ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 667/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 667/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 667/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 667 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 667/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Β. του Θ., 2) Ο. Β. του Κ., 3) Θ. Β. του Κ. και 4) Ε. Β. του Κ., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αρχικής διαδίκου Ε. Β., θυγ. Κ. Δ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μαλεβίτη.

Του αναιρεσιβλήτου: Θ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δάρα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-3-2010 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης Ε. συζ. Κ. Β., θυγ. Κ. Δ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 463/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7068/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-12-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από …2022 με αρ. εκθ. καταθ. ...2022 αίτηση αναίρεσης που έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, (άρθρα 495 παρ. 1, 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 7068/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015). Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).

Από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτά επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς τη διαδικαστική πορεία της ένδικης υπόθεσης: Η ήδη αποβιώσασα, αρχικώς ενάγουσα Ε. Β., στη θέση της οποίας υπεισήλθαν οι ήδη αναιρεσείοντες, ως μοναδικοί κληρονόμοι αυτής, με την ένδικη από …2010 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου εξέθεσε ότι δυνάμει συμβάσεως υπομισθώσεως, που καταρτίστηκε στις …1994, μεταξύ αυτής και του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, μίσθωσε από τον τελευταίο, ως υπεκμισθωτή, για έξι έτη, το περιγραφόμενο σε αυτήν ακίνητο, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τη λειτουργία αρτοποιείου. Ότι, παρά το ότι η μίσθωση παρατάθηκε αναγκαστικά εκ του νόμου μέχρι τη συμπλήρωση δωδεκαετίας, οι εκμισθωτές γονείς του εναγομένου και ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, συμφώνησαν κατόπιν συμπαιγνίας, τη λύση της μισθώσεως, δυνάμει της οποίας αυτός είχε το δικαίωμα υπομισθώσεως του ακινήτου, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί η ενάγουσα να αποδώσει την 12.3.2002 τη χρήση του μισθίου. Ζήτησε δε, με βάση το πραγματικό αυτό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, να της καταβάλει ως αποζημίωση λόγω διαφυγόντων κερδών, συνεπεία της πρόωρης παύσης της λειτουργίας της επιχείρησης, τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 463/2018 απόφασή του, δέχτηκε κατ' ουσίαν εν μέρει την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την από 5.11.2018 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 7068/2020 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, διακράτησε και δίκασε επί της αγωγής, και απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 1158/2022, ΑΠ 343/2020). Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 472/2017). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ισχυρίζονται, ότι προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 7 παρ. 6 του Νόμου 2741/1999, 381, 382 και 599 του Α.Κ. κρίνοντας την αγωγή ως μη νόμιμη. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, δεδομένου ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και όχι ως μη νόμιμη, όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη, καθώς και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, αλλά και να εκτίθεται ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από την αναιρεσείουσα ή να αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο ενδεχομένως δεν μπορούσε να προταθεί (ΑΠ 1646/2018, ΑΠ 165/2016, ΑΠ 967/2012, ΑΠ 1058/2011, ΑΠ 839/2010). Από τις διατάξεις δε των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 246/2022, ΑΠ 1864/2017). Διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και πρέπει να μνημονεύεται σαφώς στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, όπως και κάθε άλλο αποδεικτικό μέσο, άλλως θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1570/2017, ΑΠ 309/2016).

Περαιτέρω, στα άρθρα 421, 422 παρ. 1 και 424 ΚΠολΔ, τα οποία εισήχθησαν με την παρ. 3 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015) και εφαρμόζονται στην ένδικη περίπτωση, όπως ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με το Ν. 4842/2021, ορίζονται τα ακόλουθα: Άρθρο 421: "Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικώς ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επόμενων άρθρων". Άρθρο 422 παρ. 1: "Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα". Άρθρο 424: "Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης, για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων". Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών υποθέσεων κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω νόμου, εφόσον αφορούν ένορκες βεβαιώσεις που λαμβάνονται ενώπιον του αρμοδίου οργάνου μετά την έναρξη της ισχύος του, κατά τη διαχρονική αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, που εκφράζεται με το άρθρο 21 εδ. α' του ΕισΝΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία διαδικαστικές πράξεις απόδειξης του ΚΠολΔ εφαρμόζονται στις δίκες που είναι εκκρεμείς κατά την εισαγωγή του. Επομένως, κατ' εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ένορκες βεβαιώσεις που, μεταξύ άλλων, ελήφθησαν μετά από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που επιδίωξε τη λήψη τους δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση. Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, ερμηνευόμενες στο πλαίσιο και της διάταξης του άρθρου 116 του ίδιου Κώδικα, που επιβάλλει την τήρηση των κανόνων της καλής πίστης κατά την επιχείρηση των διαδικαστικών πράξεων, προκύπτει, εκτός των άλλων, ότι στη σχετική κλήση απαιτείται να ορίζεται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ο χρόνος και ο τόπος της εξέτασης του μάρτυρα (ΑΠ 1321/2014), άλλως δεν αποτελεί νόμιμο, κατά την έννοια του νόμου, αποδεικτικό μέσο και αυτεπαγγέλτως δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο, ανεξάρτητα από το αν έχει επέλθει βλάβη στον μη εμφανισθέντα αντίδικο (ΟλΑΠ 20/2004, ΑΠ 1247/2022, ΑΠ 278/2017, ΑΠ 802/2010). Τούτο σαφώς συνάγεται από το σκοπό, στον οποίο αποβλέπει η υποχρέωση κλήτευσης του αντιδίκου, που συνίσταται στην παροχή της δυνατότητας στον τελευταίο να παραστεί στην εξέταση, ώστε να ασκήσει τα παρεχόμενα σε αυτόν, από τις διατάξεις των άρθρων 393, 394, 398, 399, 400, 402, 405, 407, 408, 409, 411 και 413 ΚΠολΔ, δικαιώματα, όπως και να προβάλει ενστάσεις και αιτήσεις (λ.χ. εξαίρεσης του μάρτυρα) που καταχωρίζονται στην ένορκη βεβαίωση και θα κριθούν από το δικαστήριο, αλλά, επίσης, γνωρίζοντας αυτός το περιεχόμενο της κατάθεσης, να μπορεί να την αντικρούσει με νέες ένορκες βεβαιώσεις (άρθρο 422 ΚΠολΔ). Το ίδιο συνάγεται και από την υποχρέωση που καθιερώνεται με τις ανωτέρω διατάξεις, με ποινή το ανυπόστατο της ένορκης βεβαίωσης, για αναφορά στην κλήση, εκτός των άλλων στοιχείων, και της ακριβούς ώρας λήψης της ένορκης βεβαίωσης και τούτο, όχι μόνο για τη διαπίστωση της εμπρόθεσμης κλήτευσης του αντιδίκου, αλλά και για την εκπλήρωση του ως άνω σκοπού.
Συνεπώς, η αναγραφή της ακριβούς ώρας λήψης της κατάθεσης του μάρτυρα, είναι αναγκαίο στοιχείο της ένορκης βεβαίωσης, καθόσον μόνο με αυτήν μπορεί να αποδειχθεί η παροχή της δυνατότητας που προαναφέρθηκε στον αντίδικο εκείνου που επισπεύδει την κατάθεση. Η υπόδειξη περισσότερων χρόνων διαζευκτικά ή επικουρικά για τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης, δεν ικανοποιεί τα κριτήρια του νομοθέτη, αφού προκαλεί σύγχυση για τον ακριβή χρόνο λήψης της βεβαίωσης (σχετ. ΑΠ 1321/2014, ΑΠ 275/2013). Την τήρηση, μεταξύ άλλων, της αναγκαίας αυτής προϋπόθεσης έχει την υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει όχι μόνο κατ' ένσταση, αλλά και αυτεπάγγελτα, διότι η έλλειψή της έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανυπόστατη, ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη (ΑΠ 1560/2025, ΑΠ 1135/2024, ΑΠ 50/2023, ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 1175/2019, ΑΠ 1321/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει, ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος προτιθέμενος, προς υποστήριξη της έφεσής του, που επρόκειτο να συζητηθεί, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 10.12.2019, επέδωσε στις 4.12.2019 στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων Αντώνιο Μαλεβίτη, με θυροκόλληση, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου … Δ. Π., την από 3.12.2019 εξώδικη πρόσκληση του, με την οποία γνωστοποιούσε, ότι, προς υποστήριξη της από 5.11.2018 έφεσής του, προτίθεται να εξετάσει τον μάρτυρα Κ. Π., ιδιωτικό υπάλ/λο, κάτοικο ..., οδός ..., γεννηθέντα στο … το 1973, στο "Κατάστημα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, την 6η Δεκεμβρίου 2019, ημέρα Παρασκευή και ώρα 09:00, άλλως σε περίπτωση κωλύματος, την 9η Δεκεμβρίου 2019, ημέρα Δευτέρα την ίδια ώρα". Η κλήση αυτή με το ανωτέρω περιεχόμενο δεν περιλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 422 ΚΠολΔ στοιχεία, καθόσον ο χρόνος εξέτασης του μάρτυρα δεν είναι σαφής και συγκεκριμένος, από δε την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ...2019 συνταχθείσα ένορκη βεβαίωση προκύπτει, ότι ο ανωτέρω μάρτυρας εμφανίστηκε στο κατάστημα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που είχε οριστεί ως τόπος για την εξέτασή τους και κατέθεσε ένορκα, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, όσα αναφέρονται στο περιεχόμενο της πιο πάνω ένορκης βεβαίωσης "στις …2019 ημέρα Δευτέρα και ώρα 09.00 π.μ.", χωρίς να παρίστανται οι κληθέντες εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την σχετική σημείωση σε αυτήν (ένορκη βεβαίωση), ότι "ο καθ' ού η κλήση δεν παραστάθηκε". Λόγω της έλλειψης σαφούς και συγκεκριμένου προσδιορισμού του χρόνου εξέτασης του ενόρκως βεβαιούντος, και σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η ένορκη βεβαίωση συνιστά ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, γεγονός, το οποίο επισήμαναν οι αναιρεσείοντες με την από 13-12-2019 προσθήκη των κατ' έφεση προτάσεών τους και ζήτησαν κατ' ένσταση από το Δικαστήριο να μην τη λάβει υπόψη. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο είχε υποχρέωση να εξετάσει και αυτεπάγγελτα τη νομιμότητα του ανωτέρω προσκομισθέντος αποδεικτικού μέσου, λαμβάνοντας υπόψη την ...2019 ένορκη βεβαίωση για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος, όπως προκύπτει από τη μνεία αυτής στην προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, ο δε εξεταζόμενος τρίτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου αναίρεσης, διότι η αναιρετική εμβέλεια του λόγου, που έγινε δεκτός, στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθιστά αλυσιτελή την έρευνά του. Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η επιστροφή στους καταθέσαντες του παραβόλου που κατέθεσαν για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 και 4 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 7068/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου, που έχουν καταθέσει για την άσκηση της αναίρεσης.

Και,

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή