Απόφαση 673 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 673/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Αριστέα Τσαμαδιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2026, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Α. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Ο αιτών και ήδη αναιρεσείων με την από 28-3-2022 αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πατρών ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ' αυτή. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 131/2022 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 602/2023 τελεσίδικη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-1-2024 αίτησή του.
Η υπόθεση, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αριστέα Τσαμαδιά, εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από …2024 και με αριθ. εκθ. καταθ. …2024 αίτηση αναίρεσης του Κ. Α. προσβάλλεται η υπ` αριθ. 602/2023 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ., σε συνδυασμό με το άρθρο 782 του ΚΠολΔ). Η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 741, 762, 769 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι τηρήθηκε η προδικασία των διατάξεων των άρθρων 748 και 760 ΚΠολΔ, καθώς αντίγραφο αυτής (της αναίρεσης) με τη σημείωση για τον προσδιορισμό της δικασίμου επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ...2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου …, με έδρα το Πρωτοδικείο …, Β. Γ.
Από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της είναι η εξής: Ο αιτών και ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πατρών την από …2022 (αριθ. εκθ. καταθ. …2022) αίτηση, με την οποία, επικαλούμενος το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, ζήτησε να βεβαιωθεί από το Δικαστήριο η αλλαγή του κυρίου ονόματός του από το ελληνικό όνομα "…" στο αλβανικό όνομα "…", προκειμένου να διορθωθεί η σχετική ληξιαρχική πράξη γέννησής του. Επί της αίτησης εκδόθηκε η υπ' αριθ. 131/2022 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών που απέρριψε την αίτηση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Κατά της απόφασης αυτής ο αιτών άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών την από …2022 (αριθ. εκθ. καταθ. …2022) έφεση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Το, ως Εφετείο δικάσαν, Δικαστήριο εξέδωσε την προσβαλλόμενη, υπ' αριθ. 602/2023, απόφαση με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε την αίτηση ως νόμω αβάσιμη.
Από το σύνολο των διατάξεων περί ονόματος που είναι εγκατεσπαρμένες στη νομοθεσία, μεταξύ των οποίων είναι το άρθρο 58 του ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο προστατεύεται ο δικαιούμενος να φέρει ορισμένο όνομα από την παράνομη χρήση αυτού από άλλον, συνάγεται ότι ο νομοθέτης προσέβλεψε στο κύριο όνομα ως χαρακτηριστικό στοιχείο της προσωπικότητας και θέλησε να διατηρείται αυτό σταθερό και αμετάβλητο χάριν της ίδιας της προσωπικότητας, αλλά και της ασφάλειας των συναλλαγών. Γι' αυτό τον λόγο στο νόμο δεν υπάρχει ρητή πρόβλεψη περί του επιτρεπτού της μεταβολής του κυρίου ονόματος. Ωστόσο ο κανόνας του αμετάβλητου του κυρίου ονόματος δεν είναι ανεξαίρετος, καθώς η νομολογία συνάγει δικαίωμα του ενηλίκου προσώπου ή αυτών που το επιμελούνται νομίμως έως την ενηλικίωσή του να ζητήσει δικαστικώς τη διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης της ονοματοδοσίας του, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 13 παρ. 1 του Ν. 344/1976 και με τη διαδικασία του άρθρου 782 ΚΠολΔ, εν όψει και του ότι με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος διαγορεύεται στον καθένα το δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του προς όλες τις εκφάνσεις της που συνθέτουν αυτή. Ως εξαίρεση από τον κανόνα του αμετάβλητου του ονόματος η διόρθωση της ονοματοδοσίας πρέπει να ανταποκρίνεται σε εξαιρετικές προϋποθέσεις, δηλαδή η αιτούμενη μεταβολή θα πρέπει να αίρει κωλύματα στην ανάπτυξη της προσωπικότητας που δημιουργεί αντικειμενικά η χρήση του υπό διόρθωση ονόματος, ιδίως όταν προκαλεί σύγχυση στις κοινωνικές του σχέσεις.
Συνεπώς, στο θετό δίκαιο δεν υφίσταται διάταξη που να γεννά δικαίωμα μεταβολής του κυρίου ονόματος που δόθηκε με την ονοματοδοσία του νεογνού λόγω απλής σχετικής επιθυμίας του ενηλικιωθέντος ονοματοδοτηθέντος και δη πολύ αργότερα της ενηλικίωσης, καθώς δεν προσβάλλεται η προσωπικότητα του ατόμου που φέρει όνομα το οποίο δεν επιθυμεί, ώστε να του αναγνωρίζεται άνευ όρων δικαίωμα επιλογής του ονόματός του και πέραν αυτού που χρησιμοποιεί στην κοινωνική του δραστηριότητα ("υποκοριστικό" ή "καλλιτεχνικό") και να δικαιολογεί τη δικαστική διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησής του βάσει απλώς ενός μη θεμελιωμένου νομοθετικά δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού. Τους νόμιμους λόγους που θεμελιώνουν το αίτημα διόρθωσης της ληξιαρχικής πράξης γέννησης ως προς την ονοματοδοσία θα πρέπει να επικαλείται στο δικόγραφο της αίτησης ο αιτών, προσθέτοντας τα στοιχεία που θεμελιώνουν το έννομο συμφέρον του, προσδιορίζοντας τα περιστατικά που συνιστούν παρακώλυση της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του από τη μη αναγραφή του επιθυμητού ονόματος ή από την αναγραφή του ανεπιθύμητου, ώστε να τεθούν ως θέμα απόδειξης οι σχετικοί ισχυρισμοί με αναγωγή στα συγκεκριμένα περιστατικά του βίου του. Με άλλα λόγια η μεταβολή (αλλαγή) του κυρίου ονόματος γίνεται με διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησης ύστερα από δικαστική απόφαση, εφόσον υπάρχει σοβαρό έννομο συμφέρον του προσώπου για τη μεταβολή, λ.χ. όταν συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση ή κάποια ιδιαίτερη ανάγκη που να δικαιολογεί τη μεταβολή αυτή, πράγμα το οποίο συμβαίνει όταν το όνομα που έχει δοθεί στο πρόσωπο προσκρούει στο ηθικό ή θρησκευτικό του συναίσθημα, όταν το όνομα δεν είναι εύηχο ή δημιουργεί σύγχυση στις συναλλαγές ή παρακωλύει την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου (ΟλΑΠ 99/1985, ΑΠ 573/1981).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 26 του ν. 5134/2024, ΦΕΚ Α 146, με έναρξη ισχύος της τροποποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 120 παρ. 1 του αυτού νόμου, την 16η-9-2024, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 82/2025, ΑΠ 596/2024).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με το μοναδικό αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων, αιτών τη βεβαίωση αλλαγής ονόματος προκειμένου να διορθωθεί η σχετική ληξιαρχική πράξη γέννησής του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και του άρθρου 13 παρ. 1 του νόμου 344/1976, απαιτώντας περισσότερα στοιχεία (προϋποθέσεις) οι οποίες δεν προβλέπονται στις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων.
Ως προς τον ως άνω αναιρετικό λόγο, ο αιτών και νυν αναιρεσείων ισχυρίζεται στην αίτησή του ότι γεννήθηκε στην …, τη …1948 και ότι στη ληξιαρχική πράξη γέννησής του που συντάχθηκε από τον Ληξίαρχο Πατρών, καθώς και σε όλα τα έγγραφα που εκδίδει ο Δήμος Πατρέων και οι λοιπές δημόσιες υπηρεσίες και τον αφορούν ατομικά, αναγράφεται ως κύριο όνομά του το όνομα "…". Ότι το ελληνικό κύριο όνομα "…" που του δόθηκε σε νηπιακή ηλικία δεν είναι της αρεσκείας του και επιθυμία του είναι να το αλλάξει στο αλβανικό "…". Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενος πως στο πλαίσιο του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος δικαιούται να αλλάξει το κύριο όνομά του, ο αιτών ζητεί να διορθωθεί στη ληξιαρχική πράξη γέννησής του και ακολούθως σε όλα τα δημόσια έγγραφα που τον αφορούν το κύριο όνομά του από το "…" στο "…". Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο, κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. του ΚΠολΔ), δέχτηκε τα ακόλουθα: "... Η υπό κρίση αίτηση με το προαναφερθέν περιεχόμενο και αίτημα, ..., έπρεπε να είχε απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη και τούτο διότι: Ο αιτών και νυν εκκαλών στην αίτησή του αιτείτο τη διόρθωση του κυρίου ονόματός του μόνο για τον λόγο ότι, δεν είναι της αρεσκείας του, χωρίς να επικαλείται πως για τη ζητούμενη αλλαγή ονόματος συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση ή κάποια ιδιαίτερη ανάγκη που να δικαιολογεί την μεταβολή αυτή, λ.χ. ότι, το όνομα που του έχει δοθεί προσκρούει στο ηθικό ή θρησκευτικό του συναίσθημα ή δεν είναι εύηχο ή του δημιουργεί σύγχυση στις συναλλαγές ή παρακωλύει την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του.
Συνεπώς, εφόσον ο αιτών δεν επικαλείται ούτε περιστατικά που να θεμελιώνουν σοβαρό έννομο συμφέρον για τη μεταβολή του κυρίου ονόματός του ούτε πως ακριβώς παρακωλύεται η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του από τη μη αναγραφή του επιθυμητού κυρίου ονόματος στο έγγραφο της ληξιαρχικής πράξης γέννησής του και δεδομένου ότι, ..., στο δίκαιο δεν υφίσταται διάταξη που να γεννά δικαίωμα μεταβολής του κυρίου ονόματος που δόθηκε με την ονοματοδοσία του τέκνου λόγω απλής σχετικής επιθυμίας του ενηλικιωθέντος ονοματοδοτηθέντος, καθώς δεν προσβάλλεται η προσωπικότητα του ατόμου που φέρει όνομα, το οποίο δεν επιθυμεί, ώστε να του αναγνωρίζεται άνευ όρων δικαίωμα επιλογής του ονόματός του και να δικαιολογεί δικαστική διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησής του, η αίτηση ήταν απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη. ..." Κρίνοντας έτσι το, ως Εφετείο δικάσαν, Δικαστήριο και δεχόμενο ότι η αίτηση είναι νόμω αβάσιμη, εφόσον ο αιτών δεν επικαλείται ούτε περιστατικά που να θεμελιώνουν σοβαρό έννομο συμφέρον για τη μεταβολή του κυρίου ονόματος του, ούτε πως ακριβώς παρακωλύεται η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς του από τη μη αναγραφή του επιθυμητού κυρίου ονόματος στο έγγραφο της ληξιαρχικής πράξης γέννησής του και δεδομένου ότι, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της προκειμένης απόφασης, στο δίκαιο δεν υφίσταται διάταξη που να γεννά δικαίωμα μεταβολής του κυρίου ονόματος που δόθηκε με την ονοματοδοσία του τέκνου λόγω απλής σχετικής επιθυμίας του ενηλικιωθέντος ονοματοδοτηθέντος, καθώς δεν προσβάλλεται η προσωπικότητα του ατόμου που φέρει όνομα το οποίο δεν επιθυμεί, ώστε να του αναγνωρίζεται άνευ όρων δικαίωμα επιλογής του ονόματός του και να δικαιολογείται δικαστική διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησής του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και συνεπώς δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 13 παρ. 1 του νόμου 344/1976, με το να δεχθεί διαφορετική ερμηνεία από αυτήν που εκείνες προβλέπουν, απαιτώντας περισσότερα στοιχεία (προϋποθέσεις) οι οποίες δεν προβλέπονται στις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων. Αυτό δε, διότι, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη της προκειμένης απόφασης, στο δίκαιο δεν υφίσταται διάταξη που να γεννά δικαίωμα μεταβολής του κυρίου ονόματος που δόθηκε με την ονοματοδοσία του τέκνου λόγω απλής σχετικής επιθυμίας του ενηλικιωθέντος ονοματοδοτηθέντος, καθώς δεν προσβάλλεται η προσωπικότητα του ατόμου που φέρει όνομα το οποίο δεν επιθυμεί, ώστε να του αναγνωρίζεται άνευ όρων δικαίωμα επιλογής του ονόματός του και να δικαιολογείται δικαστική διόρθωση της ληξιαρχικής πράξης γέννησής του όταν δεν είναι της αρεσκείας του, χωρίς την επίκληση πως για τη ζητούμενη αλλαγή ονόματος συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση ή κάποια ιδιαίτερη ανάγκη που να δικαιολογεί τη μεταβολή αυτή, όπως ότι το όνομα που έχει δοθεί προσκρούει στο ηθικό ή θρησκευτικό συναίσθημα ή δεν είναι εύηχο ή δημιουργεί σύγχυση στις συναλλαγές ή παρακωλύει την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του αιτούντος. Συνακόλουθα το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, με το να κρίνει την ως άνω αίτηση του αιτούντος-αναιρεσείοντος ως νόμω αβάσιμη και να την απορρίψει ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν απαίτησε περισσότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο.
Κατά συνέπεια, ο μοναδικός αναιρετικός λόγος με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 560 του ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1η-01-2016).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-01-2024 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 602/2023 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ