ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 671/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 671/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 671/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 671 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 671/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Αμαλία Βασιλοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2026, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, δραστηριοποιείται δε στην Ελλάδα υπό τη μορφή υποκαταστήματος και με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημοσθένη Σκλήρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: S. (Σ.) C. (Τ.) του A., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2021 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 967/2022 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 515/2023 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-9-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αμαλία Βασιλοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από …2023 και με αρ. καταθ. …/2023 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών(άρθρο 614 παρ.6 του ΚΠολΔ), με αριθ. 515/2023 τελεσίδικη απόφαση, του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν.4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε η αναιρεσείουσα επικαλείται επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 του ΚΠολΔ) και επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 του ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ (όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 59 του ν.5221/2025 και τη θέση σε ισχύ από 1-1-2026, το οποίο εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου συζήτησης της υπόθεσης, κατ' άρθρ.168 παρ.3 του ίδιου νόμου), προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.

Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσείοντος, η αναίρεση απορρίπτεται, εφόσον είναι παραδεκτή, ενώ σε περίπτωση ερημοδικίας του αναιρεσίβλητου, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην ερευνώμενη υπόθεση , από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα με αριθ. .../2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή στην Περιφέρεια του Εφετείου … , Σ. Θ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση , από …2023, αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή, επιδόθηκε επιμελεία της αναιρεσείουσας, νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, αφού ο τελευταίος, δεν εμφανίστηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχει καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες.
Από τη διάταξη του άρθρου 4 εδ. α' του ν. ΓΠΝ/1911 προκύπτει ότι για κάθε, από το αυτοκίνητο κατά τη λειτουργία του, ζημία προς τρίτους, ενέχονται σε αποζημίωση , ο οδηγός και ο κάτοχος αυτού.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ.1, 5 παρ.1, 6 και 10 παρ.1 του ν.489/1976, όπως έχει κωδικοποιηθεί με το π.δ.237/1986, προκύπτει ότι ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού, υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, απαγορεύεται δε η κυκλοφορία του αυτοκινήτου στην Ελλάδα αν δεν υπάρχει η παραπάνω ασφαλιστική κάλυψη. Η ασφάλιση αυτή πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπευθύνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, ο δε ασφαλιστής ευθύνεται έναντι των τρίτων που ζημιώθηκαν από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, ενώ το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγονται τα εξής: Η ενοχή από τον ειδικό ν. ΓΠΝ/1911, υπάρχει μόνο για ζημίες από αυτοκίνητο σε λειτουργία, σε λειτουργία δε είναι το αυτοκίνητο και όταν διακόπτει την πορεία του, π.χ. για φόρτωση, εκφόρτωση, καθώς και όταν είναι σταθμευμένο κατά τρόπο που δύναται να επηρεάσει την κυκλοφορία (ΑΠ1156/2020). Ειδικότερα, για την ευθύνη του ασφαλιστή έναντι του τρίτου, κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ.3α του ν.489/1976, δεν είναι αναγκαίο το αυτοκίνητο να ήταν σε κίνηση κατά το χρόνο του ατυχήματος, αλλά αρκεί να ήταν σε λειτουργία με την πιο πάνω έννοια. Ο όρος "κυκλοφορία" του αυτοκινήτου που αναφέρεται στην προαναφερόμενη διάταξη και αφορά την ευθύνη του ασφαλιστή έναντι του τρίτου, ερμηνεύεται ευρέως από τη νομολογία του Αρείου Πάγου, ώστε να αντιμετωπίζονται όλες, σχεδόν, οι περιπτώσεις πρόκλησης ζημιών σε τρίτους. Έτσι αυξάνεται η προστασία των τρίτων και ικανοποιείται η κοινωνική προστατευτική λειτουργία του ν.489/1976 (Ολ.ΑΠ23/1989, ΑΠ1156/2020, ΑΠ 209/2017). Ειδικότερα, ο όρος "κυκλοφορία του αυτοκινήτου" που αναφέρεται στην προαναφερομένη διάταξη, δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις οδικής κυκλοφορίας, αλλά καλύπτει κάθε χρήση του οχήματος η οποία ανταποκρίνεται στη συνήθη λειτουργία αυτού, ιδίως οποιαδήποτε χρήση ενός οχήματος ως μέσου μεταφοράς. Το γεγονός ότι το εμπλεκόμενο σε ατύχημα όχημα ήταν εν στάσει κατά το χρόνο επέλευσης του ατυχήματος δεν αποκλείει, αυτό καθαυτό, ότι η χρήση του συγκεκριμένου οχήματος κατά το χρόνο αυτό μπορεί να εμπίπτει στη λειτουργία του ως μέσου μεταφοράς.

Άλλωστε, ουδεμία διάταξη του ως άνω νόμου περιορίζει την έκταση της υποχρέωσης ασφάλισης και της προστασίας που εξασφαλίζει η υποχρέωση αυτή στα θύματα ατυχημάτων προκληθέντων από αυτοκίνητα οχήματα, στις περιπτώσεις χρήσης τέτοιων οχημάτων σε ορισμένα εδάφη ή σε ορισμένες οδούς. Το εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου "κυκλοφορία οχημάτων", δεν εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά του εδάφους επί του οποίου χρησιμοποιείται το όχημα αυτό και, ιδίως, από το γεγονός ότι το εμπλεκόμενο όχημα είναι, κατά το χρόνο του ατυχήματος, εν στάσει και βρίσκεται σε χώρο στάθμευσης. Η στάθμευση του αυτοκινήτου κατά το χρονικό διάστημα της ακινητοποίησής του, είναι φυσικό και αναγκαίο στάδιο που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της χρήσης του ως μέσου μεταφοράς. Επομένως, ένα όχημα, κατά τη διάρκεια στάθμευσής του μεταξύ δύο κινήσεων, χρησιμοποιείται, κατ' αρχήν, κατά τρόπο σύμφωνο με τη λειτουργία που επιτελεί ως μέσο μεταφοράς. Αν προκληθεί ατύχημα, από πυρκαγιά οφειλόμενη στο ηλεκτρικό κύκλωμα του οχήματος, τότε το όχημα που προκάλεσε το συγκεκριμένο ατύχημα εμπίπτει στον ορισμό του "οχήματος" και δεν συντρέχει λόγος να προσδιοριστεί, το εξάρτημα του οχήματος που προκάλεσε το ζημιογόνο γεγονός, ούτε να καθοριστούν οι λειτουργίες που επιτελεί το εν λόγω εξάρτημα.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρ.559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 264/2026).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου ή για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 80/2025). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. (ΑΠ 1709/2024).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1032/2024). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 264/2025, 1709/2024).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει , επομένως , εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 1209/2023). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.ΑΠ 15/2006, ΑΠ 264/2024).
Συνεπώς ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται για τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών. Δηλαδή δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ1/2020). Μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 80/2025). Από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολ.Δ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 264/2025, ΑΠ 80/2024). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουδιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΟ 2/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 380/2023). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 10-5-2021 αγωγή του , ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίσθηκε ότι από αποκλειστική υπαιτιότητα του Φ. Χ., ιδιοκτήτη του με αριθ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη του οδηγού και του ιδιοκτήτη του από ζημίες που θα προκαλούσε κατά την κυκλοφορία του σε τρίτους, στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ήδη αναιρεσείουσα, στις 12-12-2020 και κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 14:00 και 15:00 στην Αθήνα και επί της οδού …, προκλήθηκε ανάφλεξη και πυρκαγιά λόγω διαρροής υγρού καυσίμου (βενζίνης) από το σύστημα τροφοδοσίας του κινητήρα του ανωτέρω οχήματος υπό τις ειδικότερα αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες, από την οποία κάηκε ολοσχερώς το ανωτέρω όχημα, ενώ από την επέκταση της πυρκαγιάς και από τους παραγόμενους καπνούς, προκλήθηκαν σοβαρές ζημίες στο με αριθ. κυκλ. ... αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου, με αποτέλεσμα το εν λόγω όχημα να καταστραφεί ολοσχερώς και να υποστεί αυτός ζημία ύψους 5.400 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ήδη αναιρεσείουσα, οφείλει να του καταβάλει ως αποζημίωσή του το ως άνω ποσό των 5.400 ευρώ και το ποσό των 15.000 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την ολοσχερή καταστροφή του αυτοκινήτου του νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 967/2022 απόφαση του προαναφερόμενου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη, καθόσον κρίθηκε ότι το φερόμενο ως ζημιογόνο, σταθμευμένο ως άνω όχημα, στο οποίο προκλήθηκε η πυρκαγιά, η οποία προκάλεσε υλικές ζημίες στο όχημα του ενάγοντος, δεν ήταν κατά το χρόνο εκείνο σε λειτουργία και ότι ως εκ τούτου δεν εφαρμόζεται ο νόμος ΓΠΝ/1911. Κατά της προαναφερόμενης απόφασης, ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος, άσκησε την από 9-9-2022 έφεσή του, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση με την οποία, αφού κρίθηκε νόμιμη η αγωγή, εξαφανίστηκε η ως άνω απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή κατ' ουσίαν κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό αυτής. Ειδικότερα το ως άνω Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "......η υπό κρίση αγωγή ........είναι νόμιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 299, 345, 346, 914, 932, Α.Κ., 2, 4, 9, 10 Ν. ΓΠΝ/1911, 10 παρ.1 Ν.489/76. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση , έκρινε διαφορετικά και απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο .......... και η αγωγή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ'ουσίαν. Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα του ενάγοντα, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης ................ .αποδείχθηκαν, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 12-12-2020.... ο ενάγων είχε σταθμεύσει νόμιμα το υπ' αριθ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, στην περιοχή του …, επί της οδού …, η οποία τυγχάνει μονής κατεύθυνσης άνευ διαγραμμίσεως. Συγκεκριμένα είχε σταθμεύσει πλησίον του πεζοδρομίου, στο ύψος έναντι του Ο.Α …, ήτοι στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος κατά τη φορά των διερχόμενων οχημάτων. Ταυτόχρονα το υπ' αριθ. ... Ι.Χ.Ε όχημα ....ιδιοκτησίας Χ. Φ. του Τ. και ασφαλισμένο για την αστική ευθύνη του οδηγού και του ιδιοκτήτη του από ζημίες που θα προκαλούσε, κατά την κυκλοφορία του, σε τρίτους, στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, ήταν σταθμευμένο ομοίως επί της οδού …, λίγο έμπροσθεν του οχήματος του ενάγοντα, όταν εντελώς ξαφνικά, λόγω ηλεκτρολογικού προβλήματος του οχήματος αυτού, προκλήθηκε πυρκαγιά .Από την εκδηλωθείσα πυρκαγιά και την αναπτυχθείσα θερμότητα, κάηκε σχεδόν ολοσχερώς το όχημα του Χ. Φ., ενώ από την επέκταση της πυρκαγιάς και τους παραγόμενους καπνούς, προκλήθηκαν σοβαρές ζημιές στο όχημα του ενάγοντα. Στο σημείο της πυρκαγιάς έσπευσε άμεσα όχημα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας, το οποίο κατέσβησε τη φωτιά. Αιτία της προκληθείσας πυρκαγιάς σύμφωνα με την Πυροσβεστική Υπηρεσία, ήταν η διαρροή υγρού καυσίμου (βενζίνη) από το σύστημα τροφοδοσίας του κινητήρα του οχήματος του Χ. Φ., το οποίο ήρθε σε επαφή είτε με τις θερμές επιφάνειες αυτού είτε με σπινθηρισμό της ηλεκτρολογικής καλωδίωσης του κινητήρα και είχε ως αποτέλεσμα την ανάφλεξή του και κατ' επέκταση την πρόκληση της πυρκαγιάς. .....Σύμφωνα με τα παραπάνω, το ένδικο συμβάν οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου υπ' αριθ. ... οχήματος, ο οποίος χωρίς σύνεση και εξαιτίας αμέλειας και επιπολαιότητας, δεν είχε φροντίσει να προβεί στον έλεγχο και στην επιδιόρθωση του μηχανικού προβλήματος του αυτοκινήτου του, με αποτέλεσμα την διαρροή υγρού καυσίμου (βενζίνης) από το σύστημα τροφοδοσίας του κινητήρα και την πρόκληση ανάφλεξης και πυρκαγιάς. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας ότι στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο μεταξύ της ίδιας και του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου οχήματος, Χ. Φ., δεν περιλαμβάνεται στους κινδύνους που ασφαλίζονται η αστική ευθύνη του ασφαλισμένου αυτοκινήτου από πυρκαγιά, η οποία υπάγεται στις προαιρετικές καλύψεις και για την κάλυψή της απαιτείται ειδική συμφωνία και καταβολή επιπλέον ασφαλίστρου, αλυσιτελώς προβάλλεται καθώς ο ενάγων δε ζητά να αποζημιωθεί με βάση κάποια προαιρετική κάλυψη (ασφάλιση αστικής ευθύνης του ασφαλισμένου αυτοκινήτου από πυρκαγιά ή διαρροή υγρών ή κακόβουλης ενέργειας τρίτων).

Εξάλλου από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι το εν λόγω όχημα ήταν ακινητοποιημένο για μεγάλο χρονικό διάστημα ή εγκαταλειμμένο, ενώ δεν ευρέθηκαν στο όχημα εύφλεκτα υλικά ούτε προέκυψε υποψία τρομοκρατικής ενέργειας ώστε να τεθεί ζήτημα εφαρμογής των ως άνω προαιρετικών καλύψεων..........". Με βάση τα ως άνω (αυτολεξεί παρατεθέντα) πραγματικά περιστατικά που το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως, δεν παραβίασε, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2, 5, 6 και 10 του ν. 489/1976 όπως έχει κωδικοποιηθεί με το π.δ. 237/1986, 2 εδ. α' και 4 του Ν.ΓΠΝ/1911, αλλά ούτε αυτές των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914, 932 του Α.Κ., τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς το ως άνω ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η αποζημίωση που επιδικάστηκε στον αναιρεσίβλητο για την ως άνω αιτία και ως εκ τούτου δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, κρίνοντας η προσβαλλομένη απόφαση, ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο, κατά το χρόνο που προκλήθηκε σε αυτό ανάφλεξη από διαρροή υγρού καυσίμου (βενζίνης) από το σύστημα τροφοδοσίας του κινητήρα του, λόγω μηχανικού προβλήματος αυτού, ήταν σταθμευμένο πλησίον του πεζοδρομίου της ως άνω οδού και ότι η προκληθείσα, εν συνεχεία, πυρκαγιά που κατέστρεψε το αυτοκίνητο του αναιρεσιβλήτου (ένδικο συμβάν) οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ιδιοκτήτη του ως άνω σταθμευμένου αυτοκινήτου, ο οποίος, χωρίς σύνεση και εξαιτίας αμέλειας και επιπολαιότητας, δεν είχε φροντίσει να προβεί στον έλεγχο και στην επιδιόρθωση του μηχανικού προβλήματος του αυτοκινήτου του, με αποτέλεσμα την διαρροή της βενζίνης από το σύστημα τροφοδοσίας του κινητήρα και την πρόκληση ανάφλεξης και πυρκαγιάς, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις και ούτε ήταν απαραίτητο να αναφέρει: α) πόση ώρα πριν την εκδήλωση της πυρκαγιάς ήταν σταθμευμένο το ζημιογόνο όχημα στο σημείο εκείνο, β) αν η μηχανική βλάβη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, προϋπήρχε της πυρκαγιάς που εκδηλώθηκε σε αυτό, ώστε η μέριμνα του ιδιοκτήτη του για την επιδιόρθωση αυτής, να συνιστά αμελή συμπεριφορά αυτού.
Συνεπώς τα αντίθετα προβαλλόμενα από την αναιρεσείουσα με τον πρώτο και τρίτο αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθ.1α' και 19 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο, κατ' εκτίμηση του νοηματικού περιεχομένου, αναιρετικό λόγο, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ.11 περ.γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε την κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, που εδόθη κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Όπως όμως προκύπτει από την ενυπάρχουσα στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης διαβεβαίωση ότι "Από την κατάθεση της μάρτυρα του ενάγοντα, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδράσεως, ..............αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ...", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο συμβάν, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και την παραπάνω φερόμενη ως αγνοηθείσα, κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντα, χωρίς να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτής, με την επισημείωση ότι στην προσβαλλομένη απόφαση γίνεται ρητή αναφορά και περιγράφονται τα συναγόμενα από την εν λόγω κατάθεση, της ως άνω μάρτυρος, συμπεράσματα και ειδικότερα στη σελίδα 2-3 αυτής γίνεται αναφορά ότι το ζημιογόνο όχημα ήταν σταθμευμένο στην οδό …, λίγο έμπροσθεν του νομίμως σταθμευμένου, πλησίον του πεζοδρομίου, οχήματος του ενάγοντος στην περιοχή του …, ενώ στη σελίδα 3 αυτής αναφέρεται ότι, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι το εν λόγω όχημα (ζημιογόνο) ήταν εγκαταλειμμένο για μεγάλο χρονικό διάστημα (στο σημείο που ήταν σταθμευμένο, κατά το χρόνο που προκλήθηκε σε αυτό ανάφλεξη). Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλουμένη από την αναιρεσείουσα με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, πλημμέλεια από τον αριθ.11 εδ.γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δηλαδή της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου νομίμως προσκομισθέντος και επικληθέντος. Η, δια του ερευνώμενου δε λόγου, προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι από το παραπάνω αποδεικτικό μέσο συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκλησή της πλήττεται η ανέλεγκτη , κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην ως άνω νομική σκέψη (ΑΠ 687/2024). Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Συνακόλουθα, το αίτημα της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων, στην πριν την εκτέλεση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, κατάσταση, που υποβλήθηκε με την αναίρεσή της, αλυσιτελώς προβάλεται, αφού αυτό προϋποθέτει, κατ' άρθρο 579 παρ.2 του ΚΠολΔ., την ευδοκίμηση της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ514/2025). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα, για την αίτηση αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ.3 του ΚΠολ.Δ). Έξοδα δεν επιβάλλονται εις βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από …2023 (αριθ. εκθ. κατάθ. …/2023) αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 515/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή