ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 678/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 678/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 678/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 678 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 678/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αγγελική Καρδαρά και Χρυσούλα Μανέτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία Βέργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Α. του Ε., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-2-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 44/2023 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 2-12-2024 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 30/2025, ΑΠ 176/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμό ...2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου …, με έδρα το Πρωτοδικείο …, Ι. Γ., την οποία νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, Ελληνικό Δημόσιο, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από …2024 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2024 αίτησης για αναίρεση α) της υπ' αριθμό 44/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης ως δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και β) της υπ' αριθμό 46/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης, με τις από 21-1-2025 πράξεις α) της Προέδρου του Αρείου Πάγου για ορισμό του παρόντος Β2 Τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση της αίτησης και β) του Προέδρου του ίδιου Τμήματος για ορισμό δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια του αναιρεσείοντος - που επισπεύδει τη συζήτηση - στην αναιρεσίβλητη, Ε. Α. του Ε., κάτοικο ... Η τελευταία, όμως, δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο στο ακροατήριο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, ούτε κατέθεσε δήλωση - σύμφωνα με τα άρθρα 242 παράγραφος 2 και 573 παράγραφος 1 ΚΠολΔ - ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Το Δικαστήριο, επομένως, θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης (άρθρα 568 παράγραφος 4 και 576 παράγραφος 2 ΚΠολΔ).

2. Το άρθρο 553 παράγραφος 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι: "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση [...]".

Περαιτέρω το άρθρο 560 ΚΠολΔ [όπως είχε τροποποιηθεί αρχικά με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Φ.Ε.Κ. Α 87/23-7-2015) με έναρξη ισχύος από 1-1-2016 και εκ νέου με το άρθρο 35 του ν. 4842/2021 (Φ.Ε.Κ. Α 190/13-10-2021) με έναρξη ισχύος από 1-1-2022 και πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 26 του ν. 5134/2024 (ΦΕΚ Α 146/11-9-2024)], όριζε τα εξής: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο δέχτηκε ή δεν δέχτηκε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.". Από το συνδυασμό των διατάξεων που προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία η υπόθεση κρίθηκε από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια τόσο σε πρώτο, όσο και σε δεύτερο βαθμό, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, επειδή, αν η έφεση γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή, η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξαφανίζεται ολικώς ή μερικώς, ενώ, αν η έφεση γίνει τυπικά δεκτή, αλλά απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 864/2024, ΑΠ 128/2014). Αν όμως η έφεση απορριφθεί ως απαράδεκτη - όχι όμως επειδή ασκήθηκε εκπρόθεσμα - μπορούν να προσβληθούν με αναίρεση τόσο η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ως προς τη διάταξή της, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως απαράδεκτη, όσο και παράλληλα η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς τις οριστικές διατάξεις της, οι οποίες πλέον κατέστησαν τελεσίδικες μετά την έκδοση της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη (ΑΠ 153/2025, ΑΠ 1142/2024, ΑΠ 497/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από …2024 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται: α) η υπ' αριθμό 44/24-1-2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης - που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί της από 25-6-2020 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2020 έφεσης που είχε ασκήσει το αναιρεσείον κατά της υπ' αριθμό 46/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης - με την οποία η έφεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι η εκκαλουμένη ήταν ανέκκλητη και β) η υπ' αριθμό 46/2019 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης, η οποία είχε εκδοθεί κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 περίπτωση 3α ΚΠολΔ). Η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που προαναφέρθηκε δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης κατ' αμφοτέρων των προσβαλλόμενων αποφάσεων, α) ασκήθηκε νομότυπα, μολονότι κατατέθηκε μόνο στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης (άρθρα 495 παράγραφος 1 ΚΠολΔ), επειδή η διάταξη του άρθρου 566 παράγραφος 2 ΚΠολΔ δεν είχε στην προκειμένη περίπτωση αντικείμενο εφαρμογής για το λόγο ότι, όταν ασκήθηκε η αναίρεση (17-12-2024), το Ειρηνοδικείο Μυτιλήνης είχε ήδη καταργηθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 4 παράγραφος 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 76 παράγραφος 1 του ν. 5108/2024 (Φ.Ε.Κ. Α 65/2-5-2024) "Ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, χωροταξική αναδιάρθρωση των δικαστηρίων της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης και άλλες διατάξεις", β) εμπρόθεσμα - και, ειδικότερα, μέσα στη διετή καταχρηστική προθεσμία από τη δημοσίευση της 44/24-1-2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης ως δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (άρθρο 564 παράγραφος 3 ΚΠολΔ) και γ) γενικά παραδεκτά (άρθρα 553 παράγραφος 1, 556 παράγραφος 1, 558, 566 παράγραφος 1 και 577 παράγραφος 1 ΚΠολΔ). Σημειωτέον, ότι η καταχρηστική προθεσμία άσκησης αναίρεσης της αναιρεσιβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης, σε περίπτωση άσκησης εμπροθέσμως έφεσης, εκκινεί από το χρονικό σημείο της έκδοσης της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίπτεται η έφεση ως απαράδεκτη, καθόσον με την έκδοση της απορρίπτουσας για τυπικούς λόγους την έφεση απόφασης, η πρωτόδικη απόφαση καθίσταται τελεσίδικη ως προς τα ζητήματα που έκρινε (ΑΠ 1641/2024, ΑΠ 497/2022). Πρέπει, συνεπώς, η αίτηση να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ).

3. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, Ε. Α., στην από 5-2-2019 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2019 αγωγή της - την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης και είχε στρέψει κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, Ελληνικού Δημοσίου - εξέθεσε τα εξής: Ότι εργάσθηκε από 12-7-2011, έχοντας καταρτίσει με το εναγόμενο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και ότι έκτοτε παρείχε προσηκόντως την εργασία της σε αυτό ως συντηρήτρια αρχαιοτήτων σε υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού στην Περιφερειακή ενότητα Λέσβου. Ότι η αρχική αυτή σύμβασή της μετά τη λήξη της παρατεινόταν νόμιμα με την κατάρτιση νέων, διαδοχικών, συμβάσεων ορισμένου χρόνου έως τον χρόνο άσκησης της αγωγής. Ότι το μισθολογικό καθεστώς της διεπόταν από τους ν. 3205/2003 και 4024/2011, οι οποίοι ρυθμίζουν τη μισθοδοσία των υπαλλήλων του Δημοσίου. Ότι το εναγόμενο δεν κατέβαλε σε αυτή τα επιδόματα των εορτών και άδειας αναψυχής για τα έτη 2014 έως και 2018 σε εκτέλεση της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου ν. 4093/2012 και ότι, τέλος, η διάταξη αυτή είναι αντίθετη στα άρθρα 2 παράγραφος 1, 4 παράγραφος 1 και 5, 5 παράγραφος 1, 22 και 25 παράγραφος 1 του Συντάγματος, καθώς και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. με συνέπεια το εναγόμενο να έχει νόμιμη υποχρέωση να καταβάλει σε αυτή τις παροχές που προαναφέρθηκαν, όπως ειδικότερα, επικαλέσθηκε στην αγωγή. Με το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε αυτή για την αιτία που προαναφέρθηκε νομιμότοκα συνολικό ποσό 5.000 Ευρώ και, συγκεκριμένα, α) ποσό 2.500 Ευρώ ως επίδομα εορτών Χριστουγέννων για τα έτη 2014 έως και 2018, β) ποσό 1.250 Ευρώ ως επίδομα εορτών Πάσχα για τα έτη 2014 έως και 2018 και γ) ποσό 1.250 Ευρώ ως επίδομα άδειας για τις περιόδους των ετών 2013-2014 έως και 2017-2018, ενώ, επικουρικώς, ζήτησε το ανωτέρω ποσό κατά τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ. Το εναγόμενο αρνήθηκε αιτιολογημένα την αγωγή με τον ισχυρισμό ότι η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου ν. 4093/2012 - που ίσχυε και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα κατά τα άρθρα 7 έως 36 ν. 4354/2015 και με την οποία από 1-1-2013 καταργήθηκαν και τα επιδόματα εορτών και άδειας αναψυχής και εφεξής δεν καταβάλλονται στους υπαλλήλους του - δεν είναι αντίθετη με τις συνταγματικές και υπερεθνικές διατάξεις που είχε επικαλεσθεί η ενάγουσα στην αγωγή της με συνέπεια να μην ενέχεται έναντί της προς καταβολή των επιδίκων παροχών. Το εναγόμενο, περαιτέρω, επικαλέσθηκε ότι, εν πάση περιπτώσει, οι ένδικες απαιτήσεις της ενάγουσας εναντίον του για τα έτη 2014 έως και 2016 είχαν υποπέσει σε παραγραφή, επειδή από τότε που είχαν γεννηθεί έως και την επίδοση της αγωγής της σε αυτό (12-2-2019) είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από δύο (2) έτη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591 και 614 περίπτωση 3α ΚΠολΔ) και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμό 46/2019 οριστική απόφαση, με την οποία, αφού απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής ως μη νόμιμη, έκρινε νόμιμη την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, με την εξής αιτιολογία: "Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή [...] είναι [...] νόμιμη ως προς την κύρια βάση της, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων [...] 648 επ. ΑΚ, άρθρου 9 ν. 3205/2003, άρθρου 1 του Ν. 3833/2010, άρθρου τρίτου του Ν. 3845/2010 [...].". Το ίδιο Δικαστήριο, στη συνέχεια, ερευνώντας κατ' ουσία την αγωγή, α) δέχθηκε την ένσταση παραγραφής κατ' άρθρο 140 παρ. 3 ν. 4270/2024 - την οποία είχε προβάλει το εναγόμενο - και απέρριψε την αγωγή ως προς τις επίδικες αξιώσεις της ενάγουσας για τα έτη 2014 έως και 2016 ως παραγεγραμμένες και β) δέχθηκε κατά τα λοιπά την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει νομιμοτόκως στην ενάγουσα τα επίδικα επιδόματα (εορτών και αδείας) των ετών 2017 και 2018, συνολικού ποσού 1.134,60 Ευρώ. Το εναγόμενο άσκησε κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εμπροθέσμως έφεση για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και αιτήθηκε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να απορριφθεί ως μη νόμιμη η αγωγή της εφεσίβλητης-ενάγουσας εναντίον του. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δίκασε την έφεση αντιμωλία των διαδίκων και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμό 44/2023 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη με την εξής, ειδικότερα, αιτιολογία: "[...] Η κρινόμενη έφεση στρέφεται κατά ανεκκλήτου αποφάσεως, καθώς η επίδικη διαφορά αφορά σε απαιτήσεις της ενάγουσας από παροχή εξαρτημένης εργασίας και ειδικότερα σε οφειλόμενα επιδόματα εορτών [...] καθώς και αδείας για τα έτη 2014 έως 2018, η αξία των οποίων δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 466 παρ. 1 του ΚΠολΔ ποσό των 5.000 ευρώ.
Συνεπώς, στην κρινόμενη υπόθεση έπρεπε [...] να εφαρμοστούν οι διατάξεις περί μικροδιαφορών των άρθρων 466 έως 472 ΚΠολΔ, επί των οποίων αποκλείεται ρητά η άσκηση του ένδικου μέσου της εφέσεως σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 512 ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη έφεση θα πρέπει κατόπιν αυτεπάγγελτης έρευνας του Δικαστηρίου (532 ΚΠολΔ) να κηρυχθεί απαράδεκτη λόγω του ανέκκλητου χαρακτήρα της εκκαλουμένης αποφάσεως, ο οποίος [...] κρίνεται από τη διαδικασία που έπρεπε να εφαρμοσθεί και όχι από τη διαδικασία που εσφαλμένα εφάρμοσε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. [...]".

3. Α. Επί της αναιρεσιβαλλομένης υπ' αριθμό 44/2023 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης ως δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ ορίζει ότι: "Αναίρεση επιτρέπεται [...] αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο [...].". Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται σε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση διατάξεων δικονομικού δικαίου κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα και θεμελιώνεται και στην περίπτωση κατά την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι η εκκαλουμένη ήταν ανέκκλητη. Η διάταξη όμως του άρθρου 560 ΚΠολΔ (όπως είχε τροποποιηθεί αρχικά με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και εκ νέου με το άρθρο 35 του ν. 4842/2021 και πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 26 του ν. 5134/2024), δεν προέβλεπε αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, ο οποίος συνεπώς δεν μπορούσε να ιδρυθεί σε περίπτωση που είχε προσβληθεί με αναίρεση απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία είχε απορριφθεί έφεση κατ' απόφασης Ειρηνοδικείου ως απαράδεκτη με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι επρόκειτο για ανέκκλητη απόφαση (ΑΠ 497/2022, ΑΠ 1163/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση στο μοναδικό λόγο αναίρεσης κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, το αναιρεσείον εκθέτει ότι το δικαστήριο αυτό, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Το αναιρεσείον εκθέτει, ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την απόφαση που προσβάλλεται, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 512 και 466 έως 472 ΚΠολΔ, απέρριψε την έφεση, την οποία είχε ασκήσει κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ως απαράδεκτη με την αιτιολογία ότι, επειδή η εκκαλουμένη απόφαση θα έπρεπε να είχε εκδοθεί κατά τη διαδικασία των μικροδιαφορών (άρθρο 466 παράγραφος 1 ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό είχε αντικατασταθεί με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 ν. 4335/2015 και είχε αρχίσει να ισχύει από 1-1-2016 σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παράγραφος 4 του ίδιου νόμου) και όχι κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 περίπτωση 3 ΚΠολΔ) κατά την οποία εκδόθηκε, δεν μπορούσε να προσβληθεί με έφεση, διότι ήταν ανέκκλητη. Σύμφωνα, όμως, με όσα προαναφέρθηκαν, η πλημμέλεια αυτή της αναιρεσιβαλλομένης δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικά κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα επικαλείται το αναιρεσείον, διότι η διάταξη αυτή δεν προέβλεπε λόγο αναίρεσης κατά απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου, το οποίο είχε δικάσει ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο και είχε κηρύξει κατά παράβαση κανόνων δικονομικού δικαίου ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, όπως αντίθετα συμβαίνει με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ. Ο λόγος αναίρεσης, επομένως, που προαναφέρθηκε πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

3. Β. Επί της αναιρεσιβαλλομένης υπ' αριθμό 46/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης. Το άρθρο 4 παράγραφος 5 του Συντάγματος ορίζει ότι: "Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους". Το άρθρο 25 παράγραφοι 1 και 4 ότι: "1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους (...). Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.

4. Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης" και το άρθρο 106 παράγραφος 1 ότι: "Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας [...].". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης μπορεί να θεσπίσει μέτρα για την περιστολή των δημόσιων δαπανών που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλου αριθμού εργαζομένων και στο δημόσιο τομέα παραγωγής. Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν είναι απεριόριστη και διέπεται από τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Οι αρχές αυτές επιβάλλουν να κατανέμεται το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και όσων ασκούν ελεύθερο επάγγελμα, επειδή η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών αποβαίνει προς όφελος όλων. Η αξίωση, ειδικότερα, του Κράτους σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 4 του Συντάγματος να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, επιτάσσει τα μέτρα που λαμβάνονται για να αντιμετωπισθεί μια παρατεταμένη δυσμενής οικονομική συγκυρία να μην επιβαρύνουν πάντοτε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, επειδή διαφορετικά θα υπήρχε εμφανής υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημόσιων βαρών (ΟλΣτΕ 431/2018). Ο νομοθέτης, συνεπώς, μπορεί καταρχήν να αναμορφώνει το μισθολόγιο των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων σύμφωνα με τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που επικρατούν κάθε φορά στη Χώρα και τη γενική δημοσιονομική της κατάσταση και να εισάγει νέες ρυθμίσεις που τείνουν στη μείωση του μισθολογικού κόστους όσων απασχολούνται και στο δημόσιο με απώτερο σκοπό να θεραπεύσει το δημόσιο οικονομικό συμφέρον, διότι η κοινωνική πρόοδος και η ευημερία των πολιτών ενός κράτους εξαρτάται και από την κατάσταση της οικονομίας του (ΑΕΔ 25/2012, ΑΠ 594/2021). Η αντίληψη ότι ο εθνικός νομοθέτης έχει τη δυνατότητα που προαναφέρθηκε, όταν λαμβάνει νομοθετικά μέτρα για δημοσιονομικούς λόγους, υιοθετείται και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.), το οποίο πάγια δέχεται ότι στο προστατευτικό πεδίο του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. εμπίπτουν βέβαια οι δεδουλευμένες αποδοχές του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου και η προσδοκία για τη μελλοντική καταβολή τους, εφόσον υφίσταται επαρκής νομική βάση στο εθνικό δίκαιο για την ικανοποίηση των σχετικών αξιώσεων, πλην όμως με τις διατάξεις αυτές δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών συγκεκριμένου ύψους.

Περαιτέρω με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του έτους 2010, ο νομοθέτης, επειδή εκτίμησε ότι υπήρχε άμεσος κίνδυνος να καταρρεύσει η οικονομία και να χρεωκοπήσει η Χώρα και ότι για το λόγο αυτό ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε έναντι της υποστήριξης αυτής σειρά μέτρων για την περιστολή των δημόσιων δαπανών, όπως ήταν και οι περικοπές και μειώσεις στις αποδοχές των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες υλοποιήθηκαν αρχικά με τις διατάξεις των νόμων 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011, εντάσσονται στις δέσμες μέτρων που είχαν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου "Μνημονίου Συνεννόησης" και του πρώτου "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής", ετών 2012-2015, και απέβλεπαν στην άμεση μείωση των κρατικών δαπανών για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης, στην οποία είχε βρεθεί η Χώρα. Τα μέτρα αυτά δεν ήταν καταρχήν απρόσφορα - και μάλιστα προδήλως - και μη αναγκαία για να αντιμετωπισθεί η οικονομική κρίση (ΟλΣτΕ 3372/2015, ΟλΣτΕ 3373/2015, ΑΠ 1467/2022, ΑΠ 77/2022). Ο νομοθέτης στη συνέχεια με το ν. 4093/2012, επειδή είχε προηγουμένως διαπιστώσει, ότι η οικονομική ύφεση συνεχιζόταν και ότι η Χώρα εξακολουθούσε να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης την περαιτέρω μείωση των αποδοχών όσων μισθοδοτούντο από Δημόσιο. Για το λόγο αυτό με τη διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 καταργήθηκαν πλήρως από 1-1-2013 τα επιδόματα εορτών και άδειας αναψυχής. Ειδικότερα με τη διάταξη αυτή ορίσθηκε ότι: "Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη, ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπαλλήλους και μισθωτούς του Δημοσίου [...] καταργούνται από 1.1.2013". Ο νομοθέτης και στην περίπτωση αυτή δεν εμποδιζόταν κατ' αρχήν από οποιαδήποτε συνταγματική διάταξη ή αρχή να αναμορφώσει το μισθολόγιο των δημοσίων λειτουργών και υπαλλήλων με την εισαγωγή νέων ρυθμίσεων, οι οποίες υπόκεινται σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο. Ο νομοθέτης, επομένως, είχε την εξουσία για δημοσιονομικούς λόγους, η συνδρομή των οποίων δεν ελέγχεται δικαστικά, να θεσπίσει μέτρα για να περισταλούν οι δημόσιες δαπάνες - όπως είναι οι δαπάνες για την καταβολή μισθών και συντάξεων σε μεγάλες ομάδες πληθυσμού - και να περιορισθεί με τον τρόπο αυτό το δημόσιο έλλειμμα. Τα μέτρα αυτά επιβάρυναν κυρίως τους υπαλλήλους και τους συνταξιούχους του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αλλά δεν έθεσαν σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, η οποία προσδιορίζεται όχι με βάση τις αποδοχές που λάμβαναν πριν από τις περικοπές και τις μειώσεις, αλλά σύμφωνα με τις γενικές οικονομικές συνθήκες που επικρατούν στη Χώρα και σε συνάρτηση με το γενικό επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της. Ο νομοθέτης, περαιτέρω, με το ν. 4093/2012 κατήργησε πλήρως τα επιδόματα εορτών και αδείας και για τους υπαλλήλους και του Δημοσίου. Το μέτρο αυτό αποτέλεσε τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου, προγράμματος για τη δημοσιονομική προσαρμογή ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016") και την προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην ελληνική οικονομίας, το οποίο αποσκοπούσε τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, οι οποίοι συνιστούσαν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και μπορούσαν να δικαιολογήσουν καταρχήν τη λήψη τέτοιων, τα οποία ήταν αποτέλεσμα της συμμετοχής της Ελλάδας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.

Τα επιδόματα, εξάλλου, εορτών και άδειας αναψυχής δεν συνιστούν απόλυτα προνόμια και ο περιορισμός των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων και των λοιπών μισθωτών με την κατάργησή τους δικαιολογείται για λόγους γενικού δημοσιονομικού συμφέροντος. Το νομοθετικό αυτό μέτρο, συνεπώς, ανταποκρινόταν και στους σκοπούς που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή στη διασφάλιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας των κρατών - μελών - τα οποία έχουν ως νόμισμα το Ευρώ - και στην εξασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της ζώνης του Ευρώ. Για το λόγο αυτό η κατάργηση των επιδομάτων εορτών και άδειας αναψυχής συνέβαλε άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών. Η ρύθμιση, επομένως, της διάταξης που προαναφέρθηκε δικαιολογείται πλήρως, δεν παρίσταται προδήλως απρόσφορη για να επιτευχθεί η δημοσιονομική εξυγίανση της Χώρας και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαία, διότι υπαγορευόταν από την επιτακτική ανάγκη να μειωθεί το δημόσιο έλλειμμα και να εξυγιανθούν τα οικονομικά της Χώρας.

Οι αποδοχές, εξάλλου, των υπαλλήλων που ενέπιπταν στις ρυθμίσεις των ίδιων διατάξεων, μολονότι πράγματι μειώθηκαν με την κατάργηση των επιδομάτων που προαναφέρθηκαν, εξακολουθούσαν να εξασφαλίζουν αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης στους εργαζομένους και στο Δημόσιο τόσο σε σχέση με όσους διαβιούσαν στα όρια της φτώχειας, όσο και με όσους απασχολούνταν στον ιδιωτικό τομέα με τον κατώτατο βασικό μισθό και ημερομίσθιο.

Η επιλογή, εξάλλου, του νομοθέτη να λάβει συγκεκριμένα νομοθετικά μέτρα για να αντιμετωπίσει την κρίσιμη οικονομική κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει η Χώρα, μπορεί οριακά μόνο να ελεγχθεί από τα δικαστήρια, επειδή η νομοθετική αρμοδιότητα ανήκει κατά το Σύνταγμα στα νομοθετικά και όχι και στα λοιπά όργανα της Πολιτείας. Η λήψη, περαιτέρω, συγκεκριμένων νομοθετικών μέτρων και όχι άλλων, τα οποία θα ήταν ενδεχομένως δυνατόν να ληφθούν για να υπηρετηθεί ο ίδιος κοινωνικός και οικονομικός σκοπός, δεν υπόκειται κατά κανόνα σε δικαστικό έλεγχο. Ο νομοθέτης, εξάλλου, δεν είχε υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά για ποιο λόγο έλαβε τα συγκεκριμένα - πρόσφορα κατά την κρίση του - οικονομικά μέτρα και όχι διαφορετικά με συνέπεια μόνη η έλλειψη ειδικής αιτιολογίας δεν καθιστά μη αιτιολογημένη γενικά την επίδικη ρύθμιση. Η κατάργηση, περαιτέρω, των επιδίκων παροχών είναι προδήλως εύλογη, διότι είχε σκοπό την εξυπηρέτηση του δημοσίου οικονομικού συμφέροντος της Χώρας και δεν έθεσε σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση των εργαζομένων στο Δημόσιο. Το γεγονός, περαιτέρω, ότι άλλες ρυθμίσεις του ν. 4093/2012, οι οποίες αφορούσαν διαφορετικά θέματα, κρίθηκαν αντισυνταγματικές, δεν σημαίνει οπωσδήποτε ότι και η επίδικη ρύθμιση είναι αντίθετη με διατάξεις του Συντάγματος (ΟλΣτΕ 1307/2019, ΑΠ 899/2021). Αντίθετη εκδοχή θα ισοδυναμούσε με αφηρημένο έλεγχο συνταγματικότητας του νόμου, ο οποίος σύμφωνα με το Σύνταγμα δεν έχει ανατεθεί στα δικαστήρια. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία καταργήθηκαν τα επιδόματα εορτών και το επίδομα αδείας στους εργαζομένους και στο Δημόσιο δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού οικονομικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των υπαλλήλων που προαναφέρθηκαν και συνεπώς δεν αντίκειται τόσο στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παράγραφος 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, όσο και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (ΟλΣτΕ 798/2021, ΑΠ 899/2021, ΑΠ 1280/2020). Η ίδια διάταξη, τέλος, δεν είναι αντίθετη και στα άρθρα 4 παράγραφος 5 και 25 παράγραφος 4 του Συντάγματος, επειδή εισήγαγε μέτρο που αφορούσε σε όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου, αλλά και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως και των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Ι.Δ., που ανήκαν στους Ο.Τ.Α (ΟλΣτΕ 798/2021, ΑΠ 8/2022, ΑΠ 899/2021). Για τους ίδιους λόγους η διάταξη που προαναφέρθηκε δεν αντίκειται και στις διατάξεις των άρθρων 2 παράγραφος 1, 22, 23 και 106 παράγραφος 1 του Συντάγματος (ΑΠ 77/2024, ΑΠ 819/2023, ΑΠ 7/2023, ΑΠ 929/2022). Ακόμη, η επίδικη ρύθμιση, δεν είναι αντίθετη προς τη διάταξη του άρθρου 4 αρ. 1 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1426/1984 (ΦΕΚ Α` 32/1984) και ίσχυε κατά την έναρξη της ισχύος του ν. 4093/2012 (πριν αντικατασταθεί με τον Αναθεωρημένο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4359/2016-Φ.Ε.Κ. Α 5/20-1-2016), με την οποία ορίζεται ότι για εξασφάλιση της αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος για δίκαιη αμοιβή τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να αναγνωρίζουν το δικαίωμα των εργαζομένων για αμοιβή αρκετή να εξασφαλίζει σ` αυτούς και τις οικογένειές τους ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, καθόσον, ενόψει των προαναφερόμενων, δεν πλήττεται το επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης των υπαλλήλων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΑΠ 466/2024, ΑΠ 7/2023, ΑΠ 497/2022, ΑΠ 1280/2020).

Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 παράγραφος 1 εδάφιο α του ΚΠολΔ (όπως είχε τροποποιηθεί αρχικά με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και εκ νέου με το άρθρο 35 του ν. 4842/2021 και πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 26 του ν. 5134/2024), "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (...)".Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται α) αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, β) αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και γ) αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, ΟλΑΠ 2/2023, ΑΠ 31/2025).

Στην προκειμένη περίπτωση στο μοναδικό λόγο αναίρεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το αναιρεσείον εκθέτει ότι το Ειρηνοδικείο Μυτιλήνης με την αναιρεσιβαλλομένη παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου ν. 4093/2012, την οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, κρίνοντας αυτήν αντίθετη στις διατάξεις των άρθρων 2 παράγραφος 1, 4 παράγραφοι 1 και 5, 22 παρ. 1, 25 παράγραφος 1, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και του άρθρου 4 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, ο οποίος είχε κυρωθεί με το άρθρο πρώτο του ν. 1426/1984, μολονότι η διάταξη που προαναφέρθηκε δεν είναι αντίθετη με τις ανωτέρω συνταγματικές και υπερεθνικές διατάξεις, με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 560 αριθμός 1 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί. Το αναιρεσείον ισχυρίζεται στη συνέχεια ότι σε περίπτωση που το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εφάρμοζε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, κρίνοντας ότι ήταν σύμφωνη με τις συνταγματικές και υπερεθνικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν, θα απέρριπτε την αγωγή της αναιρεσίβλητης εναντίον του ως μη νόμιμη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έκρινε ότι, επειδή η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου ν. 4093/2012 - που ίσχυε και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7 έως 36 ν. 4354/2015 και κατά την οποία από 1-1-2013 καταργήθηκαν και δεν καταβάλλονται πλέον επιδόματα εορτών και αδείας σε υπαλλήλους και του αναιρεσείοντος - ήταν αντίθετη με τα άρθρα 2 παράγραφος 1, 4 παράγραφος 5, 22 παράγραφος 1, 25 παράγραφοι 1 και 4 του Συντάγματος, το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α και το άρθρο 4 αρ. 1 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, η από 5-2-2019 αγωγή, την οποία είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά του αναιρεσείοντος, ήταν νόμιμη και θεμελιωνόταν στις διατάξεις των άρθρων 9 ν. 3205/2003 και 16 ν. 4024/2011 με συνέπεια το αναιρεσείον να έχει νόμιμη υποχρέωση να καταβάλει σε αυτή επιδόματα εορτών και άδειας αναψυχής για τα έτη 2017 και 2018. Μετά από αυτό το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη για το χρονικό αυτό διάστημα και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη για την αιτία που προαναφέρθηκε συνολικό ποσό 1.134,60 Ευρώ νομιμότοκα. Σύμφωνα, ωστόσο, με όσα προαναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου ν. 4093/2012: α) δεν παραβιάζει τη δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων για την προστασία του γενικού συμφέροντος και την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων στο αναιρεσείον με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου, β) εισήγαγε μέτρο που αφορά σε όλους τους υπαλλήλους του Δημοσίου, αλλά και του ευρύτερου δημόσιου τομέα και γ) δεν θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος για αξιοπρεπή διαβίωση των εργαζομένων γενικά στο δημόσιο τομέα. Η διάταξη, επομένως, αυτή δεν είναι αντίθετη με τα άρθρα 2 παράγραφος 1, 4 παράγραφοι 1 και 5, 22 παρ. 1, 25 παράγραφος 1 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α, και 4 αρ. 1 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συνεπώς, το οποίο εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση τις διατάξεις των άρθρων 9 ν. 3205/2003 και 16 ν. 4024/2011, τις οποίες όμως δεν έπρεπε να εφαρμόσει, και κρίνοντας ότι η διάταξη της περίπτωσης 1 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου ν. 4093/2012 δεν τυγχάνει εφαρμογής ως αντίθετη στις συνταγματικές και υπερεθνικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, ενώ παράλληλα εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τα άρθρα 7 έως 36 του ν. 4354/2015, τα οποία ήταν εφαρμοστέα, δεδομένου ότι από 1.1.2016 ισχύει ο ως άνω νόμος, στο κεφάλαιο Β' του οποίου θεσπίζονται οι νέες μισθολογικές ρυθμίσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, οι οποίες (μισθολογικές ρυθμίσεις) δεν περιλαμβάνουν επιδόματα δώρων εορτών και επίδομα αδείας (ΑΠ 497/2022). Επομένως, το Ειρηνοδικείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1α ΚΠολΔ, όπως βάσιμα επικαλείται το αναιρεσείον με το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε, ο οποίος, συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Η αίτηση, συνεπώς, ως προς το κεφάλαιό της για αναίρεση της υπ' αριθμό 46/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης κατά το μέρος που δέχθηκε την από 5-2-2019 αγωγή της αναιρεσίβλητης, πρέπει να γίνει δεκτή και μετά από αυτό η απόφαση που προαναφέρθηκε, πρέπει να αναιρεθεί. 4. Σύμφωνα με το άρθρο 580 παράγραφος 3 εδάφιο α ΚΠολΔ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".

Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την αναίρεση της υπ' αριθμό 46/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης, αναβίωσε η εκκρεμοδικία της από 5-2-2019 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2019 αγωγής (κατά το μέρος που είχε γίνει δεκτή) που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα κατά του αναιρεσείοντος-εναγομένου. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν κατά την έρευνα του λόγου αναίρεσης που προαναφέρθηκε, η αγωγή, κατά το ανωτέρω μέρος της, ήταν νόμω αβάσιμη. Μετά από αυτό η υπόθεση - επειδή δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση - θα κρατηθεί και θα δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 580 παράγραφος 3 ΚΠολΔ) και η ένδικη από 5-2-2019 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, κατά το ανωτέρω μέρος της, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος - το οποίο κατέθεσε προτάσεις - τόσο της παρούσας αναιρετικής δίκης, όσο και της δίκης που διεξήχθη ενώπιον του Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης - μετά από νόμιμο και βάσιμο αίτημά του - πρέπει να επιβληθούν μειωμένα σε βάρος της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας, η οποία ηττήθηκε (άρθρα 106, 176 εδάφιο α, 183, 191 παράγραφος 2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 ΕισΝΚΠολΔ και 5 παράγραφος 12 ν. 1738/1987 σε συνδυασμό με το άρθρο μόνο παράγραφος 2 της υπ' αριθμό 134423οικ/8-12-1992 Κ.Υ.Α. Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Φ.Ε.Κ. Β 11/20-1-1993), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-12-2024 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμό 44/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Αναιρεί την υπ' αριθμό 46/2019 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Μυτιλήνης, κατά το μέρος που δέχθηκε την από 5-2-2019 αγωγή της αναιρεσίβλητης.

Κρατεί και δικάζει την από 5-2-2019 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2019 αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα κατά του αναιρεσείοντος-εναγομένου, κατά το ανωτέρω μέρος της.

Απορρίπτει την αγωγή κατά το μέρος αυτό.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει τόσο για την παρούσα αναιρετική δίκη, όσο και για τη δίκη που είχε διεξαχθεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στο ποσό των τριακοσίων (300) Ευρώ για καθεμία από αυτές και συνολικά στο ποσό των εξακοσίων (600) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαϊου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή