Απόφαση 672 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 672/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Μαρία Τατσέλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Φεβρουαρίου 2026, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Λ. του Κ., 2) Κ. συζ. Ι. Λ., το γένος Κ. Θ., κατοίκων ..., 3) Κ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., 4) Α. Λ. του Ι., κατοίκου ..., 5) Λ. Λ. του Ι. και 6) Κ. Λ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Καναβάρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Τ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Πολίτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας και συνεκδικάστηκε με την από 30-10-2019 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2022 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 107/2023 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-12-2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τατσέλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 2η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 457/2025, ΑΠ 176/2025, ΑΠ 1032/2024). Κατά την παρ. 3 της ίδιας ως άνω διατάξεως του άρθρου 576 του ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, αν στη δίκη για την αναίρεση μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εκτός αν συνδέονται με δεσμό απλής ομοδικίας, οπότε η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κληθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 1691/2022, ΑΠ 1449/2021).Τις επιδόσεις και τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 704/2025, ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 992/2022, ΑΠ 555/2019).
2.- Στην προκειμένη περίπτωση, από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου τούτου, τα στοιχεία της δικογραφίας και τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά εγγραφής της από το οικείο πινάκιο στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της προκειμένης αποφάσεως (06.02.2026) οι μεν αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση, παραστάθηκαν δια του ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτηθέντος δικηγόρου τους Σταύρου Καναβάρου, ενώ ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε και κατέθεσε την προβλεπόμενη έγγραφη δήλωση περί μη παραστάσεως κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ωστόσο, οι αναιρεσείοντες δεν αποδεικνύουν ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίσιν αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς τον απολειπόμενο πρώτο αναιρεσίβλητο και δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν τη σχετική έκθεση επιδόσεως, ενώ από την έρευνα του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι τέτοια επίδοση έχει λάβει χώρα προς αυτόν από τους αναιρεσείοντες. Ούτε, τέλος, αποδεικνύεται ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος επέσπευσε ο ίδιος τη συζήτηση της υποθέσεως αφού οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν το επιδοθέν αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση με τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή, από το οποίο να προκύπτει ότι επισπεύδει τη συζήτηση ο ως άνω απολειπόμενος πρώτος αναιρεσίβλητος. Επομένως, πρέπει κατόπιν τούτου, υφισταμένης απλής, εν προκειμένω, ομοδικίας μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, ενόψει του αντικειμένου της δίκης, όπως αυτό αναφέρεται ειδικότερα παρακάτω και εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται νόμιμη κλήτευση του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά την ορισθείσα σημερινή δικάσιμο, να χωριστεί η υπόθεση και αφού κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς αυτόν, να προχωρήσει νομίμως μεταξύ των παρόντων διαδίκων.
3.- Με την υπό κρίσιν, από …2023 (και με αριθμό καταθέσεως …2023), αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία επιλύσεως των περιουσιακών διαφορών που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 591 επ., 614 παρ. 6 ΚΠολΔ), υπ' αριθμόν 107/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν η από 22.06.2022 έφεση των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων, η από 18.07.2022 έφεση της δεύτερης εναγομένης, ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και η από 18.07.2022 επικουρική έφεση της τελευταίας, κατά της υπ' αριθμόν 57/2022 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας και έγιναν τυπικά δεκτές, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της δεύτερης αναιρεσίβλητης, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση των αναιρεσειόντων και η επικουρική έφεση της δεύτερης αναιρεσίβλητης, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και στη συνέχεια, αφού κρατήθηκε και δικάσθηκε επί της ουσίας η υπόθεση, έγινε εν μέρει δεκτή η από 30.06.2018 αγωγή των αναιρεσειόντων και η από 30.10.2019 παρεμπίπτουσα αγωγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης και αναγνωρίσθηκε: α) ότι οι αναιρεσίβλητοι οφείλουν να καταβάλουν σε καθέναν των αναιρεσειόντων, εις ολόκληρον έκαστος, τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά εντόκως ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν ένεκα του θανάσιμου τραυματισμού της Β. Λ. κατά το αναφερόμενο σε αυτήν αυτοκινητικό τροχαίο ατύχημα, η οποία ήταν θυγατέρα των δύο πρώτων αναιρεσειόντων και αδελφή των υπολοίπων και β) ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος οφείλει να καταβάλει, εντόκως, στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί η τελευταία να καταβάλει στους ενάγοντες της άνω αγωγής για κεφάλαιο, πλέον τόκων και λοιπών εξόδων.
4.- Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ) εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και από την επομένη της δημοσιεύσεώς της στις 04.02.2021, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως στις 03.02.2023 δεν είχε συμπληρωθεί η διετία. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).
5.- Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από …2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντισταθμίσεως προσφοράς και οφέλους που αποτελεί κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά διατρέχει το σύνολο της έννομης τάξεως και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σε αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά στις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιική αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές, οι οποίες διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ.). Στην περίπτωση υπερβάσεως της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς τον σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια, που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνειδήσεως σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αυτά αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, οπότε και πάλι παραβιάζεται η εν λόγω αρχή, η οποία αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσον ελέγχου της κρίσεως του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας.
Άλλωστε, την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, η οποία προβλέπεται από την άνω διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο ως πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 1809/2024, ΑΠ 709/2024).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη, ή, σε περίπτωση θανάτου, ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών και όλες τις ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης, χωρίς να απαιτείται και η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός εκ των άνω στοιχείων (ΑΠ 523/2025, ΑΠ 457/2025, ΑΠ 265/2025, ΑΠ 174/2025, ΑΠ 1909/2024), ενώ, σε περίπτωση θανατώσεως κάποιου προσώπου ερευνά, ως πραγματικό ζήτημα, την ύπαρξη μεταξύ των δικαιούμενων προσώπων και του θανόντος όσο ζούσε αισθημάτων αγάπης και στοργής, την ηλικία του θύματος και των μελών της οικογένειάς του τα οποία δοκιμάζουν ψυχική οδύνη, καθώς και το γεγονός της συμβιώσεως ή όχι των επιζώντων μελών της οικογένειας με το ίδιο το θύμα (ΟλΑΠ 21/2000, ΑΠ 11207/2017, ΑΠ 747/2017, AΠ 1590/2014). Επομένως, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου (άρθρο 932 του ΑΚ) είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου για έλλειψη νομίμου βάσεως (ΑΠ 944/2017). Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 457/2025, ΑΠ 265/2025, ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 1545/2024, ΑΠ 548/2021). Τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά στο δικαιούχο-παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη (όσον αφορά στον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 457/2025, ΑΠ 174/2025, ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 1545/2024, ΑΠ 1032/2024). Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο".
Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του (ΑΠ 1449/2021). Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως πρέπει να ελέγχεται αναιρετικώς για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 του ΚΠολΔ, αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 1449/2021, ΑΠ 642/2020). Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του εύλογου ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπόψη η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (ΑΠ 736/2021, ΑΠ 142/2019, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 213/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, ήτοι κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005). Η παραβίαση του κανόνα, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, ήτοι με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή του κανόνα δικαίου, ήτοι με εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, η οποία καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η άνω παραβίαση κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε τον νόμο αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).
6.- Με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του προέβη στον καθορισμό των ποσών της οφειλόμενης σε αυτούς εκ του άρθρου 932 του ΑΚ χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θανάσιμο τραυματισμό της συγγενούς τους Β. Λ., θυγατέρας των δύο πρώτων και αδελφής των υπολοίπων, κατά παράβαση, κατά τον προσδιορισμό τους, της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας που επιβάλλουν τα άρθρα 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ως και η διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, και κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 932 του ΑΚ, αλλά και καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, επιδικάζοντάς τους, κατά την εφαρμογή των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 60.000 ευρώ στον καθέναν από τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες γονείς της και το ποσό των 30.000 ευρώ στον καθένα από τους λοιπούς αναιρεσείοντες αδελφούς και αδελφή της, τα οποία όμως είναι δυσανάλογα μικρά σε σχέση με τα αιτηθέντα και τα συνήθως μεγαλύτερα αυτών επιδικαζόμενα, των οποίων υπολείπονται καταφανώς, στερώντας συγχρόνως την απόφασή του νομίμου βάσεως λόγω ελλιπών αιτιολογιών.
7.- Από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως για τις ανάγκες του άνω αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού προηγουμένως έκρινε, κατά το μη πληττόμενο με την αναίρεση μέρος, ότι αποκλειστικώς υπαίτιος του ένδικου αυτοκινητικού τροχαίου ατυχήματος, που έλαβε χώρα στις 05.12.2017 και περί ώρα 19:15 επί της εθνικής οδού …, στο ρεύμα κυκλοφορίας από … προς …, συνέπεια του οποίου ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός της Β. Λ., θυγατέρας των πρώτη και δεύτερης και αδελφή των λοιπών εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, ηλικίας 23 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος, ήταν ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, οδηγός του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας … ιδιωτικής χρήσεως επιβατικού αυτοκινήτου της ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο κατά τον χρόνο του ένδικου συμβάντος ως προς την ευθύνη για τις προκαλούμενες κατά την λειτουργία του υλικές ζημίες και σωματικές βλάβες προς τρίτους στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, ο οποίος, μη οδηγώντας με σύνεση και μη έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και τον πλήρη έλεγχο του αυτοκινήτου του, στερούμενος της αντίστοιχης άδειας ικανότητας οδηγήσεως και έχοντας αναπτύξει αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητα, ενώ προσέγγιζε στην ειδικώς διαγραμμιζόμενη διάβαση πεζών, δεν αντελήφθη εγκαίρως την διέλευση της πεζής, η οποία, έχοντας ελέγξει προηγουμένως την κίνηση των επερχομένων οχημάτων, επιχείρησε να διασχίσει καθέτως την άνω οδό, εντός διαγραμμισμένης διαβάσεως πεζών και ενώ είχε διασχίσει καθέτως το αντίθετο προς την κατεύθυνσή του ρεύμα πορείας της εθνικής οδού και είχε διέλθει το μεγαλύτερο τμήμα του ρεύματος πορείας του, επέπεσε με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου του επί του σώματος της πεζής, το οποίο χτύπησε αρχικά στο εμπρόσθιο τμήμα και στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου και από εκεί εκτινάχθηκε σε απόσταση 8,5 μέτρων από το σημείο της συγκρούσεως, προκαλώντας έτσι, χωρίς υπαιτιότητά της, το θανάσιμο τραυματισμό της, σχετικά με το κεφάλαιο της αγωγής, που πλήττεται εν προκειμένω, περί της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 932 του ΑΚ, που επιδικάσθηκε στους αναιρεσείοντες ως εγγύτερων μελών της οικογένειας της θανατωθείσας, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "...ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε, χωρίς να είναι εφοδιασμένος με την αντίστοιχη άδεια ικανότητας οδηγού, η οποία του είχε αφαιρεθεί, καθόσον εντός ενός (1) έτους διέπραξε δύο φορές και δη στις 3.11.2015 και 01.06.2016, την ίδια παράβαση (βλ. την από …2016 και υπ' αριθ. … ειδοποίηση αφαίρεσης άδειας ικανότητας οδήγησης), χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, το με αριθμό κυκλοφορίας … ιδιωτικής χρήσεως επιβατηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, με αυξημένη κατά τις περιστάσεις ταχύτητα, που υπολογίζεται στα 75 χλμ/ώρα, επί του δεξιού άκρου της οδού και με κατεύθυνση από … προς … Ο τελευταίος, από ανεπιτηδειότητά του περί την οδήγηση και από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε ως μέσος συνετός οδηγός και μπορούσε να καταβάλει, παρέλειψε να ρυθμίσει την ταχύτητα του αυτοκινήτου του, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες και δη ότι οδηγούσε νύχτα σε κατοικημένη περιοχή με πυκνή κίνηση πεζών και οχημάτων αλλά και ότι πλησίαζε σε ειδικά διαγραμμιζόμενη διάβαση πεζών (υφιστάμενης και σχετικής πινακίδας προ της προσεγγίσεως της ως άνω διάβασης πεζών), με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως τη διέλευση της ανωτέρω πεζής, η οποία διέσχιζε κάθετα το οδόστρωμα από αριστερά προς δεξιά, ως προς την πορεία του, και έχοντας διασχίσει ήδη το αντίθετο ρεύμα πορείας, είχε διέλθει το μεγαλύτερο τμήμα του ρεύματος πορείας προς …, όπου εκινείτο και το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου. Τούτο δε παρά το γεγονός ότι ο τελευταίος θα μπορούσε να αντιληφθεί εγκαίρως την πεζή, αν κατέβαλε τη δέουσα προσοχή, δεδομένου ότι η οδός είναι στο σημείο αυτό ευθεία και η ορατότητά του δεν περιοριζόταν από σταθερά αντικείμενα, η δε ένταση των φώτων διασταύρωσης (μεσαίων) του οχήματος του, σε συνδυασμό με τις επικρατούσες καθαρές καιρικές συνθήκες, του προσέδιδε ορατότητα, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της επιστήμης, σε απόσταση περίπου σαράντα (40) μέτρων μπροστά από το όχημά του........ Επομένως, με βάση όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ο οποίος, με την κατά τα ανωτέρω αποδειχθείσα αμελή συμπεριφορά του, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 4 στοιχ. γ', 12 παρ. 1,19 παρ. 1, 2 και 3, 39 παρ. 1 και 2 και 43 παρ. 1 και 2 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), οι οποίες επιβάλλουν σε κάθε οδηγό την υποχρέωση να επιδεικνύει ιδιαίτερη προσοχή στους πεζούς, να αποφεύγει κάθε συμπεριφορά που μπορεί να τους θέσει σε κίνδυνο και να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του, όταν πλησιάζει σε σημασμένη διάβαση πεζών, στην οποία η κυκλοφορία των οχημάτων δεν ρυθμίζεται με φωτεινή σηματοδότηση ή με τροχονόμο, να πλησιάζει δε σε αυτήν με τόσο μικρή ταχύτητα, ώστε να μην εκθέτει σε κίνδυνο τους πεζούς που τη χρησιμοποιούν και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του οχήματος του για να επιτρέπει την διέλευση των πεζών. Η δε παραβίαση των ως άνω υποχρεώσεων του πρώτου εναγόμενου συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο συμβάν..... Αμέσως μετά το ένδικο συμβάν η θυγατέρα των δύο πρώτων εναγόντων και αδελφή των λοιπών αυτών, τραυματισθείσα συνεπεία του ένδικου ατυχήματος, διακομίσθηκε αρχικώς στο Γενικό Νοσοκομείο Καλαμάτας όπου διαγνώστηκε έπειτα από αξονική τομογραφία εγκεφάλου, ΑΜΣΣ, θώράκος και άνω - κάτω κοιλίας, οξύ υποσκληρίδιο, αιμάτωμα δεξιά μετοκροταφο-βρεγματικά, μετατόπιση της μέσης γραμμής και κατάληψη των δεξαμενών του μεσεγκεφάλου, κάταγμα δεξιάς κλείδας και δεξιάς ωμοπλάτης, πνευμονική θλάση δεξιά, κάταγμα κνήμης - περόνης δεξιά και διπλό κάταγμα ιερού οστού. Έπειτα εισήχθη στο Γενικό Παναρκαδικό Νοσοκομείο της Τρίπολης "Η Ευαγγελίστρια", όπου διαπιστώθηκε οδόντας με μικρή παρεκτροπή από της μέσης γραμμής πιθανώς λόγω ατροφικής θέσης της κεφαλής, κάταγμα δεξιάς ωμοπλάτης με τοπικό οίδημα των μαλακών μορίων και παρουσία αιματώματος (βλ. το από 06.12.2017 Υ.Τ.ΑΜΣΣ του Παναρκαδικού Νοσοκομείου "Η Ευαγγελίστρια"). Συγκεκριμένα, η Β. Λ. διακομίσθηκε στο ως άνω νοσοκομείο στις 05.12.2017 σε βαριά κατάσταση διασωληνωμένη, ως πολυτραυματίας εγκεφάλου, ανέδειξε οξύ υποσκληρίδιο αιμάτωμα με μεγάλο οίδημα εγκεφάλου, αιμορραγικές θλάσεις εγκεφάλου και στο χειρουργείο (βλ. το από 05.12.2017 φύλλο ιστορικού ασθενούς του Γενικού Παναρκαδικού Νοσοκομείου) έγινε κρανιοτομία δεξιά και αφαίρεση του αιματώματος, ενώ διεγχειρητικά διαπιστώθηκε οίδημα του εγκεφάλου με πολλές αιμορραγικές θλάσεις (βλ. την από …2017 βεβαίωση του νευροχειρουργού ιατρού Π. Σ. και την υπ’ αριθ. πρωτ. …2018 ιατρική βεβαίωση του ιδίου θεράποντος ιατρού).
Εξάλλου, σύμφωνα με το από 15.03.2018 πιστοποιητικό νοσηλείας του ιδίου Νοσοκομείου, αποδείχθηκε ότι μετά τη διακομιδή της η τραυματισθείσα υποβλήθηκε σε χειρουργείο και έπειτα εισήχθη στην μονάδα εντατικής θεραπείας του Γ. Ν. Τρίπολης και τέθηκε σε βαθιά καταστολή με συνέχιση των αγγειοσυσπαστικών και χορήγηση επιπλέον μονάδων συμπυκνωμένων ερυθρών και πλάσματος. Στις 11.12.2017, μετά από την επανεκτίμηση των θεραπόντων νευροχειρουργών της, αποφασίστηκε η διακοπή της καταστολής, προκειμένου για την εκτίμηση της νευρολογικής της κατάστασης, από την οποία διαπιστώθηκε ότι το εγκεφαλικό στέλεχος δεν λειτουργούσε, ενώ η ασθενής παρέμενε υποθερμική με ήπια αιμοδυναμική αστάθεια και κόρες σε μυδρίαση. Έπειτα, στις 15.12.2017 η ασθενής Β. Λ. κατέληξε στη μονάδα εντατικής θεραπείας. Ο θάνατός της δε προκλήθηκε αιτιωδώς από τις βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, συνεπεία του ένδικου ατυχήματος.....
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η θανούσα, η οποία διήνυε το 23ο έτος της ηλικίας της κατά τον χρόνο του θανάσιμου τραυματισμού της από το επίδικο ατύχημα, είχε καλή κατάσταση υγείας και βρισκόταν σε στενό συναισθηματικό δεσμό με τους δύο πρώτους των εναγόντων, γονείς της, με τους οποίους συμβίωνε στην ίδια οικία, αλλά και τους λοιπούς ενάγοντες - αδέρφια αυτής, με τους οποίους ήταν πολύ αγαπημένοι. Τα ανωτέρω συγγενικά της πρόσωπα, λόγω του αιφνίδιου και βίαιου θανάτου της, υπέστησαν, όπως ήταν επόμενο, βαθύτατο πόνο και θλίψη και, ως εκ τούτου, προς απάμβλυνση της ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστη ο καθένας τους και προς ψυχική παρηγοριά και ηθική τους ανακούφιση, δικαιούνται εύλογη χρηματική ικανοποίηση.
Συνεπώς, το Δικαστήριο τούτο, λαμβάνοντας υπόψη την έλλειψη συνυπαιτιότητας της θανούσας στην πρόκληση του άνω ατυχήματος, τον βαθμό του πταίσματος του πρώτου εναγόμενου οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου στην πρόκληση του ατυχήματος και του θανάσιμου τραυματισμού της πεζής Β. Λ., όλες τις εν γένει συνθήκες του ένδικου ατυχήματος, όπως περιγράφονται ανωτέρω, την ηλικία της θανούσας, τον στενό συγγενικό δεσμό και τις προσωπικές σχέσεις της με τους ενάγοντες, που ήταν ανάλογος και με τη συγγένειά τους, το γεγονός ότι η θανούσα λόγω της μικρής της ηλικίας διέμενε ως φοιτήτρια με τους δύο πρώτους των εναγόντων - γονείς της, την κοινωνική και περιουσιακή] κατάσταση των μερών, πλην της δεύτερης εναγόμενης - ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, κρίνει, ότι, για την ηθική παρηγοριά και ανακούφισή τους, πρέπει, με βάση την αρχή της αναλογικότητας, να προσδιορισθεί το ύψος της χρηματικής τους ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, στο ποσό των 60.000 ευρώ για καθένα από τους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων (πατέρα και μητέρα της) και στο ποσό των 30.000 ευρώ, για καθένα από τους τρίτο, τέταρτη, πέμπτο και έκτο αυτών (αδέλφια της). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων στο ποσό των 50.000 ευρώ για καθένα από τους γονείς της θανούσας και στο ποσό των 25.000 ευρώ για καθένα από τα αδέλφια της θανούσας, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, ενώ επιπλέον εσφαλμένα εκτίμησε το προσαχθέν ενώπιον του αποδεικτικό υλικό, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπολείπονται καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του κατ' ουσίαν το σχετικό πρώτο λόγο εφέσεως των αναιρεσειόντων και απέρριψε τον αντίστοιχο έκτο λόγο της εφέσεως της δεύτερης αναιρεσίβλητης, με τους οποίους οι μεν πρώτοι ζητούσαν να καθορισθεί υπέρ τους για την άνω αιτία τα μεγαλύτερα και αιτούμενα ποσά των 250.000 ευρώ για τον καθέναν από τους δύο πρώτους-γονείς της θανατωθείσας και των 200.000 ευρώ για τον καθέναν από τους λοιπούς-αδέλφια της, η δε δεύτερη να απορριφθούν τα σχετικά κονδύλια της αγωγής, άλλως να επιδικασθούν στους αναιρεσείοντες μικρότερα ποσά, εξαφανίζοντας κατά τούτο την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει αντιθέτως ως προς το ερευνώμενο κεφάλαιο της αγωγής και είχε επιδικάσει σε καθέναν από τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες το ποσό των 50.000 ευρώ και σε καθένα των λοιπών το ποσό των 25.000 ευρώ ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που δέχθηκε ότι υπέστησαν ένεκα του θανάσιμου τραυματισμού της ως άνω συγγενούς τους. Με όσα, ως άνω, δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο ως προς τον καθορισμό του εύλογου ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης των αναιρεσειόντων, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 932 του ΑΚ, δηλαδή με το να καθορίσει το ύψος της καταβλητέας στους αναιρεσείοντες χρηματικής ικανοποιήσεως για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης που δέχθηκε ότι αυτοί υπέστησαν ένεκα του θανάσιμου τραυματισμού της συγγενούς τους κατά το ένδικο ατύχημα στα ποσά των 60.000 ευρώ για καθέναν των πρώτου και δεύτερης γονέων της και των 30.000 ευρώ για καθένα των λοιπών αναιρεσειόντων αδελφών της, παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει, την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δοθέντος ότι, υπό τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και με βάση τα κριτήρια καθορισμού εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως του άρθρου 932 του ΑΚ, τα επιδικασθέντα ως άνω χρηματικά ποσά δεν τελούν σε σχέση ανεκτής αναλογίας με την ψυχική οδύνη, που δέχθηκε ότι υπέστησαν οι αναιρεσείοντες-ενάγοντες, υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες και περιστάσεις, και κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση περί το δίκαιο υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς των ποσών που συνήθως επιδικάζονται ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης σε παρόμοιες περιπτώσεις και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες της αδικοπραξίας με βάση τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής. Επομένως, ο μοναδικός, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
8.- Μετά ταύτα, χωρίς να ερευνηθεί το δεύτερο σκέλος, εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, του ιδίου ως άνω λόγου αναιρέσεως που πλήττει το ίδιο κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του πρώτου σκέλους του λόγου αυτού, που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής στο οποίο αναφέρεται το πρώτο σκέλος του μοναδικού λόγου αναιρέσεως, όσον αφορά στο ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που αυτοί κατέθεσαν για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η δεύτερη αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο περί τούτου αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης, από 13.12.2023, αιτήσεως αναιρέσεως κατά το μέρος της που αφορά στον πρώτο αναιρεσίβλητο Β. Τ. του Κ.
Αναιρεί, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της, την υπ' αριθμόν 107/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το άνω κεφάλαιό της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή, πλην εκείνου που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, το οποίο κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, σε αυτούς.
Και
Καταδικάζει τη δεύτερη αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ