Απόφαση 669 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 669/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Μαρία Τατσέλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Ιανουαρίου 2026, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Λ. Α. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κουρτίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 2) Ε. Π. συζ. Κ. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "INTERLIFE ΑΑΕΓΑ", που εδρεύει στη Θέρμη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-5-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2018 εν μέρει οριστική και 50/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2021 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-2-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τατσέλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 457/2025, ΑΠ 176/2025, ΑΠ 1032/2024). Τις επιδόσεις και τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 704/2025, ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 992/2022, ΑΠ 555/2019).
2.- Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμούς ...2024 και ...2024 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου … με έδρα το Πρωτοδικείο … Α. Τ., τις οποίες νομίμως προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου του, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της υπό κρίσιν, από …2022 και καταχωρηθείσας στο Εφετείο Θράκης με αριθμό καταθέσεως …2023, αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 46/2021 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, με την κάτω από αυτήν πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Δ' Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκασή της και πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος περί ορισμού: α) δικασίμου της αιτήσεως την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και β) προθεσμίας κοινοποιήσεως αυτής εξήντα (60) ημέρες πριν από τη δικάσιμο μαζί με κλήση να παραστούν κατά τη συζήτηση αυτής στην ορισθείσα σημερινή δικάσιμο, επιδόθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως προς τον πρώτο και τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων. Κατά τη δικάσιμο αυτή, όπως τούτο προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, ο πρώτος και η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά εγγραφής της από το οικείο πινάκιο και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε και κατέθεσαν τη σχετική έγγραφη δήλωση περί μη παραστάσεως κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, αφού οι άνω αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως θα πρέπει το Δικαστήριο, παρά την απουσία τους, να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτή παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
3.- Με την υπό κρίσιν, από …2022 (και με αριθμό καταθέσεως …2023), αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία επιλύσεως των περιουσιακών διαφορών που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 του ΚΠολΔ), υπ' αριθμόν 46/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, το οποίο, αφού συνεκδίκασε την από 25.10.2019 έφεση του ενάγοντος, ήδη αναιρεσείοντος, και την από …2020 αντίθετη έφεση των εναγομένων, ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά της υπ' αρ. 50/2019 οριστικής και της συνεκκληθείσας υπ' αρ. 16/2018 εν μέρει οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, δέχθηκε τυπικά τις εν λόγω εφέσεις, απέρριψε κατ' ουσίαν την πρώτη έφεση και δέχθηκε κατ' ουσίαν τη δεύτερη έφεση, εξαφάνισε την υπ' αριθμόν 16/2018 εν μέρει οριστική απόφαση ως προς τις οριστικές της διατάξεις και δικάζοντας επί της ουσίας την υπόθεση δέχθηκε εν μέρει την από 19.05.2016 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε τους τελευταίους να του καταβάλουν, μεταξύ άλλων, τα αναφερόμενα ποσά για την (πρόσθετη) χρηματική παροχή κατά το άρθρο 931 του ΑΚ και για την χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη κατά το άρθρο 932 του ΑΚ από το αναφερόμενο σε αυτήν αυτοκινητικό τροχαίο ατύχημα.
4.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ) εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και από την επομένη της δημοσιεύσεώς της στις 04.02.2021, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στις 03.02.2023 δεν είχε συμπληρωθεί η διετία. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).
5.- Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από …2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντισταθμίσεως προσφοράς και οφέλους που αποτελεί κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά διατρέχει το σύνολο της έννομης τάξεως και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σε αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά στις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιική αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές, οι οποίες διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ). Στην περίπτωση υπερβάσεως της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς τον σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια, που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνειδήσεως σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αυτά αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, οπότε και πάλι παραβιάζεται η εν λόγω αρχή, η οποία αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσον ελέγχου της κρίσεως του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Άλλωστε, την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, η οποία προβλέπεται από την άνω διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 1809/2024, ΑΠ 709/2024).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 298, 299, 914, 929 και 932 του ΑΚ, προκύπτει ότι προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της "αναπηρίας" (κάποιας ελλείψεως σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου) ή "παραμορφώσεως" (κάθε ουσιώδους αλλοιώσεως της εξωτερικής εμφανίσεως του προσώπου η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής τέχνης και επιστήμης, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής) ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου ως ενός αυτοτελούς εννόμου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, κατά τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς η προστασία αυτή να συνδέεται αναγκαίως με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων. Έτσι, κατά την ορθή ερμηνεία της άνω διατάξεως, με αυτήν προβλέπεται η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμορφώσεως, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί. Το ύψος του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται και καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως, την ηλικία του παθόντος, καθώς και με συνεκτίμηση του ποσοστού τυχόν συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της αξιώσεως για επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης (ή ψυχικής οδύνης) κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ (ΑΠ 670/2006). Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που υπήρχε χωρίς αυτό (ΑΠ 774/2007). Και στην περίπτωση της χρηματικής παροχής του άρθρου 931 του ΑΚ επιβάλλεται να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου εύλογου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Ενόψει τούτων, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής παροχής εκ του άρθρου 931 του ΑΚ ελέγχεται αναιρετικώς, όπως και στη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, για παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας υπό την άνω έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ως πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1809/2024, ΑΠ 1221/2023, ΑΠ 980/2023, ΑΠ 790/2022). Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του εύλογου ποσού της χρηματικής παροχής της διατάξεως του άρθρου 931 του ΑΚ είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπόψη η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (ΑΠ 736/2021, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 213/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005). Η παραβίαση του κανόνα, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, ήτοι με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή του κανόνα δικαίου, ήτοι με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, η οποία καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η άνω παραβίαση κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε τον νόμο αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006). Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).
6.- Με το δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του προέβη στον καθορισμό της κατά το άρθρο 931 του ΑΚ οφειλόμενης χρηματικής παροχής, κατά παράβαση της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας (που επιβάλλει το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) την οποία παραβίασε ευθέως, και κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 931 του ΑΚ, αλλά και καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, επιδικάζοντάς του, κατά την εφαρμογή του πιο πάνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 931 του ΑΚ, ως χρηματική παροχή μόνο το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο, όμως, είναι δυσανάλογο σε σχέση με το αιτούμενο και μεγαλύτερο αυτού που έπρεπε να του επιδικασθεί και υπολείπεται καταφανώς του ποσού που επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις.
7.- Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως για τις ανάγκες του άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού προηγουμένως έκρινε, κατά το μη πληττόμενο με την αναίρεση μέρος, ότι ο αποκλειστικός υπαίτιος του ενδίκου αυτοκινητικού τροχαίου ατυχήματος, το οποίο έλαβε χώρα στις 24.07.2015 και περί ώρα 15:20 επί της επαρχιακής οδού … και είχε ως συνέπεια, μεταξύ άλλων, τον τραυματισμό του αναιρεσείοντος, ο οποίος οδηγούσε την υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … δίκυκλη μοτοσυκλέτα της ιδιοκτησίας του πλησίον του δεξιού άκρου της οδού φορώντας προστατευτικό κράνος κανονικά δεμένο, ήταν ο πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγός του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … δίκυκλου μοτοποδηλάτου κυριότητας της δεύτερης αναιρεσίβλητης, το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά τον χρόνο του ένδικου συμβάντος ως προς την ευθύνη για τις προκαλούμενες κατά την λειτουργία του υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες προς τρίτους στην τρίτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, διότι μη οδηγώντας με σύνεση και μη έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και τον έλεγχο του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε, ενώ πλησίαζε στο 2ο χιλιόμετρο της εν λόγω οδού και πριν από το σημείο εισόδου του παρόδιου αύλειου χώρου όπου στεγάζεται κτίριο αντιπροσωπείας οχημάτων, επιχείρησε ανελέγκτως με δεξιά στροφή να εισέλθει στο χώρο αυτό, χωρίς προηγουμένως να ενεργοποιήσει το δεξιό δείκτη αλλαγής κατευθύνσεως και χωρίς να ελέγξει ότι μπορεί να προβεί στην ενέργεια αυτή χωρίς παρακώληση της κυκλοφορίας για τους λοιπούς χρήστες της οδού, όπως η μοτοσυκλέτα του αναιρεσείοντος, η οποία κινούνταν συννόμως ομόρροπα και πίσω του, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί αιφνιδίως στην ομαλή και σύννομη πορεία της, την οποία και ανέκοψε, προκαλώντας έτσι την σύγκρουση των δύο οχημάτων και ότι ο αναιρεσείων δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα στην πρόκληση του ατυχήματος ούτε στην έκταση και τη βαρύτητα του τραυματισμού του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, ως προς το κεφάλαιο της αγωγής, που πλήττεται εν προκειμένω, για επιδίκαση στον αναιρεσείοντα πρόσθετης χρηματικής παροχής κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 931 του ΑΚ, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Από τη σύγκρουση αυτή ο ενάγων τραυματίστηκε. Ειδικότερα, στη Χειρουργική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Ξάνθης, όπου μεταφέρθηκε αμέσως μετά το ατύχημα με όχημα του ΕΚΑΒ, παρέμεινε νοσηλευόμενος έως τις 26.7.2015 και διαγνώστηκε ότι υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, πολλαπλά ανοιχτά κατάγματα σπλαγχνικού κρανίου (άνω και κάτω γνάθου, αριστερά, ζυγωματικού οστού, ρινικών οστών) και οστών του προσώπου, κάταγμα αριστερής πηχεοκαρπικής άρθρωσης και κάταγμα αριστερός κνήμης (έγινε εξωτερική οστεοσύνθεση), συντριπτικά κατάγματα ρινικών οστών, κάταγμα στο -επίπεδο του καρπού και της άκρας χείρας, πολλαπλά/ανοιχτά τραύματα της κεφαλής. Εν συνεχεία, διακομίστηκε στις 27.7.2015 στην Γναθοχειρουργική Κλινική του Νοσοκομείου Παπανικολάου Θεσσαλονίκης όπου έγινε χειρουργική ανοικτή ανάταξη κρανιοπροσωπικής διάζευξης και οστεοσύνθεση πολλαπλών καταγμάτων στο μέσο τριτημόριο του προσώπου και νοσηλεύθηκε έως 7.8.2015. Κατά την διενεργηθείσα στο τελευταίο νοσοκομείο αξονική τομογραφία σπλαγχνικού κρανίου διαγνώστηκε ότι ο ενάγων υπέστη κάταγμα αριστερής κορωνοειδούς απόφυσης κάτω γνάθου, συντριπτικά κατάγματα ρινικών οστών, κατάγματα τοιχωμάτων του αριστερού οφθαλμικού κόγχου και του σύστοιχου ιγμορείου άντρου με χειρουργική ανάταξη αυτών (παρουσία χειρουργικών υλικών), απόσπαση και ενδοκογχική μετατόπιση οστικού τεμαχίου από το έσω τοίχωμα του αριστερού οφθαλμικού κόγχου, μετατόπιση του εδάφους του αριστερού οφθαλμικού κόγχου προς τα άνω και ήπια πρόπτωση του αριστερού οφθαλμικού βολβού. Επίσης, ο ενάγων παραπέμφθηκε στην οφθαλμολογική κλινική του εν λόγω νοσοκομείου την 5η μετεγχειρητική ημέρα για την οφθαλμολογική εκτίμηση της αποκατάστασης εδάφους οφθαλμικού κόγχου αριστερά μετά από κάταγμα και διαγνώστηκε ανισοκορία, νωθρό αντανακλαστικό κόρης (άμφω), υπολειπόμενη οφθαλμοκινητικότητα (ήπια) σε όλες τις βλεμματικές θέσεις εκτός από την προσαγωγή και διπλωπία στις ακραίες βλεμματικές θέσεις (όπου μπορεί να εκτιμηθεί λόγω του ρινικού νάρθηκα). Ακολούθως, επαναδιακομίστηκε μέσω ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο Ξάνθης (Ορθοπεδική Κλινική) για την συνέχιση της αποκατάστασης των καταγμάτων του και εξήλθε την 1.9.2015. Στη συνέχεια, ο ενάγων νοσηλεύθηκε στην στοματική και γναθοπροσωπική χειρουργική κλινική του Γ.Π.Ν. Παπανικολάου από 11.9 έως 17.9.2015 επειδή έπασχε από μετατραυματική στοματική επικοινωνία και υποβλήθηκε σε σύγκλειση με λαγόνιο μόσχευμα υπό Γ.Α., έγινε σύγκλειση στοματορρινικού συριγγίου μετά από επιπλοκή της αρχικής επέμβασης και εξήλθε με οδηγίες στοματικής υγιεινής, φαρμακευτική αγωγή και σίτιση με τροφές πολτώδεις, ενώ παρέμειναν αισθητικά προβλήματα (βλ. και από …2015 ιστορικό ασθενούς που υπογράφει ο Καθηγητής της Χ.Κ. του Ν. Παπανικολάου Κ. Α.). Στις 16.11.2015 πραγματοποιήθηκε στην Ορθοπεδική Κλινική του Γ.Ν. Ξάνθης αφαίρεση, υπό αναισθησία, του συστήματος εξωτερικής οστεοσύνθεσης του κατάγματος του άνω άκρου του οστού της κνήμης και εξήλθε στις 17.11.2015. Από 19.1 έως 21.1.2016 νοσηλεύθηκε στην Γναθοχειρουργική Πανεπιστημιακή Κλινική του Γ.Ν. Παπανικολάου, όπου πραγματοποιήθηκε χειρουργικός καθαρισμός (απόξεση) ενδοστοματικής βλάβης γνάθου. Ένεκα των καταγμάτων του ο ενάγων κρίθηκε από την αρμόδια Επιτροπή της Διεύθυνσης Αναπηρίας και Ιατρικής της Εργασίας του Υποκαταστήματος ΙΚΑ-ΕΤΑΜ/ΚΕΠΑ της Ν.ΜΎ. Ξάνθης ανάπηρος σε ποσοστό 67% κατά ιατρική πρόβλεψη από 22.9.2015 έως 31.3.2016....... Επίσης, ειδικά ως προς την έκταση και τη μονιμότητα των οστικών τραυμάτων και προεχόντως των σχετιζόμενων με την παραμόρφωση του προσώπου και της γνάθου του ενάγοντος, προέκυψε ότι οι βλάβες που αυτός υπέστη από το ατύχημα θεωρούνται ιατρικώς μόνιμες με μεγάλη πιθανότητα επιδείνωσης λόγω της μετατραυματικής οστεοαρθρίτιδας και πιθανότητας χειρουργικής αποκατά-στασης. Ο ενάγων στις 6.3.2018 εξετάστηκε από τον διορισθέντα ιατρό πραγματογνώμονα Γ. Δ. (Διευθυντή της ορθοπεδικής κλινικής του Γ.Ν. Ξάνθης). Κατά την εξέτασή του διαπιστώθηκε ότι η αναπηρία του ως προς το αριστερό γόνατο και την αριστερά πηχεοκαρπική είναι μικρή και δεν μπορεί να εκτιμηθεί ποσοστό αναπηρίας, η δε μικρή αστάθεια της κερκιδολενικής άρθρωσης πιθανώς να οφείλεται στο επανακάταγμα της ίδιας άρθρωσης μετά από την πτώση του ενάγοντος στις 5.5.2017. Η κατάσταση του ενάγοντος ως προς την πηχεοκαρπική άρθρωση θεωρείται μόνιμη χωρίς προσδόκιμο βελτίωσης, ενώ ως προς το γόνατο μπορεί να επιδεινωθεί λόγω ενδοαρθρικής επέκτασης στη φορτιζόμενη επιφάνεια του γόνατος και πιθανόν να εξελιχθεί σε οστεοαρθρίτιδα, χωρίς να είναι δυνατό να εκτιμηθεί ο χρόνος εκδήλωσής της. Το μεγαλύτερο, όμως, πρόβλημα του ασθενούς προέρχεται από την κάκωση του σπλαχνικού κρανίου, για το οποίο, όμως, δεν γνωματέυσε ο πραγματογνώμονας ελλείψει σχετικής προς τούτο ειδίκευσής του.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω βλάβες συνιστούν προφανή παραμόρφωση που επιδρά στο μέλλον του ενάγοντος. Τούτο διότι μία τέτοια βλάβη αφορά την γενικότερη ποιότητα της ζωής του, αφού αυτή συναρτάται με την υγεία και τη δυνατότητα φυσιολογικής βαδίσεως και φυσικής άσκησης.
Περαιτέρω, η εν λόγω παραμόρφωση θα δυσχεράνει την ανάπτυξη κοινωνικών σχέσεων, όπως θα ήταν δυνατό σε ένα φυσιολογικό άνθρωπο, όχι μόνο λόγω του οίκτου που προκαλεί η εικόνα του και η κατάστασή του, αλλά κυρίως λόγω της δυσμορφίας στο πρόσωπό του, αλλά και της με προβλήματα κινητικότητάς του. Τέλος, εύλογο είναι ότι η συγκεκριμένη παραμόρφωση επηρεάζει όλη τη ζωή του και την ψυχική του διάθεση αρνητικά, αφού ακόμα και αυτή η μερική αδυναμία να κινήσει με την προηγούμενη ικανότητα, ακρίβεια, ταχύτητα και συνδυασμό τα άκρα του είναι ικανή να δημιουργεί μειονεκτικά συμπλέγματα.
Περαιτέρω, η δυσμορφία και η δυσλειτουργία, ιδίως στο πρόσωπο του ενάγοντος, έστω και αν βελτιωθούν με ιατρική επέμβαση, δεν πρόκειται, πάντως, να εξαλειφθούν πλήρως και συνιστούν μόνιμη και διαρκή αναπηρία και παραμόρφωσή του, όπως εμφαίνεται και στις φωτογραφικές απεικονίσεις του προσώπου του ενάγοντος. Δεν πρόκειται για ήπια και αχνά σημάδια, αλλά για παραμόρφωση του προσώπου του ενάγοντος σε σχέση με την όψη του πριν το ένδικο τροχαίο ατύχημα, που είναι μόνιμη και οπωσδήποτε επηρεάζει το κοινωνικό του μέλλον, όσα δε αντίθετα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι είναι αβάσιμα κατ' ουσίαν και απορριπτέα. Η κατάσταση αυτή επηρεάζει δυσμενώς το μέλλον του ενάγοντος και συγκεκριμένα την προσωπική και κοινωνική εξέλιξή του, αφού δημιουργεί σ' αυτόν αισθήματα μειονεξίας στις συναναστροφές του. Συνακόλουθα, ο ενάγων δικαιούται ιδιαίτερη αποζημίωση κατά το άρθρο 931 ΑΚ, το εύλογο ύψος της οποίας ανέρχεται, αφού ληφθεί υπόψη το είδος και οι συνέπειες της αναπηρίας του και της παραμόρφωσής του, η ηλικία του και η έλλειψη υπαιτιότητάς του για τον τραυματισμό του, σε δέκα χιλιάδες ευρώ (10.000,00 €)". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε (ορθώς) ότι συντρέχει περίπτωση επιδικάσεως υπέρ του αναιρεσείοντος εύλογης, κατά τους ορισμούς της διατάξεως του άρθρου 931 του ΑΚ, πρόσθετης χρηματικής παροχής ύψους 10.000 ευρώ, η οποία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από τις παροχές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 του ΑΚ, απορρίπτοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του τους σχετικούς λόγους της εφέσεως του αναιρεσείοντος και της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, με τους οποίους ζητούσαν ο μεν πρώτος να καθορισθεί υπέρ του για την άνω αιτία το υπέρτερο και αιτούμενο ποσό των 80.000, οι δε δεύτεροι να απορριφθεί το σχετικό κονδύλιο της αγωγής διότι δεν συνέτρεχαν, κατά τους ισχυρισμούς τους, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 931 του ΑΚ, επικυρώνοντας κατά τούτο την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως ως προς το ερευνώμενο κεφάλαιο της αγωγής και είχε επιδικάσει στον αναιρεσείοντα το ποσό των 10.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική παροχή κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 931 του ΑΚ. Με όσα, ως άνω, δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει την οφειλόμενη στον αναιρεσείοντα, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 931 του ΑΚ, πρόσθετη χρηματική παροχή, στο προαναφερόμενο ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, το ύψος του οποίου έκρινε εύλογο με βάση την αποκλειστική υπαιτιότητα του ασφαλισμένου οδηγού στην πρόκληση του ατυχήματος και του τραυματισμού του αναιρεσείοντος, την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του ιδίου, το είδος, τη φύση, την έκταση, την ηλικία, τις συνέπειες της μόνιμης παραμορφώσεως και αναπηρίας και τις προσωπικές του περιστάσεις, παραβίασε ευθέως, με την μη εφαρμογή της, την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που επιτάσσει η ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, τις οποίες παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη υπαγωγή στο πραγματικό τους των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά σχετικά με το επιδικασθέν ως άνω χρηματικό ποσό, δοθέντος ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση περί το δίκαιο υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε ανάλογες περιπτώσεις χρηματικής παροχής κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 931 του ΑΚ, με βάση τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό της και προσβάλλει το ενοχικό περιουσιακό δικαίωμα του αναιρεσείοντος, καθώς δεν υπάρχει μία σχέση ανεκτής αναλογίας μεταξύ του θεμελιακού αυτού δικαιώματος της περιουσίας και του ως άνω επιδικασθέντος χρηματικού ποσού. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει μετά τα παραπάνω, η έρευνα του οικείου σκέλους της αιτήσεως αναιρέσεως, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, που αναφέρεται στο ίδιο κεφάλαιο της χρηματικής παροχής του άρθρου 931 του ΑΚ και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του δευτέρου σκέλους του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός.
8.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του....". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών και όλες τις ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης, χωρίς να απαιτείται και η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός από τα άνω στοιχεία (ΑΠ 523/2025, ΑΠ 457/2025, ΑΠ 265/2025, ΑΠ 174/2025, ΑΠ 1032/2024). Ο προσδιορισμός, επομένως, του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (άρθρο 932 του ΑΚ) είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου για έλλειψη νομίμου βάσεως (ΑΠ 944/2017). Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 457/2025, ΑΠ 265/2025, ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 1545/2024, ΑΠ 548/2021). Τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά στο δικαιούχο-παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη (όσον αφορά στον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 457/2025, ΑΠ 174/2025, ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 1545/2024, ΑΠ 1032/2024). Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως πρέπει να ελέγχεται αναιρετικώς για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 του ΚΠολΔ, αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας. Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του εύλογου ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπόψη η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (ΑΠ 736/2021, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 213/2017).
9.- Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς το κεφάλαιο της αγωγής για την επιδίκαση στον αναιρεσείοντα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, πέρα των όσων ανωτέρω αναφέρονται σχετικά με την αποκλειστική υπαιτιότητα του ασφαλισμένου οδηγού στην πρόκληση του ατυχήματος, τις σωματικές βλάβες που υπέστη ο αναιρεσείων από τον ένδικο τραυματισμό του, το είδος και την έκταση αυτών, την κατάσταση της υγείας και της θεραπείας του, δέχθηκε και τα εξής:
"Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη λόγω της στενοχώριας που δοκίμασε και της ταλαιπωρίας στην οποία υποβλήθηκε συνεπεία του τραυματισμού του. Επομένως, δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, την οποία το Δικαστήριο καθορίζει στο, εύλογο κατά την κρίση του, ποσό των εξήντα χιλιάδων ευρώ (60.000,00 €), εκ του οποίου πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 44,00 € που του επιδικάστηκε στην ποινική δίκη όπου παρέστη ως πολιτικώς ενάγων (βλ. αντίγραφο της 1262/2017 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ξάνθης), λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία του, τον βαθμό του πταίσματος του πρώτου εναγόμενου, την έλλειψη οιασδήποτε υπαιτιότητας του ίδιου στην πρόκληση του ατυχήματος, τη σωματική βλάβη που υπέστη, τη μόνιμη παραμόρφωσή του στο σώμα του, όλες τις εν γένει συνθήκες του επιδίκου ατυχήματος, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, πλην της τρίτης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, η ευθύνη της οποίας είναι εγγυητική". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατ' ουσίαν τους σχετικούς λόγους εφέσεως του αναιρεσείοντος και της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, με τους οποίους ο μεν πρώτος ζητούσε να καθορισθεί υπέρ του για την άνω αιτία το μεγαλύτερο και αιτούμενο ποσό των 150.000 ευρώ, οι δε δεύτεροι να απορριφθεί το σχετικό κονδύλιο της αγωγής, άλλως να επιδικασθεί στον αναιρεσείοντα μικρότερο ποσό για την αιτία αυτή, επικυρώνοντας κατά τούτο την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως ως προς το ερευνώμενο κεφάλαιο της αγωγής και είχε επιδικάσει στον αναιρεσείοντα το ίδιο ως άνω χρηματικό ποσό των 60.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης.
10.- Με το πρώτο και το τρίτο σκέλος του ιδίου ως άνω και μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του προέβη στον καθορισμό του ποσού της οφειλόμενης σε αυτόν εκ του άρθρου 932 του ΑΚ χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη κατά τον ένδικο τραυματισμό του κατά παράβαση της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας που επιβάλλουν τα άρθρα 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ως και η διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, και κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 932 του ΑΚ, αλλά και καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, επιδικάζοντάς του, κατά την εφαρμογή των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 60.000 ευρώ, το οποίο όμως είναι δυσανάλογα μικρό σε σχέση με το συνήθως επιδικαζόμενο σε παρόμοιες περιπτώσεις, στερώντας συγχρόνως την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών. Με όσα, ως άνω, δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο ως προς τον καθορισμό του εύλογου ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 932 του ΑΚ, δηλαδή με το να καθορίσει το ύψος της καταβλητέας στον αναιρεσείοντα χρηματικής ικανοποιήσεως για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που δέχθηκε ότι αυτός υπέστη ένεκα του τραυματισμού του κατά το ένδικο ατύχημα στο ποσό των 60.000 ευρώ, αφού εκτίμησε τα τιθέμενα υπόψη του πραγματικά περιστατικά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δοθέντος ότι, υπό τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και με βάση τα κριτήρια καθορισμού εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως του άρθρου 932 του ΑΚ, το εν λόγω ποσό τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας με τη σωματική και ηθική βλάβη που δέχθηκε ότι υπέστη ο αναιρεσείων υπό τις προαναφερθείσες περιστάσεις και κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση περί το δίκαιο, δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς εκείνου που συνήθως επιδικάζεται ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης σε παρόμοιες περιπτώσεις και προκύπτει από τις συνθήκες της αδικοπραξίας με βάση τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής. Συνακόλουθα, ο ίδιος ως άνω λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της πλημμέλειας εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Από τις εκτιθέμενες ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι έχει την απαιτούμενη αιτιολογία, όσον αφορά στην αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης του αναιρεσείοντος, που δικαιολογεί το ανωτέρω αποδεικτικό της πόρισμα αναφορικά με το ζήτημα αυτό και την εν μέρει ουσιαστική παραδοχή του αιτουμένου κονδυλίου και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή του ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 932 του ΑΚ, διότι καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό του ως άνω εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες. Και τούτο, διότι, το Εφετείο, προκειμένου να καθορίσει το ύψος της οφειλόμενης στον αναιρεσείοντα χρηματικής ικανοποιήσεως για την ηθική βλάβη που δέχθηκε ότι υπέστη εκ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη οδηγού του ζημιογόνου μοτοποδηλάτου, αναφέρεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφασή του, χωρίς κενά και αντιφάσεις, στην ηλικία του αναιρεσείοντος, στην αποκλειστική υπαιτιότητα του ασφαλισμένου οδηγού, στην παντελή έλλειψη υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ατυχήματος και του τραυματισμού του, στις σωματικές βλάβες που αυτός υπέστη, στο είδος, τη φύση και την έκταση αυτών, στις συνέπειες της αδικοπραξίας, σε όλες τις συνθήκες και περιστάσεις του ατυχήματος και στην κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, ως στοιχεία τα οποία συνεκτίμησε για τον καθορισμό της οφειλόμενης σε αυτόν εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, ενώ, εξάλλου, στο πλαίσιο της ελεύθερης εκτιμήσεως όλων των στοιχείων που προσδιορίζουν το ύψος αυτής, δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει ειδικότερα την απόφασή του ως προς κάθε ένα των εν λόγω στοιχείων (ΑΠ 457/2025, ΑΠ 174/2025, ΑΠ 1055/2023) ούτε όμως και να εκθέσει για ποιο λόγο επιδίκασε υπέρ του αναιρεσείοντος το ίδιο χρηματικό ποσό, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Συνεπώς, το Εφετείο δεν στέρησε, κατά τούτο, την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της. Συνακόλουθα, ο ίδιος, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το αντίστοιχο τρίτο σκέλος του, με τον οποίον ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
11.- Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής στο οποίο αναφέρεται το δεύτερο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, που κρίθηκε βάσιμος όσον αφορά στο ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής παροχής κατά το άρθρο 931 του ΑΚ, και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που αυτός κατέθεσε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της περί της χρηματικής παροχής εκ του άρθρου 931 του ΑΚ, την υπ' αριθμόν 46/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το άνω κεφάλαιό της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, το οποίο κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, σε αυτόν.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ