ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 670/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 670/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 670/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 670 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 670/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Αμαλία Βασιλοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Ιανουαρίου 2026, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Μονοπρόσωπη ΑΑΕ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Μονοπρόσωπη ΑΕΓΑ" (πρώην "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ"), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Η. Λ. του Γ. και 2) Γ. Λ. του Η., κατοίκων ... (περιοχή …), οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-5-2019 αγωγή του Μ. Λ. του Π., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάστηκε με την από 5-6-2019 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 389/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 296/2022 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-9-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αμαλία Βασιλοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από …2023 και με αρ. καταθ. .../2023 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η κατ' αντιμωλία των διαδίκων της παρούσας δίκης, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ.6 του Κ.Πολ.Δ.), με αριθ. 296/2022 τελεσίδικη απόφαση, του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ. (όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 59 του ν.5221/2025 και τη θέση σε ισχύ από 1-1-2026, το οποίο εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου συζήτησης της υπόθεσης, κατ' άρθρ.168 παρ.3 του ίδιου νόμου), προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσείοντος, η αναίρεση απορρίπτεται, εφόσον είναι παραδεκτή, ενώ σε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσίβλητου, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα με αριθ. ... , ...2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή στην Περιφέρεια του Εφετείου …, Α. Α., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από …2023, αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ'αυτή, επιδόθηκε επιμελεία της αναιρεσείουσας, νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους. Επομένως, αφού οι τελευταίοι, δεν εμφανίστηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. , πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. , που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.

Περαιτέρω η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης , ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ., εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, δεν προκύπτει ούτε η παρισταμένη αναιρεσείουσα επικαλείται επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης στους αναιρεσίβλητους (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 του Κ.Πολ.Δ.).
Συνεπώς αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδικαστική διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Με την από 5-6-2019 παρεμπίπτουσα αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, η ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" η οποία μετονομάστηκε σε "ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕΓΑ", καθολική διάδοχος της οποίας, λόγω συγχωνεύσεως δια απορροφήσεως, είναι η αναιρεσείουσα, ζήτησε να υποχρεωθούν οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι Η. Λ. και Γ. Λ. να της καταβάλλουν, εις ολόκληρον έκαστος, οποιοδήποτε ποσό, τυχόν υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει προς τον κυρίως ενάγοντα, Μ. Λ. (ο οποίος είχε ασκήσει εναντίον της, ενώπιον του προαναφερομένου Δικαστηρίου, την από 6-5-2019 κύρια αγωγή του, με αντικείμενο την αποζημίωσή του από αυτοκινητικό ατύχημα), διότι ο δεύτερος εκ των παρεμπιπτόντως εναγομένων, κατά το χρόνο που οδηγούσε το ζημιογόνο όχημα, ιδιοκτησίας του πρώτου εκ των παρεμπιπτόντως εναγομένων, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος. Επί των ανωτέρω αγωγών (κύριας και παρεμπίπτουσας), εκδόθηκε από το προαναφερόμενο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η με αριθ. 389/2020 απόφασή του, με την οποία, αφού τις συνεκδίκασε, δέχθηκε εν μέρει την κύρια αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, επεδίκασε στον κυρίως ενάγοντα τα αναφερόμενα σε αυτήν ποσά και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας. Κατά της προαναφερομένης απόφασης, ο μεν κυρίως ενάγων, Μ. Λ., άσκησε ενώπιον του Εφετείου Ευβοίας, την από 30-12-2020 έφεσή του, η δε κυρίως εναγομένη- παρεμπιπτόντως ενάγουσα (αναιρεσείουσα) άσκησε την από 1-3-2021 έφεσή της, ενώπιον του προαναφερόμενου Δικαστηρίου, το οποίο με την με αριθ. 296/2022 απόφασή του (αναιρεσιβαλλομένη), απέρριψε κατ' ουσίαν την από 30-12-2020 έφεση του Μ. Λ., δέχτηκε εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 1-3-2021 έφεση της εναγομένης στην κύρια αγωγή-παρεμπιπτόντως ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσας), εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, ως προς τα κεφάλαια που αφορούσαν την κύρια αγωγή και επεδίκασε στον κυρίως ενάγοντα (Μ. Λ.) τα αναφερόμενα σε αυτήν ποσά, ως αποζημίωσή του από το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα(κεφάλαιο που δεν ενδιαφέρει την παρούσα δίκη), ενώ, με την αιτιολογία ότι το ένδικο ατύχημα δεν συνέβη συνεπεία κατανάλωσης οινοπνεύματος από τον παρεμπιπτόντως εναγόμενο Γ. Λ., απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν τον σχετικό λόγο έφεσης της παρεμπιπτόντως ενάγουσας, με τον οποίο είχε μεταβιβαστεί στο Εφετείο η παρεμπίπτουσα αγωγή της (χωρίς να συμπεριλάβει στο διατακτικό της απόφασης σχετική προς τούτο διάταξη, σχετικά με την κατ' ουσίαν απόρριψη της σχετικής έφεσης κατά των εφεσιβλήτων -παρεμπιπτόντως εναγομένων), επικυρώνοντας όμως έτσι την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που με αυτή απορρίφθηκε η παρεμπίπτουσα αγωγή (η οποία ενδιαφέρει την παρούσα δίκη). Με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία (παρεμπιπτόντως ενάγουσα), μέμφεται την προαναφερομένη απόφαση, κατά το μέρος που αυτή επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση η οποία απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή της. Κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 42 του ν.2696/1999 (ΚΟΚ), όπως το άρθρο τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 43 παράγ.2 του ν.2963/2001, "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάσουν την ικανότητα του οδηγού. Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0, 50 gr/L) και άνω μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Δημόσιας Τάξης και Μεταφορών και Επικοινωνιών, μπορεί να οριστεί και μικρότερο ποσοστό από το αναφερόμενο στο προηγούμενο εδάφιο, να καθοριστούν ειδικές κατηγορίες οδηγών με μικρότερα ποσοστά, προσαρμοζομένων αναλόγως και των ορίων της παραγράφου 7, να εξειδικεύονται τα όρια τοξικών ουσιών ή φαρμάκων της παρούσας παραγράφου, που ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού και να καθορίζονται οι επιστημονικοί τρόποι και η διαδικασία διαπίστωσης της χρήσης οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων κατά τις παραγράφους του παρόντος άρθρου, καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια". Ήδη, με το άρθρο 1 της με αριθ. 2500/15/135-ί/2011 (ΦΕΚ Β'2077/19-9-2011) Κ.Υ.Α. των Υπουργών Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων-Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Προστασίας του Πολίτη "Διαπίστωση χρήσης οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών και φαρμάκων από οδηγούς και πεζούς σε τροχαία ατυχήματα", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 42 παρ.1 του ν. 2696/1999 και με την οποία αντικαταστάθηκε η Κ.Υ.Α. 43500/5691/2002, ορίζεται ότι: "1. Απαγορεύεται η οδήγηση επιβατηγών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης (ΕΔΧ), φορτηγών αυτοκινήτων με μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος μεγαλύτερο των 3,5 τόνων, σχολικών και λοιπών κατηγοριών λεωφορείων, ασθενοφόρων, οχημάτων μεταφοράς επικίνδυνων εμπορευμάτων, μοτοσικλετών και μοτοποδηλάτων, από οδηγό στον οργανισμό του οποίου υπάρχει οινόπνευμα σε ποσοστό μεγαλύτερο από 0,20 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,20 gr/l) αίματος, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή 0,10 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου. Η ίδια απαγόρευση ισχύει και για την οδήγηση οχήματος οποιασδήποτε κατηγορίας από οδηγό που είναι κάτοχος αδείας οδήγησης επί χρονικό διάστημα μικρότερο των δύο ετών ,

2. η διαπίστωση της ύπαρξης οινοπνεύματος στον οργανισμό του οδηγού γίνεται με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή με συσκευή αλκοολομέτρου από τον εκπνεόμενο αέρα, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στις διατάξεις του άρθρου 42 του ν, 2696/1999(Α'57) όπως ισχύει.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.1 εδ.γ' του ν.3557/2007, καταργήθηκε η …1978 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 6β' παρ.1 περ.β' του ν.489/1976 (ο οποίος κωδικοποιήθηκε με το π.δ.237/1986), η οποία προστέθηκε με το άρθρο 4 του Ν. 3557/2007, το οποίο ίσχυε κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος (16-8-2016), εξαιρούνται της ασφαλίσεως ζημίες προξενούμενες από οδηγό ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ (Ν.2696/1999), εφόσον η παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος. Από τα παραπάνω σαφώς προκύπτει ότι ο νόμος προβλέπει την ανάγκη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας, ως μιας περαιτέρω προϋπόθεσης για τη συγκρότηση του προαναφερόμενου λόγου εξαίρεσης από την ασφάλιση (ΑΠ 801/2023, ΑΠ 1053/2021).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 του Ν. 489/1976, ο περιληφθείς στη σύμβαση ασφάλισης της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα όρος, σύμφωνα με τον οποίο αποκλείονται της ασφάλισης ζημίες προξενούμενες σε χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του ως άνω άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ., δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου, αλλά παρέχει σ'αυτόν το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και να αξιώσει από αυτόν, είτε με αυτοτελή είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή , την αποζημίωση που κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο, με την προϋπόθεση βέβαια ότι η παράβαση του ασφαλιστικού αυτού όρου από τον ασφαλισμένο συνέχεται αιτιωδώς με την επέλευση του ζημιογόνου ατυχήματος. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.β' του Κ.Πολ.Δ., ορίζεται ότι, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, δηλ. για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ.4 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 8/2005). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας , κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ'αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ2/2008, Ολ.ΑΠ8/2005, ΑΠ 687/2024).

Στην ερευνώμενη υπόθεση , το Μονομελές Εφετείο Ευβοίας , με την προσβαλλομένη με αριθ. 296/2022 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, αφού προηγουμένως έκρινε , ότι για το ατύχημα που έλαβε χώρα στις …2016, στον ΟΑ … της λεωφόρου … στη …, κατά το οποίο τραυματίσθηκε ο κυρίως ενάγων, Μ. Λ. (συνεπιβάτης στο με αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο), αποκλειστικά υπαίτιος είναι ο εναγόμενος Γ. Λ. (β' αναιρεσίβλητος), οδηγός του προαναφερομένου αυτοκινήτου (ιδιοκτησίας του εναγομένου Η. Λ. -α' αναιρεσίβλητου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία -αναιρεσείουσα), καθόσον αυτός από αδεξιότητα, έλλειψη της προσήκουσας προσοχής και λόγω της αυξημένης ταχύτητας που είχε αναπτύξει το όχημα (εκινείτο με ταχύτητα 80 χλμ/ώρα περίπου αντί του νομίμου, εντός κατοικημένης περιοχής 50 χλμ/ώρα), απώλεσε τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε, το οποίο, αφού εξετράπη της πορείας του προς τ'αριστερά, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και αφού προσέκρουσε αρχικά στην οπίσθια αριστερή πλευρά του, με το αριθ. κυκλ. ... όχημα, στη συνέχεια προσέκρουσε μετωπικά με το ... Ι.Χ.Ε όχημα, με συνέπεια το θάνατο του συνοδηγού του ζημιογόνου οχήματος και τον σοβαρό τραυματισμό του κυρίως ενάγοντος (συνεπιβάτη στο ζημιογόνο όχημα), εν συνεχεία, επεδίκασε στον κυρίως ενάγοντα, τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά για αποζημίωσή του και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (μη προσβαλλόμενο, με την αίτηση αναίρεσης, μέρος της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης).

Περαιτέρω το Εφετείο, όσον αφορά την παρεμπίπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρείας-αναιρεσείουσας (που ενδιαφέρει την προκείμενη δίκη), η οποία είχε απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, αλλά με λόγο έφεσης της παρεμπιπτόντως ενάγουσας -αναιρεσείουσας, είχε μεταβιβασθεί στο Εφετείο, δέχθηκε όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης, τα εξής: ".........Στο ύψος του αριθμού … της παραπάνω οδού, όπου υπάρχει κλειστή στροφή δεξιά σε σχέση με την πορεία του άνωθεν οχήματος, ο οδηγός του (εννοεί τον Γ. Λ.) από αδεξιότητα, έλλειψη της προσήκουσας προσοχής και λόγω αυξημένης ταχύτητας που είχε αναπτύξει το όχημα (εκινείτο με ταχύτητα 80 χ.α.ω. περίπου αντί του νομίμου εντός κατοικημένης περιοχής 50 χ.α.ω.), έχασε τον έλεγχο του οχήματος που οδηγούσε, το οποίο, αφού εξετράπη της πορείας του προς τα αριστερά, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και αφού προσέκρουσε αρχικά στην οπίσθια αριστερή πλευρά του , με το κινούμενο κανονικά στο ρεύμα κυκλοφορίας του ... Ι.Χ.Ε. όχημα, στη συνέχεια προσέκρουσε μετωπικά με το ... Ι.Χ.Ε όχημα, με συνέπεια το μεν θάνατο του οδηγού, τον δε σοβαρό τραυματισμό του εκκαλούντος της Α' έφεσης (εννοεί του Μ. Λ.). Επίσης τραυματίσθηκαν ο.........και ο ...... Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προέκυψε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το άνωθεν τροχαίο ήταν ο πρώτος εφεσίβλητος της Α' έφεσης, ο οποίος δεν κατέβαλε την απαιτούμενη προσοχή τη οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει ως οδηγός. Ειδικότερα, αυτός δεν ασκούσε τον αναγκαίο έλεγχο και εποπτεία του οχήματός του, προκειμένου να δύναται ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους ελιγμούς-χειρισμούς για την αποφυγή του ατυχήματος, εφόσον οδηγούσε με ταχύτητα μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη και έτσι δεν ήταν σε θέση, ούτε να χειριστεί με ασφάλεια το όχημά του, ούτε να ρυθμίσει ανάλογα την ταχύτητα του οχήματος.................προέκυψε ότι το επίδικο ατύχημα δεν συνέβη συνεπεία της κατανάλωσης οινοπνεύματος από τον πρώτο εφεσίβλητο της Α' έφεσης (εννοεί τον Γ. Λ.), αλλά συνεπεία της αυξημένης ταχύτητας με την οποία αυτός κινούνταν(άνω του ορίου ταχύτητας), σε συνδυασμό με την απερισκεψία του.
Συνεπώς, ορθά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή...". Δηλαδή το Εφετείο αν και δέχθηκε σιωπηρά τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας-παρεμπιπτόντως ενάγουσας, ότι ο Γ. Λ., είχε αποκτήσει άδεια οδήγησης Β' κατηγορίας την 13-5-2016 (ήτοι περίπου τρεις μήνες πριν το ένδικο ατύχημα που έλαβε χώρα την …2016) και ότι αυτός οδηγούσε ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, σε ποσοστό 0,42 γρ/λίτρο αίματος(ήτοι ανώτερο του επιτρεπομένου το οποίο ήταν, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, 0,20 γρ/λίτρο αίματος, αφού ο εν λόγω οδηγός κατείχε άδεια οδήγησης χρονικό διάστημα κάτω των δύο ετών), εντούτοις εν συνεχεία έκρινε ότι η προαναφερόμενη παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας , δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και ότι αυτό οφείλεται στην αυξημένη ταχύτητα με την οποία εκινείτο ο υπαίτιος οδηγός σε συνδυασμό με την απερισκεψία του.

Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε (ήτοι εσφαλμένα χρησιμοποίησε) τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία αφορούν, αφενός μεν, την ερμηνεία των κανόνων δικαίου (ήτοι των άρθρων 6β' παρ. 1 περ. β' και 11 του ν.489/1976), οι οποίοι περιέχουν την αόριστη νομική έννοια της " αιτιώδους συνάφειας" μεταξύ της οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος και της πρόκλησης ατυχήματος, αφετέρου δε, την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας των προαναφερομένων κανόνων δικαίου. Ειδικότερα, αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας (ήτοι γενική και αφηρημένη αρχή που αντλείται από την εμπειρική πραγματικότητα και τις επιστημονικές γνώσεις που έχει γίνει κοινό κτήμα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί από το δικαστή), ότι η οδήγηση υπό την επίδραση οινοπνεύματος, επηρεάζει την ικανότητα του οδηγού προς έγκαιρη αντίληψη του κινδύνου, καθόσον αυτός, λόγω του ότι τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος, υπερεκτιμά τις ικανότητές του, υποτιμά τον κίνδυνο και εν τέλει εκδηλώνει συμπεριφορά επικίνδυνη για τους χρήστες της οδού, όπως π.χ.ανάπτυξη μεγάλης ταχύτητας ενώ διανύει διαδοχικές στροφές. Κρίνοντας όμως το Εφετείο, ότι ".... το επίδικο ατύχημα δεν συνέβη συνεπεία της κατανάλωσης οινοπνεύματος από τον πρώτο εφεσίβλητο της Α' έφεσης (εννοεί τον Γ. Λ.), αλλά συνεπεία της αυξημένης ταχύτητας με την οποία αυτός κινούνταν (άνω του ορίου ταχύτητας), σε συνδυασμό με την απερισκεψία του...", εσφαλμένα χρησιμοποίησε το προαναφερόμενο δίδαγμα της κοινής πείρας, το οποίο αφορά την περιεχόμενη στους προαναφερόμενους κανόνες δικαίου , αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας και την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτήν. Ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ.1 εδ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. , είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης (από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. , η εξέταση των οποίων παρέλκει γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το ως άνω μέρος της, με το οποίο απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 εδ.ε' Κ.Πολ.Δ.). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματός της, να επιβληθούν σε βάρος των ηττηθέντων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, την με αριθ. 296/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω μέρος, προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αποτελούμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης, στην καταθέσασα αυτό (αναιρεσείουσα).

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή