ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 659/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 659/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 659/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 659 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 659/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου και του αρχαιοτέρου της σύνθεσης Αρεοπαγίτη, Κορνηλία Πανούτσου, Μιχαήλ Αποστολάκη, Ιωάννη Αποστολόπουλο και Μαρία Τατσέλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Ο. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γεωργόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Μ. του Α. και 2) Γ. Η. του Γ., κατοίκων ..., η οποίοι, αμφότεροι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Φιλντίση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 318/2023 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-01-2024 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με την υπό κρίσιν, από …2024 (και αύξοντα αριθμό καταθέσεως ...2024) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, υπ' αριθμόν 318/2023 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή, πλην απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 06.07.2020 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αρ. 32/2020 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Με την τελευταία απόφαση είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας του δικογράφου της η από 30.10.2018 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ο τελευταίος, ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων, ότι προσβάλλεται το δικαίωμα της προσωπικότητάς του από τις αυθαίρετες και παράνομες ενέργειες των αναιρεσιβλήτων εκ των οποίων παρακωλύεται στην ελεύθερη άσκηση του δικαιώματος χρήσεως του αναφερόμενου εδαφικού τμήματος και μάλιστα κοινόχρηστης οδού, ζήτησε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να άρουν την προσβολή της προσωπικότητάς του με την αφαίρεση της κατασκευής σκιάσεως και οποιασδήποτε άλλης κατασκευής που τοποθέτησαν οι αναιρεσίβλητοι στην κοινόχρηστη οδό και την απαγόρευση της μόνιμης σταθμεύσεως των οχημάτων τους επ' αυτής και να αποδώσουν ελεύθερη τη χρήση της, απειλουμένης προς τούτο χρηματικής ποινής και προσωπικής κρατήσεως εις βάρος τους για κάθε παραβίαση της αποφάσεως που θα εκδοθεί.

2.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ) εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και από την επομένη της δημοσιεύσεώς της στις 05.10.2023, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στις 06.03.2024 δεν είχε συμπληρωθεί η διετία. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή, κατά το άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ, και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 του ΚΠολΔ).

3.- Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 258/2023, ΑΠ 53/2022). Από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ήτοι στην κατ' ουσίαν έρευνα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξεως, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ως αόριστη ή ως απαράδεκτη, καθότι στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1966/2022, ΑΠ 1498/2021, ΑΠ 496/ 2020, ΑΠ 663/2017, ΑΠ 2139/2014).

4.- Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση, όπως εκτιμάται, ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού ορίσματός του σχετικά με την απόρριψη ως απαράδεκτης της ένδικης αγωγής του κατά το αίτημα αυτής περί ομολογήσεως πραγματικής δουλείας διόδου για το λόγο ότι δεν είχε εγγραφεί στα βιβλία διεκδικήσεων κατά το άρθρο 220 του ΚΠολΔ, δεν έλαβε υπόψη του και δεν εκτίμησε αναλόγως αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιόν του με την έφεση και τις προτάσεις του, η λήψη των οποίων θα επέφερε ως συνέπεια την παραδοχή της αγωγής κατά το εν λόγω αίτημά της. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται, ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη, αν και όφειλε, την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου ...2018 απάντηση σε αίτηση που προσκομίστηκε ως σχετικό έγγραφο …, το υπ' αριθμόν ...2016 πωλητήριο συμβόλαιο, που προσκομίστηκε ως σχετικό έγγραφο …, την υπ' αριθμόν …1999 πράξη γονικής παροχής του προσκομίστηκε ως σχετικό έγγραφο …, το υπ' αριθμόν …2005 πωλητήριο συμβόλαιο που προσκομίστηκε ως σχετικό έγγραφο …, την υπ' αριθμόν …1960 πράξη δωρεάς εν ζωή, που προσκομίστηκε ως σχετικό έγγραφο …, το υπ' αριθμόν …2001 πωλητήριο συμβόλαιο που προσκομίστηκε ως σχετικό έγγραφο …, το υπ' αριθμόν …1925 πωλητήριο συμβόλαιο που προσκομίστηκε ως σχετικό έγγραφο …, την υπ' αριθμόν …1970 πράξη δωρεάς εν ζωή που προσκομίστηκε ως σχετικό έγγραφο …, την υπ' αριθμόν …1982 πράξη δωρεάς εν ζωή που προσκομίστηκε ως σχετικό έγγραφο …, το υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου …/1879 έγγραφο του Τμήματος Ελέγχου Νομιμότητας κατασκευών και Αυθαιρέτων του Δήμου Κορινθίων που προσκομίστηκε ως σχετικό έγγραφο …, τα πρακτικά συνεδριάσεως της υπ' αριθμόν 12/2018 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Νεμέας που προσκομίστηκαν ως σχετικό έγγραφο …, την από …2019 τεχνική έκθεση που προσκομίστηκε ως σχετικό έγγραφο …, την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου … απάντηση της Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Κορινθίων που προσκομίστηκε ως σχετικό έγγραφο … και την υπ' αριθμόν πρωτοκόλλου …2020 απάντηση σε αίτηση του Τμήματος Πολεοδομίας του Δήμου Κορινθίων που προσκομίστηκε ως σχετικό έγγραφο …, με συνέπεια, από τη μη λήψη υπόψη των αποδεικτικών αυτών μέσων να απορρίψει την έφεσή του και εντεύθεν την αγωγή του ως απαράδεκτη λόγω μη εγγραφής της στα βιβλία διεκδικήσεων. Ο λόγος αυτός, εκ του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο οποίος πλήττει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας κατά το στάδιο διαπιστώσεως της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων και, συνεπώς, προϋποθέτει κατ' ουσίαν έρευνα της κρινόμενης διαφοράς, είναι απαράδεκτος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δοθέντος ότι το Εφετείο, δικάζοντας κατ' έφεση ως προς το επίδικο αίτημα της αγωγής, όπως εκτιμήθηκε, ως ομολογήσεως πραγματικής δουλείας διόδου, δεν εισήλθε στο στάδιο αυτό, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν διερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση ούτε υπεισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία. Εκ τούτου δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα με την κατάρτιση ελάσσονος προτάσεως εκτιμήσεως των αποδείξεων, αλλά, αντιθέτως, έκρινε την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος κατά το αίτημα αυτό ως απαράδεκτη κατά το άρθρο 220 του ΚΠολΔ ελλείψει εγγραφής της στα βιβλία διεκδικήσεων του οικείου Υποθηκοφυλακείου, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, χωρίς μάλιστα να εκφράσει παρεμπίπτουσα έστω κρίση επί της ουσιαστικής βασιμότητάς της.

5.- Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, επί ποινή απαραδέκτου, εκτός από άλλα στοιχεία, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία την θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητά της και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επί των γεγονότων αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 39/2023, ΑΠ 5/2023, ΑΠ 133/2022). Η νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της νομικής επάρκειας της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή, αντιθέτως, αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στο νόμο την αγωγή (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 133/2022). Η τυχόν παραπέρα, κατά παράβαση της δικονομικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 216 του ΚΠολΔ, ενδεχόμενη αοριστία του δικογράφου της αγωγής, που αφορά στην ποσοτική ή στην ποιοτική αοριστία αυτής, η οποία υφίσταται όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σε αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για την στήριξη του αιτήματός της, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 972, 1033 και 1192 αριθμός 1 του ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 55 του ΕισΝΑΚ προκειμένου να κριθεί, μετά την εισαγωγή του ΑΚ, η ιδιότητα ενός πράγματος ως κοινοχρήστου, προκύπτει ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί, αδιακρίτως, οι οποίες, εφόσον δεν ανήκουν στο Δήμο ή στην Κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο. Κάθε οδός, αποκτά την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος: α) από τον νόμο, ήτοι με τον χαρακτηρισμό της ως οδού από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως, β) από τη βούληση των ιδιοκτητών, η οποία πρέπει να γίνει με νομότυπη δικαιοπραξία ή και με παραίτηση από την κυριότητα, για την οποία όμως, ενόψει του ότι περιέχει κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος, απαιτείται δήλωση του κυρίου περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβαλλόμενη σε μεταγραφή και γ) με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα (vetustas), την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν. 3 παρ. 2 Πανδ. 43.7, ν. 2 παρ. 8, Πανδ. 39. 3, ν. 28 Πανδ. 22. 3) και σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από Κοινότητα ή Δήμο ή από τους δημότες αυτών, μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινοχρήστου, εφόσον η αρχαιότητα στην άνω χρήση υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η καθεμία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη (vetustas), οι οποίες έτσι γνώρισαν την παρούσα κατάσταση και είχε συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23.02.1946), ενόψει του ότι ο Κώδικας αυτός δεν αναγνωρίζει το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (ΑΠ 1728/ 2022, ΑΠ 1226/2019, ΑΠ 1823/2014, ΑΠ 410/2013). Με την καθιέρωση του πράγματος ως κοινοχρήστου αποκτάται η εξουσία του κοινού να το χρησιμοποιεί. Χαρακτηριστικό δε στοιχείο της κοινής χρήσεως είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. Το περιεχόμενο και η έκταση της κοινής χρήσεως εξαρτάται από τον προορισμό που δόθηκε στο πράγμα, την επάρκειά του και τον αριθμό των προσώπων που μετέχουν στην κοινή χρήση, αφού, όσο ευρύτερος είναι ο κύκλος των προσώπων που μετέχουν σε αυτήν, τόσο περισσότερο εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον (ΑΠ 444/2011). Με την χρήση αυτή δεν αποκτάται η νομή και κατοχή του πράγματος, γιατί δεν προσπορίζεται άμεση εξουσία επί του κοινοχρήστου, αλλά ένα ιδιόρρυθμο δικαίωμα που απορρέει από την προσωπικότητα του χρήστη, το οποίο προσβάλλεται σε περίπτωση παρεμποδίσεως της εν λόγω χρήσεως και είναι προστατευτέο από τη διάταξη του άρθρου 57 εδ. α' του ΑΚ, κατά το οποίο "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον" (ΑΠ 1270/2023, ΑΠ 1639/2018, ΑΠ 954/2017, ΑΠ 652/2016). Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση της παρεχόμενης με αυτήν προστασίας είναι η συνδρομή παράνομης πράξεως, από την οποία επέρχεται μειωτική διαταραχή της προσωπικότητας ενός ατόμου σε κάποια έκφανσή της, τέτοια δε προσβολή δημιουργείται, σύμφωνα με τα παραπάνω, και όταν παρακωλυθεί η χρήση κοινόχρηστης οδού. Ενόψει όμως του ότι η κατά το άρθρο 967 του ΑΚ κοινοχρησία δεν είναι άμεση εξουσία επί του πράγματος, αλλά αποτελεί απόρροια του δικαιώματος επί της προσωπικότητας, έπεται ότι ο τρόπος, με τον οποίο αυτή παρήχθη είναι αδιάφορος. Ως εκ τούτου, για τη θεμελίωση του αιτήματος προς άρση της προσβολής, αρκεί το γεγονός, ότι το πράγμα που εμποδίζεται παράνομα να χρησιμοποιήσει ο ενάγων είναι οδός (ΑΠ 131/2024, ΑΠ 402/2022, ΑΠ 1270/2023, ΑΠ 1226/2019, ΑΠ 398/2019, ΑΠ 1124/2018, ΑΠ 1989/2014, ΑΠ 1382/2012, ΑΠ 407/2007). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά ο νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνη του αριθμού 1 του ιδίου άρθρου προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, έκπτωση από δικαιώματα και απαράδεκτα όχι από το ουσιαστικό αλλά από το δικονομικό δίκαιο και μόνο, ήτοι εκείνες τις ακυρότητες (δικονομικές), κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 159 έως 161 του ΚΠολΔ, που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, οι οποίες απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 315/2013, ΑΠ 17/2000), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του αναιρετικού λόγου του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Δηλαδή, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται μόνο το δικονομικό απαράδεκτο, ήτοι αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση της παραβιάσεως δικονομικής διατάξεως, η οποία θέτει ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη αυτή (ΑΠ 215/2023), με συνέπεια η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 782/2024, ΑΠ 1429/2023, ΑΠ 1608/2022, ΑΠ 1222/2022, ΑΠ 1324/2019). Έτσι, μέσω του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως ελέγχεται, μεταξύ άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως της αγωγής, το παραδεκτό οποιουδήποτε ενδίκου βοηθήματος ή και ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 2001/2009, ΑΠ 1518/2008, ΑΠ 371/2008).

6.- Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου του οικείου σκέλους του λόγου αυτού, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 14 (και όχι του αριθμού 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο έκρινε αόριστη και απέρριψε ως απαράδεκτη για το λόγο αυτό την ένδικη -από 30.10.2018- αγωγή του κατά το αίτημα αυτής περί παράνομης προσβολής της προσωπικότητάς του από την επικαλούμενη παρεμπόδιση χρήσεως κοινοχρήστου πράγματος και δη για το λόγο ότι δεν αναφερόταν ορισμένως στο δικόγραφό της ο τρόπος κατά τον οποίο το επίδικο εδαφικό τμήμα έλαβε την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος, αξιώνοντας έτσι, όπως εκτιμάται, περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωσή της, ενώ η αγωγή του ήταν κατά το αίτημα αυτό πλήρως ορισμένη και νόμιμη.

7.- Από το παραδεκτώς επισκοπούμενο (κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) περιεχόμενο του δικογράφου της 30.10.2018 ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι ο τελευταίος, ως προς το αίτημα αυτής περί προσβολής της προσωπικότητάς του, αφού εξέθετε ότι οι αναιρεσίβλητοι, όλως αυθαιρέτως και παρανόμως με σειρά πράξεών τους, παρεμπόδισαν συστηματικά τόσο τον ίδιο όσο και μέλη της οικογένειάς του, να κάνουν ακώλυτη χρήση της αναφερόμενης εδαφικής λωρίδας πλάτους τεσσάρων (4) μέτρων, αλλά και της διόδου, που είχε συσταθεί νόμιμα υπέρ του όμορου ακινήτου της ιδιοκτησίας του δυνάμει των αναφερόμενων συμβολαίων, τα οποία είχαν μεταγραφεί νόμιμα, που αποτελεί κοινόχρηστη οδό τουλάχιστον τα τελευταία 47 έτη, ζήτησε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να άρουν την παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του με την αφαίρεση της κατασκευής του συστήματος σκιάσεως και οποιασδήποτε άλλης κατασκευής που αυτοί τοποθέτησαν στην κοινόχρηστη οδό, καθώς και με την απαγόρευση της μόνιμης και συνεχούς σταθμεύσεως των οχημάτων τους σε αυτήν, στην οποία παρεμποδίζεται ως κύριος του όμορου ακινήτου του, και να αποδώσουν ελεύθερη τη χρήση της. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι ως προς το παραπάνω αίτημά της αρκούντως ορισμένη και νόμιμη, καθόσον τα επικαλούμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν το δικαίωμα του ενάγοντος προς άρση της προσβολής της προσωπικότητάς του από την παρακώληση της χρήσεως κοινόχρηστης οδού, αφού το δικόγραφό της πληροί τους όρους και τις προϋποθέσεις εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 57, 967 και 968 του ΑΚ, αλλά και εκείνης του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, τις οποίες εσφαλμένως δεν εφάρμοσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο σχετικά με την σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν κατά τον νόμο την άσκησή της κατά των εναγομένων, την ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και το ορισμένο αίτημά της και καταφάσκουν τη νομική βασιμότητα της αγωγής, πληρούν δηλαδή το πραγματικό των εν λόγω διατάξεων. Δεν ήταν δε αναγκαίο, για την πληρότητα του δικογράφου της, η αναφορά και άλλων στοιχείων και δη να προσδιορίζονται σε αυτό ο τρόπος κατά τον οποίο το επίδικο εδαφικό τμήμα κατέστη κοινόχρηστη οδός, διότι αντικείμενο της προκειμένης αγωγής περί προστασίας της προσωπικότητας του αναιρεσείοντος, η οποία δεν πάσχει νομικής αοριστίας, είναι η συνδρομή παράνομης πράξεως εκ της οποίας επέρχεται μειωτική διαταραχή της προσωπικότητας σε κάποια έκφανσή της και τέτοια, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, δημιουργείται και όταν παρακωλυθεί η ελεύθερη χρήση κοινόχρηστης οδού ή κοινόχρηστου χώρου εν γένει, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ενόψει του ότι η κοινοχρησία δεν είναι άμεση εξουσία επί του πράγματος και ως ζήτημα πραγματικό, είναι αδιάφορος ο τρόπος με τον οποίο αυτή δημιουργήθηκε. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως αόριστη την αγωγή ως προς το παραπάνω αίτημά της και κήρυξε άκυρο το δικόγραφο αυτής ένεκα αοριστίας, αξίωσε για την κρίση του αυτή περισσότερα και διαφορετικά στοιχεία από όσα απαιτούνται από τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις προς θεμελίωση της ένδικης αξιώσεως του ενάγοντος για άρση της προσβολής της προσωπικότητάς του και παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο απορρίπτοντας την αγωγή κατά το αίτημα αυτό λόγω αοριστίας του δικογράφου της. Συνακόλουθα, ο σχετικός, εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με αιτιάσεις που αφορούν ποσοτική, και όχι νομική αοριστία της αγωγής, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

8.- Ενόψει τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει, κατά παραδοχή του άνω δευτέρου λόγου της, που κρίθηκε βάσιμος, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το άνω πληττόμενο κεφάλαιο της απορρίψεως της αγωγής του αναιρεσείοντος ως προς το αίτημά της περί προσβολής της προσωπικότητάς του και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που αυτός κατέθεσε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμόν 318/2023 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, κατά το κεφάλαιό της που αναφέρεται στο αιτιολογικό, ήτοι κατά το κεφάλαιο με το οποίο απορρίφθηκε το αίτημα της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος περί προσβολής της προσωπικότητάς του.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο τμήμα της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, το οποίο κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, σε αυτόν.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2026.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή