδόλως σχετίζεται με την ύπαρξη ινομυωμάτων σε αυτό. Το γεγονός, δε, ότι ήδη από το έτος 2015 και ήδη προ της κατάρτισης της ασφαλιστικής συμβάσεως είχε παραπεμφθεί η σύζυγος του ενάγοντος για μαστογραφία και υπέρηχο μαστών, δεν αναιρεί τα ανωτέρω, ένεκα του γεγονότος ότι η μαστοδυνία συνεπεία των οποίων και διενεργήθηκαν οι εν λόγω εξετάσεις είναι μια γενική έννοια η οποία σε καμία περίπτωση δεν υποκρύπτει παθολογία. Ο ισχυρισμός, δε, της εναγομένης ότι η σύζυγος του ενάγοντος γνώριζε για τα παθολογικά ευρήματα στο στήθος της ήδη από την 9-6-2016 ότε και είχε παραπεμφθεί για εξετάσεις τόσο Μονοκλονικών αντισωμάτων Μαστού CA 15-3, όσο και καρκινοεμβρυϊκού αντιγόνου CEA, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Και τούτο διότι αφενός μεν οι ως άνω εξετάσεις είχαν εγγραφεί από παθολόγο και ουχί από γυναικολόγο στα πλαίσια αναιμίας που ενεφάνιζε η ως άνω Α. Κ., αφετέρου η εγγραφή και μόνο αυτών λαμβάνει πλείστες φορές χώρα στο πλαίσιο γενικότερου ελέγχου και ουδόλως στο πλαίσιο ύπαρξης παθολογικών ευρημάτων. Σε κάθε, δε, περίπτωση ο ενάγων δεν μπορούσε να έχει ιατρικές γνώσεις κατά την συμπλήρωση του ως άνω ερωτηματολογίου, με αποτέλεσμα να παρερμηνεύει τα όποια ευρήματα της συζύγου του.
Συνεπώς, από όλα τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι η σύζυγος του ενάγοντα, κατά τον χρόνο σύναψης της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, είχε παθολογικά ευρήματα στο στήθος της και δολίως το απέκρυψε, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγόμενης ως ουσιαστικά αβάσιμου. Για τους ίδιους ως άνω λόγους θα πρέπει να απορριφθεί και ο ισχυρισμός της εναγομένης περί υπαγωγής της ως άνω περίπτωσης στο άρθρο 13 παρ. 1 των εξαιρέσεων του ως άνω ασφαλιστηρίου. Με βάση τα παραπάνω, η από 20-2-2019 (σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της εναγομένης) καταγγελία της ένδικης σύμβασης ασφάλισης ζωής από την εναγόμενη είναι άκυρη, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει ο λόγος καταγγελίας του άρθρου 3 παρ. 1 και 6 του νόμου 2496/1997, η παράλειψη δηλαδή από δόλο της υποχρέωσης του ενάγοντος (λήπτη της ασφάλισης) να δηλώσει στην εναγομένη (ασφαλιστή), κατά τη σύναψη της σύμβασης, κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει και το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, με συνέπεια να εξακολουθεί να ισχύει η ασφαλιστική σύμβαση.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η Α. Κ. για την επίδικη νοσηλεία της δικαιούται επιπλέον και χειρουργικό επίδομα. Τούτο υπολογίζεται κατά τους όρους του παραρτήματος 483 του υπ' αριθμ. ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου βάσει συγκεκριμένου ποσοστού ανάλογα με την βαρύτητα της επέμβασης, επί του κεφαλαίου της συμπληρωματικής ασφαλίσεως του χειρουργικού επιδόματος, το οποίο εν προκειμένω ανέρχεται στο ποσό των 1.000,00 ευρώ. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι η επέμβαση της συζύγου του ενάγοντος χαρακτηρίζεται ως "μεσαία επέμβαση" στον τομέα της "Γενικής Χειρουργικής", καθότι η ίδια υπεβλήθη σε εκτομή του σημασμένου ογκιδίοu από τον αριστερό μαστό, με αποτέλεσμα το ποσοστό του επιδόματος να ανέρχεται σε ποσοστό 20%, επί του ασφαλιστέου κεφαλαίου, ήτοι στο ποσό των 200,00 ευρώ (1.000,00 Χ 20%), απορριπτομένου έτσι του σχετικού ισχυρισμού του ενάγοντος περί χαρακτηρισμού αυτής ως μεγάλης. Συνακόλουθα των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 1.515,18 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Ειρηνοδικείο Αθηνών δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και του επιδίκασε το συνολικό ποσό των 1.515,18 ευρώ νομιμοτόκως, αφού απέρριψε ως αβάσιμους κατ' ουσίαν τους προβληθέντες από την εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία ισχυρισμούς α)εκ του άρθρου 3 παρ. 1 και 6 του ν. 2496/1997 περί απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος και β) εκ του άρθρου 361 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 13 περ. 1 των ειδικών όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου περί συμβατικής εξαίρεσης της ένδικης περίπτωσης από την καταβολή αποζημίωσης. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Ειρηνοδικείο Αθηνών δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ` αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την υπαγωγή ή μη, των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα στις διατάξεις αυτές, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα. Ειδικότερα από το αιτιολογικό της απόφασης προκύπτουν με σαφήνεια όλα τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα και τα οποία ήταν αναγκαία στην προκειμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των εν λόγω διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 6 Ν. 3496/1997 και 361 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 13 περ. 1 των ειδικών όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που δεν εφαρμόστηκαν, ενώ έχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τις ουσιαστικές του παραδοχές ότι το περιστατικό που δεν ανακοινώθηκε από τον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα κατά την κατάρτιση των δύο ασφαλιστικών συμβάσεων (αρχικής και τροποποιητικής), ήτοι η ύπαρξη σε αμφότερους τους μαστούς της ασφαλισμένης συζύγου του γνωστών υποηχοϊκών μορφωμάτων συμπαγούς υφής, ομαλώς περιγεγραμμένων (ινοαδενωμάτων) ήδη από τις 9-11-2015, δεν ήταν αντικειμενικά ουσιώδες -και δη ασχέτως των πρόσθετων παραδοχών του ότι δεν επέδρασε στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης- καθώς αυτό δεν ήταν δυνατό να οδηγήσει σε μη κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης ή στην κατάρτισή της με διαφορετικούς όρους, διότι, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του τα ινοαδενώματα που ενεφάνιζε η σύζυγος του ενάγοντος χαρακτηρίζονται ως φυσιολογικά ευρήματα σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας και δεν της είχε συστηθεί συστηματική παρακολούθηση αυτών λόγω οιασδήποτε υποψίας επικινδυνότητας, ενώ εξαιρετικά σπάνια ορισμένα in situ ή διηθητικά καρκινώματα μπορούν να αναπτυχθούν στο εσωτερικό ή στην περιφέρεια ενός ινοαδενώματος, για τον ίδιο όμως λόγο που θα μπορούσε να αναπτυχθεί ένα καρκίνωμα σε οποιαδήποτε άλλη θέση του μαστού. Ούτε όμως δημιουργείται ασάφεια από την αναφορά, σε δύο σημεία της απόφασης και δη του ενός από αυτά στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, του όρου "ινομυώματα", που συνιστούν μη καρκινικούς συμπαγείς σχηματισμούς στα τοιχώματα της μήτρας, αντί του όρου "ινοαδενώματα", καθώς τούτο οφείλεται σε γραφική παραδρομή του δικαστηρίου, εφόσον από το όλο περιεχόμενο του αιτιολογικού της προκύπτει κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις ότι γίνεται αναφορά στην παρουσία ινοαδενωμάτων στους μαστούς της ασφαλισμένης συζύγου από τις 9-11-2015.
Συνεπώς, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, αναφορικά τόσο με την απόρριψη της ένστασης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας περί απαλλαγής της από την καταβολή του ασφαλίσματος λόγω της από δόλο του λήπτη της ασφάλισης παράλειψης δήλωσης της πραγματικής κατάστασης της υγείας της συζύγου του, όσο όμως και με την απόρριψη του έτερου αυτοτελούς ισχυρισμού της εναγομένης, περί υπαγωγής της ως άνω περίπτωσης στο άρθρο 13 παρ. 1 των εξαιρέσεων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, δυνάμει του οποίου συμφωνήθηκε ότι η αναιρεσείουσα δεν υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση σε περίπτωση ασφάλισης της νοσοκομειακής περίθαλψης στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η θεραπεία σχετίζεται αμέσως ή εμμέσως ή τυγχάνει αποτέλεσμα της με αριθ. 1 περίπτωσης του άρθρου 13 των ειδικών όρων της συμπληρωματικής ασφάλισης, που περιλαμβάνει κάθε προϋπάρχουσα της ασφάλισης ασθένεια ή σωματική βλάβη, ως και τις επιπλοκές ή υποτροπή αυτής. Τούτο δε, καθώς η επίδικη εγχείρηση, αφορώσα τμηματεκτομή αριστερού μαστού λόγω διηθητικού καρκινώματος των πόρων του μαστού, δεν αφορά, κατά τις ανέλεγκτες πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, σε επιπλοκή ή υποτροπή υφισταμένης πάθησης στον μαστό της ασφαλισμένης. Οι παραπάνω αιτιολογίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της μη εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες το δικάσαν δικαστήριο της ουσίας Ειρηνοδικείο Αθηνών δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Ωσαύτως αβάσιμος είναι και ο δεύτερος, από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, ότι το δικάσαν Δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα από αυτήν και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και δη ότι δέχθηκε πως η αναιρεσείουσα προέβαλε τον ισχυρισμό της από δόλο παράλειψης του άνω ασφαλισμένου της - ενάγοντος να δηλώσει τα ινομυώματα της συζύγου του, ενώ η ίδια προέβαλε τον ισχυρισμό της από δόλο παράλειψης δήλωσης ινοαδενωμάτων μαστού της συζύγου του, αλλά και το αποδεικτικό της πόρισμα περί της μη απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων αναφέρεται ομοίως σε άλλη πάθηση, στα ινομυώματα, και όχι στην αναφερθείσα δια των προτάσεών της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί, όπως σαφώς προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης που παρατίθενται ανωτέρω, το Ειρηνοδικείο έλαβε υπόψη τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, που συγκροτεί την ιστορική βάση της από το άρθρο 361 ΑΚ ενστάσεώς της και τον απέρριψε με την παραδοχή ότι η νοσοκομειακή περίθαλψη της συζύγου του ενάγοντος δεν σχετίζεται αμέσως ή εμμέσως με προϋπάρχουσα της ασφάλισης ασθένεια ή σωματική βλάβη και με επιπλοκές ή υποτροπή αυτών και δη με επιπλοκή / υποτροπή υφισταμένης ήδη από το έτος 2015 πάθησης στους μαστούς, την οποία αυτός δεν παρέλειψε από δόλο να δηλώσει, ενώ η αναγραφή του όρου "ινομυώματα", αντί του ορθού "ινοαδενώματα μαστού", οφείλεται, όπως ανωτέρω αναφέρεται, σε γραφική παραδρομή του δικαστηρίου. Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στους ίδιους ως άνω λόγους αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, αφού ανάγονται στην ανάλυση, τη στάθμιση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του σαφούς ως άνω αποδεικτικού πορίσματος, επιχειρώντας απαραδέκτως υπό την επίφαση των εν λόγω πλημμελειών να πλήξουν την επί της ουσίας κρίση του δικαστηρίου, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Κατ' ακολουθίαν τούτων, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από …2022 και με αριθ. εκθ. καταθ. …2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 99/2022 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο.
και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ