Απόφαση 668 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 668/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Νέα Αλικαρνασσό Ηρακλείου Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη - Διονύσιο Φιλιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο Νυδρί Λευκάδας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Επαμεινώνδα Βαγενά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-2-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 324/2021 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-11-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από …2021 (αριθμ. έκθ. κατ. …2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 324/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 591, 614 περ. 1, 615 επ. Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., εφόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 15-7-2021 και η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Πατρών, που εξέδωσε την προσβαλλομένη (άρθρο 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), στις 17-11-2021 (άρθρα 552,553 παρ. 1β, 556,558,564 παρ.3,566 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασή της, είναι η εξής: Η ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία διατηρεί ξενοδοχεία στην περιοχή "…" της Δημοτικής Κοινότητας …, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου την από 11-2-2017 (αριθμ. έκθ. κατ. …2017) αγωγή της, με την οποία εξέθεσε ότι συνήψε με την εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, η οποία διατηρεί τουριστικό γραφείο στη Ζάκυνθο, δύο (2) συμβάσεις εγγυημένης κράτησης με αντικείμενο την παροχή στην τελευταία δωματίων στα ξενοδοχεία της "…" και "…" για το χρονικό διάστημα από 3-6-2016 έως 30-9-2016, καθώς και την παροχή σε όσους προσέλθουν για διακοπές για λογαριασμό της εναγομένης υπηρεσιών ξενοδοχείου και γευμάτων, αντί μισθώματος για τη μία σύμβαση, ποσού 166.005 ευρώ και για την άλλη ποσού 112.455 ευρώ, το οποίο η εναγόμενη όφειλε να καταβάλει τμηματικά κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες. Ότι, παρά το γεγονός ότι παραχωρήθηκε από την ίδια η χρήση των μισθίων, η εναγόμενη, πέραν του ποσού των 3.000 ευρώ που της κατέβαλε και καταλογίστηκε στην πρώτη δόση του μισθώματος ενός εκ των ξενοδοχείων, εξακολουθεί να της οφείλει για μισθώματα το συνολικό ποσό των 275.460 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ως άνω ποσό, με το νόμιμο τόκο. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 17/2018 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το αιτηθέν με την αγωγή ποσό. Η εναγόμενη άσκησε την από …2018 (αριθμ. έκθ. κατ. …2018) έφεση και τους από …2021 (αριθμ. έκθ. κατ. …2021) πρόσθετους λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 324/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ο 4ος (επικουρικός) λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων έφεσης, έγιναν τυπικά δεκτοί η έφεση και οι λοιποί πρόσθετοι λόγοι και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν.
Κατά το άρθρο 520 παρ.2 Κ.Πολ.Δ,, πρόσθετοι λόγοι έφεσης μπορούν να ασκηθούν μόνο ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά. Ως προσβληθέν "κεφάλαιο" κατά την έννοια της διάταξης αυτής (ως και εκείνης του άρθρου 523 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.), νοείται η οριστική διάταξη της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία αυτό αποφάνθηκε για το ορισμένο και παραδεκτό ή και τη βασιμότητα ενός αυτοτελούς αιτήματος για παροχή έννομης προστασίας, ως και οποιασδήποτε κατά του αιτήματος αυτού ένστασης (Α.Π. 56/2023, Α.Π. 322/2022, Α.Π. 189/2016). Ως αναγκαία δε συνεχόμενα κεφάλαια νοούνται οι οριστικές διατάξεις της εκκαλούμενης απόφασης που έχουν τέτοια συνάφεια με τις εκκληθείσες διατάξεις είτε διότι αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα είτε γιατί πηγάζουν από την ίδια ιστορική αιτία και διαμορφώνουν ή προσιδιάζουν στο αντικείμενο εκείνων, ώστε τυχόν διαφορετική κρίση του Εφετείου σχετικά με την πρωτόδικη απόφαση να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων (Α.Π. 709/2025, Α.Π. 322/2022, Α.Π. 76/2015). Αντιθέτως, οι ενστάσεις, οι οποίες δεν αποτελούν κεφάλαια της δίκης (με εξαίρεση την ένσταση συμψηφισμού) φέρονται χωρίς περιορισμούς στο εφετείο με πρόσθετο λόγο έφεσης (Α.Π. 1536/2023, Α.Π. 322/2022, Α.Π. 76/2015), τέτοια δε ένσταση που προτείνεται και με πρόσθετο λόγο έφεσης, συνιστά και η ένσταση ωφέλειας του εκμισθωτή εκ του άρθρου 596 εδ. β'Α.Κ. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001, Ολ.ΑΠ 12/2000), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 1/1999). Μέσω του λόγου αυτού αναίρεσης, ερευνάται και το παραδεκτό των πρόσθετων λόγων έφεσης (Α.Π. 709/2025, Α.Π. 56/2023, Α.Π. 322/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα έκρινε ως απαράδεκτο και απέρριψε τον τέταρτο (επικουρικό) πρόσθετο λόγο έφεσης, με τον οποίο προέβαλε, τη στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 596 εδ. β' ΑΚ, οψιγενή ένσταση ωφέλειας του εκμισθωτή, συνιστάμενη στην εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εξοικονόμηση δαπανών λόγω της μη παροχής ξενοδοχειακών υπηρεσιών στα κενά μίσθια δωμάτια, κατά το χρονικό διάστημα των ένδικων μισθώσεων, συνολικού ποσού 131.666,79 ευρώ, ποσό το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί από το συνολικά οφειλόμενο συμφωνηθέν μίσθωμα, με την αιτιολογία ότι ο λόγος αυτός δεν αφορά στα κεφάλαια της εκκαλούμενης απόφασης, ούτε στα κεφάλαια που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά. Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθ. 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.) του κυρίως δικογράφου της από 2-5-2018 έφεσης της τότε εκκαλούσας-εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι αυτή με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της έφεσης παραπονείτο για εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε ως συνέπεια την εσφαλμένη επιδίκαση στην αναιρεσίβλητη του αναφερόμενου σ` αυτή ποσού, βάσει των διατάξεων των άρθρων 8 του Ν. 1652/1986, 574 και 681 ΑΚ, ως συμφωνημένου εγγυημένου μισθώματος. Με βάση, όμως, τα προεκτεθέντα η ως άνω έφεση και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος αυτής αφορούσαν το ίδιο κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης, με το οποίο είχε γίνει δεκτό ως βάσιμο το αγωγικό αίτημα για καταβολή του συνομολογηθέντος με τις επίμαχες συμβάσεις μισθώματος. Επομένως, στο πλαίσιο του εκκληθέντος κεφαλαίου που αφορούσε παράπονο για την επιδίκαση με την πρωτοβάθμια απόφαση στην ενάγουσα και τότε εφεσίβλητη [ήδη αναιρεσίβλητη] του συμφωνηθέντος μισθώματος, βάσει των παραπάνω διατάξεων και του σχετικού αιτήματος, το οποίο ως αυτοτελές αίτημα παροχής έννομης προστασίας περιλαμβάνει και τις κατ` αυτού ενστάσεις, ήταν παραδεκτή η προβολή της ως άνω ένστασης με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας. Κατά συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση που απέρριψε ως απαράδεκτο τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της έφεσης, ενώ έπρεπε να τον ερευνήσει, σύμφωνα και με τις σχετικές προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 Κ.Πολ.Δ. και είναι βάσιμος ο σχετικός τέταρτος λόγος της αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να γίνει δεκτός. H μίσθωση των δωματίων ενός ξενοδοχείου, μπορεί να γίνει, είτε απ’ ευθείας από τους ενδιαφερόμενους μεμονωμένους πελάτες, είτε από ταξιδιωτικούς οργανισμούς ή τουριστικά γραφεία, που τα διαθέτουν στη συνέχεια, στους πελάτες τους (τουρίστες). Στη δεύτερη περίπτωση, που χαρακτηρίζεται, ως "χονδρική μίσθωση" θα πρόκειται για τη ξενοδοχειακή μίσθωση. Η χονδρική μίσθωση ξενοδοχειακών κλινών (δωματίων) μπορεί να πάρει ανάλογα με το νόμο, τη συμφωνία των μερών, αλλά και τη συναλλακτική πρακτική, κυρίως, δύο ειδικότερες μορφές, χωρίς να αποκλείεται φυσικά εντός των ορίων της συμβατικής ελευθερίας η επιλογή και άλλων τύπων ή και ο συνδυασμός τους. Η πρώτη μορφή αποτελεί την λεγόμενη βέβαιη εγγυημένη κράτηση, στο πεδίο λειτουργίας της οποίας ο ξενοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραχωρεί τον συμφωνηθέντα αριθμό κλινών (και να προσφέρει και τις συναφείς ξενοδοχειακές παροχές) για την προκαθορισμένη περίοδο στον αντισυμβαλλόμενό του (ακριβέστερα στους υπ` αυτού υποδειχθησόμενους τρίτους - πελάτες του), ο οποίος, με τη σειρά του, οφείλει το συμφωνηθέν ολικό αντίτιμο μίσθωμα, ανεξάρτητα του εάν έκανε χρήση των μισθωθεισών κλινών, παραχωρώντας την (τη χρήση) στους δικούς τoυ πελάτες. Στη σύμβαση δηλαδή αυτή τον επιχειρηματικό κίνδυνο να μην καλυφθούν οι συμφωνηθείσες κλίνες φέρει το τουριστικό γραφείο, το οποίο βάσει της συμφωνίας θα καταβάλει το συνολικό αντίτιμο (Ολ.ΑΠ 38/1997 Α.Π. 489/2021, Α.Π. 549/2019, Α.Π. 1207/2001, Α.Π. 292/2000). Η δεύτερη μορφή αποτελεί τη λεγόμενη κράτηση allotment (κατά μερίδιο), που ρυθμίζεται από το άρθρο 11 της απόφασης του Γενικού Γραμματέα του Ε.Ο.Τ. …1976, στην οποία (απόφαση), το άρθρο 8 Ν. 1652/1986 έδωσε ισχύ τυπικού νόμου. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της συμφωνίας είναι ο συμβατικός προσδιορισμός δύο ακραίων ποσοτικών ορίων μισθωμένων κλινών, ενός ανώτατου και ενός κατώτατου, εντός μιας ή περισσότερων χρονικών περιόδων. Ο ξενοδόχος είναι υποχρεωμένος να διατηρεί δεσμευμένο για τον αντισυμβαλλόμενό του το ανώτατο όριο κλινών, υποχρεούμενος σε αντίθετη περίπτωση, σε αποζημίωσή του, ενώ ο μισθωτής των κλινών καταβάλλει το μίσθωμα, μόνο για όσες κλίνες χρησιμοποίησε, χωρίς υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης για τις μη χρησιμοποιηθείσες κλίνες. Η ξενοδοχειακή, κατά τα άνω σύμβαση είναι μικτή σύμβαση προεχόντως μισθωτικού χαρακτήρα, πέρα από τα στοιχεία μίσθωσης υπηρεσιών, πώλησης, προμήθειας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παρ.1 της …1976 απόφασης του Γενικού Γραμματέα του ΕΟΤ περί κανονισμού σχέσεων ξενοδόχων και πελατών αυτών, που κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου με το άρθρο 8 του Ν. 1652/1986, τουριστικό γραφείο ή ταξιδιωτικός οργανισμός δικαιούται να προβεί σε ακύρωση μέρους ή του συνόλου των συμφωνηθεισών κλινών, χωρίς υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης, εφόσον αποδεδειγμένα ειδοποιηθεί ο ξενοδόχος εικοσιμία ημέρες τουλάχιστον πριν από την άφιξη των πελατών. Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζεται η εγγυημένη κράτηση, κατά την οποία ο ξενοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να παραχωρεί τον συμφωνηθέντα αριθμό κλινών για την προκαθορισμένη περίοδο στον αντισυμβαλλόμενό του (στους υπ` αυτού υποδειχθησόμενους τρίτους πελάτες του), ο οποίος οφείλει το συμφωνηθέν αντίτιμο, ανεξάρτητα αν έκανε χρήση των μισθωθεισών κλινών και αν οι πελάτες παρέμειναν οι ίδιοι ολόκληρη τη μισθωτική περίοδο ή εναλλάσονταν.
Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006,4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, Α.Π. 339/2020, Α.Π. 49/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι κατά το νόμο αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά τη διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 489/2021, Α.Π. 895/2020, ΑΠ 1257/2019, ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 1678/2017).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Μονομελές Εφετείο Πατρών, με την πληττόμενη, υπ' αριθμ. 324/2021, απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικώς, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 02-03-2016 στη Ζάκυνθο η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) και η εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα) συνήψαν τα υπ' αριθ. … και … μισθωτήρια, εκπροσωπούμενες η καθεμία νομότυπα κατά την κατάρτιση των ως άνω συμβάσεων. Οι ως άνω μισθώσεις αφορούσαν στην εκμίσθωση δωματίων των ξενοδοχείων της ενάγουσας "…" και "…" στην εναγόμενη, για το χρονικό διάστημα από 03-06-2016 έως 30-09-2016, ήτοι για (119) ημέρες, αντί συνολικού μισθώματος (166.005) ευρώ για το πρώτο ξενοδοχείο και (112.455) ευρώ για το δεύτερο, καταβαλλόμενου σε δόσεις κατά τις ημερομηνίες που αναγράφονται στο καθένα εκ των μισθωτηρίων και κατά τους ειδικότερους όρους που αναγράφονται στα ως άνω μισθωτήρια, στην αγωγή και την εκκαλουμένη απόφαση και τα στοιχεία αυτά δεν αμφισβητούνται με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης. Επ' αυτών των συμβάσεων δεν αναγράφεται ότι η εναγόμενη συνήψε και υπέγραψε τις ως άνω συμβάσεις ως αντιπρόσωπος κατά την έννοια των άρθρων 211 επ. ΑΚ και για λογαριασμό άλλης εταιρείας ή οργανισμού, ούτε αναγράφεται ανά μήνα ανώτατος και κατώτατος αριθμός διανυκτερεύσεων. Η εκμίσθωση των ανωτέρω έγινε με τη μέθοδο "commitement" ή "guarantee" και τούτο αποδείχθηκε και από την εξώδικη απάντηση της εναγόμενης εταιρείας προς την ενάγουσα εταιρεία που επιδόθηκε στην τελευταία στις 30-05-2016 (βλ. με αριθμό ...2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου …, Δ. X. Φ.), στην οποία, μεταξύ άλλων, ρητά αναγράφονται και τα εξής: "...Με τις από 01-03-2016 δύο ξενοδοχειακές συμβάσεις εγγυημένης κράτησης που καταρτίστηκαν εγγράφως μεταξύ μας, δια των νομίμων εκπροσώπων μας, αναλάβατε την υποχρέωση να παραχωρήσετε τον συμφωνηθέντα αριθμό δωματίων στα ξενοδοχειακά συγκροτήματα … και …, που διατηρείτε και εκμεταλλεύεστε στη Ζάκυνθο, προς χρήση των εναλλασσόμενων πελατών μας (και συγκεκριμένα του τουριστικού οργανισμού … που αντιπροσωπεύει η εταιρεία μας), για το χρονικό διάστημα από 3-6-2016 έως 30-9-2016, αντί συνολικού τιμήματος 278.460 ευρώ", (βλ. για τα ανωτέρω σελ. 1 της εξώδικης απάντησης), "...
Επειδή, οι ως άνω, μεταξύ μας καταρτισθείσες συμβάσεις έχουν το χαρακτήρα ξενοδοχειακής σύμβασης εγγυημένης κράτησης, καθόσον δεν προβλέφθηκε με αυτά ανώτατος ή κατώτατος αριθμός διανυκτερεύσεων κατά μήνα, αλλά εκμισθώθηκαν όλα τα κατά τη σύμβαση δωμάτια για την τουριστική περίοδο που προαναφέρθηκε και ως εκ τούτου βρίσκουν έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 13 της …/1976 απόφασης του Γενικού Γραμματέα του ΕΟΤ, σε κάθε δε περίπτωση δεν υπάγονται στην προστατευτική νομοθεσία των επαγγελματικών-εμπορικών μισθώσεων...", (βλ. για τα ανωτέρω σελ. 3 της εξώδικης απάντησης). Από όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν και εκτέθηκαν, αποδείχθηκε ότι οι ένδικες συμβάσεις φέρουν το χαρακτήρα συμβάσεων εγγυημένης κράτησης με αντισυμβαλλόμενη την εναγόμενη, που είναι υπόχρεη για την καταβολή του μισθώματος έναντι στην ενάγουσα ανεξάρτητα του εάν οι πελάτες της έκαναν χρήση ή όχι των δωματίων που μίσθωσε, (...), καθόσον στη σύμβαση αυτή (εγγυημένη κράτηση) τον επιχειρηματικό κίνδυνο να μη καλυφθούν οι συμφωνηθείσες κλίνες φέρει το τουριστικό γραφείο, το οποίο, βάσει της συμφωνίας, θα καταβάλει το συνολικό αντίτιμο και εν προκειμένω η εναγόμενη, η δε τυχόν γνώση της ενάγουσας σχετικά με το ποιοι είναι οι πελάτες της εναγόμενης, δεν καθιστούν αυτούς αντισυμβαλλόμενους της ενάγουσας ούτε την εναγόμενη αντιπρόσωπο αυτών έναντι της ενάγουσας, αλλά η μεταξύ τους έννομη σχέση αφορά αυτούς και δεν επιδρά καθ' οιονδήποτε τρόπο στις συμβατικές υποχρεώσεις των διαδίκων μερών, καθόσον μάλιστα δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατά τον χρόνο κατάρτισης των ένδικων συμβάσεων γνώριζε ότι η εναγόμενη ενεργούσε ως αντιπρόσωπος άλλης εταιρείας, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 211 επ. ΑΚ, η δε τυχόν μεταγενέστερη γνώση της δεν επιδρά στο κύρος των συμβάσεων που είχαν ήδη καταρτιστεί και στις υποχρεώσεις που απορρέουν για τα συμβαλλόμενα μέρη εξ αυτών (συμβάσεων). Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις που τέθηκαν υπόψη του και συνεπώς οι πρώτος λόγος έφεσης και πρώτος λόγος του δικογράφου πρόσθετων λόγων έφεσης περί μη παθητικής νομιμοποίησης της εναγόμενης επειδή στη σύμβαση ενεργούσε ως αντιπρόσωπος άλλης εταιρείας πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι διάδικοι μετά την κατάρτιση των ένδικων συμβάσεων και πριν την 03-06-2016 αντάλλαξαν αλληλογραφία (μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου), η δε ενάγουσα με την 15-04-2016 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση-διαμαρτυρία-επιφύλαξη που επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 13-05-2016 αναφέρθηκε στις ένδικες συμβάσεις, καθώς και σε συνομιλία των διαδίκων, επισημαίνοντας ότι δεν υφίσταται σπουδαίος λόγος για καταγγελία αυτών (συμβάσεων) και προσκάλεσε την εναγόμενη να τηρήσει τις ένδικες συμφωνίες τους, η δε εναγόμενη με την από 20-05-2016 εξώδικη απάντηση που επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 30-05-2016, αντέλεξε ισχυριζόμενη ότι έχει επέλθει λήξη των καταρτισθέντων συμβάσεων, αναφερόμενη και στην προηγούμενη από 19-04-2016 ηλεκτρονική επιστολή της με την οποία είχε ζητήσει να ενημερωθεί από την ενάγουσα εντός (24) ωρών σχετικά με το εάν η απόρριψη κρατήσεων εκ μέρους της ενάγουσας θεωρείται αποδέσμευση από τις συμβατικές υποχρεώσεις της ενάγουσας, γνωστοποιώντας της ότι η παράλειψη ενημέρωσης εντός της ως άνω τασσόμενης προθεσμίας, θα ερμηνευθεί από την εναγόμενη ως καταγγελία των ένδικων συμβάσεων. Ειδικότερα, στο από 23-03-2016 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της ενάγουσας (Π. Π.) προς Μ. Τ., Μ. Μ. και Κ. Μ., αναγράφονται επί λέξει τα εξής: "Το ... guarantee συμβόλαιο είναι ακόμη μη δεσμευτικό μέχρι να λάβουμε την πρώτη κατάθεση. Για αυτό δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε αυτή την early booking έκπτωση την παρούσα στιγμή". Από τη ρητή διατύπωση του ανωτέρω εγγράφου δεν προκύπτει ούτε καταγγελία ούτε ακύρωση των ένδικων συμβάσεων από την ενάγουσα, αλλά επισημαίνεται μία εκκρεμότητα που δημιουργήθηκε στον ανωτέρω χρόνο από την ένδικη έννομη σχέση των διαδίκων. Ειδικότερα, στο από …2016 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της εναγόμενης (Μ. Μ.) προς την ενάγουσα (Π. Π.), αναγράφονται επί λέξει τα εξής: "Μας έχετε απορρίψει κρατήσεις στο ξενοδοχείο … που είχαμε σε guarantee συμβόλαιο. Η παραπάνω ενέργεια σημαίνει σιωπηλή ακύρωση του συμβολαίου guarantee που έχουμε. Σας παρακαλώ να μας ενημερώσετε για τις προθέσεις σας σχετικά με το συμβόλαιο εντός 24 ωρών ώστε να ενημερώσουμε τους συνεργάτες μας στην Πολωνία να σταματήσουν τις πωλήσεις στα ξενοδοχεία σας. Σε περίπτωση μη απάντησής σας, θεωρούμε ότι έχετε ενημερωθεί σχετικά και ενημερώνουμε άμεσα τους συνεργάτες μας να σταματήσουν τις πωλήσεις στα ξενοδοχεία σας". Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα και τη ρητή διατύπωση των μηνυμάτων ηλεκτρονικής αλληλογραφίας των διαδίκων και των εξώδικων που απέστειλαν αλλήλους, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη έχει νόμιμα υπαναχωρήσει, προβεί σε ακύρωση των ένδικων συμβάσεων κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 13 του Ν. 1652/1986, ήτοι προ (21) ημερών από την έναρξη των παραπάνω μισθώσεων, ήτοι προ της 03-06-2016, που ήταν η ημερομηνία αφίξεως των πρώτων πελατών της εναγόμενης στα μίσθια ξενοδοχεία, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη έχει νόμιμα καταγγείλει, υπαναχωρήσει, αποδεσμευτεί από τις ένδικες συμβάσεις με την ενάγουσα και ως εκ τούτου και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην ως άνω μείζονα σκέψη είναι υπόχρεη για την καταβολή του μισθώματος ανεξάρτητα εάν έγινε ή όχι χρήση των μισθίων δωματίων από τους πελάτες της, αφού και στο ως άνω από 19-04-2016 έγγραφό της απευθυνόμενο προς την ενάγουσα δεν περιέχεται προειδοποίηση της εναγόμενης προς την ενάγουσα ότι δεν μπορεί να κάνει χρήση ή ότι δεν θα κάνει χρήση των μισθίων δωματίων των ένδικων συμβάσεων ή ότι ακυρώνει τις ένδικες συμβάσεις, ώστε κατά τα οριζόμενα στην αμέσως προηγούμενη διάταξη (βλ. και αναλυτικά υπό στ. (I) ως άνω μείζονα σκέψη) να απαλλαγεί από την εκ των ένδικων συμβάσεων υποχρέωσή της για την καταβολή του μισθώματος.
Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι το από 16-04-2016 έγγραφο που απέστειλε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο η ενάγουσα (ξενοδοχείο …) προς Σ. Κ., στο οποίο αναγράφεται ότι: "Δεν μπορούμε να αποδεχτούμε την κράτηση εξαιτίας της παύσης πωλήσεων (stop sales) που ανακοινώσαμε στις 07/04, για την περίοδο 01/06-10/06", στο οποίο αναγράφεται ο όρος "stop sales" (βλ. περί τούτου και κατωτέρω), αφορά στις ένδικες συμβάσεις εγγυημένης κράτησης, καθόσον γι' αυτές ορίζεται χρονικό διάστημα λειτουργίας της σύμβασης από 03-06-2016 έως 30-09-2016, αλλά ούτε και από το μεταγενέστερο και προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από την εκκαλούσα για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (άρθρο 529 ΚΠολΔ), από 15-07-2016 έγγραφο ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, αποδείχθηκε ότι τούτο αφορά στις ένδικες συμβάσεις, καθόσον και σ' αυτό γίνεται αναφορά της φράσης "stop sales" από 15-07-2016 έως 30-09-2016, πλην όμως, αυτή η αναφορά (stop sales) γίνεται μόνο στα allotment και όχι στο commitment (βλ. και ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης στις σελίδες 13-14 των πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου), και ενδεχομένως τα ως άνω έγγραφα να αφορούν σε προγενέστερες συμβάσεις "allotment", που είχαν καταρτιστεί σε χρόνο προγενέστερο της 02-03-2016 και δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης. Τα μίσθια δωμάτια των ένδικων συμβάσεων παρέμειναν κενά κατά την τουριστική περίοδο του 2016, που καταλαμβανόταν από τις ένδικες συμβάσεις (βλ. και ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης στη σελίδα 9 των πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου). Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε τους σχετικούς ισχυρισμούς της εναγομένης, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις που τέθηκαν υπόψη του και οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες δεύτερος και ο σχετικός επιμέρους τρίτος λόγοι της έφεσης και δεύτερος και τρίτος λόγοι του δικογράφου πρόσθετων λόγων έφεσης πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ο επιμέρους ισχυρισμός που υποβάλλεται με τον τρίτο λόγο έφεσης ότι ο μάρτυρας απόδειξης, ιδιοκτήτης των ξενοδοχείων της ενάγουσας, εισέπραξε από την τελευταία τα μισθώματά του, με τον οποίο η εναγόμενη-εκκαλούσα επιχειρεί την απόδειξη του ισχυρισμού της ότι τα μίσθια δωμάτια δεν παρέμειναν κενά, αλλά αντίθετα εκμισθώθηκαν σε τρίτους από την ενάγουσα με αποτέλεσμα η τελευταία να ανταποκριθεί στην υποχρέωσή της να καταβάλει στον εκμισθωτή της (μάρτυρα απόδειξης) το μίσθωμα, δεν (αντ)αποδεικνύει τον ισχυρισμό της εναγόμενης- εκκαλούσας,-ότι δηλαδή η ενάγουσα εκμίσθωσε τα μίσθια δωμάτια σε τρίτους-, και δη με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και προσκομιδή σχετικών αποδεικτικών μέσων, και συνεπώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις που τέθηκαν υπόψη του και συνεπώς ο τα αντίθετα υποστηρίζων επιμέρους σχετικός τρίτος λόγος της έφεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος...". Με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη (17/2018) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, που είχε δεχθεί ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή της ενάγουσας, ήδη αναιρεσίβλητης, και είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 275.460 ευρώ, ως υπόλοιπο του συμφωνημένου ολικού ανταλλάγματος. Όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό πόρισμα, δεχόμενο ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκαν συμβάσεις εγγυημένης κράτησης δωματίων, ήτοι εκμίσθωση δωματίων με τη μέθοδο guarantee ή commintment, από τις οποίες (συμβάσεις) δεν υπαναχώρησε, ούτε αποδεσμεύθηκε η αναιρεσείουσα, ούτε αυτές καταγγέλθηκαν ή ακυρώθηκαν και επομένως δεν αναιρείται η υποχρέωση της τελευταίας για την καταβολή του συμφωνηθέντος μισθώματος, εφόσον αυτή, για την απαλλαγή της, δεν τήρησε την προθεσμία ειδοποίησης της αναιρεσίβλητης-ξενοδόχου, πριν από 21 ημέρες. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 211 Α.Κ. δήλωση βούλησης από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευόμενου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευόμενου. Το αποτέλεσμα τούτο επέρχεται, είτε η δήλωση γίνει ρητά στο όνομα του αντιπροσωπευόμενου, είτε συνάγεται από τις περιστάσεις. Στην περίπτωση αυτή, υποκείμενο της δημιουργούμενης έννομης σχέσης από την ενέργεια του αμέσου αντιπροσώπου είναι ο αντιπροσωπευόμενος, ο οποίος και μόνον δεσμεύεται από τις επιχειρούμενες στο όνομά του πράξεις υπό του πρώτου. Αντιθέτως, επί εμμέσου αντιπροσωπείας υποκείμενο της έννομης σχέσης που δημιουργείται από την ενέργεια του εμμέσου αντιπροσώπου είναι αυτός ο ίδιος (ο αντιπρόσωπος) και όχι ο αντιπροσωπευόμενος, ο οποίος (αντιπρόσωπος) με βάση και μόνο την εσωτερική σχέση που τον συνδέει με τον κύριο των υποθέσεων υποχρεώνεται να μεταφέρει τα επελθόντα στο πρόσωπό του αποτελέσματα με χωριστές μεταβιβαστικές πράξεις στον εμμέσως υπ' αυτού αντιπροσωπευόμενο. Η έμμεση δηλαδή αντιπροσωπεία αποτελεί αντιπροσώπευση συμφερόντων, ενέργεια δηλαδή άλλου και όχι αντιπροσωπεία του άρθρου 211 Α.Κ. (Α.Π. 269/2021, A.Π. 1128/2015, Α.Π. 2017/2007).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 Α.Κ. "η εξουσία αντιπροσώπευσης παρέχεται με τη σχετική δικαιοπραξία (πληρεξουσιότητα)".
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας τον προβληθέντα πρωτοδίκως και κατ' έφεση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο έφεσης, ισχυρισμό της ότι κατά τη σύναψη των ένδικων μισθώσεων εγγυημένης κράτησης ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπος, κατ' εντολή και για λογαριασμό του πολωνικού τουριστικού οργανισμού "…", γεγονός που γνώριζε η αναιρεσίβλητη από τις προηγούμενες συναλλαγές της που μνημονεύει και είχε επιπλέον αποδεχθεί το γεγονός αυτό και το θεωρούσε δεδομένο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 211,212 και 216 Α.Κ. Με τις ανωτέρω παραδοχές του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις, τις οποίες ορθώς δεν εφάρμοσε, αφού δεν ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση και δεν στέρησε την απόφασή του, από νόμιμη βάση, καθόσον, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμα ότι υπόχρεη προς καταβολή του συμφωνηθέντος αντιτίμου των ένδικων συμβάσεων μίσθωσης ήταν η ήδη αναιρεσείουσα- εναγόμενη, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Και, τούτο καθόσον, από τις ανωτέρω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, με σαφήνεια, ότι οι από …2016 δύο ξενοδοχειακές συμβάσεις εγγυημένης μίσθωσης, καταρτίσθηκαν εγγράφως, μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων και ότι η αναιρεσείουσα- εναγόμενη, συμβλήθηκε, ως μισθώτρια, ατομικά και για λογαριασμό της με την ήδη αναιρεσίβλητη-ενάγουσα, ως εκμισθώτρια, και όχι ως αντιπρόσωπος άλλης εταιρείας, κατά την έννοια των διατάξεων 211 επ. Α.Κ., ενώ, ορθώς έκρινε ότι τυχόν μεταγενέστερη γνώση της αναιρεσίβλητης σχετικά με το ποιοι είναι οι πελάτες της αναιρεσείουσας δεν καθιστούν αυτούς αντισυμβαλλόμενους, ούτε την αναιρεσείουσα αντιπρόσωπο αυτών έναντι της αναιρεσίβλητης. Επομένως, είναι αβάσιμος ο προαναφερθείς λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση, όπως εκτιμάται, ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 574 επ. Α.Κ. και 13 παρ. 1 της απόφασης …/1976 (ΦΕΚ 166) του Γενικού Γραμματέα του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού "Περί κανονισμού σχέσεων ξενοδόχων και πελατών αυτών", που κυρώθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 1652/1986, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Η αιτίαση αυτή είναι βάσιμη, διότι με τις ανωτέρω παραδοχές του, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο στέρησε την απόφασή του, από νόμιμη βάση, παραβιάζοντας την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 της …1976 απόφασης του Γενικού Γραμματέα του ΕΟΤ, καθόσον, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα-εναγόμενη δεν είχε νόμιμα προβεί σε ακύρωση μέρους ή του συνόλου των συμφωνηθεισών με τις ένδικες συμβάσεις εγγυημένης μίσθωσης κλινών, ούτε είχε ειδοποιήσει αποδεδειγμένα την αναιρεσίβλητη, 21 τουλάχιστον ημέρες πριν από την έναρξη των μισθώσεων στις 3-6-2016 και ως εκ τούτου ήταν υπόχρεη να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη ενάγουσα το ποσό των 275.460 ευρώ, ως υπόλοιπο του συμφωνηθέντος αντιτίμου (μισθώματος), διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς, ασαφείς και με λογικά κενά αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Και τούτο, καθόσον, ενώ δέχεται ότι, μετά την κατάρτιση των ένδικων συμβάσεων και πριν το χρόνο έναρξης των μισθώσεων, οι διάδικοι αντάλλαξαν αλληλογραφία, ήτοι μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και εξώδικες δηλώσεις-διαμαρτυρίες και συγκεκριμένα: α) στις 23-3-2016 η αναιρεσίβλητη απέστειλε μήνυμα στην αναιρεσείουσα, δηλώνοντας ότι "το guarantee συμβόλαιο είναι ακόμη μη δεσμευτικό μέχρι να λάβει την πρώτη κατάθεση", β) στις 19-4-2016 η αναιρεσείουσα απέστειλε μήνυμα στην αναιρεσίβλητη, στο οποίο ζητούσε, μεταξύ άλλων, να την ενημερώσει εντός 24 ωρών, αν η απόρριψη κρατήσεων στο ξενοδοχείο …, σημαίνει σιωπηλή ακύρωση του συμβολαίου guarantee και ότι σε περίπτωση μη απάντησής της θα ενημερώσει άμεσα τους συνεργάτες της να σταματήσουν τις πωλήσεις στα ξενοδοχεία της, γ) με την από 15-4-2016 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση-διαμαρτυρία-επιφύλαξη που επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 13-5-2016, η αναιρεσίβλητη, αναφερόμενη στις ένδικες συμβάσεις, καθώς και σε συνομιλία των διαδίκων, επισήμανε ότι δεν υφίσταται σπουδαίος λόγος για καταγγελία των συμβάσεων και προσκάλεσε την αναιρεσείουσα να τηρήσει τις ένδικες συμφωνίες τους και δ) στην από 20-5-2016 εξώδικη απάντηση, που επιδόθηκε στις 30-5-2016 στην αναιρεσίβλητη, αντέλεξε η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη ότι έχει επέλθει λήξη των καταρτισθεισών συμβάσεων με την από 19-4-2016 ηλεκτρονική της επιστολή, εν συνεχεία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν προκύπτει καταγγελία ή ακύρωση των ένδικων συμβάσεων, ούτε υπαναχώρηση ή αποδέσμευση της αναιρεσείουσας, χωρίς από τις ανωτέρω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, να προκύπτει, με σαφήνεια, αν υπήρξε απάντηση της αναιρεσίβλητης, εντός 24 ωρών, στο από 19-4-2016 ηλεκτρονικό μήνυμα της αναιρεσείουσας και χωρίς να διευκρινίζεται, γιατί σε περίπτωση μη απάντησης δεν θεωρήθηκε το περιεχόμενο της παραπάνω από 19-4-2016 επιστολής ως εμπρόθεσμη ειδοποίηση της αναιρεσίβλητης για ακύρωση της συμφωνηθείσας κράτησης δωματίων, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, 21 ημέρες πριν από την άφιξη των πελατών της, οπότε δεν υποχρεούται σε καταβολή αποζημίωσης, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι η αναιρεσίβλητη στην από 15-4-2016 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία κάνει αναφορά σε καταγγελία των συμβάσεων εκ μέρους της αναιρεσείουσας, που έγινε όμως χωρίς σπουδαίο λόγο.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι ουσιαστικά βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, αφού η αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμων των παραπάνω, τέταρτου και δεύτερου, κατά το πρώτος σκέλος του, λόγων της, παρελκομένης της έρευνας των λοιπών λόγων της, καθώς η αναιρετική εμβέλεια του δεύτερου, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγου, που έγινε δεκτός, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση αυτών που διατυπώνονται με την ερευνώμενη αίτηση αναίρεσης και οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα (αναίρεση της πληττόμενης απόφασης), πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα προαναφερθέντα κεφάλαιά της, και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σε αυτήν (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176,183, 189 παρ. 1,191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 324/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, μόνο κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση του κατατεθέντος για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ