Απόφαση 658 / 2026    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 658/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18η Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Σπυριδούλας Θωμοπούλου, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, το οποίο έχει καταθέσει τις από 15-12-2022 προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Β. Ζ. του Γ. και 2) Π. Κ. του Κ., κατοίκων ..., που δεν παραστάθηκαν, εκ των οποίων η πρώτη έχει καταθέσει τις από 27-10-2023 προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2016 αγωγή της 1ης ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν η 164/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 107/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-4-2022 αίτησή του. Με την υπ' αριθμ. …/2025 Πράξη του Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τη διάταξη του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η οποία έχει εφαρμογή και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάζεται μετά το τέλος της συζήτησης της υπόθεσης καταστεί αδύνατη η έκδοση της απόφασης (παραίτηση, παύση δικαστή κλπ.), η συζήτηση επαναλαμβάνεται με τον ορισμό νέας δικασίμου και κοινοποίηση κλήσης προς τους διαδίκους, ενέργειες που λαμβάνουν χώρα με την επιμέλεια είτε κάποιου εκ των διαδίκων είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 2113/2022, 1763/2022, 582/2016). Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 50/2019, 1753/2017, 1545/2017, 242/2015). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 720/2025, 632/2024, 456/2024). Τέλος, από τον συνδυασμό των παρ. 1, 2 και 4 του άρθρου 568 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για να είναι νόμιμη η από τον επισπεύδοντα αναιρεσείοντα κλήτευση του αναιρεσιβλήτου για την ορισθείσα από τον πρόεδρο του αρμόδιου τμήματος του Αρείου Πάγου δικάσιμο, δεν αρκεί μόνο η επίδοση κλήσης προς συζήτηση, αλλά είναι αναγκαία η προς αυτόν (αναιρεσίβλητο) επίδοση, νόμιμα και εμπρόθεσμα, και αντιγράφου του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης που κατατέθηκε (ΑΠ 992/2022, 1331/2018, 1416/2017). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 518/2021, 18/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με υπ' αριθ. …2025 πράξη του Προέδρου του παρόντος Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου και για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτήν και συνίστανται στην αδυναμία έκδοσης απόφασης επί της από …2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. …/2022) αίτησης αναίρεσης, που είχε συζητηθεί στη δικάσιμο της 5-12-2023, ορίστηκε η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (18-11-2025) με σκοπό την επανάληψη της συζήτησης. Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 107/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, επί της από …2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. …/2019) έφεσης της ενάγουσας και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 164/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια ειδική διαδικασία, επί της από …2016 (αριθ. έκθ. κατάθ. …2016) αγωγής της κατά της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και κατά του αναιρεσείοντος και με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς το δεύτερο εναγομένο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης αυτού, ενώ έγινε εν μέρει δεκτή ως προς την πρώτη εναγομένη και ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, αναγνωρίστηκε δε η υποχρέωση αυτής να καταβάλει στην ενάγουσα τα ποσά των 1.620,27 ευρώ, 238,70 ευρώ και 154,77 ευρώ νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στο διατακτικό αυτής διακρίσεις. Με την ως άνω εφετειακή απόφαση απορρίφθηκε τυπικά η έφεση, κατά το μέρος που αφορούσε τα κονδύλια των αποδοχών Ιανουαρίου 2016, καθώς και του επιδόματος και των αποδοχών αδείας έτους 2016, έγινε τυπικά δεκτή κατά τα λοιπά, ακολούθως δε, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν ως προς την πρώτη εναγομένη - εφεσίβλητη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, Π. Κ., έγινε δεκτή κατ' ουσίαν ως προς το δεύτερο εναγόμενο - εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, μετά δε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης ως προς το τελευταίο, κατά το μέρος που αφορούσε την επιδίκαση αποζημίωσης λόγω συνταξιοδότησης, έγινε δεκτή η αγωγή ως προς το αίτημα τούτο και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του τελευταίου να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 26.686 ευρώ νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στο διατακτικό αυτής διακρίσεις. Κατά τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο της 5-12-2023 (εξ αναβολής από την αρχική δικάσιμο της 10-1-2023), δεν είχε εμφανιστεί η δεύτερη αναιρεσίβλητη, Π. Κ., ενώ δεν προέκυψε κλήτευση αυτής από την ομόδικό της, πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία είχε επισπεύσει τη συζήτηση, ούτε επίδοση προς αυτήν αντιγράφου της ένδικης αίτησης αναίρεσης. Ακολούθως, κατά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης, απουσίασαν αμφότερες οι αναιρεσίβλητες, οι οποίες κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (βλ. το από …2025 αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας δικαστηρίων του Πρωτοδικείου …, Χ. Α., προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο της πρώτης αναιρεσίβλητης, Ηλία Παππά, δια του οποίου αυτή είχε παρασταθεί και καταθέσει προτάσεις κατά την αρχική δικάσιμο της υπόθεσης στις 5-12-2023, καθώς και το από …2025 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή δικαστηρίων του Πρωτοδικείου …, Γ. Μ., προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο της δεύτερης αναιρεσίβλητης, Νικόλαο Αλεξίου, ο οποίος την είχε εκπροσωπήσει ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση μετά από την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση). Ωστόσο, αφού δεν προκύπτει επίδοση και αντιγράφου της ένδικης αίτησης αναίρεσης προς την απολειπόμενη δεύτερη αναιρεσίβλητη και δεδομένου ότι αυτή συνδέεται με την πρώτη αναιρεσίβλητη με σχέση απλής ομοδικίας, θα πρέπει να χωριστεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτήν, να συζητηθεί δε η υπόθεση αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη.
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις …2022 (βλ. υπ' αριθ. …2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου … Μ. Κ.) και η αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 12-4-2022, συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
II. Με το κανονιστικό διάταγμα της 19/23 Ιουλίου 1941 "Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των διατάξεων των Αναγκαστικών Νόμων 434/1937, 1933/1939, 2182/1940 και 2532/1940 "περί οργανισμού των Υποθηκοφυλακείων του Κράτους"" (ΦΕΚ Α' 244/1941) προβλέπεται, στο άρθρο 1 ότι: "Εν τη περιφερεία εκάστου ειρηνοδικείου λειτουργούσιν έν ή πλείονα υποθηκοφυλακεία, παρ' οις μόνον δύνανται να ενεργώνται εγκύρως κατά τας διατάξεις των κειμένων νόμων α) η εγγραφή υποθήκης ή προσημειώσεως ή κατασχέσεως επί ακινήτων κειμένων εν τη περιφερεία της δικαιοδοσίας του υποθηκοφυλακείου, β) η μεταγραφή των εις τοιαύτην υποκειμένων πράξεων κατά τον περί μεταγραφής νόμον επί ακινήτων κειμένων εν τη αυτή περιφερεία, γ) Η καταχώρησις αγωγών ως και πάσα άλλη πράξις, εγγραφή ή σημείωσις σχετική προς ακίνητα, οριζομένη υπό του νόμου", στο άρθρο 3 ότι : "Τα Υποθηκοφυλακεία είναι άμισθα ή έμμισθα......" και στο άρθρο 45 παρ. 7, όπως η παρ. 7 αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 15 του ν.δ. 4201/1961 (ΦΕΚ Α' 175), ότι: "Αι εργάσιμοι ώραι εν τοις εμμίσθοις και αμίσθοις υποθηκοφυλακείοις, αι ώραι παραλαβής των προσκομιζομένων προς καταχώρισιν εγγράφων, αι ώραι ερεύνης των βιβλίων και πάσα λεπτομέρεια της διεξαγωγής της υπηρεσίας ρυθμίζονται δι' αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης".
Περαιτέρω, το ανωτέρω δ/γμα της 19/23.7.1941 ορίζει στο άρθρο 12 ότι: "Το προσωπικόν εκάστου ειδικού αμίσθου Υποθηκοφυλακείου σύγκειται εξ ενός υποθηκοφύλακος, δυναμένου να βοηθήται παρ' ενός ή πλειόνων υπαλλήλων υπ' αυτού προσλαμβανομένων και αμειβομένων" και στο άρθρο 35 παρ. 1 ότι: "Η κατά τους κειμένους νόμους εποπτεία και επιθεώρησις των υποθηκοφυλακείων εν γένει του Κράτους ανήκει εις τους οικείους παρά πρωτοδίκαις Εισαγγελείς, ασκούντας και επί του προσωπικού των υποθηκοφυλακείων πάντα τα εκ των άρθρ. 96 και επ. του Οργανισμού των δικαστηρίων και λοιπών νόμων παρεχόμενα αυτοίς σχετικά δικαιώματα...... Ως προς την πειθαρχικήν διαδικασίαν και τας πειθαρχικάς ποινάς εφαρμόζονται επίσης αι διατάξεις του Οργανισμού των δικαστηρίων, ως ετροποποιήθησαν".
Εξάλλου, το ως άνω διάταγμα (στο Κεφάλαιο Η') καθόριζε, στα άρθρα 53, 54 και 55, τα εισπραττόμενα "δικαιώματα των αμίσθων υποθηκοφυλάκων", τα οποία καθορίζονται ήδη από τον ν. 325/1976 (ΦΕΚ Α' 125/1976) "Περί καθορισμού των εισπραττομένων εν τοις αμίσθοις και εμμίσθοις Υποθηκοφυλακείοις δικαιωμάτων υπέρ του Δημοσίου και των Αμίσθων Υποθηκοφυλάκων" (άρθρο 25). Ο νόμος αυτός ορίζει στο άρθρο 1 ότι: "Οι Άμισθοι Υποθηκοφύλακες, ανεξαρτήτως των νομίμων τελών, εισπράττουσι παρά των αιτούντων εγγραφήν εις τα παρ' αυτοίς τηρούμενα βιβλία, δικαιώματα πάγια και αναλογικά κατά τας εν τοις επομένοις άρθροις διακρίσεις" και στα άρθρο 2 έως 9 καθορίζει ειδικότερα τα εισπραττόμενα στα άμισθα υποθηκοφυλακεία πάγια και αναλογικά δικαιώματα. Σύμφωνα με το άρθρο 16 του ίδιου νόμου, "1. Εκ των υπέρ αυτού εισπραττομένων δικαιωμάτων, ο Άμισθος Υποθηκοφύλαξ...... παρακρατεί δι' αμοιβήν αυτού και προς αντιμετώπισιν των γενικών εξόδων κανονικής λειτουργίας του Υποθηκοφυλακείου, το σύνολον τούτων, εφ' όσον ταύτα δεν υπερβαίνουσι τας δραχμάς 360.000 ετησίως. 2. Εάν τα εισπραττόμενα δικαιώματα υπερβαίνωσι τας δραχμάς 360.000, ο ειδικός Άμισθος Υποθηκοφύλαξ...... παρακρατεί πλέον του ποσού τούτου και ποσοστόν 20% επί των πέραν των 360.000 δραχμών εισπραττομένων ετησίως δικαιωμάτων, μη δυναμένου του ποσού των συνολικώς παρακρατουμένων δικαιωμάτων του να υπερβή τας δραχμάς 40.000 μηνιαίως ή τας δραχμάς 480.000 ετησίως......". Τα οριζόμενα στο ως άνω άρθρο 16 ποσά αναπροσαρμόστηκαν διαδοχικά με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, εκδοθείσες βάσει της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 19 παρ. 2 του νόμου αυτού, με τελευταία και ισχύουσα την ΥΑ 26233/2005 (ΦΕΚ Β' 341/16.3.2005).
Περαιτέρω, το άρθρο 56 του προαναφερθέντος κανονιστικού διατάγματος της 19/23.7.1941, το οποίο αντικαταστάθηκε αρχικώς με το άρθρο 1 του α.ν. 153/1967 και στη συνέχεια με το άρθρο 1 του ν.δ. 811/1971, ορίζει στις παραγράφους 4 και 5 και στη συνέχεια στις αναριθμηθείσες ως 7 και 8 παραγράφους, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 12 του ν. 1868/1989, που προσέθεσε νέα παρ. 6, τα εξής: "4. Ο ειδικός άμισθος Υποθηκοφύλαξ...... παρακρατεί επί πλέον του εν τη προηγουμένη παραγράφω ποσού, τας υπέρ του Ταμείου Νομικών εισφοράς τας αναλογούσας εις το πέραν του κατά την παρ. 3 παρακρατουμένου ποσού, ως και τας δαπάνας μισθοδοσίας των υπ' αυτού απασχολουμένων υπαλλήλων και τας υπέρ των οικείων ασφαλιστικών Ταμείων αντιστοίχως εισφοράς τούτων ως εργοδοτών. Αι δι' έκαστον υπάλληλον παρακρατούμεναι δαπάναι μισθοδοσίας δεν δύναται να υπερβαίνουν τα υπό των οικείων συλλογικών συμβάσεων ή διαιτητικών αποφάσεων καθοριζόμενα όρια. 5. Ο αριθμός των απαραιτήτων δια την κανονικήν λειτουργίαν εκάστου αμίσθου Υποθηκοφυλακείου υπαλλήλων, καθορίζεται δι' αποφάσεων των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, εκδιδομένων κατόπιν ειδικώς ητιολογημένης γνωμοδοτήσεως του αρμοδίου Εισαγγελέως Πρωτοδικών, επί τη βάσει του αριθμού των εισαγομένων πάσης φύσεως αιτήσεων και κατ' αναλογίαν ενός υπαλλήλου προς χιλίας τουλάχιστον αιτήσεις εκ των κατ' έτος υποβαλλομένων. 6...... 7. Εάν τα εισπραττόμενα δικαιώματα, μηνιαίως ή ετησίως, είναι κατώτερα των όσων κατά τας προηγουμένας παραγράφους δικαιούται να παρακρατήση ο άμισθος υποθηκοφύλαξ...... δι' αμοιβήν αυτού και προς αντιμετώπισιν των γενικών εξόδων λειτουργίας του Υποθηκοφυλακείου και μισθοδοσίας του υπ' αυτού απασχολουμένου προσωπικού, ως και εργοδοτικών εισφορών, ουδεμίαν υποχρέωσιν αναλαμβάνει το Δημόσιον προς συμπλήρωσιν του παρακρατουμένου ποσού μέχρι των κατά τας προηγουμένας παραγράφους οριζομένων ορίων. 8. Πάσα αναγκαία λεπτομέρεια δια την εφαρμογήν του παρόντος εν οις και ο τρόπος αποδείξεως του ποσού των καταβαλλομένων εις έκαστον των απασχολουμένων υπαλλήλων αποδοχών καθορισθήσεται δι' αποφάσεως του Υπουργού Δικαιοσύνης". Επίσης, το άρθρο 2 του α.ν. 153/1967 προβλέπει ότι: "1. Τα επί πλέον των κατά την παρ. 2 του προηγουμένου άρθρου [ήδη άρθρο 16 του ν. 325/1976] ποσών, εισπραττόμενα δικαιώματα, κατατίθενται εις το οικείον Δημόσιον Ταμείον. Η κατάθεσις γίγνεται ανά τρίμηνον και εντός του πρώτου δεκαημέρου του επομένου μηνός της λήξεως του τριμήνου. 2. Εάν τα εισπραχθέντα υπό τινός των ως άνω Υποθηκοφυλάκων δικαιώματα τριμήνου τινός είναι κατώτερα των όσων συμφώνως τω παρόντι νόμω δικαιούται να παρακρατήση ούτος δι' εαυτόν, διά τας αποδοχάς των υπαλλήλων του, συμπληρούνται ταύτα εκ των επί πλέον εισπραττομένων δικαιωμάτων των επομένων τριμήνων, εις τρόπον ώστε τα παρακρατούμενα να μη υπερβαίνουσι τα κατά την παρ. 2 του προηγουμένου άρθρου [ήδη άρθρο 16 του ν. 325/1976] ποσά κατ' έτος". Συναφώς, η …/1971 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης "Περί καθορισμού των αναγκαίων λεπτομερειών δια την εφαρμογήν του Α.Ν. 153/1967 ως ετροποποιήθη και συνεπληρώθη υπό του Ν.Δ. 811/1971" (ΦΕΚ Β' 245/1971), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων 2 παρ. 3 του α.ν. 153/1967 και 56 παρ. 8 του κωδ. δ/τος της 19/23.7.1941, ορίζει (παρ. 3 έως 5) ότι οι άμισθοι υποθηκοφύλακες τηρούν και "βιβλίο εισοδημάτων", στο οποίο καταχωρίζονται και αθροίζονται ανά τρίμηνο, κατά τον αναλυτικώς παρατιθέμενο στην απόφαση αυτή τρόπο, αφενός το σύνολο των εισπραττομένων ποσών των δικαιωμάτων που προκύπτουν από το "βιβλίο εισαγομένων εγγράφων" και το "βιβλίο εκδόσεως πιστοποιητικών και αντιγράφων" και αφετέρου τα ποσά υπέρ του άμισθου υποθηκοφύλακα (άρθρο 16 ν. 325/1976), τα καταβαλλόμενα για τη μισθοδοσία των απασχολούμενων στο άμισθο υποθηκοφυλακείο υπαλλήλων-βοηθών και για την εργοδοτική εισφορά του άμισθου υποθηκοφύλακα στο ΙΚΑ ή σε άλλο ασφαλιστικό ταμείο, καθώς και οι αναλογούσες υπέρ του Ταμείου Νομικών εισφορές του. Το προκύπτον υπόλοιπο από τα ποσά αυτά κατατίθεται από τον άμισθο υποθηκοφύλακα στο δημόσιο ταμείο, ως δημόσιο έσοδο, ανά τρίμηνο και εντός του πρώτου δεκαημέρου του επομένου μηνός της λήξεως του τριμήνου. Ακολούθως, με το άρθρο 108 παρ. 5 του ν. 4055/2012 (ΦΕΚ Α' 51/12.3.2012) προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 5 του άρθρου 1 του προαναφερθέντος ν.δ. 811/1971, ως εξής: "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια σχετική με την επιλογή, πρόσληψη, υπηρεσιακή κατάσταση, με οποιονδήποτε τρόπο μετατροπή ή λύση της εργασιακής σχέσης των υπαλλήλων των Υποθηκοφυλακείων". Κατ' εφαρμογή της ως άνω εξουσιοδοτικής διάταξης, εκδόθηκε η 37480/4.5.2012 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης με τίτλο "Ρυθμίσεις για το προσωπικό που προσλαμβάνεται με την προβλεπόμενη διαδικασία του ν.δ. 811/1971, όπως ισχύει" (ΦΕΚ Β' 1532/4.5.2012) με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Α) Το προσωπικό που προσλαμβάνεται με την προβλεπόμενη διαδικασία του ν.δ. 811/1971, όπως ισχύει, είναι πλήρους απασχόλησης, παρέχει τις υπηρεσίες του κατά το ωράριο λειτουργίας του άμισθου Υποθηκοφυλακείου και σε κάθε περίπτωση, κατά τον χρόνο υποδοχής του κοινού. Β) Προκειμένου να γίνει οποιαδήποτε πρόσληψη σε άμισθο Υποθηκοφυλακείο, ο άμισθος υποθηκοφύλακας που αιτήθηκε τη δημιουργία της θέσης προσωπικού υποχρεούται να αναρτήσει τη σχετική ανακοίνωση σε εμφανές σημείο του καταστήματος του Υποθηκοφυλακείου, στον ΟΑΕΔ της περιοχής όπου υπάγεται το άμισθο Υποθηκοφυλακείο και στο κατάστημα του οικείου Πρωτοδικείου, καθώς και στο κατάστημα της οικείας Εισαγγελίας Πρωτοδικών. Επίσης, η ανωτέρω ανακοίνωση αναρτάται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με μέριμνα του Τμήματος Υποθηκοφυλακείων και Κτηματολογικών Γραφείων. Γ) Στην ανακοίνωση αναγράφεται υποχρεωτικά α) η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου που αφορά η θέση εργασίας, β) εάν απαιτείται πτυχίο ΑΕΙ, ΤΕΙ ή απολυτήριο Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, γ) ο τόπος και η προθεσμία υποβολής των δικαιολογητικών, η οποία δεν δύναται να είναι μικρότερη του ημερολογιακού μήνα, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Δ) Τα δικαιολογητικά κατατίθενται σε Επιτροπή Επιλογής, η οποία συνεδριάζει εντός ωραρίου στο κατάστημα της εκάστοτε Εισαγγελίας Πρωτοδικών και θα απαρτίζεται από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών που εξέδωσε τη σχετική γνωμοδότηση ως Πρόεδρο, τον οικείο άμισθο Υποθηκοφύλακα, καθώς και έναν εκπρόσωπο του Πανελλήνιου Συνδέσμου Υπαλλήλων Αμίσθων Υποθηκοφυλακείων ως μέλη. Στην Επιτροπή Επιλογής θα παρέχεται γραμματειακή υποστήριξη από την Εισαγγελία Πρωτοδικών ή από τον συμμετέχοντα εκπρόσωπο του Πανελλήνιου Συνδέσμου Υπαλλήλων Αμίσθων Υποθηκοφυλακείων...... Ζ) Σε περίπτωση που ο άμισθος Υποθηκοφύλακας προτίθεται να προβεί σε μείωση προσωπικού, ενημερώνει εγγράφως τον οικείο Εισαγγελέα Πρωτοδικών και τους εργαζόμενους στο Υποθηκοφυλακείο, στο εν λόγω έγγραφο αναφέρονται ρητά οι λόγοι μείωσης προσωπικού. Ο Εισαγγελέας συγκροτεί Επιτροπή με την ίδια σύνθεση με την Επιτροπή πρόσληψης και κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής, εντός ωραρίου, δικαιούνται να παρίστανται και οι εργαζόμενοι στο οικείο Υποθηκοφυλακείο. Η Επιτροπή αποφασίζει αιτιολογημένα για την αναγκαιότητα της μείωσης προσωπικού". Με το άρθρο 23 παρ. 5 και 7 του ν. 2664/1998 (ΦΕΚ Α' 275/3.12.1998) "Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", όπως η περ. α' της παρ. 5 αντικ. με την παρ. 11 του άρθρου 2 του ν. 3127/2003 (ΦΕΚ Α 67/19.3.2003), ορίζονται τα εξής: "5. Κατά τη μεταβατική περίοδο λειτουργίας άμισθων Υποθηκοφυλακείων ως Κτηματολογικών Γραφείων ισχύουν τα ακόλουθα: α) Ο υποθηκοφύλακας παραμένει άμισθος δημόσιος λειτουργός και εξακολουθεί να προΐσταται του Υποθηκοφυλακείου και μετά την έναρξη λειτουργίας του ως Κτηματολογικού Γραφείου. Το προσωπικό που υπηρετεί στο Υποθηκοφυλακείο κατά την ημερομηνία κήρυξης της περιοχής υπό κτηματογράφηση διατηρείται με την ίδια σχέση που το συνδέει με τον άμισθο υποθηκοφύλακα και διεκπεραιώνει τις εργασίες για τη λειτουργία του Υποθηκοφυλακείου και ως Κτηματολογικού Γραφείου. Οι δαπάνες για τη μισθοδοσία και τις ασφαλιστικές εισφορές του προσωπικού αυτού, καθώς επίσης του τυχόν νέου προσωπικού, κατά τα οριζόμενα στο επόμενο εδάφιο, βαρύνουν τον άμισθο υποθηκοφύλακα. β) Για την πρόσληψη νέου προσωπικού, κατά τη μεταβατική περίοδο λειτουργίας άμισθου Υποθηκοφυλακείου ως Κτηματολογικού Γραφείου, εφαρμόζεται το αριθμητικό κριτήριο που θα ισχύει κατά την έναρξη της μεταβατικής αυτής περιόδου, το οποίο σήμερα είναι ένας (1) υπάλληλος ανά χίλιες (1.000) αιτήσεις. Η πρόσληψη γίνεται από τον υποθηκοφύλακα, ο οποίος, μέσα στο πλαίσιο του συνολικού αριθμού υπαλλήλων που προσδιορίζεται με βάση το προαναφερόμενο μέτρο, λαμβάνει υπόψη του και την ανάγκη ηλεκτρονικής καταγραφής και επεξεργασίας των πληροφοριών για την ακώλυτη, με σύγχρονες μεθόδους, διεκπεραίωση των εργασιών τόσο του Κτηματολογικού Γραφείου όσο και του Υποθηκοφυλακείου που υπάγεται στην τοπική του αρμοδιότητα. Πρόσληψη έως δύο (2) πρόσθετων υπαλλήλων, πέραν του αριθμού που προσδιορίζεται με βάση το προαναφερόμενο μέτρο, απόκειται στην κρίση του υποθηκοφύλακα, όταν με αυτήν επιδιώκεται η ικανοποίηση αναγκών ηλεκτρονικής καταχώρισης και επεξεργασίας πληροφοριών, για την οποία απαιτείται εξειδικευμένο πρόσθετο προσωπικό. Το νέο αυτό προσωπικό μισθοδοτείται με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις της Ένωσης Άμισθων Υποθηκοφυλάκων Ελλάδος και του Συλλόγου των Υπαλλήλων των Άμισθων Υποθηκοφυλάκων και υπάγεται ασφαλιστικά στους ίδιους ασφαλιστικούς οργανισμούς στους οποίους υπάγονται οι ήδη υπηρετούντες στα άμισθα Υποθηκοφυλακεία υπάλληλοι...... 7. Η κατά τις προηγούμενες παραγράφους μεταβατική λειτουργία των Υποθηκοφυλακείων ως Κτηματολογικών Γραφείων λήγει με τη σύσταση Κτηματολογικού Γραφείου, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 5. Για τη σύσταση αυτή, τη στελέχωση και τη διάρθρωση του Κτηματολογικού Γραφείου ισχύουν τα ακόλουθα: ...... ε) Τα μέλη του μόνιμου προσωπικού, καθώς και του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου που υπηρετεί στα Υποθηκοφυλακεία (έμμισθα ή άμισθα) εκτός από εκείνους που, κατά την έναρξη λειτουργίας των Κτηματολογικών Γραφείων, πληρούν τις προϋποθέσεις πρόωρης συνταξιοδότησης που ορίζονται στην παρ. 5 του άρθρου 13 του ν. 2367/1995 (ΦΕΚ 261 Α'), η οποία εφαρμόζεται αναλόγως και στην προκειμένη περίπτωση για το προσωπικό τόσο των άμισθων όσο και των έμμισθων Υποθηκοφυλακείων, ανεξαρτήτως του είδους της εργασιακής σχέσεως, μετατάσσονται ή μεταφέρονται σε ομοιόβαθμες αντίστοιχες με τα τυπικά τους προσόντα κενές οργανικές θέσεις ή σε συνιστώμενες με την απόφαση για τη μετάταξη προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις των Κτηματολογικών Γραφείων...... Οι μετατασσόμενοι ή μεταφερόμενοι κατατάσσονται σε βαθμό ανάλογο με τα προσόντα τους και το χρόνο προϋπηρεσίας, σύμφωνα με τα τυπικά προσόντα του κλάδου στον οποίο μετατάσσονται ή μεταφέρονται και σε μισθολογικά κλιμάκια της οικείας κατηγορίας. Η μισθολογική κατάταξη γίνεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 20 του ν. 2515/1997 (ΦΕΚ 154 Α')".
Εξάλλου, με την υπ' αριθ. ...2014 απόφαση του Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρεία Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων ΑΕ" (ΕΚΧΑ) ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή του Δήμου Τρικκαίων η 1-12-2014, έκτοτε δε το Ειδικό Άμισθο Υποθηκοφυλακείο Τρικάλων λειτουργούσε και ως Κτηματολογικό Γραφείο μέχρι την κατάργησή του στις 14-6-2021 με την υπ' αριθ. ...2021 απόφαση του ΝΠΔΔ "Ελληνικό Κτηματολόγιο" (ΦΕΚ ...2021). Από το σύνολο των προαναφερθεισών διατάξεων προκύπτουν τα ακόλουθα: Τα άμισθα υποθηκοφυλακεία (καθ' όλο το διάστημα που λειτούργησαν, είτε ως υποθηκοφυλακεία είτε ως κτηματολογικά γραφεία, μέχρι την κατάργησή τους), έχουν ταυτόσημο με τα έμμισθα αντικείμενο αρμοδιοτήτων, που συνίσταται στη διενέργεια, αποκλειστικώς σε αυτά, των σχετικών με ακίνητα πράξεων που αναφέρονται στο νόμο. Αποτελούν αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες υπό λειτουργική έννοια ή, κατ' άλλη διατύπωση, δημόσιες υπηρεσίες σε περιορισμένο βαθμό κατά παραχώρηση, αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες ή υπηρεσίες εξαρτημένες από τις δικαστικές αρχές (ΑΠ 680/2023, 97/2023, ΣτΕ 2573/2015) και υπάγονται στην αρμοδιότητα και εποπτεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, η οποία ασκείται "με σκοπό τη διασφάλιση της εύρυθμης και αποτελεσματικής λειτουργίας τους" (βλ. άρθρο 7 παρ. 3 περ. γ' του Π.Δ. 36/2000 "Οργανισμός του Υπουργείου Δικαιοσύνης"). Ενόψει δε της σπουδαιότητας των καθηκόντων του άμισθου υποθηκοφύλακα από άποψη δημοσίου συμφέροντος, τα οποία είναι σύμφυτα με την κατά νόμο αποστολή του υποθηκοφυλακείου και δεν διαφέρουν από τα καθήκοντα του έμμισθου υποθηκοφύλακα (βλ. και το άρθρο 23 παρ. 5 εδ. α' του Ν. 2664/1998, στο οποίο ο άμισθος υποθηκοφύλακας χαρακτηρίζεται ως "άμισθος δημόσιος λειτουργός"), ο νομοθέτης ρύθμισε ειδικώς το υπηρεσιακό καθεστώς αυτού και υπέβαλε σε έντονη κανονιστική ρύθμιση την οργάνωση των άμισθων υποθηκοφυλακείων και το εργασιακό καθεστώς του προσλαμβανόμενου προς υποβοήθηση του έργου του άμισθου υποθηκοφύλακα προσωπικού, τόσο με τις ισχύουσες, όσο και με τις προ της έκδοσης της προαναφερθείσας κοινής υπουργικής απόφασης σχετικές διατάξεις, επεμβαίνοντας ειδικότερα στην επιλογή, πρόσληψη, υπηρεσιακή κατάσταση και τη με οποιονδήποτε τρόπο μετατροπή ή λύση της εργασιακής σχέσης των υπαλλήλων των άμισθων υποθηκοφυλακείων, αλλά και στον αριθμό των υπαλλήλων του υποθηκοφυλακείου, το εργασιακό αντικείμενο, τον τύπο της εργασιακής σχέσης, τη μισθοδοσία και το ωράριο εργασίας τους. Εκτός της διασφάλισης της εύρυθμης και αποτελεσματικής λειτουργίας των άμισθων υποθηκοφυλακείων, στόχος των ανωτέρω διατάξεων είναι και η δυνατότητα πορισμού κρατικών εσόδων από τη λειτουργία τους, η οποία επιτυγχάνεται με την περιστολή των απαιτούμενων δαπανών, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι δαπάνες μισθοδοσίας του προσωπικού τους. Έτσι ο αριθμός των απαραίτητων για την κανονική λειτουργία κάθε άμισθου υποθηκοφυλακείου υπαλλήλων δεν καθορίζεται ελεύθερα από τον διευθύνοντα αυτό άμισθο υποθηκοφύλακα, αλλά, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 56 παρ. 5 του κωδ. δ/τος της 19/23.7.1941, προσδιορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, εκδιδόμενη κατόπιν ειδικά αιτιολογημένης γνωμοδότησης του αρμόδιου Εισαγγελέα Πρωτοδικών, και τελεί σε συνάρτηση προς το καθοριζόμενο στη διάταξη αυτή αριθμητικό κριτήριο (αριθμός των εισαγομένων στο υποθηκοφυλακείο πάσης φύσεως αιτήσεων και κατ' αναλογία ενός υπαλλήλου προς χίλιες τουλάχιστον αιτήσεις εκ των κατ' έτος υποβαλλομένων). Κατά παρέκκλιση δε από τους κανόνες του κοινού εργατικού δικαίου, προβλέπεται στη διάταξη της παρ. 4 του αυτού άρθρου 56 του ανωτέρω διατάγματος, ότι οι δαπάνες μισθοδοσίας του απασχολούμενου προσωπικού προς υποβοήθηση του έργου του άμισθου υποθηκοφύλακα δεν μπορεί να υπερβαίνουν τα όρια που καθορίζονται από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις. Το εν λόγω προσωπικό προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, κατόπιν επιλογής, υπό το προϊσχύσαν της κοινής υπουργικής απόφασης καθεστώς, αποκλειστικά από τον άμισθο υποθηκοφύλακα κατά τη δική του κρίση και ήδη με συμμετοχή του, κατά τη διαγραφόμενη στην προπαρατεθείσα κοινή υπουργική απόφαση ειδική διοικητική διαδικασία. Το υπαλληλικό αυτό προσωπικό συνδέεται με τον άμισθο υποθηκοφύλακα με σχέση εξαρτημένης εργασίας και δεν διατελεί σε δημοσιοϋπαλληλική ή άλλη εργασιακή σχέση προς το Δημόσιο (ΑΠ 680/2023, 97/2023, ΣτΕ 974/1970), ανεξαρτήτως αν ειδικές διατάξεις αναγνωρίζουν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ως πραγματική δημόσια υπηρεσία την προϋπηρεσία υπαλλήλων σε άμισθο υποθηκοφυλακείο (άρθρα 42 παρ. 2 κωδ. δ/τος της 19/23.7.1941, 26 παρ. 3 Ν. 1968/1991 και 23 παρ. 7 εδ. ε' Ν. 2664/1998).
Περαιτέρω, το εργασιακό αντικείμενο του απασχολούμενου στα άμισθα υποθηκοφυλακεία δεν διαμορφώνεται ελεύθερα από τον οικείο άμισθο υποθηκοφύλακα βάσει της σχετικής συμβατικής σχέσης, αλλά παρέχεται αυστηρώς στο πλαίσιο του νομοθετικώς προσδιοριζόμενου αντικειμένου αρμοδιοτήτων του άμισθου υποθηκοφυλακείου και σε συνάρτηση προς τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του διευθύνοντος αυτό άμισθου υποθηκοφύλακα. Το ωράριο εργασίας του προσωπικού παρακολουθεί το ωράριο λειτουργίας του υποθηκοφυλακείου, ώστε να επιτυγχάνεται η εξυπηρέτηση του κοινού, και εκ του νόμου ορίζεται ως πλήρες, αποκλειομένης της εργασίας με μειωμένο ωράριο. Οι περιορισμοί της συμβατικής ελευθερίας του υποθηκοφύλακα, ως εργοδότη, από την αυστηρή κανονιστική ρύθμιση του νομοθέτη δικαιολογούνται ενόψει του ότι: α) η εκτέλεση του επιτελούμενου στα άμισθα υποθηκοφυλακεία έργου έχει αναχθεί από το νομοθέτη σε αντικείμενο δημόσιας υπηρεσίας υπό λειτουργική έννοια και η άσκηση της δραστηριότητας αυτής, που ασκείται κατά κρατική παραχώρηση, τελεί υπό ειδικό καθεστώς προσιδιάζον στη φύση της αποστολής του άμισθου υποθηκοφυλακείου και β) ο άμισθος υποθηκοφύλακας, ο οποίος κατά νόμο διευθύνει το υποθηκοφυλακείο του οποίου προΐσταται υπό την ιδιότητα του άμισθου δημόσιου λειτουργού και έχει καθήκοντα νομοθετικώς καθοριζόμενα και ομοειδή με εκείνα του έμμισθου υποθηκοφύλακα-δικαστικού υπαλλήλου, δεν ασκεί τα καθήκοντα αυτά υπό την ιδιότητα του ελεύθερου επαγγελματία, έστω και αν υπέχει ορισμένες επιμέρους υποχρεώσεις (όπως φορολογικές και εργοδοτικές υποχρεώσεις, αστική ευθύνη), που προσιδιάζουν σε τέτοιου είδους επαγγελματία, ούτε ως ασκών επιχειρηματική δραστηριότητα στο πλαίσιο της ιδιωτικής οικονομικής πρωτοβουλίας (βλ. σχετικά ΣτΕ 2573/2015, η οποία απέρριψε την αίτηση ακύρωσης της προαναφερθείσας ΚΥΑ 37480/4-5-2012). Είναι, ωστόσο, σαφές ότι ο άμισθος υποθηκοφύλακας, παρά τους περιορισμούς της συμβατικής του ελευθερίας και την ιδιαιτερότητα που αυτή επιφέρει στις συμβάσεις εργασίας που ο υποθηκοφύλακας συνάπτει με τους υπαλλήλους του υποθηκοφυλακείου, εξακολουθεί να φέρει την ιδιότητα του εργοδότη, δηλαδή του προσώπου που αφενός έχει την αξίωση να απαιτήσει την παροχή της εργασίας, έστω και υπό τις ανελαστικές προϋποθέσεις που ο νόμος θέτει, χωρίς να μπορεί να επιφέρει τις μεταβολές που επιθυμεί, ακόμη και αν αυτές δικαιολογούνται από τις περιστάσεις, αν δεν έχει προηγουμένως εξασφαλίσει την έγκριση της τριμελούς επιτροπής, στην οποία και ο ίδιος μετέχει, και αφετέρου έχει την υποχρέωση να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή. Ακόμη δε και αν θεωρηθεί ότι το Δημόσιο ωφελείται από την παροχή της εργασίας των υπαλλήλων του άμισθου υποθηκοφυλακείου, η λειτουργία του οποίου υποκαθιστά την εκ μέρος του Δημοσίου οφειλόμενη προς τους πολίτες οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας που παρέχει, η ωφέλεια αυτή είναι έμμεση, δεδομένου ότι οι υπάλληλοι του υποθηκοφυλακείου χαρακτηρίζονται εκ του νόμου ως βοηθοί του άμισθου υποθηκοφύλακα, τον οποίο πράγματι ενισχύουν στο έργο του, μέσω του οποίου ο υποθηκοφύλακας εισπράττει τα προβλεπόμενα από το νόμο δικαιώματα. Ο άμισθος υποθηκοφύλακας καθίσταται με τον τρόπο αυτό το αμέσως ωφελούμενο από την εργασία των υπαλλήλων πρόσωπο, γεγονός που ενισχύει την ιδιότητά του ως εργοδότη σε σχέση με αυτή του άμισθου δημόσιου λειτουργού που διευθύνει υπηρεσία, η οποία, αν και δεν ανήκει στο Δημόσιο, το υποκαθιστά στην άσκηση δημόσιας λειτουργίας (ΑΠ 680/2023, 97/2023). Ως εργοδότης δε, ευθύνεται, κατ' άρθρο 648 ΑΚ, στην καταβολή του μισθού του υπαλλήλου ως αντιπαροχή της εργασίας που παρασχέθηκε από τον τελευταίο. Συνακόλουθα νομιμοποιείται παθητικά στην αγωγή με αντικείμενο την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών και επιδομάτων εορτών (ΑΠ 489/2025, 904/2023, 680/2023, 97/2023). Για την ταυτότητα του λόγου, νομιμοποιείται παθητικά και ως προς την αξίωση καταβολής αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ή λόγω συνταξιοδότησης. Σημειωτέον ότι η αντίθετη εκδοχή, η οποία αρνείται την εργοδοτική ευθύνη του υποθηκοφύλακα, υποστηρίζοντας ότι αυτή εξαντλείται στην υποχρέωση απόδοσης των αποδοχών των υπαλλήλων μόνο όταν τα εισπραττόμενα έσοδα του υποθηκοφυλακείου επαρκούν προς τούτο, επιρρίπτει ανεπίτρεπτα τον οικονομικό κίνδυνο της λειτουργίας του υποθηκοφυλακείου στον εργαζόμενο, δεδομένης και της ρητής ρύθμισης, με την οποία το Δημόσιο δεν ευθύνεται για τη συμπλήρωση των ποσών που ελλείπουν, ώστε να συμπληρωθούν οι νόμιμες αποδοχές του. Ενισχυτικό της άποψης ότι ο υποθηκοφύλακας ενέχεται πάντοτε στην καταβολή του μισθού, είναι και η δυνατότητα αυτού να μετακυλήσει την υποχρέωσή του για απόδοση εσόδων στο Δημόσιο στα επόμενα τρίμηνα, αλλά μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος (ΑΠ 680/2023, 97/2023). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
III. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος αυτής, που αφορά την παθητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, προκύπτει ότι Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Ότι η ενάγουσα και ήδη πρώτη των αναιρεσιβλήτων, με την από 7-7-2016 αγωγή της κατά της πρώτης εναγομένης και ήδη δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, άμισθης υποθηκοφύλακα Τρικάλων, και κατά του δευτέρου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου ισχυρίστηκε ότι δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσελήφθη την 1-1-1981, από τον τότε άμισθο υποθηκοφύλακα Τρικάλων, ως υπάλληλος γραφείου και εργάστηκε έως την 27-1-2016, οπότε αποχώρησε από την υπηρεσία της, επειδή πληρούσε τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης, δικαιούμενη ως αποζημίωση το ποσό των 26.686 ευρώ, το οποίο η πρώτη εναγομένη υποθηκοφύλακας δεν της κατέβαλε, και γι' αυτό ζήτησε, κατόπιν μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής της σε αναγνωριστικό, μεταξύ άλλων, να αναγνωριστεί ότι αμφότεροι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, η μεν πρώτη ως άμεση εργοδότριά της, το δε δεύτερο ως έμμεσος εργοδότης της και επικουρικά με βάση τις διατάξεις περί γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, άλλως τις διατάξεις περί σωρευτικής αναδοχής χρέους, άλλως τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, το ανωτέρω ποσό νομιμοτόκως. Ότι το δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον νομιμοποιείται παθητικά, ως έμμεσος εργοδότης, για την καταβολή των εν στενή και εν ευρεία εννοία αποδοχών της ενάγουσας, συμπεριλαμβανομένης της αποζημίωσης που αυτή δικαιούται λόγω αποχώρησης από την υπηρεσία, επειδή πληρούσε τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι "..... σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η πρώτη εναγόμενη άμισθη Υποθηκοφύλακας - άμεση εργοδότριά της είναι κατ' ουσίαν δημόσιος λειτουργός, ή ίδια (ενάγουσα) παρείχε την εργασία της από την 1-1-1981 έως την 26-1-2016 ως υπάλληλος γραφείου στο άμισθο υποθηκοφυλακείο Τρικάλων, υπό τις εντολές του εκάστοτε άμισθου Υποθηκοφύλακα και υπό την ανώτερη εποπτεία του δεύτερου εναγομένου, δια των διατεταγμένων του οργάνων και δη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Τρικάλων, που ασκούσε έλεγχο της λειτουργίας του άμισθου υποθηκοφυλακείου, ενώ η δαπάνη μισθοδοσίας της βάρυνε ουσιαστικά το δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο. Επομένως, κατά τα αναφερόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, στοιχειοθετείται ευθύνη του δεύτερου εναγομένου ως έμμεσου εργοδότη της ενάγουσας. [.....] αποδεικνύονται [.....] τα ακόλουθα κρίσιμα και ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της από 1-1-1981 σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου η ενάγουσα προσλήφθηκε από τον τότε άμισθο Υποθηκοφύλακα Τρικάλων Ευθύμιο Περιστέρη, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος γραφείου στο Ειδικό Άμισθο Υποθηκοφυλακείο Τρικάλων με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου [.....]. Την 26-1-2016, έχοντας αφενός συμπληρώσει χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη περισσότερο από 35 έτη και αφετέρου το 61ο έτος της ηλικίας της, [.....] αποχώρησε από την υπηρεσία της, καθώς πληρούσε τους όρους πλήρους συνταξιοδότησης, αφού προηγουμένως είχε γνωστοποιήσει στην πρώτη εναγόμενη την πρόθεσή της αυτή, από την οποία ζήτησε την καταβολή της εκ του νόμου προβλεπόμενης αποζημίωσης. [.....] Λόγω της ανεπάρκειας των παρακρατούμενων στο Δημόσιο δικαιωμάτων για το έτος 2016, η εναγόμενη δεν κατέβαλε στην ενάγουσα την ως άνω αποζημίωση που αυτή δικαιούταν [.....]. Ωστόσο εν προκειμένω ανακύπτει ευθύνη του δεύτερου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου προς καταβολή της αποζημίωσης στην ενάγουσα, καθώς αυτό επέχει θέση έμμεσου εργοδότη αυτής, [.....] ενόψει του ότι αποδέκτης της εργασίας της ενάγουσας ήταν το δεύτερο εναγόμενο, το οποίο ασκούσε εποπτεία στη λειτουργία του Υποθηκοφυλακείου και στην εκτέλεση της εργασίας της δια του εκάστοτε "υπηρεσιακού προϊσταμένου" του ορισθέντος άμισθου Υποθηκοφύλακα, ενώ η μισθοδοσία της καλυπτόταν εξ ολοκλήρου από τα παρακρατούμενα προς απόδοση στο Δημόσιο δικαιώματα και βάρυνε ουσιαστικά τον κρατικό προϋπολογισμό.....". Ακολούθως, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση της ενάγουσας ως προς το δεύτερο εναγόμενο - εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, μετά δε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης ως προς το τελευταίο, κατά το μέρος που αφορούσε την επιδίκαση αποζημίωσης λόγω συνταξιοδότησης, έγινε δεκτή η αγωγή ως προς το αίτημα τούτο και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του τελευταίου να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη το συνολικό ποσό των 26.686 ευρώ νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στο διατακτικό αυτής διακρίσεις. Με αυτές τις παραδοχές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε παραδεκτή την αγωγή ως προς το αναιρεσείον, σύμφωνα και με την προηγηθείσα νομική σκέψη, καθ' όσον η πρώτη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη υποθηκοφύλακας, παρά τους περιορισμούς της συμβατικής ελευθερίας της και την ιδιαιτερότητα που αυτή προσδίδει στις συμβάσεις εργασίας που συνάπτει με τους υπαλλήλους του υποθηκοφυλακείου, εξακολουθεί να φέρει την ιδιότητα του εργοδότη της ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, δηλαδή του προσώπου που αφενός έχει την αξίωση να απαιτήσει από την τελευταία την παροχή της εργασίας (έστω και υπό τις ανελαστικές προϋποθέσεις που ο νόμος θέτει) και αφετέρου την υποχρέωση να της καταβάλει τις πάσης φύσεως αποδοχές της, στις οποίες συγκαταλέγεται και η αποζημίωση λόγω συνταξιοδότησης, και εντεύθεν είναι η μόνη που νομιμοποιείται παθητικά στην αγωγή με αντικείμενο την καταβολή της. Αντίθετα, η ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, υπάλληλος του υποθηκοφυλακείου, δεν συνδέεται με οποιαδήποτε δημοσιοϋπαλληλική ή άλλη εργασιακή σχέση με το Δημόσιο, το οποίο δεν ευθύνεται για την καταβολή των αποδοχών της, υπό στενή ή ευρεία έννοια, ακόμη και στην περίπτωση που ο λογαριασμός των δικαιωμάτων του υποθηκοφυλακείου, του αντίστοιχου έτους, δεν επαρκεί, όπως εν προκειμένω, καθόσον μόνη υπεύθυνη προς τούτο εξακολουθεί να είναι η υποθηκοφύλακας.
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 7 του ν. 811/1971, που ορίζει ότι το Ελληνικό Δημόσιο ουδεμία υποχρέωση έχει για τις δαπάνες μισθοδοσίας του άμισθου υποθηκοφυλακείου σε περίπτωση ανεπάρκειας των εισπραττομένων δικαιωμάτων σε μηνιαία ή ετήσια βάση, δεν αντίκειται στην αρχή της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος) και στην αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων ((άρθρο 361 ΑΚ) ούτε στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθόσον η επικαλούμενη από το Εφετείο παραβίαση των διατάξεων αυτών προϋποθέτει την ύπαρξη εργασιακής σχέσης που να συνδέει την ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη με το αναιρεσείον, η οποία εν προκειμένω δεν υφίσταται. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε το αντίθετο, παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
IV. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που με αυτήν έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή ως προς το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η έρευνα του δευτέρου λόγου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εσφαλμένη μη εφαρμογή του άρθρου 45 παρ. 1 του ν. 4607/1019, που αφορά τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου οφειλών του Δημοσίου από την 1-5-2019 και εφεξής, ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, όσον αφορά το αναιρεθέν μέρος αυτής, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, να κρατηθεί και δικαστεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και να απορριφθεί κατ' ουσίαν η έφεση της ενάγουσας ως προς το δεύτερο εφεσίβλητο. Τέλος, η πρώτη αναιρεσίβλητη, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Δημοσίου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, τόσο της εφετειακής όσο και της αναιρετικής δίκης, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957 σε συνδ. προς την παρ. 2 του άρθρου μόνου της υπ' αριθ. 134423 της 8-12-1992/20-1-1993 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, Π. Κ.
Κηρύσσει ως προς αυτήν απαράδεκτη τη συζήτηση της από …2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. …2022) αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 107/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Αναιρεί την ως άνω απόφαση κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος.
Απορρίπτει κατ' ουσίαν την από …2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. …2019) έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας κατά της υπ' αριθ. 164/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, ως προς το δεύτερο εναγόμενο - εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.
Επιβάλλει σε βάρος της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα του δευτέρου εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, καθώς και της αναιρετικής δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ