Απόφαση 676 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 676/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Απόστολο Φωτόπουλο, Αγγελική Καρδαρά - Εισηγήτρια και Χρυσούλα Μανέτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της καλούσας - αναιρεσείουσας: Ρ. Π. του Κ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Περπατάρη και Νικόλαο Ρουκλιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., από τους oποίους ο πρώτος κατέθεσε προτάσεις.
Του καθ' ου η κλήση - αναιρεσιβλήτου: ..., που εδρεύει στην Κομοτηνή και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Λευκή Κιοσσέ, η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης και συνεκδικάσθηκε με την από 14-8-2018 πρόσθετη παρέμβαση του πρωτοβάθμιου κλαδικού σωματείου με την επωνυμία "..." με έδρα την Κομοτηνή και τον διακριτικό τίτλο "...". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 131/2021 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 10-8-2021 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1548/2023 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 20-2-2025 κλήση της καλούσας - αναιρεσείουσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με την από 20-2-2025 κλήση της αναιρεσείουσας, η από 10-8-2021 αίτηση αναίρεσης, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1548/2023 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης λόγω έλλειψης κλήτευσης του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ της αναιρεσείουσας, τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στη δευτεροβάθμια δίκη, πρωτοβάθμιου κλαδικού σωματείου με την επωνυμία "...". Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου … Δ. Π. (σε συνδυασμό με την από 31-7-2025 απόδειξη παραλαβής αντιγράφου εγγράφου που θυροκολλήθηκε από το Α.Τ. Κομοτηνής και την από 31-7-2025 βεβαίωση του άνω δικαστικού επιμελητή περί αποστολής συστημένης ταχυδρομικής επιστολής από το ταχυδρομικό γραφείο Κομοτηνής, που προσκομίζει και επικαλείται η καλούσα-αναιρεσείουσα), αντίγραφο της πιο πάνω κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο προσθέτως παρεμβαίνον πρωτοβάθμιο κλαδικό σωματείο με την επωνυμία "...", κατ' άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ. Με την υπό κρίση από …2021 (με αριθ. καταθ. …2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 131/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών επί της από 7-8-2019 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 63/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 30-5-2018 αγωγή της, ενώ απορρίφθηκε και η από 14-8-2018 πρόσθετη παρέμβαση του προαναφερόμενου πρωτοβάθμιου κλαδικού σωματείου. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την από 7- 8-2019 έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και την από 6-10-2020 πρόσθετη υπέρ της εκκαλούσας παρέμβαση του ανωτέρω πρωτοβάθμιου κλαδικού σωματείου, δέχθηκε τυπικά την ως άνω έφεση και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν, ενώ απέρριψε και την πρόσθετη παρέμβαση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ ), αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει επίδοση, δημοσιεύθηκε την 19 -4 -2021 και η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη, την 2-11-2021.
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκοπούνται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης, τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα με την ένδικη αγωγή της ισχυρίσθηκε, ότι προσελήφθη από το εναγόμενο ... (ήδη αναιρεσίβλητο) την 15.7.2002 προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως γραμματέας, εργαζόμενη επί πέντε ημέρες την εβδομάδα αντί των αναφερόμενων μηνιαίων αποδοχών. Ότι, από τον Οκτώβριο του έτους 2015 και εντεύθεν, είναι πρόεδρος της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "...", ιδιότητα που γνωστοποίησε στο εναγόμενο με την από 11.11.2015 επιστολή της. Ότι, κατόπιν μήνυσης που υποβλήθηκε σε βάρος της για τα αδικήματα της συκοφαντικής δυσφήμησης του εναγομένου, καθώς και συκοφαντικής δυσφήμησης, εξύβρισης, ψευδορκίας και ψευδούς αναφοράς κατά του Προέδρου του εναγομένου, την 20-3-2018 επιδόθηκε στην ίδια έγγραφη καταγγελία της εργασιακής της σχέσης. Ότι η ως άνω καταγγελία είναι άκυρη, καθώς: (α) προ της καταγγελίας δεν έλαβε χώρα η διαπίστωση του νόμιμου λόγου καταγγελίας από την Επιτροπή Προστασίας των Συνδικαλιστικών Στελεχών κατ' άρθρο 15 ν. 1264/1982, (β) τα αδικήματα για τα οποία υποβλήθηκε μήνυση σε βάρος της, δεν περιλαμβάνονται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους απόλυσης προστατευόμενου μισθωτού συνδικαλιστή, με ρητή μνεία ότι δεν επιτρέπεται η αναλογική ερμηνεία των λόγων απόλυσης συνδικαλιστών μισθωτών, ώστε να ληφθούν υπόψη και άλλα αδικήματα, (γ) επικουρικώς, για την περίπτωση που κριθεί ότι επιτρέπεται με αναλογική ερμηνεία η απόλυση συνδικαλιστών μισθωτών λόγω σοβαρής συκοφαντικής δυσφήμησης του εργοδότη τους, η αποδιδόμενη σε αυτήν πράξη είναι ουσία αβάσιμη, (δ) επικουρικώς, οφείλεται σε κακόβουλα και επιλήψιμα κίνητρα του εργοδότη της λόγω προηγούμενης άσκησης των νόμιμων δικαιωμάτων της και (ε) επικουρικώς, δεν της καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Ζήτησε δε: (α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής της σύμβασης (β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να την απασχολεί με τους ίδιους εργασιακούς και μισθολογικούς όρους, στην ίδια θέση και με το ίδιο αντικείμενο εργασίας, (γ) επικουρικώς, σε περίπτωση που κριθεί έγκυρη η καταγγελία, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 12.325,52 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, (δ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 14.406,45 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από το Μάρτιο του έτους 2018 έως το Μάρτιο του έτους 2019, συμπεριλαμβανομένων επιδομάτων εορτών και αδείας έτους 2018 καθώς και το ποσό των 30.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (αίτημα που μετετράπη σε αναγνωριστικό) και τα ποσά αυτά νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις. Επί της ανωτέρω αγωγής και της ασκηθείσας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο από 14-8-2018 πρόσθετης παρέμβασης υπέρ της ενάγουσας του κλαδικού σωματείου με την επωνυμία "...", εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμ. 63/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, η οποία απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή, ενώ απέρριψε και την πρόσθετη παρέμβαση, λόγω του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της τελευταίας. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα η από 7-8-2019 έφεση. Επί της έφεσης αυτής και της ασκηθείσας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από 6-10-2020 πρόσθετης υπέρ της εκκαλούσας παρέμβασης του ανωτέρω κλαδικού σωματείου, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 131/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, ενώ απέρριψε και την πρόσθετη παρέμβαση.
Κατά το άρθρο 14 παρ. 5 του ν. 1264/1982 "Για τον εκδημοκρατισμό του Συνδικαλιστικού Κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων" ως η παρ. 5 ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο 88 ν. 4808/2021 (ΦΕΚ Α' 101/ 19-6-2021), ως εκ του κρίσιμου εν προκειμένω χρόνου της ένδικης καταγγελίας (20-3-2018), <<Είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας: α) των μελών της διοίκησης, σύμφωνα με το άρθρο 92 ΑΚ, της συνδικαλιστικής οργάνωσης, β) των μελών της προσωρινής, σύμφωνα με το άρθρο 79 ΑΚ, συνδικαλιστικής διοίκησης που διορίζει το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 69 ΑΚ και γ) των μελών της διοίκησης που εκλέγονται προσωρινά κατά την ίδρυση συνδικαλιστικής οργάνωσης. Η απαγόρευση ισχύει κατά τη διάρκεια της θητείας και ένα χρόνο μετά τη λήξη της, εκτός εάν συντρέχει ένας από τους λόγους της παρ. 10 του ίδιου άρθρου και διαπιστωθεί κατά τη διαδικασία του άρθρου 15>>. Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες θεσπίσθηκε αυξημένη ειδική προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών απέναντι στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, προκύπτει ότι κατ` αρχήν απαγορεύεται η απόλυση συνδικαλιστικών στελεχών, εκτός εάν συντρέχει ένας από τους λόγους που, περιοριστικά, αναφέρονται στην παρ. 10 του εν λόγω άρθρου 14 και διαπιστωθεί αυτός κατά τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 15 του ιδίου νόμου (όπως ίσχυε κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο πριν την κατάργησή του με το άρθρο 101 του ν. 4808/2021). Εάν δεν συντρέχει ο λόγος αυτός και δεν διαπιστωθεί, κατά την προαναφερθείσα διαδικασία, η καταγγελία από τον εργοδότη της συνδέουσας με το συνδικαλιστικό στέλεχος σύμβασης εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρο 180 ΑΚ) και ο εργοδότης, αρνούμενος, μετά την άκυρη αυτή καταγγελία, να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού (συνδικαλιστικού στελέχους) περιέρχεται σε υπερημερία εργοδότη και οφείλει μισθούς υπερημερίας. Για την προστασία αυτή απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις, οι οποίες αποτελούν και ουσιώδη στοιχεία της αγωγής, που πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφό της: α) Έγκυρη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. β) Ο μισθωτός να είναι νόμιμα εκλεγμένο μέλος της διοίκησης νομίμως συσταθέντος συνδικαλιστικού σωματείου ή νόμιμα διορισμένο μέλος της προσωρινής διοίκησής του ή μέλος της προσωρινά εκλεγείσας διοίκησης υπό ίδρυση σωματείου. γ) Ο εργοδότης να τελεί σε γνώση της ιδιότητας αυτής του μισθωτού του και δ) Δυνατότητα απασχόλησης του συνδικαλιστικού στελέχους στην επιχείρηση του εργοδότη. Η πιο πάνω γνώση του εργοδότη ως προς την συνδικαλιστική ιδιότητα του απολυόμενου εργαζόμενου, η οποία μπορεί να λάβει χώρα με οποιονδήποτε τρόπο, πρέπει, προκειμένου περί νομικού προσώπου, να υπάρχει στο νόμιμο εκπρόσωπό του, δηλαδή από εκείνον που έχει ορισθεί από το νόμο ή το καταστατικό να το εκπροσωπεί, καθώς και από εκείνον ο οποίος έχει ορισθεί κατά τους κανόνες της πρόστησης για να το εκπροσωπεί στον τομέα εργασίας ή τις διοικητικές υπηρεσίες του, με δικαίωμα πρόσληψης και απόλυσης του προσωπικού, ενεργώντας εξ ονόματος και για λογαριασμό του (ΑΠ 841/2023, ΑΠ 182/2019). Πάντως, ο μισθωτός - συνδικαλιστικό στέλεχος - δεν παύει, ως εκ της ιδιότητάς του αυτής, να υπόκειται σε όλες τις υποχρεώσεις του μισθωτού (άρθρα 648 και 652 του ΑΚ). Οι σχετικές διατάξεις δε προστατευτικές του μισθωτού-συνδικαλιστικού στελέχους έχουν τεθεί προς διαφύλαξή του, όταν, εξαιτίας της συνδικαλιστικής του δράσης, έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα του εργοδότη και οξύνονται οι σχέσεις τους. Έτσι, η επίκληση προστασίας του λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης ως συνδικαλιστικού στελέχους, για απόληψη μισθών υπερημερίας και πραγματική απασχόλησή του, μπορεί να αποκρουσθεί από τον εργοδότη ως καταχρηστική (άρθρο 281 του ΑΚ), εάν η συμπεριφορά του εξέρχεται από τα όρια της παραπάνω (γνήσιας) συνδικαλιστικής δράσης και εξικνείται μέχρι διάπραξης ποινικού αδικήματος σε βάρος του εργοδότη ή μέχρι σημείου παράβασης θεμελιωδών υποχρεώσεών του, ώστε να δημιουργείται αναταραχή στον εργασιακό χώρο και κλίμα κλονισμού της εμπιστοσύνης του εργοδότη, χωρίς υπαιτιότητα του τελευταίου (εργοδότη), προς το πρόσωπό του. Η διαπίστωση της συνδρομής ή μη τέτοιας καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος είναι έργο των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία επιλαμβάνονται αγωγής για καταβολή μισθών υπερημερίας και για πραγματική απασχόληση του άκυρα απολυθέντος μισθωτού-συνδικαλιστικού στελέχους (ΑΠ 498/2022, ΑΠ 390/2021, ΑΠ 1481/2019, ΑΠ 182/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα, έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 293/2023). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών γεγονότων, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 2093/2022, ΑΠ 1733/2022). Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 744/2025).
Εξάλλου, με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται η προσβαλλόμενη απόφαση, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, να πλήττεται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 193/2025, ΑΠ 492/2024, ΑΠ 1137/2019). Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές, επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 336 παρ. 4 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005). Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια του εδ. β' του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτή αναιρετικό λόγο όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 744/2025, ΑΠ 846/2023). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που χρησιμοποίησε εσφαλμένα ή δεν χρησιμοποίησε. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 744/2025, ΑΠ 846/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "....την 15.7.2002 η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) προσελήφθη από το εναγόμενο νομικό πρόσωπο (αναιρεσίβλητο) με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ως γραμματέας Δ.Ε., ενώ από τον Οκτώβριο 2015 κατέχει την θέση του Προέδρου της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "...", γεγονός το οποίο τελούσε σε γνώση του εναγόμενου. Κατόπιν μήνυσης της ενάγουσας (την 20.03.2018) από το εναγόμενο για συκοφαντική δυσφήμηση, εξύβριση, ψευδορκία και ψευδή αναφορά στις αρχές, αδικήματα τελεσθέντα σε βάρος του εναγομένου νομικού προσώπου και του Προέδρου αυτού, Π. Μ., η ανωτέρω σύμβαση εργασίας καταγγέλθηκε εγγράφως, άνευ καταβολής αποζημίωσης, και χωρίς να τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 15 ν. 1264/1982. Ακριβώς λόγω της μη τήρησης της ανωτέρω διαδικασίας, η καταγγελία τυγχάνει άκυρη, πλην όμως, όπως ορθά έκρινε η προσβαλλόμενη, αντίθετα με τα όσα η εκκαλούσα υποστήριξε στην ένδικη έφεσή της, η επίκληση από την ενάγουσα της ανωτέρω ακυρότητας ελέγχεται ως καταχρηστική, στο βαθμό που προέκυψε ότι, η συμπεριφορά της εξέρχεται από τα όρια της συνδικαλιστικής δράσης και εξικνείται μέχρι σημείου παράβασης θεμελιωδών υποχρεώσεών της, ώστε να δημιουργείται αναταραχή στον εργασιακό χώρο και κλίμα κλονισμού της εμπιστοσύνης του εργοδότη, χωρίς υπαιτιότητα του τελευταίου (εργοδότη), προς το πρόσωπό της. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι, το έτος 2013 η ενάγουσα δραστηριοποιήθηκε σε αντίπαλη συνδικαλιστική παράταξη προς τον Πρόεδρο του εναγομένου, Π. Μ. Και μπορεί, βέβαια, να μην αποδεικνύεται με λεπτομερή ακρίβεια το χρονικό σημείο που το γεγονός αυτό κατέστη γνωστό στο εναγόμενο νομικό πρόσωπο και τον Πρόεδρο αυτού, δεδομένου ότι ο μάρτυρας της ενάγουσας Π. Κ. άλλοτε τοποθέτησε την γνώση του Π. Μ. εντός του Μαρτίου 2013, άλλοτε εντός των αρχών του 2014 και άλλοτε εντός του Δεκεμβρίου 2013, χωρίς να προσκομίζεται ανταποδεικτικώς σχετική απόδειξη από το εναγόμενο, ωστόσο, από το έτος 2013 και μέχρι την απόλυση της ενάγουσας υπήρξε πράγματι αντιπαράθεση μεταξύ αυτής και του Προέδρου του εναγομένου, Π. Μ., μάλιστα με εκατέρωθεν ανταλλαγή καταγγελιών και μηνύσεων. Ζητήματα της εν λόγω αντιδικίας αποτέλεσαν η καθυστέρηση καταβολής δεδουλευμένων προς την ενάγουσα, η καταγγελία της τελευταίας προς το ΕΦΚΑ για χειροδικία και πρόκληση σωματικής βλάβης σε βάρος της από τον Π. Μ. εντός του ..., οι πολλαπλές καταγγελίες της ενάγουσας σε βάρος του (Π. Μ.) για εξύβριση της ιδίας, οι περισσότερες της μίας καταγγελίες της ενάγουσας για αφαίρεση υλικού εργασίας, και οι περισσότερες της μίας καταγγελίες της ενάγουσας για μη παροχή - δυσχέρανση παροχής άδειας. Αποδείχθηκε εξάλλου, ότι, κατά το έτος 2013 είχαν συγκεντρωθεί οφειλές δεδουλευμένων προς την ενάγουσα για διάστημα δώδεκα μηνών (από Μάρτιο 2012 - έως Φεβρουάριο 2013), πλέον δώρων Πάσχα Χριστουγέννων 2012 και επιδόματος αδείας 2012, για τις οποίες προσέφυγε στο ΣΕΠΕ Κομοτηνής, τόσο την 08.03.2013, όσο και την 13.12.2013, ομού με την έτερη και μοναδική εργαζόμενη του ... Α. Σ., ώστε πράγματι αυτή υπέστη καθυστερήσεις καταβολών δεδουλευμένων περισσότερες από μία φορές... Ωστόσο, οι εν λόγω οφειλές είναι οι μοναδικές που αποδεικνύονται πλήρως, δεδομένου ότι ο Πρόεδρος του ... τις ομολόγησε εξωδίκως ενώπιον του ΣΕΠΕ Κομοτηνής, ενώ αμφότεροι οι μάρτυρες που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατέθεσαν και περί μεγαλύτερων οφειλών προς την ενάγουσα, ανερχόμενες σε δεδουλευμένα 27, 21 και 19 μηνών, πλην όμως δεν προέκυψε σαφές συμπέρασμα από τις καταθέσεις τους, ούτε προέκυψε η βασιμότητα των ισχυρισμών αυτών με ακρίβεια από την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού που τέθηκε υπόψιν του δικαστηρίου.
Περαιτέρω, και η μισθοδοσία του Νοεμβρίου του έτους 2015 καταβλήθηκε στην ενάγουσα με καθυστέρηση 17 περίπου ημερών, ως ομολογήθηκε εξωδίκως από την ίδια, συγκεκριμένα την 17.12.2015, καθώς η μεν μισθοδοσία της γινόταν ληξιπρόθεσμη κατά το τέλος του μήνα, ο δε Γ. Χ., ταμίας του ..., απουσίαζε στο εξωτερικό. Ακόμη, η καταβολή των αποδοχών της για τους μήνες Ιανουάριο - Απρίλιο 2017 και η καταβολή του δώρου Πάσχα 2017, καθυστέρησε, ενώ δεν αποδεικνύεται η μη καταβολή των σχετικών ασφαλιστικών εισφορών (βλ. σχ. την από 24.04.2017 καταγγελία της ενάγουσας προς το ΣΕΠΕ Κομοτηνής), με αποτέλεσμα την 15.11.2017 να προσφύγει αυτή στο ΣΕΠΕ Κομοτηνής, διαμαρτυρόμενη για την καθυστέρησης καταβολής μισθού μηνός Οκτωβρίου 2017. Ωστόσο, ουδόλως προέκυψε βάσιμα, κατά την κρίση και του Δικαστηρίου τούτου, ότι, o Πρόεδρος, Π. Μ., με σκοπό βλάβης της ενάγουσας, εκδικητικά δεν προέβαινε στις απαραίτητες νόμιμες ενέργειες, προκειμένου να καταβληθούν τα οφειλόμενα, αν και είχε διαθέσιμο ενεργητικό. Αντίθετα, ο ανωτέρω προέβη σε ενέργειες προς την ΕΣΕΕ, για να πετύχει χρηματοδότηση του εναγομένου, παρά το ότι αυτό στερούνταν ενημερότητας (αναφορικά με τα οφειλόμενα των ετών 2012 - 2013) και δεν μπορούσε να εισπράξει την επιχορήγηση της Εργατικής Εστίας (σημειωτέον δε του ότι, η ενάγουσα είχε προσληφθεί την 15.07.2002, με επιχορήγηση της Εργατικής Εστίας, μετά την κατάργηση της οποίας, υπεύθυνο νομικό πρόσωπο για την καταβολή της αντίστοιχης δαπάνης ήταν ο ΟΑΕΔ), ως άλλωστε κατέθεσε σχετικά και ο μάρτυρας της ενάγουσας, Π. Κ., μάλιστα, συγκεκριμένα αναφορικά με τα οφειλόμενα των ετών 2012 - 2013, καθώς και για τους μήνες Ιανουάριο - Απρίλιο 2017, πλέον δώρου Πάσχα 2017, προκειμένου να γίνει η οποιαδήποτε καταβολή από τον ΟΑΕΔ προς τα εργατοϋπαλληλικά κέντρα, απαιτούνταν προηγουμένως να εκδοθεί η σχετική υπουργική απόφαση, η οποία εκδιδόταν με καθυστέρηση κάποιων μηνών, γεγονότα τα οποία ουδόλως αμφισβητήθηκαν από την ενάγουσα, η οποία, ωστόσο, υποστηρίζει ότι, "υπόχρεος προς καταβολή της μισθοδοσίας της ήταν το εναγόμενο, το οποίο και όφειλε εξ Ιδίων πόρων να καλύψει τις αντίστοιχες δαπάνες". Και μπορεί, βέβαια, πράγματι το εναγόμενο να εξακολουθούσε να έχει κατά νόμο την υποχρέωση καταβολής μισθοδοσίας, αφού μετά την κατάργηση της ΕΕ, το καθήκον χρηματοδότησης των συνδικαλιστικών οργανώσεων για την κάλυψη των δαπανών τους μεταφέρθηκε στον ΟΑΕΔ, ωστόσο δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας η ως άνω ύπαρξη διαθεσίμων - πολλώ δε μάλλον κι εφόσον, για την εμπρόθεσμη καταβολή των ανωτέρω οφειλομένων υπήρχαν αντικειμενικά εμπόδια, τα οποία γνώριζε και η ενάγουσα..., αλλά ούτε και εμπάθεια του προέδρου Π. Μ. προς την ίδια, αφού στην ίδια κατάσταση με την ενάγουσα ευρισκόταν και η έτερη εργαζόμενη, Α. Σ., περαιτέρω, η καταβολή των δεδουλευμένων κατά κανόνα πραγματοποιούνταν κανονικά (εφόσον είχε εγκριθεί η καταβολή της επιχορήγησης από τον ΟΑΕΔ), ο δε Π. Μ., κατά την προσφυγή της ενάγουσας στο ΣΕΠΕ Κομοτηνής την 08.03.2013 (σε χρονικό σημείο που κατά τον μάρτυρα της ενάγουσας Π. Κ. αγνοούσε την βούλησή της να αποχωρήσει από την κοινή παράταξη, ώστε και δεν υφίστατο λόγος διαμάχης) δήλωσε ότι έχει καθυστερήσει η επιχορήγηση του ΟΑΕΔ, παραλείποντας να κάνει οποιαδήποτε αναφορά σε δυνατότητα καταβολής εξ ιδίων πόρων. Σχετικά δε με την καθυστέρηση της καταβολής των δεδουλευμένων μηνός Νοεμβρίου 2015, πράγματι ο ταμίας του εναγομένου, Γ. Χ., απουσίαζε από τον Σεπτέμβριο έως τα μέσα Δεκεμβρίου του έτους 2015 στο εξωτερικό (Νότιο Αφρική), προ της αναχώρησής του, ωστόσο, είχε εξουσιοδοτήσει έτερο πρόσωπο για την καταβολή των δεδουλευμένων (προς την ενάγουσα και την Α. Σ.) για τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο, με την προοπτική να προβεί ο ίδιος στην εκταμίευση των απαιτούμενων ποσών για τον μήνα Νοέμβριο 2015, ως πράγματι συνέβη. Επομένως, αληθές τυγχάνει το γεγονός της καθυστέρησης της ως άνω καταβολής των δεδουλευμένων, ως και του ότι, ο προαναφερόμενος γνώριζε για την επικείμενη υπερημερία (για τα δεδουλευμένα μηνός Νοεμβρίου) και δεν ενήργησε δεόντως, αντίθετα, δεν αποδείχθηκε βάσιμα η γνώση του Προέδρου για την καθυστέρηση αυτή, ούτε η ύπαρξη δυνατότητας για έγκαιρη κίνηση της οποιαδήποτε διαδικασίας, προκειμένου να καταβληθούν τα οφειλόμενα χωρίς καθυστέρηση και πριν την επιστροφή του αρμοδίου υπαλλήλου. Πέραν τούτων, αποδεικνύεται ότι, η ενάγουσα γνώριζε την επικείμενη επιστροφή του ταμία και την εντεύθεν καταβολή των οφειλομένων, μολαταύτα στράφηκε κατά του Π. Μ., τόσο την 11.12.2015 με την καταγγελία της προς το ΣΕΠΕ, όσο και την 16.12.2015 με ραδιοφωνική συνέντευξη στον σταθμό "ΧΡΟΝΟΣ", ισχυριζόμενη ότι υφίσταται έλλειψη καλής διάθεσης εκ μέρους του Π. Μ. και παράλειψη κίνησης των νόμιμων διαδικασιών για την καταβολή. Ομοίως και για την καθυστέρηση καταβολής της μισθοδοσίας Οκτωβρίου 2017, η οποία εντέλει καταβλήθηκε (βλ.σχ την υπ' αριθμ. ...2018 βεβαίωση πορείας μήνυσης, περί θέσεως της δικογραφίας στο αρχείο κατ' άρθρο 43 ΚΠΔ), το παρόν Δικαστήριο πείσθηκε ότι, αυτό οφειλόταν σε μη ορθό υπολογισμό των ημερών αδείας που έλαβε η ενάγουσα, ώστε εντέλει η καταβολή του μισθού από τον ΟΑΕΔ να γίνει προς το εναγόμενο την 29.11.2017. Επομένως, οι όποιες προαναφερόμενες καθυστερήσεις καταβολών μισθοδοσίας (Νοεμβρίου 2015 και Οκτωβρίου 2017), κρίνονται εξαιρετικά περιστασιακές και δεν στοιχειοθετούν εκδικητική συμπεριφορά σε βάρος της ενάγουσας, ήτοι κακοπιστία του εναγομένου και του Προέδρου αυτού ως προς την καταβολή δεδουλευμένων προς την ενάγουσα, αφού πέραν του ότι, ουδόλως αποδείχθηκε διακριτική μεταχείριση σε βάρος της σε σχέση με την έτερη υπάλληλο του εναγομένου, ομοίως δεν αποδείχθηκε ότι παρότι υπήρχε δυνατότητα καταβολής, εντούτοις παρέλειψε να ενεργήσει σχετικά. Αποδείχθηκε ακόμη ότι, η ενάγουσα, η οποία εξετάστηκε κλινικά την 15.12.2017, εμφάνιζε εικόνα κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης και εισήχθη στην χειρουργική κλινική λόγω ζάλης, εμετών και απώλειας συνείδησης, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως σχετική ιατρική γνωμάτευση του Κ. Π., ιατρού επιμελητής Α' Χειρουργικής του Γ.Ν. Κομοτηνής, την οποία εξέδωσε κατά την αξιολόγηση της κατάστασης της ασθενούς κατά την εισαγωγή της στο νοσοκομείο, όταν αυτή προσήλθε στα ΤΕΠ, εκτιμώντας τα συμπτώματα που του ανέφερε, ακολούθως, ο ίδιος ιατρός, στη συνέχεια, μετά την ολοκλήρωση της κλινικής εξέτασης αυτής, εξέδωσε δεύτερη ιατρική γνωμάτευση, στην οποία ανέφερε ότι, η ενάγουσα, η οποία εξετάστηκε κλινικά την 15.12.2017, έπασχε από κάκωση κρανίου, εγκεφαλική διάσειση, απώλεια συνείδησης και εμετούς "από αναφερόμενο ξυλοδαρμό... -λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και χρήζει αναρρωτικής αδείας....". Κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα ανωτέρω προσκομιζόμενα ιατρικά πιστοποιητικά δεν ενέχουν αντιφάσεις, αφού οι δύο παραπάνω ιατρικές γνωματεύσεις του αυτού ιατρού ταυτίζονται κατά περιεχόμενο, δεδομένου ότι, η πρώτη δόθηκε κατά την αξιολόγηση της κατάστασης της ασθενούς αξιολογώντας τα συμπτώματα που η ίδια του ανέφερε, η δεύτερη, σε αμέσως επόμενο χρόνο, ήτοι μετά την ολοκλήρωση της κλινικής εξέτασης αυτής... Άλλο ζήτημα, ασφαλώς, το εάν πράγματι η πρόκληση της ανωτέρω κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης της ενάγουσας επήλθε ως αποτέλεσμα χειροδικίας του νομίμου εκπροσώπου του εναγομένου σε βάρος της, ως η ίδια υποστήριξε στην καταγγελία της την 18.12.2017 στο ΙΚΑ, όπου έκανε λόγο για εργατικό ατύχημα, ισχυριζόμενη ότι την 14:12.2017, ώρα 09.45', εντός του ..., λογομάχησε με τον Π. Μ., ο οποίος της επιτέθηκε, την έσπρωξε με δύναμη πάνω σε τοίχο και σε μία ντουλάπα, με αποτέλεσμα να υποστεί διάσειση, κάκωση κρανίου, απώλεια συνείδησης και εμετούς. Το Δικαστήριο αυτό δεν πείσθηκε για την αλήθεια των παραπάνω ισχυρισμών της, αφού, ακόμη και ο μάρτυράς της Δ. Μ., δήλωσε, ότι δεν ήταν παρών και πηγή γνώσεώς του είναι η καταγγελία της ενάγουσας στην συνδικαλιστική τους παράταξη, ομοίως και ο μάρτυρας Π. Κ., δήλωσε, ότι δεν ήταν παρών στο περιστατικό και τα όσα καταθέτει τα γνωρίζει από την ίδια που τα μετέφερε, ενώ ο Β. Τ., γραμματέας του Δ.Σ. του εναγομένου, ο οποίος ήταν παρών την συγκεκριμένη ημέρα εντός του ... - γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται - κατέθεσε ενόρκως κατηγορηματικά ότι, την 14.12.2017 υπήρχε απεργία και ο ίδιος ήταν στο Εργατικό Κέντρο από το πρωί, μαζί με τον Πρόεδρο, στο γραφείο του και δεν αντιλήφθηκε κάποιο ατύχημα, δεν άκουσε φωνές, ούτε φασαρία : ".... Μετά έμαθα από τον Πρόεδρο ότι η πρώην εργαζόμενη σε εμάς κ. Π. Ρ., ισχυρίστηκε ότι εκείνη την ημέρα ο Πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου της επιτέθηκε μετά από λογομαχία και την έσπρωξε με δύναμη και χειροδίκησε και έπαθε εργατικό ατύχημα. Πιστεύω ότι αν γινόταν κάτι τέτοιο, σίγουρα θα το αντιλαμβανόμουνα, σίγουρα κάτι θα άκουγα και σίγουρα θα έβλεπα τον μεν Πρόεδρο αναστατωμένο, την δε εργαζόμενη σε εμάς κ. Π. Ρ. τουλάχιστον αναστατωμένη, καθόσον εκείνη την ημέρα την είδα και δεν μου ανέφερε οτιδήποτε. Όμως κάτι τέτοιο δεν συνέβη". Η παραπάνω κρίση ενισχύεται και από λοιπές μαρτυρικές καταθέσεις που συνελέγησαν από το ΕΦΚΑ, στα πλαίσια δήλωσης εργατικού ατυχήματος από την ενάγουσα, πέρα από την κατάθεση του Π. Μ., ο οποίος υποστήριξε ότι δεν συνέβη κανένα ατύχημα στον χώρο εργασίας, ήτοι, ο Α. Κ., δήλωσε ότι δεν ήταν παρών κατά την ώρα του αναφερόμενου συμβάντος, αλλά προσήλθε περίπου κατά τις 10.30 της ίδιας ημέρας και είδε την ενάγουσα να ευρίσκεται εντός του γραφείου της χωρίς κανένα πρόβλημα, ο Τ. Τ. Ο., δήλωσε ότι ευρισκόταν τόσο εκτός, όσο και εντός του εργατοϋπαλληλικού κέντρου, ασχολούμενος με την μικροφωνική εγκατάσταση για την συγκέντρωση που είχε οργανωθεί λόγω της απεργίας, και δεν αντιλήφθηκε κάποιο επεισόδιο εντός του κτηρίου, παράλληλα ότι είδε την ενάγουσα να φεύγει κανονικά με την μητέρα της με την λήξη της συγκέντρωσης, ο Ε. Κ., δήλωσε ότι είδε την ενάγουσα με τον Π. Μ. να εξέρχονται από το γραφείο του ταμία χωρίς να αντιληφθεί κάποια φασαρία, και η Α. Σ., δήλωσε ότι την επίδικη ημέρα ήταν στο εργατοϋπαλληλικό κέντρο, όπου ευρισκόταν συγκεντρωμένο πλήθος λόγω απεργίας και δεν είδε κάποιο ατύχημα.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, η ενάγουσα προέβη εγγράφως σε καταγγελίες προς το ΣΕΠΕ Κομοτηνής κατά του Π. Μ., με τις οποίες τον κατηγορούσε για απειλητική - προσβλητική αδιάφορη συμπεριφορά (την 08.03.2013), για υβριστική και απαξιωτική συμπεριφορά (την 13.12.2013), για αλαζονική συμπεριφορά με εξυβριστικά και σεξιστικά σχόλια, π.χ. σχόλια για ενδυμασία και καλλωπισμό, καθώς και για συμπεριφορά με χαρακτηριστικά πολιτικής δίωξης, καθότι η ίδια προσέγγισε πολιτικό πρόσωπο που δεν ετύγχανε της αρεσκείας του (την 10.07.2015), για απαξιωτική και εξυβριστική συμπεριφορά (την 11.12.2015), χωρίς, ωστόσο, να προκύψει βάσιμα η αλήθεια των εν λόγω ισχυρισμών της, αφού o μάρτυρας αυτής Π. Κ., ο οποίος δεν ήταν αυτόπτης, δήλωσε αόριστα ότι, του μεταφέρθηκε από την ίδια την ενάγουσα και από τρίτα πρόσωπα, τα οποία δεν κατονόμασε, ότι ο Π. Μ. της απηύθυνε τις εκφράσεις "φύγε από εδώ μπροστά να μην σε βλέπω" και "θα σε λιώσω".
Περαιτέρω, η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε προς το ΣΕΠΕ Κομοτηνής την 08.03.2013 και την 10.07.2015 για απαγόρευση πρόσβασης στο αρχείο οργανώσεων του εναγομένου εντός του αντικειμένου εργασίας της και την 17.06.2017 για πλήρη αφαίρεση του αντικειμένου εργασίας της, ισχυριζόμενη ότι απουσίαζαν από το γραφείο της εντός του ... η κεντρική μονάδα του Η/Υ και το φωτοτυπικό μηχάνημα για έκδοση αντιγράφων, ενώ προσωπικά της αντικείμενα αφαιρέθηκαν από τον χώρο του γραφείου της και τοποθετήθηκαν σε κούτες. Δεδομένου ότι το άρθρο 26 του καταστατικού του εναγομένου ορίζει : "Ο Γραμματέας οργανωτικού έχει τις παρακάτω αρμοδιότητες (...) δ. Τηρεί αρχείο οργανώσεων που αναφέρεται στην δραστηριότητα των σωματείων και φροντίζει για την έγκαιρη ενημέρωσή του και για τις μεταβολές που παρουσιάζονται", ορθώς της απαγορεύθηκε η πρόσβαση στο αρχείο του εναγομένου ως αντικείμενο εργασίας της. Μάλιστα, στα πλαίσια συμφιλιωτικής διαδικασίας που τηρήθηκε κατόπιν της από 10.07.2015 προσφυγής της στο ΣΕΠΕ Κομοτηνής, αφού ο πρόεδρος του εναγομένου δήλωσε ότι το Μητρώο Μελών τηρείται κατά το καταστατικό από τον οργανωτικό γραμματέα, και η ίδια δήλωσε ότι θεωρεί ότι υπάρχει αφαίρεση μεν, αλλά αποδέχεται την απόφαση του Προέδρου και της διοίκησης του ΕΥΚ "... να λειτουργεί εντός του συγκεκριμένου πλαισίου, όπως αυτό προέκυψε από την σημερινή συζήτηση". Αναφορικά δε με την καταγγελλόμενη πλήρη αφαίρεση του αντικειμένου εργασίας της ενάγουσας, καταρχήν συνομολογείται από το εναγόμενο, σημειωμένου, ωστόσο του ότι, εντός του χώρου του εναγομένου υφίστανται δύο υπολογιστές κυριότητας του τελευταίου, τοποθετημένοι στο γραφείο του ταμία και στο γραφείο της γραμματέως, εκ των οποίων εκείνος που ήταν τοποθετημένος στο γραφείο του ταμία εμφάνισε βλάβη και έπρεπε να επισκευαστεί (βλ. σχ. το υπ' αριθμ. ...2017 έγγραφο του εναγομένου προς τον ΟΑΕΔ με το οποίο υποβλήθηκε αίτημα προμήθειας δύο ηλεκτρονικών υπολογιστών, και το υπ' αριθμ. ...2017 τιμολόγιο της ... για προμήθεια τροφοδοτικού με καλώδιο προς το εναγόμενο) και προτιμήθηκε από την διοίκηση του εναγομένου να μεταφερθεί ο λειτουργικός υπολογιστής στο γραφείο του ταμία, ο οποίος και αφαιρέθηκε από το γραφείο της ενάγουσας, στην οποία, ωστόσο, ουδόλως απαγορεύθηκε να συνεχίζει εκτελεί τα καθήκοντά της μεταβαίνουσα στο γραφείο του ταμία, με αποτέλεσμα να μη συνιστάται αφαίρεση αντικειμένου εργασίας της ενάγουσας, ενώ η τοποθέτηση προσωπικών της αντικειμένων από τον χώρο του γραφείου της σε κούτες (σημειωτέον δε του ότι, στην 6η σελ. της αγωγής αναφέρει ότι τα σχετικά προσωπικά της αντικείμενα αφαιρέθηκαν χωρίς προηγούμενη ενημέρωσή της, ενώ στην καταγγελία ότι, τα αντικείμενα της αφαιρέθηκαν και επανατοποθετήθηκαν σε κούτες) δεν έχει σχέση με αφαίρεση αντικειμένου εργασίας, δεν συνιστά βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, πολλώ δε μάλλον κι εφόσον δεν εξειδικεύει σε τι συνίσταται η βλαπτική μεταβολή. Τέλος, αναφορικά με την παροχή αδείας στην ενάγουσα, εκείνη προσέφυγε τρεις φορές στο ΣΕΠΕ Κομοτηνής, διαμαρτυρόμενη για το λόγο αυτό, ήτοι σχετικά με θέματα που αφορούσαν στην παροχή αδείας. Συγκεκριμένα, την 10.07.2015 ισχυρίστηκε ότι αιτήθηκε την χορήγηση της θερινής της άδειας για την 02.08.2015 κατόπιν συνεννόησης με την έτερη υπάλληλο Α. Σ., ώστε να μην συμπέσουν οι απουσίες τους, πλην όμως κατά την συνεδρίαση της 09.07.2015 ανακοινώθηκε στην ίδια ότι θα λάβει την αιτούμενη άδεια μόνο εφόσον παραιτηθεί από το δικαίωμα χορήγησης αδείας κατά την περίοδο Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς και Φώτων, με την αιτιολογία ότι κατά το διάστημα αυτό θα ελάμβανε άδεια η Α. Σ., με αποτέλεσμα η ίδια να λάβει την θερινή άδεια που αιτήθηκε και να απορριφθεί το αίτημά της για τετραήμερη άδεια κατά τις εορτές των Χριστουγέννων, την 15.06.2016 ισχυρίστηκε ότι, αν και κλητεύθηκε ως μάρτυρας ενώπιον του δ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο Π. Μ. αρνήθηκε να της επιτρέψει την μετάβαση και επιθυμούσε να την επιβαρύνει με διήμερη άδεια, και την 20.12.2016 ισχυρίστηκε ότι έλαβε αναρρωτική άδεια, την 13η και 14η Οκτωβρίου 2016, υποβάλλοντας τα απαραίτητα δικαιολογητικά στην Πρωτοβάθμια Επιτροπή ΙΚΑ, η οποία εξέδωσε την υπ' αριθμ. ...2016 απόφαση ΑΥΕ, και καταθέτοντας την ανωτέρω απόφαση στο εναγόμενο, πλην όμως της ζητήθηκε από το εναγόμενο η κατάθεση και της ιατρικής γνωμάτευσης. Ωστόσο, θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν καταρχήν ότι, το εναγόμενο διαθέτει μόνο δύο υπαλλήλους, συγκεκριμένα την ενάγουσα και την Α. Σ., η οποία εργάζεται στην καθαριότητα, ώστε η ταυτόχρονη λήψη αδείας από αμφότερες να οδηγεί σε αδυναμία λειτουργίας του νομικού προσώπου. Μάλιστα και η ίδια η ενάγουσα, στην από 10.07.2015 καταγγελία της προς το ΣΕΠΕ Κομοτηνής δήλωσε ότι αιτήθηκε την χορήγηση της θερινής της άδειας για την 02.08.2015, κατόπιν συνεννόησης με την έτερη υπάλληλο Α. Σ., ώστε να μην συμπέσουν οι απουσίες τους, αφού το ακριβές χρονικό σημείο χορήγησης της άδειας του εργαζομένου είναι ζήτημα ειδικότερης συμφωνίας εργοδότη και εργαζομένου, χωρίς να υφίσταται δυνατότητα μονομερούς εξαναγκασμού, επομένως, ο προγραμματισμός των αδειών εργαζομένων εκ μέρους της Διοίκησης του εναγομένου εμφανίζεται απόλυτα θεμιτός, κατά τα παραπάνω, δεδομένων των συνθηκών που επικρατούσαν.
Περαιτέρω, διαπιστώθηκε από το ΣΕΠΕ Κομοτηνής (βλ. σχ. το υπ' αριθμ. ...2016 δελτίο εργατικής διαφοράς) ότι η ενάγουσα πράγματι κλήθηκε να παραστεί ως μάρτυρας σε δίκη κατά τις δικασίμους 20.01.2016 και 12.05.2016 (μετ' αναβολής), η καταγγελία της ενάγουσας ήταν θεμιτή, εν προκειμένω αφού υφίστατο κώλυμα αναγόμενο σε σπουδαίο λόγο άνευ υπαιτιότητάς της (σωρευτικά η εργαζόμενη είχε 10ήμερη πραγματική εργασία πριν την εμφάνιση του κωλύματος), ώστε προβλεπόταν κατά νόμο (άρθρα 657 και 658 ΑΚ) η παροχή μισθού χωρίς παροχή εργασίας. Τέλος, τα όσα κατήγγειλε η ενάγουσα ενώπιον του ΣΕΠΕ Κομοτηνής την 20.12.2016 σχετικά με την χορήγηση άδειας κρίνονται αληθή, ενόψει και της έλλειψης αμφισβήτησής τους από το εναγόμενο κατά την διαδικασία που ακολούθησε (βλ. σχ. το υπ' αριθμ. ...2016 δελτίο συμφιλιωτικής διαδικασίας του ΣΕΠΕ Κομοτηνής), αλλά και δικαιολογημένα καταρχήν, καθώς η απόφαση της πρωτοβάθμιας επιτροπής ΙΚΑ καθιστά περιττή την προσκόμιση ιατρικής γνωμάτευσης, η οποία της είχε ζητηθεί από το εναγόμενο. Συνοψίζοντας, προέκυψε ότι, από το έτος 2013 κι εντεύθεν, η ενάγουσα κατήγγειλε διαρκώς τον Πρόεδρο του εναγομένου για διάφορα παραπτώματα (λχ εξύβριση και απρεπή συμπεριφορά σε βάρος της, πρόκληση σωματικών βλαβών, αφαίρεση αντικειμένου εργασίας) με κορύφωση την από 18.12.2017 καταγγελία περί εργατικού ατυχήματος, η οποία, βάσει των ανωτέρω παραδοχών, αποτελεί και τέλεση συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος του προέδρου του Π. Μ. Η δε υπαίτια, εκ μέρους του ταμία του εναγομένου, καθυστέρηση δεκαεπτά ημερών για την καταβολή του μισθού Νοεμβρίου 2015, η υπαίτια καθυστέρηση της καταβολής μισθοδοσίας Οκτωβρίου 2017 και η δυσχέρανση παροχής άδειας κατά την 12.5.2016 και 13 - 14 Οκτωβρίου 2016, αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά, τα οποία κρίνεται ότι, δεν θεωρούνται υπαίτια για την δημιουργία κλίματος κλονισμού εμπιστοσύνης. Τέλος, η επίκληση από την ενάγουσα της προστασίας των άρθρων 14 και 15 του ν. 1264/1982, περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και η άσκηση αξιώσεων που προϋποθέτουν την ακυρότητα αυτή της καταγγελίας, κρίνεται καταχρηστική, ενόψει της συμπεριφοράς της, που έχει προπεριγραφεί και εξέρχεται από τα όρια της πιο πάνω νόμιμης δράσης της, ως συνδικαλιστικού στελέχους. Ειδικότερα, αυτή, με την ως άνω κακόβουλη συμπεριφορά της, που εξέρχεται των ορίων της γνήσιας συνδικαλιστικής δράσης, με την οποία επιδιώκεται σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του v. 1264/1982 η διαφύλαξη και η προαγωγή των εργασιακών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων κλόνισε, κατ' αντικειμενική κρίση, το αναγκαίο κλίμα εμπιστοσύνης και συνεργασίας που πρέπει να υπάρχει μεταξύ των διαδίκων μερών, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η ομαλή λειτουργία της σχέσης εργασίας στο μέλλον, αφού δημιουργήθηκε αναταραχή στον εργασιακό χώρο και κλίμα κλονισμού της εμπιστοσύνης του εναγόμενου εργοδότη, χωρίς υπαιτιότητά του, προς το πρόσωπο της ενάγουσας....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση (με εν μέρει αντικατάσταση της αιτιολογίας της, κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ), που είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την αγωγή της τελευταίας.
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και β) παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 και 15 του ν. 1264/1982 με τη μη εφαρμογή τους. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της έλαβε χώρα κατόπιν μήνυσης που υπέβαλε σε βάρος της το αναιρεσίβλητο για συκοφαντική δυσφήμιση, εξύβριση, ψευδορκία και ψευδή αναφορά στις αρχές για αδικήματα, που, σύμφωνα με όσα ισχυρίζεται το τελευταίο, τελέσθηκαν σε βάρος του. Ότι οι λόγοι της μήνυσης, βάσει της οποίας έλαβε χώρα η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, προβλέπονται από το λόγο που περιέχεται στο άρθρο 14 παρ. 10 στ. γ' του ν. 1264/1982 (όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της ένδικης καταγγελίας) και δεν υφίσταντο οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ, το οποίο εφαρμόζεται μόνο όταν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας συνδικαλιστικού στελέχους λαμβάνει χώρα, όχι για τις περιοριστικά αναφερόμενες στο άρθρο 14 του ν. 1264/1982 αξιόποινες πράξεις, αλλά λόγω της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ μέρους του τελευταίου, η συμπεριφορά του οποίου εξέρχεται της συνδικαλιστικής δράσης και γίνεται αιτία για τη δημιουργία αναταραχής στον εργασιακό χώρο. Ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί με την παραπάνω κρίση του το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθώς και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 14 και 15 του ν. 1264/1982. Ειδικότερα, όσον αφορά το άρθρο 14 του ν. 1264/1982, ορθά δεν προέβη στην εφαρμογή του, διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η προβλεπόμενη από το άρθρο τούτο διαφύλαξη και η προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων δεν εξικνείται μέχρι το σημείο της παράβασης θεμελιωδών υποχρεώσεων του προστατευόμενου συνδικαλιστή, ιδιαίτερα όταν με πράξεις ή παραλείψεις του από κακοβουλία του έχει καταστήσει αδύνατη την ομαλή λειτουργία της σχέσης εργασίας της στο μέλλον ή έχει θέσει σε κίνδυνο τη λειτουργία της επιχείρησης ή του τμήματος στο οποίο εργάζεται. Σύμφωνα δε με όσα έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το Εφετείο, εφόσον δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αναιρεσείουσα επέδειξε την προαναφερόμενη κακόβουλη συμπεριφορά, που συνιστά παράβαση θεμελιωδών υποχρεώσεων αυτής έναντι του εργοδότη της, ..., ο εξαναγκασμός του εργοδότη να έχει στην εργασία του τέτοιο κακόβουλο μισθωτό υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης και των χρηστών ηθών.
Περαιτέρω, κατά τα άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, κρίθηκε ότι αυτά συνιστούν, κατ' αντικειμενική κρίση, σπουδαίο λόγο για το αναιρεσίβλητο προς καταγγελία της εργασιακής σύμβασης που το συνδέει με την αναιρεσείουσα, λόγω της περιγραφείσας και ανελέγκτως δεκτής γενόμενης συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας κατά την εκπλήρωση των από την εργασιακή σύμβαση απορρεουσών υποχρεώσεών της. Ειδικότερα, με την κρίση του το Εφετείο, ότι στοιχειοθετείται καταχρηστική άσκηση των επίδικων δικαιωμάτων της αναιρεσείουσας υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε και τη διάταξη αυτή και με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με την ορθή ή μη εφαρμογή της, χωρίς να παραβιάζει εκ πλαγίου τη διάταξη αυτή, έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της δεν έλαβε χώρα από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό αλλά αυτή εχώρησε για την εύρυθμη λειτουργία του αναιρεσίβλητου, αφού, λόγω της προπαρατιθέμενης συμπεριφοράς της, που αναλυτικά αναφέρθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία διήρκεσε επί σημαντικό χρονικό διάστημα και κλόνισε σε τέτοιο βαθμό το αναγκαίο κλίμα εμπιστοσύνης μεταξύ των διαδίκων χωρίς υπαιτιότητα του αναιρεσιβλήτου, δεν απέμενε άλλο μέσο στο τελευταίο (αναιρεσίβλητο) από την απόλυσή της αναιρεσείουσας, προκειμένου να αποκατασταθεί η ομαλότητα στον εργασιακό χώρο, που πληττόταν από την κακόβουλη συμπεριφορά της που εξήρχετο των ορίων της γνήσιας συνδικαλιστικής δράσης. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος δε αναιρετικός λόγος ως προς τις λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας (ήτοι ότι, όπως προέκυψε, οι προσφυγές της ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας είναι συμπεριφορές της στο πλαίσιο αναζήτησης προστασίας από μη νόμιμες και υπαίτιες ενέργειες του αναιρεσιβλήτου, όπως σοβαρή καθυστέρηση πληρωμής μισθών και δημιουργία προσκομμάτων ως προς τη λήψη των αδειών της) είναι απαράδεκτος, γιατί, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ουσίας ως προς τα ανωτέρω πραγματικά ζητήματα.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη κατά λέξη: "...η αναιρεσιβαλλόμενη στηρίζει την κρίση της περί της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός μου στην ειδική συνδικαλιστική προστασία στο επίμαχο περιστατικό της από 18/12/2017 δήλωσης περί εργατικού ατυχήματός μου στο ΙΚΑ για την κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστην κατά τη διάρκεια της εργασίας μου. Ειδικότερα, δε, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίνει ορθά ως αξιόπιστα τα δύο ιατρικά πιστοποιητικά, πλην όμως εκφράζει τις αμφιβολίες της για τις συνθήκες που έλαβε χώρα η πρόκληση της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, καταλήγοντας παντελώς αναιτιολόγητα ότι δεν "πείσθηκε για την αλήθεια των ισχυρισμών μου". Στο σημείο αυτό η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έρχεται σε μετωπική σύγκρουση με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, αφού αν θεωρηθούν ως μη αληθείς οι ισχυρισμοί μου για τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το συγκεκριμένο συμβάν, τότε μόνο ως συνέπεια αυτοτραυματισμού μου θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η πρόκληση της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης που χαρακτηρίζεται ως αληθές γεγονός από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση...". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα κοινής πείρας εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφετέρου δε διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις κατά τον οικείο αναιρετικό έλεγχο αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-8-2021 αίτηση της Ρ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 131/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ