Απόφαση 663 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 663/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Απόστολο Φωτόπουλο, Αγγελική Καρδαρά - Εισηγήτρια και Χρυσούλα Μανέτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αγγελική Χειρδάρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Κατά τη δικάσιμο της 9ης-5-2023 είχε εκπροσωπηθεί από την πληρεξούσιά του Σταυρούλα Θεοδωρακοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία είχε καταθέσει προτάσεις στις 4-5-2023.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Β. του Π., κατοίκου ..., 2. Α. Λ. του Π., κατοίκου ..., 3. Μ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 4. Α. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 5. Α. Μ. του Σ., κατοίκου ..., και 6. Μ. Μ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Κατά τη δικάσιμο της 9ης-5-2023 είχαν εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βερβεσό, ο oποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 12-5-2023.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1758/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 4722/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το Ελληνικό Δημόσιο με την από 9-12-2022 αίτησή του, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 9ης-5-2023, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό …/2025 Πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από τον αναφερόμενο σ' αυτήν ορισθέντα Εισηγητή Αρεοπαγίτη και την με αριθμό …/2025 Πράξη του Προέδρου του Β2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Αριστείδη Βαγγελάτου, ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.
Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητά, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή, να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες. Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική και αντιστρόφως, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 1380/2023, ΑΠ 701/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τη με αριθμό …2025 Πράξη του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου νόμιμα ορίστηκε νέα δικάσιμος, η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (25-11-2025), για την ανασυζήτηση της ένδικης από 9-12-2022 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4722/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επειδή λόγω της παρέλευσης ιδιαιτέρως μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη συζήτηση κατά την αρχική δικάσιμο της 9-5-2023, διαπιστώθηκε αδυναμία έκδοσης απόφασης επ' αυτής εκ μέρους του ήδη συνταξιοδοτηθέντος Αρεοπαγίτη, που είχε μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου, ως Εισηγητής. Κατά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο παραστάθηκε νομίμως, ενώ οι αναιρεσίβλητοι (συνολικά 6 στον αριθμό) δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε η, από το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ σχετική δήλωση, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση, αν και κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (βλ. το από 14-5-2025 αποδεικτικό επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Αρείου Πάγου Π. Φ. στον Λ. Β., συνεργάτη του πληρεξούσιου δικηγόρου και αντικλήτου των αναιρεσίβλητων, Δημητρίου Βερβεσού). Αυτοί, όμως, είχαν εκπροσωπηθεί κατά την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο, από τον πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, στον οποίο είχαν χορηγήσει προς τούτο εγκύρως εντολή και πληρεξουσιότητα προκειμένου να τους εκπροσωπήσει κατά την αρχική δικάσιμο της 9-5-2023 και είχαν καταθέσει προτάσεις κατά την αρχική συζήτηση της υπόθεσης. Επομένως, οι αναιρεσίβλητοι δικάζονται αντιμωλία και κατά τη νέα συζήτηση, κατά τα εκτεθέντα στην ανωτέρω νομική σκέψη.
ΙΙ. Με την κρινόμενη από …2022 (με αριθ. κατ. …/2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 4722/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663, 664 έως 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, πριν αντικατασταθούν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015), επί της από 31-5-2017 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων και του από 31-3-2022 πρόσθετου λόγου αυτής κατά της με αριθ. 1758/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην του δεύτερου εναγομένου και μη διαδίκου στην παρούσα δίκη Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού" και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, επί της από 5-5-2010 αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση, δημοσιεύθηκε την 16-9-2022 και η ένδικη αίτηση κατατέθηκε την 20-12-2022.
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης, τα ακόλουθα: Με την από 5-5-2010 αγωγή στρεφόμενη κατά του Ελληνικού Δημοσίου (ήδη αναιρεσείοντος) και του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού" (μη διαδίκου στην προκείμενη δίκη) οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι), ισχυρίσθηκαν ότι δυνάμει των αναφερόμενων συμβάσεων συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage), προσελήφθησαν το έτος 2006, κατά τις ημερομηνίες που αναφέρονται στην αγωγή για καθένα από αυτούς, και απασχολήθηκαν από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στις διοικητικές υπηρεσίες του Γενικού Χημείου του Κράτους (υπηρεσίες της Δ' Χημικής Υπηρεσίας Αθηνών) ως φορέως υλοποίησης. Ότι οι συμβάσεις, στο πλαίσιο των οποίων απασχολήθηκαν για 18 μήνες και, κατόπιν παράτασης με δεύτερη διαδοχική σύμβαση για καθένα από αυτούς, για άλλους 12 μήνες, καταρτίσθηκαν κατ' επίφαση ως συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, ενώ, στην πραγματικότητα, επρόκειτο για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι για γνήσιες συμβάσεις μαθητείας. Ότι αυτοί, από την πρόσληψή τους, παρείχαν την εργασία τους, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, εκτελώντας τα ίδια καθήκοντα με τους μόνιμους υπαλλήλους αυτού, στον ίδιο τόπο, με το ίδιο ωράριο εργασίας και με τις ίδιες συνθήκες. Ότι το εναγόμενο, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης δεν τους κατέβαλε τις αποδοχές που κατέβαλε στο μόνιμο προσωπικό. Ζήτησαν δε, μετά από παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής τους ως προς το δεύτερο εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού", α) να αναγνωρισθεί ότι καθένας από αυτούς συνδέεται με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από την πρόσληψή τους, άλλως από την ανανέωση των αρχικών συμβάσεων τους και β) να επιδικασθούν υπέρ αυτών νομιμοτόκως τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, ως διαφορές αποδοχών μεταξύ των ποσών, τα οποία, σύμφωνα με τις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας που στην πραγματικότητα τους συνέδεε με το εναγόμενο, έπρεπε να τους καταβληθούν για μισθούς και επιδόματα εορτών και αδείας και καταβάλλονταν κατά νόμο στο μόνιμο προσωπικό του, που εκτελούσε την ίδια εργασία, και των ποσών τα οποία τους καταβλήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα διάρκειας των εν λόγω "συμβάσεων μαθητείας". Επικουρικώς, ζήτησαν τα ίδια ως άνω ποσά με βάση τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, άλλως με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού λόγω ακυρότητας των εν λόγω συμβάσεων εξαιτίας μη τήρησης της νομοθεσίας περί προσλήψεων στο δημόσιο τομέα. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την με αριθ. 1758/2015 οριστική απόφαση απέρριψε την αγωγή, ως προς όλες τις βάσεις αυτής, ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής, οι ενάγοντες άσκησαν την από 31-5-2017 έφεση και τον από 31-3-2022 πρόσθετο λόγο αυτής. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη με αριθ. 4722/2022 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την ως άνω έφεση και τον πρόσθετο αυτής λόγο, έκρινε α) ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη τόσο ως προς το αίτημά της περί αναγνώρισης ότι οι ενάγοντες συνδέονται με το εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όσο και ως προς το αίτημά της για επιδίκαση διαφορών αποδοχών κατά την κύρια βάση της (ήτοι σύμφωνα με το νόμο) και κατά την πρώτη επικουρική βάση της (ήτοι σύμφωνα με τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης) και β) ότι η αγωγή είναι νόμιμη κατά την επικουρική βάση της, που θεμελιώνεται στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Κατόπιν τούτου, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και τον πρόσθετο λόγο αυτής, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, κράτησε και δίκασε την αγωγή ως προς την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της, δέχθηκε εν μέρει αυτήν, ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο (ήδη αναιρεσείον) να καταβάλει στους ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητους) για διαφορές αποδοχών από 1-11-2007 (και από 1-12-2007 για τον τέταρτο ενάγοντα) έως τη λήξη της σύμβασης εκάστου αυτών, καθώς και για επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2007 - 2009 (εκτός από το δώρο Πάσχα 2007) στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 11.388,97 ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 13.094,97 ευρώ, στην τρίτη ενάγουσα το ποσό των 13.669,79 ευρώ, στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 11.045,15 ευρώ, στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των 10.403,53 ευρώ και στην έκτη ενάγουσα το ποσό των 11.017,40 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
IV. Α. Σύμφωνα με το άρθρο 904 εδ. α' και β' του ΑΚ "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Με την καθιέρωση της ενοχής από αδικαιολόγητο πλουτισμό επιχειρείται η αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ δύο κοινωνών του δικαίου, που προκλήθηκε από αδικαιολόγητη περιουσιακή μετακίνηση. Προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατά την ως άνω διάταξη, είναι: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία. Επομένως, η παροχή που γίνεται για την εκπλήρωση υποχρέωσης, η οποία αναλήφθηκε με σύμβαση ή στηρίζεται σε ειδική διάταξη νόμου, δεν γίνεται αναίτια, ώστε να μπορεί να αναζητηθεί κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η σύμβαση, κατά το άρθρο 361 του ΑΚ, ή ο νόμος, αποτελούν νόμιμη αιτία και μπορεί, έτσι, ο κάθε δικαιούχος να ασκήσει τα εξ αυτών δικαιώματά του. Αξίωση κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό προς αναζήτηση της παροχής που καταβλήθηκε στο πλαίσιο σύμβασης μπορεί να ασκηθεί μόνον αν η σύμβαση είναι άκυρη ή καταστεί ανίσχυρη ή ακυρώσιμη ή αν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα από οποιοδήποτε λόγο.
Εξάλλου, πλουτισμό συνιστά κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του λήπτη, η οποία μπορεί να εμφανίζεται είτε ως αύξηση του ενεργητικού ή μείωση του παθητικού της περιουσίας του είτε, αντιστρόφως, ως αποφυγή αύξησης του παθητικού της ή μείωσης του ενεργητικού της (ΟλΑΠ 6/1994). Εφόσον η περιουσιακή μετακίνηση είχε το αποτέλεσμα τούτο, γεγονός το οποίο διαπιστώνεται με τη σύγκριση της περιουσίας του λήπτη πριν και μετά τη μετακίνηση, γεννάται υποχρέωση του τελευταίου να αποδώσει την ωφέλεια σε εκείνον, από την περιουσία του οποίου προήλθε, εφόσον η διατήρησή της δεν δικαιολογείται από κάποια νόμιμη αιτία. Αντίθετα, η ζημία εκείνου, από την περιουσία του οποίου προήλθε η ωφέλεια του λήπτη, δεν ερευνάται, καθόσον στόχος της αγωγής από το άρθρο 904 ΑΚ δεν είναι η αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος αλλά η απόδοση του πλουτισμού του εναγομένου, ο οποίος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 909 ΑΚ, πρέπει να υφίσταται κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής. Από το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή ο νόμος αρκείται μόνο στο στοιχείο της αδικαιολόγητης περιουσιακής μετακίνησης για τη θεμελίωση της ευθύνης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, χωρίς να θέτει ως προϋπόθεση της σχετικής αξίωσης τη ζημία του δότη, αλλά ούτε και την υπαιτιότητα του λήπτη, διαφαίνεται καθαρά, ότι ο θεσμός αυτός αποβλέπει στην αποκατάσταση της χωρίς νόμιμη αιτία περιουσιακής μετακίνησης.
Συνεπώς, η απαίτηση του αδικαιολόγητου πλουτισμού έχει ως περιεχόμενο την απόδοση της ωφέλειας του λήπτη σε εκείνον, από την περιουσία του οποίου, με θετική ή αποθετική μείωση αυτής ή με ζημία του οποίου, επήλθε η ωφέλεια αυτή. Η εν λόγω ωφέλεια είναι ζήτημα πραγματικό και κρίνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση με τις ειδικές συνθήκες της και όχι αφηρημένα με βάση γενικά αντικειμενικά κριτήρια. Η ευθύνη δε του λήπτη περιλαμβάνει, κατ' αρχήν, την υποχρέωση αυτού προς απόδοση αυτούσιου - in natura - του πράγματος, που λήφθηκε αδικαιολόγητα και ως τέτοιο νοείται, εν προκειμένω, διασταλτικά, κάθε αντικείμενο ενσώματο, αντικαταστατό ή μη, ή ασώματο. Έτσι, η ενοχή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι, κατ' αρχήν, ενοχή είδους και ως είδος αναζητούνται τα δοθέντα, αυτούσια, εφόσον σώζονται στα χέρια του λήπτη, έστω κι αν πρόκειται για αντικαταστατά πράγματα. Σε περίπτωση που ο λήπτης δεν είναι σε θέση να αποδώσει αυτούσια τα ληφθέντα, είτε λόγω της φύσης τους (π.χ. αχρεωστήτως παρασχεθείσες υπηρεσίες κλπ) είτε από άλλους λόγους (π.χ. ανάλωση των ληφθέντων, από την οποία, όμως, ο λήπτης εξοικονόμησε δαπάνες, στις οποίες θα προέβαινε κλπ), ο λήπτης πρέπει να αποδώσει την αξία τους. Η υποχρέωση αυτή δεν καθιερώνεται με ρητή διάταξη, προκύπτει, όμως, από το πνεύμα των διατάξεων των άρθρων 904 και 908 ΑΚ (ΟλΑΠ 1773/1981, ΑΠ 719/2025).
Β. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ) προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας). Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας. Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, οπότε η εκμάθηση εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη. Στις συμβάσεις αυτές εφαρμόζονται, τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη. Όμως, όπως κάθε σύμβαση, είναι δυνατόν και η σύμβαση εργασίας να πάσχει από ακυρότητα για διάφορους λόγους (άρθρ. 180, 184 ΑΚ). Εφόσον η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη, ο εργαζόμενος δεν υποχρεούται σε παροχή της συμφωνημένης εργασίας ούτε και έχει συμβατική αξίωση κατά του εργοδότη για καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής. Δεν αποκλείεται, όμως, παρά την ακυρότητά της, η σύμβαση να λειτουργήσει για ορισμένο χρονικό διάστημα και ο εργαζόμενος να παράσχει κατ' αυτό στον εργοδότη τη συμφωνηθείσα εργασία του. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει απλή σχέση εργασίας, που σημαίνει την πραγματική κατάσταση που δημιουργείται από την παροχή εξαρτημένης εργασίας ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή το κύρος της σύμβασης εργασίας, οπότε ο μισθωτός αποκτά αξίωση με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με εξαίρεση τις περιπτώσεις εκείνες, όπου, σύμφωνα με το νόμο και για λόγους προστασίας του εργαζόμενου, προβλέπεται ότι και επί άκυρης σύμβασης εργασίας διατηρούνται δικαιώματα και υποχρεώσεις που προβλέπει η εργατική νομοθεσία, με τη συνδρομή απλώς του πραγματικού γεγονότος της απασχόλησης. Πιο συγκεκριμένα, από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οποιοδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού), που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου ή της από τον τελευταίο γνώσης της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας αυτού, με την επιφύλαξη τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης, που αποσυνδέει ορισμένες μισθολογικές αξιώσεις από το κύρος της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Τέτοια αντίθετη νομοθετική ρύθμιση διαλαμβάνεται στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι τα επιδόματα (δώρα) εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας. Επομένως, με την επιφύλαξη αυτή, στις περιπτώσεις απλής σχέσης εργασίας λόγω ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας για οποιοδήποτε λόγο, για την αμοιβή του εργαζομένου λόγω της από αυτόν παροχής της εργασίας του προς τον εργοδότη δεν οφείλεται από τον τελευταίο μισθός αλλά γεννάται υποχρέωση αυτού προς απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) κατά τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ και, συγκεκριμένα, της ωφέλειας που αυτός αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία, αφού αυτή έγινε σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης και, επομένως, δεν υφίσταται νόμιμη αιτία, που να δικαιολογεί τη διατήρηση της ωφέλειας στο λήπτη της εργοδότη, στο βαθμό που αυτός έτσι καθίσταται πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του εργαζόμενου από αιτία μη αναγνωριζόμενη από το νόμο. Πλουτισμό, δηλαδή, του εργοδότη αποτελεί αυτή καθ' εαυτή η παρασχεθείσα από το μισθωτό εργασία, η οποία έχει οικονομική αξία, αποτιμώμενη κατά το χρόνο της παροχής της, είτε παρέχεται με έγκυρη είτε με άκυρη σύμβαση και μάλιστα ανεξάρτητα αν επέφερε το επιδιωκόμενο από τον εργοδότη επιθυμητό αποτέλεσμα. Όπως δε αναφέρθηκε, η υποχρέωση του λήπτη συνίσταται, κατ' αρχήν, στην απόδοση αυτούσιου του (ενσώματου ή ασώματου) αντικειμένου που λήφθηκε αδικαιολόγητα. Επειδή, όμως, η εργασία του μισθωτού, ως περιουσιακή αξία, ενσωματώθηκε κατά τρόπο μη διακριτό στην περιουσία του εργοδότη, με αποτέλεσμα να μη μπορεί εξ αντικειμένου να αναζητηθεί, η ωφέλεια, την οποία ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ακύρως απασχοληθέντα εργαζόμενο υπολογίζεται και είναι ίση με την αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε, εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής συνθήκες για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος. Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις, σε περίπτωση δε έλλειψης τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις. Η αναφορά στην ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας γίνεται αποκλειστικά και μόνο για την αποτίμηση της αξίας της εργασίας, ως στοιχείο για τον προσδιορισμό της έκτασης του πλουτισμού του εργοδότη και όχι για τη θεμελίωση αυτού (πλουτισμού), ο οποίος γεννάται από αυτή καθ' εαυτή την χωρίς νόμιμη αιτία παρασχεθείσα προς όφελος του εργασία. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ωφέλεια (πλουτισμός) του εργοδότη απορρέει από μόνο το γεγονός της πραγματικής παροχής των υπηρεσιών του μισθωτού στο πλαίσιο άκυρης σύμβασης εργασίας, ως προέχοντος στοιχείου για τη γένεση αξίωσης από αδικαιολόγητο πλουτισμό και, κατά συνέπεια, είναι αδιάφορο, εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης, από οικονομικούς ή άλλους λόγους, δεν θα προέβαινε στην πρόσληψη άλλου μισθωτού με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 404/2024, ΑΠ 325/2024). Εξαίρεση υπέρ αυτών δεν εισάγεται ούτε και με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, που απαγορεύουν την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση ή εκείνων των παρ. 7 και 8 του ιδίου άρθρου, που προστέθηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος από 18.4.2001 με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ως και εκείνων του ν. 2190/1994, που αφορούν το σύστημα προσλήψεων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα ορίζοντας τους τρόπους πρόσληψης προσωπικού από τους εν λόγω φορείς, και παράλληλα αποκλείουν τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Και τούτο, διότι η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, η οποία συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης, κατά τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ, συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας και, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και γενικότερα ο φορέας του Δημοσίου, στον οποίο παρασχέθηκε η εργασία του άκυρα προσληφθέντος μισθωτού, ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία, η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας (ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 719/2025). Τα ανωτέρω τυγχάνουν εφαρμογής και στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσιες συμβάσεις μαθητείας), στις περιπτώσεις που οι συμβάσεις αυτές δεν μπορούν, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, να κριθούν ως έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού, προς απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή εργασίας εκ μέρους του μαθητευόμενου εργαζομένου. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 εδ. α' και β' και 15 εδ. α' και β' ν. 2639/1998, εκ των οποίων το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 8 ν. 2956/2001, αντιστοίχως "1. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι. και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολο του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" και "15. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου". Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 περ. κα' ν. 2190/1994, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 20 παρ. 4 ν. 2738/1999, "Το προσωπικό που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ. Η πρόσληψη του ανωτέρω προσωπικού διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά", κατά δε την διάταξη του άρθρου 32 παρ. 12 ν. 3232/2004, ως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 13 ν. 3302/2004, "Το Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ., ο Ο.Γ.Α., ο Ο.Α.Ε.Ε. και λοιποί φορείς κοινωνικής ασφάλισης, αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου και των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας συμβάσεις με τον Ο.Α.Ε.Δ. ή θυγατρικές εταιρείες αυτού, για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από τα Προγράμματα (κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας) ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ., για τη διεκπεραίωση εργασιών χορήγησης ασφαλιστικών παροχών όταν το τακτικό προσωπικό των Φορέων Ασφάλισης δεν επαρκεί για την έγκαιρη διεκπεραίωση των εργασιών αυτών. Η δαπάνη για την απασχόληση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο", ενώ η αυτή διάταξη, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 ν. 3552/2007, έχει ως εξής: "Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ο ΟΓΑ, ο ΟΑΕΕ και λοιποί Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μπορούν να συνάπτουν, ύστερα από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου, που εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, συμβάσεις με τον ΟΑΕΔ ή θυγατρικές εταιρείες αυτού για τη διάθεση για ορισμένο χρόνο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους δεκαοκτώ (18) μήνες, ατόμων από προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ σε θέματα κοινωνικής ασφάλισης. Η δαπάνη για την άσκηση αυτή βαρύνει τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης και καταβάλλεται στον αντισυμβαλλόμενο. Κατ' εξαίρεση, συμβάσεις ιδίου περιεχομένου με Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης που λήγουν από 1.1.2007 έως 31.12.2007 δύνανται να παρατείνονται για δώδεκα (12) μήνες από την ημερομηνία λήξης τους". Από τις ανωτέρω διατάξεις παρέπεται ότι, εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο Φορέα του προσλαμβανομένου βάσει των προπαρατιθέμενων διατάξεων σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ. προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδίκευσης αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας και το Δημόσιο ή τα άλλα δημόσια νομικά πρόσωπα, ως καθιστάμενα εντεύθεν αδικαιολογήτως πλουσιότερα, υποχρεούνται, κατά τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ. α' και 908 εδ. α' ΑΚ, στην απόδοση της ωφελείας, την οποία αποκόμισαν από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλαν σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού και χωρίς η νομιμότητα της σχετικής αγωγής να επηρεάζεται από το γεγονός, ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 719/2025, ΑΠ 1387/2024, ΑΠ 894/2023, ΑΠ 856/2023).
Γ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 2093/2022, ΑΠ 1733/2022).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2019). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 2/2019). Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Τέλος, με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται η προσβαλλόμενη απόφαση, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, να πλήττεται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 530/2025, ΑΠ 37/2025, ΑΠ 1137/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού έκρινε ότι είναι νόμιμη η επικουρική από τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της αγωγής (648 επ. και 904 επ. ΑΚ), κατά την κατ' ουσίαν έρευνα της βάσης αυτής, κατόπιν αναφοράς σε όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες (αναιρεσίβλητοι), βάσει συμφωνητικών συνεργασίας, συναφθέντων το έτος 2006 (τους μήνες Σεπτέμβριο και Δεκέμβριο 2006), μεταξύ, αφενός, του ΟΑΕΔ, αφετέρου, του Γενικού Χημείου του Κράτους, ως φορέα υλοποίησης του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας και, εκ τρίτου, ενός εκάστου των εναγόντων, προσελήφθησαν στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, σε εκτέλεση σχετικού εργασιακού προγράμματος (stage), στο Χημείο του Κράτους, αντί αμοιβής υπολογιζόμενης, ημερησίως, σε 30 ευρώ για πτυχιούχους Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. και σε 25 ευρώ για τους αποφοίτους I.E.Κ. και άλλων σχολών, για χρονικό διάστημα δεκαοχτώ (18) μηνών, το οποίο παρατάθηκε για άλλους δώδεκα (12) μήνες, έως το έτος 2009, άπαντες, δε, οι ενάγοντες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους , ως διοικητικοί υπάλληλοι, στο τμήμα διαχείρισης και ανάλυσης υλικών η 1η, στο λογιστήριο του Χημείου η 2η, στη γραμματειακή υποστήριξη η 3η, ο 4ος και η 6η και στο τμήμα πρωτοκόλλου η 5η αυτών, κατά το διάστημα από 4/9/2006 έως 13/3/2009 η 1η, από 13/12/2006 έως 6/7/2009 η 2η, από 4/12/2006 έως 11/8/2009 η 3η, από 1/9/2006 έως 19/3/2009 ο 4ος, από 1/9/2006 έως 24/3/2009 η 5η και από 1/12/2006 έως 31/5/2009 η 6η των εναγόντων, απασχολούμενοι όπως και οι μόνιμοι συνάδελφοί τους, ήτοι με το ίδιο ωράριο (7:30' - 14:30'), από Δευτέρα έως Παρασκευή, τις ίδιες συνθήκες εργασίας και παρεμφερή, ανάλογα με το τμήμα όπου υπηρετούσε ο κάθε ενάγων, καθήκοντα δηλαδή, δεν είχαν, πραγματικά, προσληφθεί ως ασκούμενοι, ούτε με σκοπό τη απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ψευδεπίγραφα, δε, οι συμβάσεις τους ονομάστηκαν συμβάσεις μαθητείας - απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage), με συνέπεια την καταστρατήγηση των εκ της εργατικής νομοθεσίας δικαιωμάτων τους. Οι εν λόγω συμβάσεις, όμως, αν και είχαν όλα τα χαρακτηριστικά των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ήταν άκυρες.... και άρα πρέπει η αγωγή, ως προς την κύρια βάση της, να επιδικαστούν οι αιτούμενες διαφορές αποδοχών κατά τον νόμο, να απορριφθεί ως μη νόμιμη, εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα σε αυτήν, οι επίδικες συμβάσεις είχαν συναφθεί κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 και των άρθρων 3, 5, 6 και 7 του Π.Δ. 164/2004.... Ωστόσο, νόμιμη τυγχάνει η αγωγή ως προς την επικουρική περί αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της, με έρεισμα τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 904 επ. ΑΚ, καθώς και, όσον αφορά στα επιδόματα εορτών και αδείας - τα οποία εκ του νόμου δικαιούνται και οι εργαζόμενοι με απλή σχέση εργασίας, όπως οι ενάγοντες -, με έρεισμα τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 Υ.Α. Οικονομικών και Εργασίας, 3 παρ. 16 Ν.66 και του άρθρου μόνου του Ν. 133/1975, που κύρωσε την από 26.2.1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.
Κατ' ακολουθίαν, επειδή, εάν και άκυρες, οι επίδικες συμβάσεις λειτούργησαν, εν τοις πράγμασι, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, οι δε ενάγοντες παρείχαν εργασία αντίστοιχη με αυτήν των τακτικών υπαλλήλων, κατά τα ανωτέρω, δικαιούμενοι να λάβουν, κατά τις προδιαληφθείσες διατάξεις, τις διαφορές μεταξύ των ποσών που τους καταβλήθηκαν και αυτών που θα καταβάλλονταν σε εργαζομένους με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, πρέπει η - ασκηθείσα στις 19/5/2010 - αγωγή να γίνει δεκτή, ως και ουσία βάσιμη, για τις απαιτήσεις που ανάγονται στο μετά τις 30/11/2007 χρονικό διάστημα, ως προς τον 4° ενάγοντα και στο μετά τις 31/10/2007 χρονικό διάστημα, ως προς τις 1η, 2η, 3η, 5η και 6η ενάγουσες.... Άρα, πρέπει το Ελληνικό Δημόσιο (αναιρεσείον) να υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες τις εξής (διωκόμενες καταψηφιστικά) διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, μη αμφισβητούμενων, ειδικά, από αυτό των - υπολογιζόμενων βάσει του Ν. 3205/2003 (Ενιαίο Μισθολόγιο, ως ίσχυε κατά την επίδικη χρονική περίοδο) - σχετικών κονδυλίων, που αντιστοιχούν στις διαφορές αποδοχών από 1/11/2007 (και 1/12/2007 για τον 4° ενάγοντα) μέχρι τη λήξη των συμβάσεων ενός εκάστου των εναγόντων, ως ανωτέρω, καθώς και στα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2007 - 2009 (εκτός από το δώρο Πάσχα 2007): στην 1" ενάγουσα το ποσό των 2.121,76 ευρώ για το έτος 2007 [853 € ο βασικός μισθός + 135 € κίνητρο απόδοσης (δεν υπολογίζονται τα προσωπικά επιδόματα, επειδή τα εν λόγω ποσά επιδικάζονται ως αδικαιολόγητος πλουτισμός) = 988 € X 2 μήνες = 1.976 € + 853 € το δώρο Χριστουγέννων + 426,50 € το επίδομα αδείας = 3.255,50 € -1.133,74 €, που έχουν καταβληθεί].... και συνολικά το ποσό των 11.388,97 ευρώ, στη 2η ενάγουσα το ποσό των 1.925,80 ευρώ για το έτος 2007 (762 € ο βασικός μισθός + 96 € κίνητρο απόδοσης = 858 € X 2 μήνες = 1.716 € + 762 € το δώρο Χριστουγέννων + 381 € το επίδομα αδείας = 2.859 € - 933,20 €, που έχουν καταβληθεί).... και συνολικά το ποσό των 13.094,97 ευρώ, στην 3η ενάγουσα το ποσό των 1.983,62 ευρώ για το έτος 2007 (762 € ο βασικός μισθός + 96 € κίνητρο απόδοσης = 858 € X 2 μήνες = 1.716 € + 762 € το δώρο Χριστουγέννων + 381 € το επίδομα αδείας = 2.859 € - 875,38 €, που έχουν καταβληθεί).... και συνολικά το ποσό των 13.669,79 ευρώ, στον 4ο ενάγοντα. το ποσό των 1.686,75 ευρώ για το έτος 2007 (853 € ο βασικός μισθός + 135 € κίνητρο απόδοσης = 988 € X 1 μήνα + 853 € το δώρο Χριστουγέννων + 426,50 € το επίδομα αδείας = 2.267,50 € - 580,75 €, που έχουν καταβληθεί).... και συνολικά το ποσό των 11.045,15 ευρώ, στην 5η ενάγουσα το ποσό των 1.848,46 ευρώ για το έτος 2007 (762 € ο βασικός μισθός + 96 € κίνητρο απόδοσης = 858 € X 2 μήνες = 1.716 € + 762 € το δώρο Χριστουγέννων + 381 € το επίδομα αδείας = 2.859 € - 1.010,54 €, που έχουν καταβληθεί).... και συνολικά το ποσό των 10.403,53 ευρώ και στην 6η ενάγουσα το ποσό των 1.891,08 ευρώ για το έτος 2007 (762 € ο βασικός μισθός + 96 € κίνητρο απόδοσης = 858 € X 2 μήνες η 1.716 € + 762 € το δώρο Χριστουγέννων + 381 € το επίδομα αδείας = 2,859 € - 967,92 €, που έχουν καταβληθεί).... και συνολικά το ποσό των 11.017,40 ευρώ, όλα, δε, τα παραπάνω ποσά να επιδικαστούν στους ενάγοντες με τον νόμιμο τόκο 6% από την επίδοση της αγωγής...., το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε την αγωγή των εκκαλούντων ως νόμω αβάσιμη καθ' ολοκληρίαν, αντί να τη δεχθεί κατά τη βάση της περί αδικαιολογήτου πλουτισμού ως νόμιμη και να επιδικάσει, τελικά, τα ως άνω ποσά στους ενάγοντες, ως ανωτέρω, έσφαλε κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου..., δεκτών γενομένων, ως βασίμων, των σχετικών λόγων της υπό κρίση εφέσεως και του πρόσθετου λόγου της και... να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη (ως προς το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο) και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο προς εκδίκαση κατ' ουσίαν.... να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή, ως νόμω και ουσία βάσιμη, ως ανωτέρω......".
V. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 904 επ. ΑΚ, 20 παρ. 1 εδ. α' και β' και 15 εδ. α' και β' ν. 2639/1998 καθώς και των άρθρων 1 παρ. 1 ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 3 παρ. 16 ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του ν. 133/1975, με το να κρίνει νόμιμη τη θεμελιούμενη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, επικουρική βάση της αγωγής και ακολούθως δεχόμενο αυτήν κατ' ουσίαν, με το να επιδικάσει τα ως άνω ποσά. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που είναι κατά νόμο αναγκαίες για την εφαρμογή του άρθρου 904 ΑΚ, καθόσον οι ενάγοντες που προσελήφθησαν στο Δημόσιο με έγκυρες γνήσιες συμβάσεις μαθητείας-συμφωνητικά συνεργασίας stage, δεν δικαιούντο να λάβουν, με βάση τις διατάξεις αυτές, τις επιδικασθείσες διαφορές αποδοχών και τα επιδόματα εορτών και αδείας, αφού ο φορέας απασχόλησης (Δημόσιο) δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης άλλων εργαζόμενων με έγκυρη σύμβαση εργασίας, στις θέσεις στις οποίες απασχόλησε αυτούς, ώστε να αποκομίσει ωφέλεια. Όμως, το Εφετείο που έκρινε την αγωγή ως νόμιμη κατά την ως άνω επικουρική της βάση, λόγω απασχόλησης από το εναγόμενο με απλή σχέση εργασίας των εναγόντων σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις, ως άνω, διατάξεις, αφού σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην αγωγή, αναφερόταν σ' αυτήν ότι οι συμβάσεις μαθητείας των εναγόντων λειτούργησαν στην πραγματικότητα ως απλές σχέσεις εργασίας και με το επικουρικό της αίτημα αυτοί ζητούσαν να τους επιδικασθούν οι αιτούμενες μισθολογικές διαφορές (πλέον των επιδομάτων εορτών και αδείας) κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, λόγω ακυρότητας των συμβάσεων εργασίας.
Περαιτέρω, δε, ορθά κατ' ουσίαν υπήγαγε στη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ τα, ανελέγκτως αναιρετικά, κατά την κρίση του αποδειχθέντα θεμελιωτικά της επικουρικής βάσης της αγωγής, πραγματικά περιστατικά, δεχόμενο ότι οι ενάγοντες δικαιούνται τα επιδικασθέντα ποσά, τα οποία το εναγόμενο αποκόμισε ως ωφέλεια, αφού θα αναγκαζόταν να τα καταβάλει, αν απασχολούσε με έγκυρες συμβάσεις για την ίδια εργασία άλλα πρόσωπα με τα ίδια προσόντα με αυτά των εναγόντων, καθόσον σύμφωνα και με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, επί των συμβάσεων μαθητείας, που λειτουργούν ως απλές σχέσεις εργασίας, όταν προεχόντως παρέχεται εργασία, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ο οποίος γεννάται από αυτή καθ' εαυτή την χωρίς νόμιμη αιτία παρασχεθείσα εργασία προς όφελος του εργοδότη και δεν επηρεάζει τη νομική βασιμότητα της επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής, το γεγονός ότι δεν υπήρχε δυνατότητα πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση των ακύρως απασχοληθέντων (ΟλΑΠ 4/2021). Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.
VI. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι η σχέση που συνέδεε τους ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητους) με το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) είχε το χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και όχι γνήσιας σύμβασης μαθητείας, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα που δεν επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 648 επ., 904 επ. ΑΚ και 20 παρ. 1 και 15 του ν. 2639/1998. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όμως, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του νόμου ως προς τη φύση της μεταξύ των μερών έννομης σχέσης, ως σχέσης γνήσιας ή μη γνήσιας σύμβασης μαθητείας (σχέση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου), που συνέχεται άμεσα με την επιδίκαση των αιτούμενων μισθολογικών διαφορών, με βάση τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, αφού διέλαβε σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων. Συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχεται α) ότι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι), αν και προσελήφθησαν το έτος 2006 στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, σε εκτέλεση σχετικού εργασιακού προγράμματος (stage), στο Χημείο του Κράτους για χρονικό διάστημα δεκαοχτώ (18) μηνών, το οποίο παρατάθηκε για άλλους δώδεκα (12) μήνες, έως το έτος 2009, όλοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, ως διοικητικοί υπάλληλοι, στα αναφερόμενα τμήματα του Χημείου, απασχολούμενοι όπως και οι μόνιμοι συνάδελφοί τους, ήτοι με το ίδιο ωράριο (7.30' - 14.30'), από Δευτέρα έως Παρασκευή, τις ίδιες συνθήκες εργασίας και παρεμφερή, ανάλογα με το τμήμα όπου υπηρετούσε έκαστος αυτών, καθήκοντα, δηλαδή δεν είχαν, πραγματικά, προσληφθεί ως ασκούμενοι, ούτε με σκοπό τη απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ενώ ψευδεπίγραφα, οι συμβάσεις τους ονομάστηκαν συμβάσεις μαθητείας-απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) και β) ότι οι εν λόγω συμβάσεις, αν και είχαν όλα τα χαρακτηριστικά των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ήταν άκυρες, ως συναφθείσες κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 και των άρθρων 3, 5, 6 και 7 του Π.Δ. 164/2004, πλην όμως αυτές (συμβάσεις), λειτούργησαν, εν τοις πράγμασι, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, και οι ενάγοντες παρείχαν εργασία αντίστοιχη με αυτήν των τακτικών υπαλλήλων, με συνέπεια να δικαιούνται να λάβουν, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ), τις διαφορές μεταξύ των ποσών που τους καταβλήθηκαν και αυτών που θα καταβάλλονταν σε εργαζομένους με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας. Ειδικότερα, το Εφετείο, αφού αναφέρει ότι οι ενάγοντες λειτουργούσαν ως εργαζόμενοι προς εξυπηρέτηση των αναγκών της Υπηρεσίας του εναγόμενου (ήδη αναιρεσείοντος) στην οποία εργάζονταν, προσδιορίζει: α) ποιές οι θέσεις στις οποίες τοποθετήθηκαν και ποιά τα καθήκοντα (όμοια, κατά τις παραδοχές του, με εκείνα των συναδέλφων τους που απασχολούνταν με κανονικές συμβάσεις εργασίας και κάλυπταν οργανικές θέσεις), που αυτοί εκτελούσαν, ώστε να μπορεί να κριθεί, ότι ο προέχων σκοπός των ένδικων συμβάσεων των εναγόντων απέβλεπε, κατά κύριο λόγο, στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, β) τον χρόνο πρόσληψης των εναγόντων για χρονικό διάστημα 18 μηνών, το οποίο παρατάθηκε για άλλους 12 μήνες, καθώς και της συνολικής απασχόλησής τους, γ) τον τρόπο (συνθήκες ίδιες, κατά τις παραδοχές του, με αυτές των συναδέλφων τους που απασχολούνταν με κανονικές συμβάσεις εργασίας), τον χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας τους και δ) τον λόγο της ακυρότητας των ένδικων συμβάσεων. Επομένως, είναι αβάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.
Εξάλλου, οι περαιτέρω επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος περί του ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν απασχολήθηκαν προς κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του ιδίου και ότι ουδεμία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας τους συνδέει με αυτό, είναι απαράδεκτες, γιατί, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, επιχειρείται ανεπίτρεπτα, υπό την επίφαση της από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας, να πληγεί η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ως προς τον χαρακτήρα των συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων (ΑΠ 1726/2025).
VII. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, που είχαν καταθέσει προτάσεις κατά τη δικάσιμο της 9-5-2023, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ ), τα οποία επιβάλλονται μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της με αριθμό 134423 οικ./8-12-1992 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11/1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του ν. 1738/1987, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-12-2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4722/ 2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2026.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ