Απόφαση 665 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 665/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Απόστολο Φωτόπουλο, Αγγελική Καρδαρά - Εισηγήτρια και Χρυσούλα Μανέτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ", που κατοικοεδρεύει στην Καλλιθέα και εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχό του. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Ραπτοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Π. του Ε., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Παυλάτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2020 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 579/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 244/2024 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Όργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την από 26-4-2024 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από …2024 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2024) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 244/2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, επί της από …2022 έφεσης του εναγόμενου (ήδη αναιρεσείοντος) Δήμου Καλλιθέας κατά της υπ' αριθμ. 579/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, στο σύνολό της, η από 7-7-2020 αγωγή της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης), ενώ το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την ως άνω έφεση και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την ανωτέρω αγωγή κατά τα οριζόμενα σ' αυτήν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση, δημοσιεύθηκε την 23-1-2024 και η ένδικη αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση δικαστηρίου την 1-5-2024. Επίσης, για το παραδεκτό της άσκησης της ένδικης αίτησης από τον αναιρεσείοντα ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ" και για την πρόσληψη της πληρεξούσιας δικηγόρου του, προσκομίζονται, κατά το άρθρο 72 παρ. 1 του ν. 3852/2010, όπως, τροποποιηθέν με το άρθρο 31 του ν. 5013/2023, ισχύει κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης: α) η υπ' αριθμ. …2024 απόφαση της Δημοτικής του Επιτροπής και β) το υπ' αριθμ. …2024 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου … Μ. Β., δυνάμει του οποίου ο Δήμαρχος του ως άνω Δήμου παρείχε με την ιδιότητά του αυτή, την πληρεξουσιότητα στην δικηγόρο Αικατερίνη Ραπτοπούλου για την εκπροσώπησή του κατά τη συζήτηση αυτής (ΟλΑΠ 13/2018, ΑΠ 103/2025, ΑΠ 49/2023).
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Α. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 του Α.Κ., όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης.
Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας, ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης, ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 9/2022).
Εξάλλου, η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν, καθόσον αφορά το μέχρι τη 17-4-2001 χρονικό διάστημα και όχι το μεταγενέστερο, που άρχισαν να ισχύουν οι προστεθείσες παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στο δημόσιο τομέα και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης. Η διάταξη αυτή, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 281, 671 του Α.Κ. και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας, ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή έργου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη. Και τούτο διότι, όπως, ήδη, προαναφέρθηκε, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια και δη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων όπως αυτή οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος τα οποία αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν από την αποδεικτική διαδικασία, χαρακτηρίζουν την έννομη σχέση, ανεξάρτητα από τον δοθέντα από τους δικαιοπρακτούντες ή από το νόμο χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου ή έργου (ΟλΑΠ 3/2021, 7 και 8/2011) χωρίς, παράλληλα, ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτόμενων πάγιων και διαρκών αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη κατά νόμο μετατροπή του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης του εργαζομένου, από ορισμένου χρόνου, σε αόριστου (ΟλΑΠ 18/2006, ΟλΑΠ 19/2007, η δεύτερη καθόσον αφορά μόνο το μέχρι την 17-4-2001 χρονικό διάστημα και όχι το μεταγενέστερο, που άρχισαν να ισχύουν οι προστεθείσες παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος).
Περαιτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των άλλων ν.π.δ.δ., ορίζουν τα εξής: (παρ. 2) "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου". (παρ. 3) "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται". Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή, σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής. Επίσης, στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παράγραφος 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών, κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολούμενους με σύμβαση έργου". Έτσι, με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παρ. 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος. Με την προσθήκη των διατάξεων αυτών (παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Σ.), μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Έτσι, πρόσθεσε την προμνημονευόμενη διάταξη του εδάφ. γ' της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα. Δεδομένου, όμως, ότι διαδικασίες "τακτοποίησης" προσωπικού με τον πιο πάνω τρόπο ήταν ακόμα εκκρεμείς κατά το χρόνο της αναθεώρησης του Συντάγματος (άρθρο 17 του ν. 2839/2000 που ακολούθησε την πρακτική ρυθμίσεων προγενέστερων διατάξεων) και προκειμένου οι διαδικασίες αυτές να ολοκληρωθούν και χωρίς να προσκρούουν οι σχετικές για την τακτοποίηση διατάξεις του κοινού νομοθέτη σε οψιγενή αντισυνταγματικότητα, ο αναθεωρητικός νομοθέτης προσέθεσε στο άρθρο 118 του Συντάγματος την παρ. 7, κατά την οποία "Νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν την τακτοποίηση της υπηρεσιακής κατάστασης προσωπικού που υπάγεται στην παράγραφο 8 του άρθρου 103 εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών". Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος, όπως ισχύουν μετά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001) με το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου δεν έχει. Δηλαδή ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου. Επομένως, σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 (ΟλΑΠ 7, 8/2011, 19, 20/2007, ΑΠ 1147/2024, ΑΠ 1453/2023, ΑΠ 9/2022).
Β. Με το π.δ/μα 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α' 134) ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη για τους εν λόγω εργαζομένους η με αριθμό 1999/70/ΕΚ Οδηγία του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10 Ιουλίου 2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση), η οποία έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης στη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής). Η Οδηγία αυτή, ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C-212/2004). Η επιλογή από την Ελληνική πολιτεία των μέτρων για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθμό 1999/70/ΕΚ Οδηγίας, έγινε από το άνω π.δ/μα 164/2004, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, καθόσον υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, λόγος για τον οποίο έγινε και η θέσπιση των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος. Οι ρυθμίσεις αυτές του ανωτέρω π.δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το ενωσιακό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C-378 έως C-380). Στο άρθρο 3 περ. δ' του εν λόγω π.δ/τος ορίζεται ότι, για την εφαρμογή του διατάγματος αυτού, ως "σύμβαση" νοείται όχι μόνο η τυπική σύμβαση (δηλαδή η καταρτισθείσα εγκύρως με έγγραφη σύμβαση), αλλά και η απλή σχέση εξαρτημένης εργασίας, καθώς και οποιαδήποτε άλλη σύμβαση έργου ή σχέση, υπό την οποία υποκρύπτεται τέτοια σχέση εξαρτημένης εργασίας, ενώ στο άρθρο 5 αυτού ορίζονται τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. ... 4. Σε κάθε περίπτωση ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της, κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του αυτού π.δ/τος, η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή έστω κατά ένα μέρος, όσο και αποζημιώσεως, ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του, ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη, για την παράβαση των κανόνων αυτών. Ενόψει όμως του γεγονότος ότι, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης έργου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. ή από άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, υπό το κράτος της ισχύος του άρθρου 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 και 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου και του γεγονότος ότι το ως άνω π.δ/μα 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλόμενη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και οι οποίες προβλέπουν την κατά μοναδική εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007). Έτσι, με τη διάταξη του άρθρου 11 του εν λόγω π.δ/τος, η οποία ως εκ του μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημοσίου τομέα κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (ΟλΑΠ 16/2017), ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση, β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση..., γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός, δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης αντίστοιχης με την αναγραφόμενη στην αρχική σύμβαση... 5. Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις, οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος".
Κατά την έννοια των συνδυασμένων διατάξεων των ανωτέρω άρθρων 5 παρ. 1 και 11 παρ. 1 περ. α' και 5 του εν λόγω π.δ/τος, οι συμβάσεις, που έχουν καταρτισθεί μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, θεωρούνται ως διαδοχικές συμβάσεις, οι οποίες, συντρεχουσών των προϋποθέσεων που προβλέπονται αθροιστικώς στο εν λόγω άρθρο 11, δύνανται, να θεμελιώσουν δικαίωμα μετατροπής τους, εφεξής, σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, μόνον εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών (3) μηνών. Επομένως, η μετατροπή της σχέσεως εργασίας σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ισχύει, εφόσον οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ήταν ενεργές έως την έναρξη ισχύος του π.δ/τος 164/2004 ή κατά το χρονικό διάστημα των τριών τελευταίων μηνών, πριν από την έναρξη ισχύος αυτού, θεωρουμένης ως αρχικής τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, της πρώτης από τις αλληλοδιάδοχες συμβάσεις, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών (3) μηνών (ΟλΑΠ 13/2017). Εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας, σύμφωνα με το π.δ/μα 164/2004, δεν μπορεί να γίνει. Επισημαίνεται δε ότι το κριτήριο αυτό (του μεσολαβούντος χρονικού διαστήματος έως τρεις μήνες, προκειμένου οι ως άνω συμβάσεις να χαρακτηρισθούν ως διαδοχικές) είναι αντικειμενικό και πρόσφορο για την επίτευξη του σκοπού της Οδηγίας, δηλαδή για την αποτροπή της καταχρηστικής σύναψης διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας, θεσπίστηκε δε εντός της διακριτικής ευχέρειας που παρέσχε η Οδηγία στον εθνικό νομοθέτη (ΑΠ 9/2022, ΑΠ 788/2017). Μετά ταύτα, ενόψει, αφενός μεν των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της, κατά τα προεκτεθέντα, προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ/τος 164/2004, αλλά και μετά την έναρξη ισχύος του διατάγματος αυτού (ΟλΑΠ 19, 20/2007). Εφαρμόζεται, όμως, το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 Α.Κ., 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος), σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, κ.λπ., πριν από την έναρξη ισχύος των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και των άρθρων 5 και 11 του π.δ/τος 164/2004, διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη, κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλαδή και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλαδή και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 3/2021, 7, 8/2011). Προϋπόθεση, όμως, για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 είναι οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ιδίου εργαζομένου και υπό τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας (οι οποίες καταρτίστηκαν πριν την έναρξη εφαρμογής των πιο πάνω συνταγματικών και λοιπών διατάξεων και συνεχίζονται μετά την έναρξη εφαρμογής αυτών) να διακρίνονται από συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ τους, δηλαδή να μη μεσολαβούν πολύμηνα συνήθως χρονικά διαστήματα μεταξύ του χρόνου λήξης της μιας και έναρξης της ισχύος της αμέσως επομένης (ΑΠ 9/2022, ΑΠ 1269/2018, ΑΠ 993/2018), μετά δε την έναρξη εφαρμογής του π.δ/τος 164/2004 τα ως άνω μεσολαβούντα χρονικά διαστήματα δεν πρέπει, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 αυτού, όπως ήδη προαναφέρθηκε, να υπερβαίνουν τους τρεις (3) μήνες (ΑΠ 9/2022).
Γ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1147/2024, ΑΠ 9/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης είναι η εξής: Με την από 7-7-2020 αγωγή, που κατατέθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενη κατά του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Καλλιθέας, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθετε ότι προσελήφθη το πρώτον την …1991 από το τότε Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Κοινωνικής και Πολιτιστικής Ανάπτυξης Δήμου Καλλιθέας (Δ.Ε.Π.Κ.Α.)", η οποία ακολούθως μετονομάστηκε σε Δημοτική Κοινωφελή Επιχείρηση Καλλιθέας (ΔΗ.Κ.Ε.Κ), στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε, ως καθολικός διάδοχος, το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΔΗΜΟΥ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ - Ν.Π.Δ.Δ", το οποίο και καταργήθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. ...2011 απόφασης του Γ.Γ. Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του οποίου υπεισήλθε, ως καθολικός διάδοχος, ο εναγόμενος Δήμος Καλλιθέας με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, που εικονικώς και κατ' επίφαση χαρακτηρίσθηκαν ως συμβάσεις έργου, αν και η βούληση των μερών ήταν για μόνιμη και διαρκή εργασιακή σχέση και γι' αυτό περιείχαν όλα τα στοιχεία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι παρείχε τις υπηρεσίες της, ως καθηγήτρια διδασκαλίας μουσικής και πιάνου, στο Δημοτικό Ωδείο, εξυπηρετώντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αρχικά των αναφερόμενων δημοτικής επιχείρησης και Πολιτιστικού Οργανισμού του εναγόμενου Δήμου και ακολούθως του ιδίου (εναγομένου), ως καθολικού διαδόχου, με συμβάσεις διάρκειας από ...-1991 έως ...-1991, ...-1991 έως ...-1991, ...-1992 έως ...-1992, ...-1992 έως ...-1992, ...-1993 έως ...-1993, ...-1993 έως ...-1993, ...-1994 έως ...-1994, ...-1994 έως ...-1994, ...-1994 έως ...-1994, ...-1995 έως ...-1995, ...-1995 έως ...-1995, ...-1996 έως ...-1996, ...-1997 έως ...-1997, ...-1997 έως ...-1997, ...-1998 έως ...-1998, ...-1998 έως ...-1998, ...-1999 έως ...-1999, ...-1999 έως ...-1999, ...-2000 έως ...-2000, ...-2000 έως ...-2001, ...-2001 έως ...-2002, ...-2002 έως ...-2003, ...-2003 έως ...-2003, ...-2003 έως ...-2004, ...-2004 έως ...-2005, ...-2005 έως ...-2005, ...-2005 έως ...-2006, ...-2006 έως ...-2007, ...-2007 έως ...-2008, ...-2008 έως ...-2008, ...-2008 έως ...-2009, ...-2009 έως ...-2009, ...-2009 έως ...-2010, ...-2015 έως ...-2015, ...-2015 έως ...-2016, ...-2016 έως ...-2017, ...-2017 έως ...-2017, ...-2017 έως ...-2018, ...-2018 έως ...-2019 και ...-2019 έως ...-2020. Ότι οι συμβάσεις αυτές, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 2112/1920 θεωρούνται κατά μετατροπή ως μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και για το λόγο αυτό η από 30-6-2020 καταγγελία, στην οποία προέβη ο εναγόμενος, χωρίς την τήρηση του έγγραφου τύπου και την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης είναι παράνομη. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε α) να αναγνωριστεί ότι η αρχική σύμβαση εργασίας της, καθώς επίσης και οι ανανεώσεις και παρατάσεις αυτής συνιστούν, ως προς την διάρκειά τους, μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καταρτισθείσα την …1991, οπότε και προσελήφθη το πρώτον από τον εναγόμενο και β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από …2020 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της. Ζήτησε, επίσης, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται στο μέλλον τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της υπό καθεστώς σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καταβάλλοντας τις μηνιαίες αποδοχές της, με την απειλή σε βάρος του χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης του με τις διατάξεις της εκδοθησομένης απόφασης. Επί της αγωγής αυτής, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) εξέδωσε την με αριθμό 579/2022 οριστική απόφασή του, με την οποία αυτή (αγωγή) έγινε δεκτή, στο σύνολό της, ως ουσιαστικά βάσιμη. Στη συνέχεια το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, κατόπιν της από 22-9-2022 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφασή του, με αριθμό 244/2024, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 579/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε την αγωγή εν μέρει και αναγνώρισε: α) ότι η ενάγουσα συνδέεται με τον εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την …2015 (και όχι από την …1991 όπως είχε κρίνει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) και β) ότι είναι άκυρη η από …2020 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο Δήμο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της με την ειδικότητα ΤΕ Μουσικών-καθηγήτριας Πιάνου, στον αναφερόμενο τόπο (…) και χρόνο εργασίας (μερική απασχόληση 20 ωρών εβδομαδιαίως) και με το αναφερόμενο συμφωνημένο ωρομίσθιο (ποσού 6,52 ευρώ). Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: ".... Η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) εργάσθηκε με ειδικότητα ΤΕ Μουσικών ως καθηγήτρια πιάνου στο … ..., αρχικώς τη χρονική περίοδο από …/1997 έως …/2010 με περισσότερες έγγραφες συμβάσεις - άλλοτε εργασίας και άλλοτε έργου - ορισμένου χρόνου που συνυπέγραψε με το Ν.Π.Δ.Δ. "Πολιτιστικός Οργανισμός Δήμου Καλλιθέας"..., αργότερα δε με εργοδότη τον εναγόμενο (αναιρεσείοντα) Δήμο Καλλιθέας (όπου μεταβιβάσθηκε η άδεια λειτουργίας του ανωτέρω ωδείου με την υπ’ αρ. …2011 απόφαση του Δημάρχου Καλλιθέας, λόγω κατάργησης του Ν.Π.Δ.Δ. "Πολιτιστικός Οργανισμός Δήμου Καλλιθέας" δυνάμει της υπ’ αρ. ...2011 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής) δυνάμει περισσότερων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα διαστήματα …/2015 - …/2016, …/2016 - …/2017, …/2017 - …/2018, …/2018 - …/2019 και …/2019 - …/2020 (οι οποίες ήταν διαδοχικές και ανανεούμενες κάθε διδακτικό έτος, αφού μεσολαβούσαν μόνον οι εκάστοτε σχολικές θερινές διακοπές), με μερική απασχόληση, που ξεκίνησε με τη πρώτη σύμβαση από 13 ώρες εβδομαδιαίως έναντι ωρομισθίου 6,94 ευρώ, για να καταλήξει με τη τελευταία σύμβαση στις 20 ώρες εβδομαδιαίως έναντι ωρομισθίου 6,52 ευρώ.... Τα εργασιακά καθήκοντα της ενάγουσας ήταν όμοια με εκείνα των μονίμων υπαλλήλων στο εν λόγω ωδείο, τα εκτελούσε δε υπό τις δεσμευτικές οδηγίες του διευθυντή του ωδείου, ο οποίος καθόριζε το τόπο, το ωράριο και τον τρόπο της εργασίας της ενάγουσας, ειδικότερα δε τη διδακτέα ύλη, τη διάρκεια των μαθημάτων και τον αριθμό μαθητών αυτής.... Οι παρεχόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας εντάσσονταν στην υλοποίηση της πολιτιστικής δραστηριότητας του εναγομένου, που θα επιδιώκεται εκ μέρους του και στο απώτερο μέλλον, δεδομένου ότι η λειτουργία του δημοτικού ωδείου συνεχίζεται για 3η δεκαετία - από την ίδρυσή του έως σήμερα - με σταθερό αριθμό 250 μαθητών ετησίως... και προσωπικό 22 καθηγητών μουσικής, εκ των οποίων οι 7 διδάσκουν το μάθημα του πιάνου, συμπεριλαμβανομένης της ενάγουσας..., κατά συνέπεια η ενάγουσα κάλυπτε με την εργασία της πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.... Με βάση τα προλεχθέντα, οι διαδοχικές συμβάσεις της ενάγουσας κατά τη χρονική περίοδο από …/2015 έως …/2020 (και όχι από …/1991 - όπως υποστηρίζεται στην αγωγή και δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, δεδομένου ότι μεσολάβησε διάστημα άνω της 5ετίας άνευ απασχόλησης της ενάγουσας στο δημοτικό ωδείο, από την λήξη της τελευταίας σύμβασης με το Ν.Π.Δ.Δ. "Πολιτιστικός Οργανισμός Δήμου Καλλιθέας" στις …/2010, μέχρι την επαναπρόσληψη της ενάγουσας από τον εναγόμενο στις …/2015 - κατά μερική παραδοχή, αποκλειστικά ως προς το ανωτέρω σημείο, του μοναδικού λόγου έφεσης) συνιστούν, κατ' ουσίαν, μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μετά από ορθό νομικό χαρακτηρισμό της εν λόγω έννομης σχέσης... και κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 Ν. 2112/1920..., διότι, αφενός η ενάγουσα κάλυπτε με την εργασία της πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, αφετέρου η κατάτμηση της εργασιακής σχέσης της, σε ορισμένου χρόνου συμβάσεις, δεν δικαιολογείται από τη φύση, το είδος και το σκοπό της παρεχόμενης εργασίας της ενάγουσας, ούτε από τις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της υπηρεσίας του εναγομένου, όπου απασχολήθηκε (καθώς οι ανάγκες του δημοτικού ωδείου σε καθηγητές πιάνου δεν έπαυσαν με την λήξη του χρόνου ισχύος της τελευταίας σύμβασης της ενάγουσας), αλλά επιβλήθηκε ως συμβατικός όρος από τον εναγόμενο, ώστε να έχει τη δυνατότητα απόλυσης της ενάγουσας, μετά το πέρας οποιασδήποτε σύμβασης ορισμένου χρόνου. Τούτο και έπραξε ο εναγόμενος, καθώς με τη λήξη της τελευταίας σύμβασης της ενάγουσας στις …/2020 έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, καταγγέλλοντας ουσιαστικά τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς να τηρήσει τις νόμιμες προϋποθέσεις της καταγγελίας, δηλαδή άνευ έγγραφης ειδοποίησης και καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, με καταστρατήγηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας που διέπουν τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Και τούτο, επειδή η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 Ν. 2112/1920 (που αποτελεί, κατά την έννοια της ρήτρας 5 παρ. 1 της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε. της 28/6/1999, "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο" για την πρόληψη των καταχρήσεων από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα...) εφαρμόζεται στις διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή κατ' επίφαση έργου, που καταρτίσθηκαν τόσο πριν, όσο μετά την 19/7/2004, ημερομηνία έναρξης ισχύος του Π.Δ. 164/2004...". Επομένως, το Εφετείο, αφού έκρινε ότι μόνο οι διαδοχικές συμβάσεις της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) κατά τη χρονική περίοδο από …2015 έως …2020 συνιστούν, στην πραγματικότητα, μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι οι επικαλούμενες με την αγωγή συμβάσεις κατά τη χρονική περίοδο από …1997 έως …2010, αφού, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν (αγωγή) μεσολάβησε χρονικό διάστημα άνω της 5ετίας χωρίς απασχόληση της ενάγουσας στο δημοτικό ωδείο, από την λήξη της τελευταίας σύμβασης της στις …2010, μέχρι την επαναπρόσληψή της από τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα) εντός του Οκτωβρίου 2015, δέχθηκε ότι η αγωγή, κατά το ανωτέρω μέρος της που αφορά τις διαδοχικές συμβάσεις της ενάγουσας του χρονικού διαστήματος από 26-10-2015 και μετέπειτα, είναι νόμιμη και, στη συνέχεια, ουσιαστικά βάσιμη.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δηλαδή δεχόμενο ότι οι διαδοχικές συμβάσεις της αναιρεσίβλητης κατά τη χρονική περίοδο από …2015 έως …2020 συνιστούν, στην πραγματικότητα, μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και, στη συνέχεια, δεχόμενο την αγωγή, κατά το μέρος αυτό, ως νόμιμη και, ακολούθως, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2, 3, 7 και 8 του Συντάγματος, 21 του ν. 2190/1994, 5 παρ. 1 και 11 παρ. 1 και 5 του π.δ/τος 164/2004 και την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, 648, 649, 669, 672 ΑΚ καθώς και αυτή του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, την οποία εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, η ένδικη αγωγή, κατά το ανωτέρω μέρος της, δεν ήταν νόμιμη, διότι και αν ακόμα ήθελε θεωρηθεί ότι με τις παρεχόμενες υπηρεσίες της η αναιρεσίβλητη, στην πραγματικότητα, κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος, οι επίμαχες συμβάσεις εργασίας της χρονικής περιόδου από …-2015 έως …-2020 δεν μπορούν να μετατραπούν σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον καταρτίστηκαν το πρώτον την 26-10-2015, ήτοι μετά την 17-4-2001, ημερομηνία ισχύος των παρ. 7 και 8 του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος και, συνεπώς, δεν είχαν αποκτήσει το χαρακτήρα μιας ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πριν από την έναρξη της ισχύος των εν λόγω διατάξεων του Συντάγματος. Επομένως, ο αναιρεσείων Δήμος δεν είχε την διακριτική ευχέρεια να συνάψει με αυτήν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, λόγω του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου, έστω και αν από το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, συνάγεται ότι η σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να θεωρηθεί αορίστου χρόνου, αν δεν υπάρχει αντικειμενικός λόγος που να δικαιολογεί την ορισμένη διάρκεια της σύμβασης, πράγμα που συμβαίνει όταν η σύμβαση αποσκοπεί στην κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του εργοδότη. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των ως άνω συμβάσεων, που καταρτίστηκαν μετά την συνταγματική αναθεώρηση της 17ης Απριλίου 2001, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της επίδικης έννομης σχέσης, κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Επισημαίνεται ότι οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις δεν μπορούν να συστήσουν σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με το π.δ/μα 164/2004, με το οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη, με ημερομηνία ισχύος 19-7-2004, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, αφού δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του έχοντος μεταβατικό χαρακτήρα άρθρου 11 του εν λόγω προεδρικού διατάγματος, εφόσον η έναρξη της πρώτης σύμβασης της αναιρεσίβλητης έλαβε χώρα την …2015, δηλαδή σε μεταγενέστερο χρόνο της έναρξης ισχύος του π.δ/τος αυτού.
Εξάλλου, η αγωγή κατά το ανωτέρω μέρος της, είναι μη νόμιμη και κατά το μέρος που επιχειρείται θεμελίωση αυτής ευθέως στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ, εφόσον αυτή δεν έχει άμεση εφαρμογή στην εσωτερική έννομη τάξη. Ειδικότερα η ρήτρα 5 της Συμφωνίας - Πλαισίου δεν επιβάλλει στα κράτη - μέλη, ως μοναδική επιλογή, τη μετατροπή των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, διότι αυτή ως κανόνας παραγώγου δικαίου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, δεν περιέχει κανόνες ενωσιακού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη (ΑΠ 9/2022). Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναίρεσης.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 εδαφ. α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση ...". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι: "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται ότι, όταν μετά την αναίρεση της απόφασης, δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο.
Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα η ένδικη αξίωση της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) είναι μη νόμιμη και συνεπώς απορριπτέα, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης και γι' αυτό επιβάλλεται μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που δέχθηκε την από 7-7-2020 αγωγή της αναιρεσίβλητης, να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος), να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να κρατηθεί και δικασθεί κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή και να απορριφθεί αυτή από τον Άρειο Πάγο, ως μη νόμιμη. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Δήμου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τόσο της αναιρετικής δίκης, όσο και αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, μειωμένων όμως, κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ΑΠ 1048/2024, ΑΠ 77/2022), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 244/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που δέχθηκε την από 7-7-2020 αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατ' ουσίαν την από …2022 (με αριθ. κατάθ. …/2022) έφεση του αναιρεσείοντος ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Καλλιθέας".
Δέχεται κατ' ουσίαν την ως άνω έφεση.
Εξαφανίζει την υπ' αριθμ. 579/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από …2020 (με αριθ. κατάθ. …/2020) αγωγή της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης Α. Π.
Απορρίπτει την ως άνω αγωγή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου - αναιρεσείοντος ΟΤΑ της παρούσας αναιρετικής δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ, καθώς και αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας (πρώτου και δεύτερου), τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ