Απόφαση 656 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 656/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 09 Φεβρουαρίου 2026, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Λ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με το δικηγόρο του Γεώργιο Κατσαβριά.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Γ. του Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Δερμιτζάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-10-2023 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50144/2024 του ίδιου Δικαστηρίου και 3042/2025 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-07-2025 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 29.7.2025 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, με αριθμό 3042/2025 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 10.12.2024 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 50.144/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν η από 16.10.2023 αγωγή του αναιρεσείοντος, ως προς το κεφάλαιο της ονοματοδοσίας του άρρενος ανηλίκου τέκνου, που αυτός είχε αποκτήσει κατά τη διάρκεια του νομίμου γάμου του με την αναιρεσίβλητη, ενώ έγινε δεκτή εν μέρει κατά τα λοιπά αιτήματα αυτής (βάπτιση, ανάδοχοι κλπ). Η αίτηση ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 του ΑΚ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Με το νόμο 4800/2021 "Μεταρρυθμίσεις αναφορικά με τις σχέσεις γονέων και τέκνων, άλλα ζητήματα οικογενειακού δικαίου και λοιπές επείγουσες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 81/21-5-2021) επήλθαν σημαντικές τροποποιήσεις στη ρύθμιση των σχέσεων γονέων και τέκνων, μετά τη διακοπή της συμβίωσης των γονέων τους ή το διαζύγιο ή την ακύρωση του γάμου τους, με σκοπό, όπως αναφέρεται και στη σχετική εισηγητική έκθεση, την ενίσχυση της ενεργού παρουσίας και των δύο γονέων στην ανατροφή του τέκνου με βάση την αρχή της ισότητας των γονέων στις ευθύνες και τα δικαιώματά τους έναντι του τέκνου και με γνώμονα αποκλειστικά και μόνο το συμφέρον του. Ειδικότερα, στις διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1513, 1518 και 1519 ΑΚ, όπως αυτές ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους, αντίστοιχα, με τα άρθρα 7 παρ. 1, 5, 6, 7 παρ. 2, 11 και 12 του νόμου 4800/2021 και οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 18 εδ. α' του ίδιου νόμου, εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις, για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί, μέχρι την έναρξη ισχύος του (16-9-2021 - άρθρο 30 του νόμου 4800/2021), αμετάκλητη δικαστική απόφαση, ορίζονται τα ακόλουθα: Στο άρθρο 1510 ΑΚ ότι "Η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων (γονική μέριμνα), οι οποίοι την ασκούν από κοινού και εξίσου. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του. Σε περίπτωση όπου η γονική μέριμνα παύει λόγω θανάτου, κήρυξης σε αφάνεια ή έκπτωσης του ενός γονέα, η γονική μέριμνα ανήκει αποκλειστικά στον άλλο. Αν ο ένας από τους γονείς αδυνατεί να ασκήσει τη γονική μέριμνα για πραγματικούς λόγους ή γιατί είναι ανίκανος ή περιορισμένα ικανός για δικαιοπραξία, την ασκεί μόνος ο άλλος γονέας. Η επιμέλεια όμως του προσώπου του τέκνου ασκείται και από τον ανήλικο γονέα". Στο άρθρο 1511 ΑΚ ότι "1. Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου. 2. Στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου, που εξυπηρετείται ιδίως από την ουσιαστική συμμετοχή και των δύο γονέων στην ανατροφή και φροντίδα του, καθώς επίσης και από την αποτροπή διάρρηξης των σχέσεών του με καθένα από αυτούς, πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του δικαστηρίου, όταν αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο άσκησής της. Η απόφαση του δικαστηρίου συνεκτιμά παραμέτρους, όπως την ικανότητα και πρόθεση καθενός εκ των γονέων να σεβαστεί τα δικαιώματα του άλλου, τη συμπεριφορά κάθε γονέα κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα και τη συμμόρφωσή του με τις νόμιμες υποχρεώσεις του, δικαστικές αποφάσεις, εισαγγελικές διατάξεις και προηγούμενες συμφωνίες που είχε συνάψει με τον άλλο γονέα και αφορούν το τέκνο. 3. Η απόφαση του δικαστηρίου πρέπει επίσης να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας ιδίως του φύλου, του σεξουαλικού προσανατολισμού, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσίας. 4. Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του, πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα και τα συμφέροντά του". Στο άρθρο 1512 ΑΚ, ότι "Κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας οι γονείς καταβάλλουν προσπάθεια για την εξεύρεση κοινά αποδεκτών λύσεων. Αν διαφωνούν, αποφασίζει το δικαστήριο". Στο άρθρο 1513 ΑΚ, ότι "Στις περιπτώσεις διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης ή διακοπής της συμβίωσης των συζύγων ή των μερών του συμφώνου συμβίωσης και εφόσον ζουν και οι δύο γονείς, εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα. Ο γονέας με τον οποίο διαμένει το τέκνο, επιχειρεί τις πράξεις που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 1516, κατόπιν προηγούμενης ενημέρωσης του άλλου γονέα". Στο άρθρο 1518 ΑΚ, ότι "Η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευσή του, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του. Κατά την ανατροφή του τέκνου οι γονείς το ενισχύουν, χωρίς διάκριση φύλου, να αναπτύσσει υπεύθυνα και με κοινωνική συνείδηση την προσωπικότητά του. Η λήψη σωφρονιστικών μέτρων επιτρέπεται μόνο εφόσον αυτά είναι παιδαγωγικώς αναγκαία και δεν θίγουν την αξιοπρέπεια του τέκνου. Κατά τη μόρφωση και την επαγγελματική εκπαίδευση του τέκνου οι γονείς λαμβάνουν υπόψη τις ικανότητες και τις προσωπικές του κλίσεις. Γι' αυτόν τον σκοπό οφείλουν να συνεργάζονται με το σχολείο και αν υπάρχει ανάγκη, να ζητούν τη συνδρομή αρμοδίων κρατικών υπηρεσιών ή δημοσίων οργανισμών. Κάθε γονέας υποχρεούται να διαφυλάσσει και να ενισχύει τη σχέση του τέκνου με τον άλλο γονέα, τους αδελφούς του, καθώς και με την οικογένεια του άλλου γονέα, ιδίως όταν οι γονείς δεν ζουν μαζί ή ο άλλος γονέας έχει αποβιώσει". Στο άρθρο 1519 ΑΚ, ότι "Όταν η επιμέλεια ασκείται από τον έναν γονέα ή έχει γίνει κατανομή της μεταξύ των γονέων, οι αποφάσεις για την ονοματοδοσία του τέκνου, για το θρήσκευμα, για ζητήματα της υγείας του, εκτός από τα επείγοντα και τα εντελώς τρέχοντα, καθώς και για ζητήματα εκπαίδευσης που επιδρούν αποφασιστικά στο μέλλον του, λαμβάνονται από τους δύο γονείς από κοινού. Τα δύο τελευταία εδάφια του άρθρου 1510 και το άρθρο 1512 εφαρμόζονται αναλόγως. Για τη μεταβολή του τόπου διαμονής του τέκνου που επιδρά ουσιωδώς στο δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, απαιτείται προηγούμενη έγγραφη συμφωνία των γονέων ή προηγούμενη δικαστική απόφαση που εκδίδεται μετά από αίτηση ενός από τους γονείς. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο. Ο γονέας στον οποίο δεν έχει ανατεθεί η άσκηση της επιμέλειας έχει το δικαίωμα να ζητά από τον άλλο πληροφορίες για το πρόσωπο και την περιουσία του τέκνου". Με τις προαναφερόμενες διατάξεις ορίζεται, ότι τη γονική μέριμνα οι γονείς δεν την ασκούν μόνο από κοινού αλλά και "εξίσου" (άρθρο 1510), ότι κάθε απόφαση των γονέων ή του δικαστηρίου σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου (άρθρο 1511), ότι στις περιπτώσεις διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή λύσης ή ακύρωσης του συμφώνου συμβίωσης ή διακοπής της συμβίωσης, οι δύο γονείς εξακολουθούν να ασκούν από κοινού και εξίσου την γονική μέριμνα του τέκνου (άρθρο 1513). Από τις ίδιες αυτές διατάξεις προκύπτει, ότι περιεχόμενο της γονικής μέριμνας αποτελεί και η ονοματοδοσία του ανηλίκου, σχετικά με την οποία οι γονείς αποφασίζουν από κοινού, σε περίπτωση δε, που αυτοί διαφωνούν, αποφασίζει το δικαστήριο. Μάλιστα, με τη νέα διάταξη του άρθρου 1519 ΑΚ, επιδιώκεται η εξασφάλιση της συμμετοχής του γονέα που δεν ασκεί την γονική μέριμνα, σε σημαντικές αποφάσεις για τον ανήλικο, στις οποίες περιλαμβάνεται και η ονοματοδοσία. Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων και προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής της, είναι το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μία ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα, ως τέτοιο δε, νοείται το σωματικό, υλικό, πνευματικό, ψυχικό, ηθικό και γενικότερα το κάθε είδους συμφέρον του. Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονται από τον νομοθέτη εκ των προτέρων προσδιοριστικά στοιχεία, πέραν από το επιβαλλόμενο στο δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην προβεί σε διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής - οικονομικής κατάστασής τους.
Συνεπώς, και οι νέες διατάξεις αποβλέπουν στην προστασία του συμφέροντος του ανηλίκου όπως και οι προϊσχύσασες και ο όρος "βέλτιστο συμφέρον" του τέκνου ταυτίζεται, ουσιαστικά, με την, κατά την προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 1511 ΑΚ, έννοια του "συμφέροντος" του τέκνου. Το κανονιστικό περιεχόμενο της έννοιας αυτής, του συμφέροντος του τέκνου, συγκεκριμενοποιείται εκάστοτε, με βάση τις επικρατούσες συνθήκες, σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, καθώς επίσης -και κυρίως- τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε παιδιού. Το συμφέρον του παιδιού προσδιορίζεται εξατομικευμένα με αναφορά σε συγκεκριμένο εκάστοτε παιδί και τις ανάγκες του, όπως αυτές προσδιορίζονται ιδίως από την κατάσταση της υγείας του, την ηλικία του, τις οικογενειακές και κοινωνικές συνθήκες, υπό τις οποίες αυτό διαβιώνει και αναλύεται στις επιμέρους πτυχές του δικαιώματος της προσωπικότητας του παιδιού, δηλαδή κυρίως στη ζωή, σωματική ακεραιότητα, υγεία, συναισθηματική και ψυχολογική ασφάλεια και σταθερότητα, διανοητική πρόοδο, κοινωνική ένταξη και αποδοχή, υπευθυνότητα, κοινωνική συνείδηση και ανεξαρτησία του παιδιού. Επίσης, το παιδί εξελίσσεται και μαζί του εξελίσσονται οι ανάγκες του και αναπροσδιορίζεται το συμφέρον του. Η χρονική παράμετρος για τη συγκεκριμενοποίηση του συμφέροντος του παιδιού είναι σημαντική. Ιδανικά, οι γονείς πρέπει να επιδιώκουν την προαγωγή εξίσου του βραχυπρόθεσμου, του μεσοπρόθεσμου και του μακροπρόθεσμου συμφέροντος του παιδιού. Στις περιπτώσεις που η ταυτόχρονη αυτή επιδίωξη δεν μπορεί να επιτευχθεί στο βέλτιστο βαθμό, πρέπει στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση να επιχειρείται η κατά το δυνατόν μεγαλύτερη ικανοποίηση του βραχυπρόθεσμου και του μεσοπρόθεσμου συμφέροντος. Ποίο είναι το μακροπρόθεσμο συμφέρον του παιδιού είναι συχνά αβέβαιο στο σύγχρονο συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο. Ενόψει της κατάστασης αυτής, η θυσία του βραχυπρόθεσμου συμφέροντος του παιδιού χάριν του μακροπρόθεσμου συμφέροντος μπορεί τελικά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις να αποβεί αλυσιτελής, εκτός αν κατά την επιδίωξη αυτή τα μειονεκτήματα από τη θυσία του βραχυπρόθεσμου συμφέροντος αντισταθμίζονται από την κατά το δυνατό βέβαιη προαγωγή του μακροπρόθεσμου συμφέροντος του παιδιού. Η κρίση, πάντως, αυτή δεν μπορεί να είναι γενική και πρέπει να εκφέρεται κατά τη συγκεκριμενοποίηση του συμφέροντος συγκεκριμένου εκάστοτε παιδιού και ενόψει της λήψης συγκεκριμένης απόφασης που το αφορά και απαιτεί στάθμιση του βραχυπρόθεσμου με το μακροπρόθεσμο συμφέρον. Στη δικαστική, συνεπώς, κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο, ούτως ώστε, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει το δικαστήριο σε ρύθμιση τέτοια που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανήλικου τέκνου, για τη διαπίστωση δε της συνδρομής του εξετάζονται πάντοτε τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και οι συναφείς περιστάσεις (ΑΠ 42/2025, ΑΠ 119/2023, ΑΠ 157/2022).
Εξάλλου, εφόσον το συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, αν η απόφαση περιέχει κρίση για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος του τέκνου, πλην όμως αυτή είναι εσφαλμένη, δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1585/2023, ΑΠ 157/2023, ΑΠ 119/2023, ΑΠ 2096/2022, ΑΠ 1988/2022, ΑΠ 1878/2022, ΑΠ 1758/2022, ΑΠ 157/2022), αν δε, η απόφαση δεν έχει ως προς τούτο καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες υπόκειται σε αναίρεση κατ' άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 1585/2023, ΑΠ 119/2023, ΑΠ 2096/2022, ΑΠ 1988/2022, ΑΠ 1878/2022, ΑΠ 1758/2022, ΑΠ 157/2022). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς επίσης και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε, παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή, ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε , ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 555/2023, ΑΠ 522/2023, ΑΠ 261/2023, ΑΠ 182/2023).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 13/1995). Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της (ΑΠ 339/2023), δηλαδή, όταν είτε δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), είτε τα εκτιθέμενα περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του σε σχέση με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου στοιχεία για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή για την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία, με την οποία ισοδυναμεί εννοιολογικά και η ενδοιαστική αιτιολογία), ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία, ΟλΑΠ 1/1999). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε, Άρειος Πάγος διαπιστώνει τη συνδρομή ή μη του λόγου αναίρεσης ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας συντρέχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντίθετα, δεν υφίσταται έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνακόλουθα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν προκαλείται ο λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαίτερα και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης παρίσταται απαράδεκτος (ΑΠ 804/2023, ΑΠ 348/2023, ΑΠ 253/2023, ΑΠ 234/2023, ΑΠ 114/2023, ΑΠ 1509/2022). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 796/2023, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 2092/2022, ΑΠ 706/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος αυτής: " Οι διάδικοι σύζυγοι τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο στο Δημοτικό Κατάστημα του Δήμου Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης στις …2015, από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα: Την Μ., γεννηθείσα στις …2016 και το αβάπτιστο ακόμη, άρρεν τέκνο που γεννήθηκε στις …2019. Η έγγαμη συμβίωση των ανηλίκων δεν εξελίχθηκε ομαλά και ο γάμος τους λύθηκε δυνάμει της με αριθμό ...2023 πράξης συναινετικής λύσης γάμου της συμβολαιογράφου … Α. Δ. Μ., στα πλαίσια της οποίας, με την από …2023 έγγραφη συμφωνία, ρύθμισαν την άσκηση της επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων τους, η οποία ασκείται από την μητέρα τους, τον κύριο τόπο διαμονής των ανηλίκων τέκνων τους, που είναι η εκάστοτε διεύθυνση της κατοικίας της μητέρας τους, το δικαίωμα επικοινωνίας του πατέρα με τα ανήλικα τέκνα του και την καταβολή διατροφής του τελευταίου για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων του.
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι παρά την ρύθμιση των ανωτέρω ζητημάτων, υφίστανται ακόμη αντιπαραθέσεις μεταξύ τους και αυτοί δεν συμφωνούν ως προς την ονοματοδοσία του τέκνου τους. Ειδικότερα, ο ενάγων επιθυμεί να δοθεί σ' αυτό το όνομα "..." το οποίο είναι το όνομα του πατέρα του, ενώ η εναγομένη το όνομα του αποβιώσαντος πατρός της "..." λαμβάνοντας υπόψη ότι το πρώτο τέκνο των διαδίκων έλαβε το όνομα από την γιαγιά της πατρικής γραμμής (Μ.).
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από τη γέννηση του δευτέρου άρρενος τέκνου μέχρι την ηλικία περίπου των τριών ετών ο πατέρας και το οικογενειακό του περιβάλλον, τον αποκαλούσε "...". Από τη διάσπαση όμως, της έγγαμης συμβίωσης των γονέων του και έπειτα, ήτοι από τον … του έτους 2022, αφότου το τέκνο άρχισε να διαμένει μόνο με τη μητέρα του στο …, μετά την αποχώρηση του πατέρα από την οικογενειακή στέγη, η τελευταία άρχισε να αποκαλεί το τέκνο "μπέμπη" ως ένδειξη της διαφωνίας της να δοθεί στο παιδί το όνομα του πατέρα του ενάγοντος. Η διαφωνία των γονέων ως προς το όνομα του τέκνου, συνεχίστηκε και την επόμενη χρονιά, ώστε σε αίτημα του ιδιωτικού παιδικού σταθμού στον οποίο φοιτούσε κατά το σχολικό έτος 2023-2024 να επιλέξουν κύριο όνομα ως προς το τέκνο, εκείνοι επέλεξαν να δηλώσουν το τέκνο ως ΑΚΟ (άνευ κυρίου ονόματος) … προκειμένου να συνεχιστεί η φοίτηση του παιδιού στον εν λόγω σταθμό, χωρίς κανείς να υποχωρήσει ως προς την επιλογή του ονόματος. Τον Ιούνιο του 2023, η μητέρα συζήτησε με τα δύο ανήλικα τέκνα και τους ανέφερε την παράδοση που υπάρχει στη χώρα μας για το μοίρασμα των ονομάτων και κατόπιν το τέκνο άρχισε να ανταποκρίνεται στο όνομα "...", να συστήνεται με αυτό και να είναι περισσότερο εξοικειωμένο με αυτό (κατάθεση μάρτυρος Ν. Α.). 'Ηδη το ανήλικο τέκνο των διαδίκων προσφωνείται με το όνομα "..." στις σχέσεις του με την εφεσίβλητη-εναγομένη μητέρα, τη μητρική οικογένεια, το κοινωνικό και σχολικό του περιβάλλον (προσκλήσεις σε γιορτές συμμαθητών του) με συνέπεια να το έχει ήδη συνηθίσει ως μέρος της ταυτότητάς του. Αντίθετα, "..." το αποκαλούν μόνον ο ενάγων και οι συγγενείς του στα πλαίσια της αραιής συμφωνηθείσας προσωπικής επικοινωνίας (όπως ομολογεί στην αγωγή του), που έχουν μαζί του. Επίσης, αισθάνεται αμήχανα κατά τη χρήση του ονόματος "..." με αποτέλεσμα να εισέρχεται, άθελά του και προφανώς, ενάντια στο βέλτιστο συμφέρον του, στο ευρύτερο πλαίσιο αντιπαράθεσης των διαδίκων και των οικογενειών τους, καλούμενο το ίδιο κατ' αρχάς, να προσαρμόζεται στις διαφορετικές αξιώσεις και επιλογές των γονέων και των οικογενειών εκατέρωθεν, κυρίως όμως να υπερασπιστεί το ένα ή το άλλο όνομα αντίστοιχα, παρότι δεν δύναται να κατανοήσει, δικαιολογήσει και αποδεχθεί την δημιουργούμενη διάσταση. Μάλιστα, το ως άνω ανήλικο τέκνο με εμφανή ανησυχία και φανερά στρεσαρισμένο ζητεί να μην το φωνάζουν "..." στο δημόσιο κολυμβητήριο Καλλιθέας, όταν τον συνοδεύει ο ενάγων πατέρας του, διότι φοβάται την αντίδραση και τον θυμό του τελευταίου.... Κατόπιν των ανωτέρω, εφόσον υπάρχει ασυμφωνία των διαδίκων γονέων του άρρενος τέκνου τους, ως προς το όνομα που πρέπει να δοθεί σε αυτό, πρέπει αυτή να αρθεί με την παρούσα απόφαση και με κριτήριο αποκλειστικά και μόνον το συμφέρον του τέκνου. Πρέπει δε, να σημειωθεί ότι το συμφέρον του ανηλίκου υιού των διαδίκων, αναφορικά με την ονοματοδοσία του, υπαγορεύει την επιλογή ονόματος, το οποίο θα διευκολύνει την ομαλή ενσωμάτωσή του στο οικογενειακό και κοινωνικό του περιβάλλον και θα τελεί σε αρμονία με τις παραδοσιακές αρχές και αξίες της οικογενειακής ζωής, οι οποίες κατοχυρώνονται και προστατεύονται συνταγματικά (άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος), λαμβανομένης υπόψη και της ήδη διαμορφωθείσας κατάστασης στο οικογενειακό περιβάλλον της μητέρας του, με την οποία κατοικεί. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, το Δικαστήριο τούτο άγεται στην κρίση ότι το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να φέρει το όνομα "..." καθόσον η χρήση οποιουδήποτε άλλου ονόματος θα αποβεί σε βάρος της ψυχικής υγείας του και θα επιδράσει αρνητικά στην ανέλιξη της προσωπικότητας αυτού...Επί πλέον με τη λύση αυτή προκρίνεται η αξία της ισότητας μεταξύ των οικογενειών της πατρικής και μητρικής γραμμής, καθόσον το πρώτο τέκνο των διαδίκων έλαβε το όνομα από την γιαγιά της πατρικής γραμμής (Μ.).
Περαιτέρω, ο καθορισμός διπλού ονόματος δεν εγγυάται την ομαλότητα στις σχέσεις των διαδίκων και δεν διασφαλίζει την ομαλή ψυχοσυναισθηματική εξέλιξη του ανηλίκου, αλλά αντίθετα ενέχει τον κίνδυνο αρνητικής επίδρασης στον χαρακτήρα και την προσωπικότητά του, καθώς παρίσταται βέβαιο, λόγω της υφισταμένης αντιδικίας των μερών, ότι δεν θα αποδεχθούν την διπλή ονομασία, αλλά κάθε διάδικος και το αντίστοιχο περιβάλλον του θα αποκαλεί το τέκνο με το ένα από τα δύο ονόματα της δικής του προτίμησης, προκαλώντας σύγχυση και αναστάτωση σε αυτό.
Συνεπώς, το συμφέρον του παιδιού, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, εξυπηρετείται από τον καθορισμό του ονόματος "..." που θα του εξασφαλίζει ομαλή ανάπτυξη και σταθερή ψυχοσυναισθηματική εξέλιξη, ενώ ταυτόχρονα, θα θέσει τέρμα στην επιβλαβή για το ίδιο υφισταμένη κατάσταση, να αποκαλείται με διαφορετικό τρόπο στο περιβάλλον της κάθε διάδικης πλευράς (ΑΠ 42/2025, ΑΠ 119/2023).Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε τα ίδια, έστω και με μερικώς διαφορετική αιτιολογία, την οποία το παρόν Δικαστήριο συμπληρώνει, κατ' άρθρο 534 του ΚΠολΔ, ορθά τον νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, οι δε περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης, όπως και η κρινόμενη έφεση στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθεί..." Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1510-1514 του ΑΚ (όπως αυτές ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με τον ν. 4800/2021), των οποίων συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ, ορθά υπήγαγε στις διατάξεις αυτές, τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, καταλήγοντας σε ορθό αποδεικτικό πόρισμα. Συγκεκριμένα, έγινε δεκτό με την προσβαλλομένη απόφαση, ότι ενόψει της διαφωνίας των από μηνός Φεβρουαρίου 2023, συναινετικώς διαζευχθέντων διαδίκων, γονέων δύο ανηλίκων τέκνων, τα οποία αμφότερα, διαβιούν έκτοτε, με την αναιρεσίβλητη μητέρα τους, κατόπιν κοινής συμφωνίας αυτών (γονέων), ως προς την ονοματοδοσία του δευτέρου εξ αυτών, άρρενος, γεννηθέντος στις 8.11.2019 τέκνου, το βέλτιστο συμφέρον του τελευταίου, προσδιοριζομένου από την ηλικία του, τις προπεριγραφείσες οικογενειακές και κοινωνικές συνθήκες και αποδειχθείσες περιστάσεις, οι οποίες απαιτούν τον αυτοπροσδιορισμό και την ανεξαρτησία αυτού, την ανάγκη συναισθηματικής και ψυχολογικής του σταθερότητας, και τέλος, από την ανάγκη κοινωνικής του ένταξης και αποδοχής από το περιβάλλον του σε βαθμό ατομικότητος, επιβάλλει να δοθεί σε αυτό το όνομα "..." (...), με το οποίο είναι τούτο πλήρως εξοικειωμένο, συστήνεται δε, και αναγνωρίζεται σήμερα, με αυτό στο οικογενειακό, σχολικό και κοινωνικό του περιβάλλον.
Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προαναφερθείσες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης προκύπτουν όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των παραπάνω διατάξεων, έχει δε, τις παρατιθέμενες παραπάνω σαφείς, επαρκείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμα. Τούτο διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, το βέλτιστο συμφέρον του άρρενος ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, ενόψει της διαφωνίας τους σχετικά με την ονοματοδοσία του τέκνου, επιβάλλει να δοθεί σ' αυτό, το κύριο όνομα "...", που είναι το όνομα του παππού της μητρικής γραμμής του ανηλίκου, δεδομένου ότι η χρήση του ονόματος "..." (...), που είναι το όνομα του παππού της πατρικής γραμμής του ανηλίκου, και με το οποίο το τέκνο των διαδίκων προσφωνείτο μέχρι την ηλικία των τριών ετών και έκτοτε προσφωνείται έτσι (...) αποκλειστικά και μόνον από τον αναιρεσείοντα πατέρα του και το οικογενειακό περιβάλλον του τελευταίου, κατά τα σύντομα χρονικά διαστήματα επικοινωνίας τους με το ανήλικο, θα αποβεί σε βάρος της ψυχοσυναισθηματικής ισορροπίας του, λαμβανομένης υπόψη, της κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, αποδειχθείσας, πλήρους εξοικείωσης του ανηλίκου με το όνομα αυτό, με το οποίο αναγνωρίζεται στο σύνολο του κοινωνικού περιβάλλοντός του, αλλά και ιδίως, της έντονης ανησυχίας και ψυχικής έντασης του ανηλίκου σχετικά με τις αντιδράσεις του αναιρεσείοντος πατέρα του, ο οποίος επιδεικνύει θυμό, όταν ακούει να προσφωνούν τον γιό του "..." στο κολυμβητήριο που τον συνοδεύει, καθώς και της αμηχανίας που αισθάνεται, αναγκαζόμενος να προσαρμοσθεί στις διαφορετικές αξιώσεις των γονέων και του περιβάλλοντός τους προκειμένου να υπερασπισθεί το όνομα της προτίμησης εκάστου των διαδίκων.
Περαιτέρω δε, ότι ο καθορισμός διπλού ονόματος "..." και "..." δεν εγγυάται την ομαλότητα στις σχέσεις των διαδίκων, ούτε διασφαλίζει την ομαλή ψυχοσυναισθηματική του εξέλιξη, αλλά αντίθετα ενέχει τον κίνδυνο αρνητικής επίδρασης στον χαρακτήρα και την προσωπικότητά του, καθώς παρίσταται βέβαιο, λόγω της υφισταμένης αντιδικίας των γονέων του, ότι οι τελευταίοι δεν θα δεχθούν την διπλή ονομασία, αλλά κάθε διάδικος και το αντίστοιχο περιβάλλον του, θα αποκαλεί το τέκνο με το ένα από τα δύο ονόματα της δικής του προτίμησης, προκαλώντας σύγχυση και αναστάτωση σε αυτό. Οι ανωτέρω παραδοχές της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού της προσβαλλομένης, είναι σαφείς, επαρκείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις και ουδόλως απαιτείτο να διαληφθούν και άλλες αιτιολογίες, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων, και ειδικότερα, ποίου εκ των δύο ονομάτων γινόταν χρήση από το οικογενειακό περιβάλλον της αναιρεσίβλητης και την ίδια μέχρι την ηλικία των τριών ετών, και ιδίως, από του μηνός Σεπτεμβρίου 2022 μέχρι τον Ιούνιο 2023, σε ποίο ακριβώς χρονικό σημείο άρχισε το ανήλικο τέκνο των διαδίκων να ανταποκρίνεται στο όνομα "...", ο λόγος για τον οποίο δεν ρυθμίστηκε το όνομα του ανηλίκου με κοινή συμφωνία, αφού κάθε εκκρεμότητα σχετικά με την επιμέλεια, επικοινωνία και διατροφή αυτού είχε ρυθμιστεί με γραπτή συμφωνία των διαδίκων, ήδη από τον μήνα Ιανουάριο 2023. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και ειδικότερα προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και αριθ. 19 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, και λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης και ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το κρίσιμο ζήτημα, του ορισμού του κύριου ονόματος του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, με γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον αυτού, τυγχάνουν αβάσιμοι. Σε κάθε περίπτωση, υπό την προσχηματική επίκληση των προαναφερόμενων αιτιάσεων από την πλευρά του αναιρεσείοντος κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, πλήττεται κατ' ουσίαν η από το Εφετείο γενόμενη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ενώ εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από την περ. γ' του αυτού ως άνω άρθρου (αρθ. 559 αρ. 11), κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008). Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Για την πληρότητα του λόγου αυτού πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη χωρίς να προσκομισθούν ή δεν έλαβε αυτά υπόψη, ενώ προσκομίστηκαν νόμιμα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 426/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 333/2009). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στη προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενος, ότι δεν προκύπτει από το περιεχόμενό της, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν ενώπιον του, και συγκεκριμένα, τα κρίσιμα για την απόδειξη ουσιωδών ισχυρισμών του : α) ψηφιακό αντίγραφο αρχείου βίντεο της 11.9.2011, β) ψηφιακό αντίγραφο αρχείου βίντεο της 24.2.2022, γ) αντίγραφο του από 16.12.2022 γραπτού μηνύματος μέσω κινητού τηλεφώνου, δ) ατομικό δελτίο μαθητή τηρούμενο στο ιδιωτικό εκπαιδευτήριο EMEDOF που φοιτά το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, καταχωρηθέν με το όνομα "... …", ε) ατομικό δελτίο υγείας μαθητή τηρούμενο στο αυτό ως άνω εκπαιδευτήριο, καταχωρηθείς με το όνομα "... …", στ) από 27.4.2023 απόδειξη εξόφλησης διδάκτρων φοίτησης στο αυτό ως άνω εκπαιδευτήριο, με στοιχεία του ανηλίκου "... …", ζ) φωτογραφία του ανηλίκου στα τέταρτα γενέθλιά του, με τούρτα γενεθλίων με την ένδειξη "Χρόνια Πολλά ..." η) από 14.9.2022 ηλεκτρονική επιστολή, με συνημμένο το, με την ίδια ημεροχρονολογία, συμφωνητικό, όπου το ανήλικο αναφέρεται με τα στοιχεία "... …", θ) επικοινωνία με μηνύματα με την αναιρεσίβλητη στις 17.1.2023 μέσω κινητού τηλεφώνου, όπου ο ανήλικος προσφωνείται από τον αναιρεσείοντα ως "..." ι) επικοινωνία με μηνύματα με την αναιρεσίβλητη στις 10.5.2023 μέσω κινητού τηλεφώνου, όπου ο ανήλικος προσφωνείται από τον αναιρεσείοντα ως "...", ια) τις με αριθμούς … και …/2024 ένορκες βεβαιώσεις των Ι. Π. και Λ. Χ. αντιστοίχως, ιβ) ψηφιακό αντίγραφο αρχείου βίντεο της 8.11.2024, ιγ) τις με αριθμούς … , … και …/2025 ένορκες βεβαιώσεις των Ε. Τ. , Κ. Λ. και Χ. Σ., αντιστοίχως, και τέλος, ιδ) τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει συναφώς με τις αιτιάσεις του τρίτου αναιρετικού λόγου, ότι ρητώς αναφέρεται ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία είναι πρόσφορα είτε για πλήρη απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, γίνεται δε, λεπτομερής μνεία συγκεκριμένων, φερομένων ως αγνοηθέντων αποδεικτικών μέσων και δη, των ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων Ι. Π., Λ. Χ., Ε. Τ., Κ. Λ. και Χ. Σ., των προσκομιζομένων φωτογραφιών, των αντιγράφων των μηνυμάτων που αντάλλαξαν οι διάδικοι μεταξύ τους (πλην αυτών που αφορούν επικοινωνία με τρίτα πρόσωπα), ώστε ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται, ότι άπαντα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση από τους διαδίκους λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλομένης, ενώ χωριστή μνεία ενός εκάστου και χωριστή αξιολόγηση αυτού δεν ήταν αναγκαία, αρκούσης της γενικής μνείας ότι αυτά ελήφθησαν υπόψη, μολονότι έγινε ειδική αναφορά των περισσοτέρων από αυτά. Η άποψη του αναιρεσείοντος, ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιταγή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Ενόψει τούτων, ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Μετά τα προαναφερόμενα και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, με δεδομένο ότι η αίτηση ασκήθηκε μετά την 1η-1-2016, πρέπει να αποδοθεί στον αναιρεσείοντα το παράβολο που κατέθεσε για την άσκηση αυτής, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 τελευταίο εδάφιο ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του νόμου 4335/2015, η υποχρέωση για την καταβολή παραβόλου δεν ισχύει από την 1η-1-2016, μεταξύ άλλων και για τις οικογενειακές διαφορές του άρθρου 592 αριθ. 3 ΚΠολΔ, στις οποίες συγκαταλέγεται η επίλυση διαφωνίας των γονέων του ανήλικου τέκνου κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας, σύμφωνα με το άρθρο 1512 ΑΚ, όπως είναι και η κρινόμενη διαφορά (ΑΠ 42/2025, ΑΠ 144/2024, ΑΠ 587/2023, ΑΠ 1548/2022). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν του σχετικού νόμιμου αιτήματός της, κατά τα στο διατακτικό ειδικότερα οριζόμενα (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29.7.2025 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 3042/2025 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου που προκατέθεσε ο αναιρεσείων στον ίδιο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ