ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 679/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 679/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 679/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 679 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 679/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Απόστολο Φωτόπουλο, Αγγελική Καρδαρά και Αικατερίνη Φράγκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2026, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο Σπιθάρι Ασπροπύργου και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Μ. Φ. του Δ., κατοίκου ..., 3. Δ. Τ. του Σ., κατοίκου ..., και 4. Α. Σ. του Π., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ζωή Παπαγεωργίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. Ρ. (M. R.) του Γ. Ρ. (G. R.), κατοίκου ... και 2. ανώνυμης ελληνικής εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Γιαννακόπουλο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Γλυφό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-11-2020 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου και με την από 30-11-2020 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης της ήδη 1ης αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 630/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 5653/2023 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-4-2024 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη, από …2024 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2024) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, 5653/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης, τα ακόλουθα: Με την από 16.11.2020 αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου και την από 30.11.2020 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας, επί των οποίων, κατόπιν συνεκδίκασής τους, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρο 614 αρ. 3 ΚΠολΔ) η 630/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς τους τρίτο και τέταρτο εναγομένους (μη διαδίκους στην παρούσα δίκη), τη δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν ως προς τους πρώτη, δεύτερη, πέμπτο και έκτο εναγομένους -ήδη αναιρεσείοντες, υποχρεώνοντας αυτούς να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στον ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 30.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που ο τελευταίος υπέστη από τον τραυματισμό του κατά το περιγραφόμενο στην αγωγή εργατικό ατύχημα, οφειλόμενο σε αμέλεια των αναιρεσειόντων, δέχθηκε δε και την παρεμπίπτουσα αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, υποχρεώνοντας την παρεμπιπτόντως εναγομένη-δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα-πρώτη αναιρεσείουσα το ποσό των 30.000 ευρώ πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, το οποίο αυτή υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής. Κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκαν: α) η από 17.11.2022 έφεση του ενάγοντος στρεφόμενη κατά των πρώτης, δεύτερης, πέμπτου και έκτου εναγομένων, β) η από 17.11.2022 έφεση των πρώτης, δεύτερης, πέμπτου και έκτου εναγομένων στρεφόμενη κατά του ενάγοντος και γ) η από 5.10.2022 έφεση της παρεμπιπτόντως εναγομένης στρεφόμενη κατά της παρεμπιπτόντως ενάγουσας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού διατάχθηκε η ένωση και συνεκδίκαση των παραπάνω εφέσεων, έγιναν αυτές τυπικά δεκτές, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η, ως άνω, υπό στοιχείο β' έφεση, έγιναν δεκτές οι υπό στοιχεία α' και γ' εφέσεις, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της κεφάλαια, κρατήθηκε και δικάστηκε η υπόθεση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η κύρια αγωγή και υποχρεώθηκαν οι πρώτη, δεύτερη, πέμπτος και έκτος εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στον ενάγοντα το ποσό των 55.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ενώ απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η παρεμπίπτουσα αγωγή. Ήδη με την κρινόμενη αίτηση οι πρώτη, δεύτερη, πέμπτος και έκτος εναγόμενοι, η δε πρώτη αυτών και παρεμπιπτόντως ενάγουσα, αιτούνται την αναίρεση της παραπάνω απόφασης για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους. Η αίτηση, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 5.4.2024, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση, στις 29.12.2023, της προσβαλλομένης, δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοσή της, γεγονός που δεν αμφισβητείται από την αντίδικη πλευρά (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Α. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας αυτού, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η πράξη ή η παράλειψή του να είναι παράνομη και να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του υπαιτίου ήταν, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, ικανή να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το αν η πράξη ή παράλειψη ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζόμενη, να επιφέρει τη ζημία, δηλαδή το αν ευρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο και μάλιστα από την άποψη της παράβασης ή μη των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Η κρίση, όμως, ότι η πράξη ή παράλειψη υπήρξε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 218/2018).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 551/1915 "Περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων", όπως κωδικοποιήθηκε με το Β.Δ. της 24.7/25.8.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. α' του ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου (εργατικό ατύχημα), για το οποίο παρέχεται δικαίωμα αποζημίωσης κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, θεωρείται κάθε βλάβη του σώματος ή της υγείας, περιλαμβανομένου και του θανάτου, η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, μη αναγομένου αποκλειστικά σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, το οποίο και δεν θα συνέβαινε αν δεν υπήρχε η εργασιακή σχέση και η υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες παροχή της εργασίας (ΟλΑΠ 1287/1986, ΑΠ 1153/2025, ΑΠ 13/2025). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 1 και 16 του ανωτέρω νόμου, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 914 και 932 ΑΚ, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης (ή της ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτου) οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915, κατά την οποία ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα δικαιούμενα αντ' αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών, αναφέρεται μόνο στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο, οπότε εφαρμόζονται γι' αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 13/2025, ΑΠ 1153/2025, ΑΠ 617/2022). Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης), αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων, με την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφάλειας του άρθρου 16 παρ.1 του Ν. 551/1915 (ΟλΑΠ 18/2008, ΑΠ 1153/2025, ΑΠ 13/2025, ΑΠ 433/2024).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 42 του Ν. 3850/2010, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο πριν η παράγραφος 6 αυτού τροποποιηθεί με το άρθρο 7 του Ν. 4808/2021, υπό τον τίτλο "Γενικές υποχρεώσεις εργοδοτών", ορίζεται ότι "1. Ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων.... 5. Στο πλαίσιο των ευθυνών του ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων. 6. Ο εργοδότης υποχρεούται: α)... β)... γ) να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων". Τέτοια μέτρα είναι και αυτά που προβλέπονται στην παράγραφο 2.1 του παραρτήματος V του π.δ. 105/1995 "Ελάχιστες προδιαγραφές για τη σήμανση ασφάλειας ή/και υγείας στην εργασία σε συμμόρφωση με την Οδηγία 92/58/ΕΟΚ", με την οποία, υπό τον τίτλο "Οριζόντια σήμανση των οδών κυκλοφορίας", ορίζεται ότι "Όταν, για την προστασία των εργαζομένων, απαιτείται η χρησιμοποίηση κι ο εξοπλισμός των χώρων, οι οδοί που προορίζονται ειδικά για την κυκλοφορία οχημάτων πρέπει να επισημαίνονται από τις δύο πλευρές τους με συνεχή λωρίδα ιδιαίτερα ορατού χρώματος, κατά προτίμηση άσπρου ή κίτρινου, λαμβανόμενου υπόψη του χρώματος του δαπέδου", καθώς κι εκείνα των παραγράφων 2.1, 2.2. και 2.3 του Παραρτήματος ΙΙ του π.δ. 89/1999 "Χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας" (όπως το άρθρο 2 αυτού τροποποίησε το άρθρο 4 του π.δ. 395/1994), με τα οποία ορίζεται ότι "2.1. Η οδήγηση και ο χειρισμός των αυτοκινούμενων εξοπλισμών εργασίας ανατίθεται σε άτομα τα οποία έχουν την απαιτούμενη άδεια σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Στις περιπτώσεις που δεν προβλέπεται άδεια, η οδήγηση και ο χειρισμός των εξοπλισμών αυτών γίνεται από άτομα τα οποία έχουν εκπαιδευτεί κατάλληλα και έχουν αποδείξει τις ικανότητές τους στον εργοδότη ή/ και στον τεχνικό ασφάλειας της επιχείρησης. Στα άτομα αυτά γίνεται έγγραφη ανάθεση των καθηκόντων τους από τον εργοδότη. 2.2. Εάν ένας εξοπλισμός εργασίας κινείται μέσα σε ζώνη εργασίας, πρέπει να θεσπίζονται και να εφαρμόζονται κατάλληλοι κανόνες ασφαλούς κυκλοφορίας. 2.3. Πρέπει να λαμβάνονται οργανωτικά μέτρα ώστε να αποφεύγεται η παρουσία πεζών εργαζομένων στη ζώνη εργασίας αυτοκινούμενων εξοπλισμών εργασίας. Εάν επιβάλλεται η παρουσία πεζών εργαζομένων για την καλή εκτέλεση των εργασιών, πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα για την αποφυγή του τραυματισμού τους από τους εξοπλισμούς". Επίσης, με το άρθρο 3 του π.δ. 113/2012 "Χειριστές μηχανημάτων των τεχνικών έργων, ειδικότητες, επαγγελματικά προσόντα" ορίζεται ότι: "1. Ο χειριστής μηχανημάτων έργου είναι το φυσικό πρόσωπο, το οποίο ασκεί τις επαγγελματικές δραστηριότητες του χειρισμού και της απλής προληπτικής συντήρησης, καθώς και της επιτήρησης της λειτουργίας των μηχανημάτων έργου, τα οποία καλύπτει η άδεια την οποία κατέχει και αναλόγως, χορηγεί πιστοποιητικά προϋπηρεσίας σε βοηθούς χειριστές... 2. Ο χειριστής μηχανημάτων έργου οφείλει: α) Να χειρίζεται, με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων, εκείνα τα μηχανήματα έργου για τα οποία κατέχει την αντίστοιχη άδεια χειριστή... θ) Στις περιπτώσεις που εποπτεύει βοηθούς χειριστές μηχανημάτων έργου, να εποπτεύει, κατ' ανώτατο όριο, ταυτόχρονα μέχρι δύο (2) βοηθούς, οι οποίοι θα βρίσκονται στον ίδιο χώρο εργασίας και με τους οποίους οφείλει να διατηρεί οπτική επαφή. 3. Ο βοηθός χειριστή μηχανημάτων έργου είναι το φυσικό πρόσωπο το οποίο εκτελεί αναλόγως τα ως άνω καθήκοντα υπό τις οδηγίες και τη συνεχή καθοδήγηση του χειριστή μηχανημάτων έργου και αποκτά προϋπηρεσία, για την απόκτηση της άδειας του χειριστή μηχανημάτων έργου, ενώ, με το άρθρο 4 του ίδιου π.δ. προβλέπεται ότι προϋπόθεση άσκησης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων από τον χειριστή και το βοηθό χειριστή είναι ο μεν πρώτος να κατέχει άδεια χειριστή μηχανημάτων έργου αντίστοιχη της κατηγορίας του μηχανήματος, ο δε δεύτερος βεβαίωση αναγγελίας, που εκδίδεται κατόπιν τήρησης της προβλεπόμενης στο άρθρο 5 διαδικασίας από την αρμόδια Περιφέρεια, με την έκδοση της οποίας αποκτά την ιδιότητα του βοηθού χειριστή. Τέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 2.3 του Παραρτήματος Ι του π.δ. 395/1994 "Προδιαγραφές εξοπλισμού, ασφάλεια εργαζομένων", ο χειριστής πρέπει να μπορεί, από την κύρια θέση χειρισμού, να βεβαιώνεται ότι δεν υπάρχουν άτομα εκτιθέμενα στις επικίνδυνες ζώνες και, εάν αυτό είναι αδύνατο, κάθε φορά που ο εξοπλισμός τίθεται σε λειτουργία πρέπει αυτομάτως να προηγείται ένα ασφαλές σύστημα, όπως ένα ηχητικό ή οπτικό προειδοποιητικό σήμα, ο δε εκτιθέμενος εργαζόμενος πρέπει να έχει το χρόνο και τα μέσα να αποφεύγει τους κινδύνους που δημιουργεί η εκκίνηση ή η παύση λειτουργίας του εξοπλισμού εργασίας.

Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, η ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2024, ΑΠ 23/2025).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 15/2006). Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της (ΑΠ 339/2023), δηλαδή όταν είτε δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), είτε τα εκτιθέμενα περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του σε σχέση με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου στοιχεία για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή για την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει τη συνδρομή ή μη του λόγου αναίρεσης ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων, σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που διαλαμβάνονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 855/2024, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 381/2024). Ανεπάρκεια αιτιολογίας συντρέχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντίθετα, δεν υφίσταται έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνακόλουθα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν προκαλείται ο λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαίτερα και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης παρίσταται απαράδεκτος (ΑΠ 234/2023, ΑΠ 114/2023, ΑΠ 1509/2022). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 19/2025, ΑΠ 796/2023, ΑΠ 312/2023). Για να είναι δε ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο ισχυρισμό παρουσιάζεται η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον δεν είναι αυτονόητη, γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της έλλειψης αυτής, ενώ, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται, ώστε να είναι αυτή πλήρης ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΑΠ 2027/2025, ΑΠ 1813/2025, ΑΠ 495/2025). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθ. 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 116/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο εργατικό ατύχημα: "Ο ενάγων (πρώτος αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία (πρώτη αναιρεσείουσα), που δραστηριοποιείται, μεταξύ άλλων, και στην εμπορεία και διαχείριση ανακυκλώσιμων υλικών και απορριμμάτων, στις 17-6-2009, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως εργατοτεχνίτης, για να εκτελεί εργασίες συντήρησης και επισκευής του μηχανολογικού εξοπλισμού της πρώτης εναγομένης. Ειδικότερα ο ενάγων είχε αναλάβει τη συντήρηση της πρέσας δεματοποίησης και την επισκευή των τυχόν βλαβών αυτής, τη λίπανση αυτής, την αλλαγή φίλτρων, καθώς και τη συντήρηση των ανυψωτικών μηχανημάτων (κλαρκ), των φορτηγών της επιχείρησης. Στις 20-11-2015, περί ώρα 15.15 ο ενάγων, έχοντας ολοκληρώσει την εργασία του, ετοιμαζόταν να αποχωρήσει από την επιχείρηση. Αφού άλλαξε τα ρούχα και υποδήματα της εργασίας του με δικά του στο χώρο του συνεργείου της επιχείρησης, όπου είχε τα προσωπικά του είδη και εργαλεία, επιχείρησε να κατευθυνθεί πεζός από το χώρο του συνεργείου προς το γραφείο της εταιρείας, προκειμένου να δηλώσει την αποχώρησή του, περνώντας μέσα από την αποθήκη, που βρισκόταν η πρέσα δεματοποίησης. Και δη κατευθύνθηκε από το συνεργείο προς την είσοδο της αποθήκης, προκειμένου, διασχίζοντας αυτή, να βγει απέναντι από την άλλη είσοδο -έξοδο αυτής στον προαύλιο χώρο και ακολούθως να εισέλθει στο γραφείο της επιχείρησης. Ο χώρος της αποθήκης της επιχείρησης ήταν ένας χώρος διαστάσεων περίπου 60Χ30 μέτρων, στο οποίο εργάζονταν σε καθημερινή βάση 5-6 εργάτες, απασχολούμενοι με εργασίες διαλογής των απορριμμάτων και τροφοδοσίας της πρέσας, μέσω του ταινιοδιαδρόμου αυτής, με τα προς ανακύκλωση υλικά, τα οποία εν συνεχεία δεματοποιούνταν και δένονταν με σύρματα αυτόματα από την πρέσα και έβγαιναν από αυτή σε μορφή δέματος (μπάλας) βάρους περίπου 1.000 κιλών το κάθε δέμα. Στη συνέχεια ανυψωτικό μηχάνημα (κλαρκ) φόρτωνε κάθε δέμα και το στοίβαζε μαζί με άλλα δέματα εντός του χώρου της αποθήκης, όπου παρέμεναν μέχρι να φορτωθούν από τα ως άνω ανυψωτικά μηχανήματα σε φορτηγό. Την ώρα που ο ενάγων εισήλθε στην αποθήκη, ήταν σε λειτουργία εντός αυτής το ανυψωτικό μηχάνημα (κλαρκ) με αριθμό κυκλοφορίας … Το εν λόγω ανυψωτικό μηχάνημα οδηγούνταν από τον έκτο εναγόμενο (τέταρτο αναιρεσείοντα), στον οποίο η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, της οποίας τη διοίκηση ασκούσε αποκλειστικά η δεύτερη εναγομένη (δεύτερη αναιρεσείουσα)...., είχε αναθέσει καθήκοντα βοηθού χειριστή αυτού, ο οποίος όμως για την άσκηση αυτής της επαγγελματικής ιδιότητας δεν κατείχε βεβαίωση αναγγελίας ως βοηθού χειριστή για τον χειρισμό του εν λόγω ανυψωτικού μηχανήματος, καθόσον η ιδιότητα του βοηθού χειριστή αποκτάται με την τήρηση της προβλεπόμενης νόμιμης διαδικασίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 και 5 του Π.Δ 113/2012 (η οποία εκδίδεται με την υποβολή συγκεκριμένων εγγράφων και βεβαιώσεων και διαπιστώσεων), που πρέπει να προηγηθεί της άσκησης των καθηκόντων του βοηθού χειριστή ανυψωτικού μηχανήματος όπως εν προκειμένω και ανεξάρτητα από ότι τελούσε υπό την επίβλεψη και καθοδήγηση του πέμπτου εναγομένου (τρίτου αναιρεσείοντος), αδειούχου χειριστή του μηχανήματος και δη δεν υπήρχε δυνατότητα νομίμως εν προκειμένω ο έκτος εναγόμενος να χειρίζεται το εν λόγω ανυψωτικό μηχάνημα.

Περαιτέρω, παρά ταύτα, ο έκτος εναγόμενος, υπό την επίβλεψη και καθοδήγηση του πέμπτου εναγομένου, είχε τοποθετήσει πάνω στο ανυψωτικό μηχάνημα δύο δέματα χαρτιού ανακύκλωσης, που είχαν βγει από την πρέσα, ύψους 1 περίπου μέτρου και πλάτους ενός (1) μέτρου περίπου, τα οποία είχε ανασηκώσει κατά δέκα εκατοστά από το έδαφος, με αποτέλεσμα να μην έχει ορατότητα στο έμπροσθεν αυτού οπτικό πεδίο. Ο ενάγων, εισερχόμενος στον χώρο της αποθήκης, επιχείρησε να διέλθει από τον χώρο της αποθήκης στον προαύλιο χώρο. Την στιγμή εκείνη ο έκτος εναγόμενος, ως χειριστής του ως άνω ανυψωτικού μηχανήματος, άρχισε να πραγματοποιεί ελιγμούς εντός του χώρου της αποθήκης, κατευθυνόμενος προς τον ενάγοντα, προφανώς διότι δεν είχε ορατότητα στο έμπροσθεν αυτού οπτικό πεδίο κατά το χειρισμό του εν λόγω ανυψωτικού μηχανήματος λόγω φόρτωσης των ως άνω δύο δεμάτων χαρτιού ανακύκλωσης. Ο ενάγων προσπάθησε να αποφύγει το μηχάνημα, κάνοντας βήματα προς τα πίσω, πλην όμως δεν πρόλαβε λόγω του αιφνιδιαστικού ελιγμού και του ελάχιστου χρόνου αντίδρασης, με αποτέλεσμα το ανυψωτικό μηχάνημα (κλαρκ) να τον χτυπήσει, να τον ρίξει στο έδαφος, να περάσει πάνω από τα πόδια του, τα οποία εγκλωβίστηκαν κάτω από τις λαβίδες του και να τον παρασύρει. Ο πέμπτος εναγόμενος, ακούγοντας τις κραυγές του ενάγοντος, αντιλήφθηκε το συμβάν και φώναξε στον έκτο εναγόμενο να σταματήσει....

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη δεν είχε τοποθετήσει στο χώρο της αποθήκης σημάνσεις διαχωρισμού του χώρου οχημάτων και του χώρου κυκλοφορίας των πεζών, κατά παράβαση της παραγράφου 2.1. του Παραστήματος V του ΠΔ 105/1995 και του άρθρου 13.4 του ΠΔ 16/1996, καίτοι αυτός αποτελούσε χώρο εργασίας πεζών υπαλλήλων και μηχανημάτων και ήταν υποχρεωμένη προς τούτο, παρότι στην με αριθμ. πρωτ. ...2016 έκθεση έρευνας του επιθεωρητή ασφάλειας και υγείας του Υπουργείου Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, Π. Β., ο οποίος εξέτασε τον χώρο του ατυχήματος στις 2-12-2015, ήτοι δώδεκα ημέρες μετά το επίδικο συμβάν, εκτίθεται ότι στο δάπεδο της αποθήκης υπήρχε σήμανση διαχωρισμού του χώρου κυκλοφορίας ανυψωτικών μηχανημάτων και πεζών. Και τούτο διότι η σήμανση αυτή τοποθετήθηκε μετά το επίδικο ατύχημα και πριν τη μετάβαση του ως άνω Επιθεωρητή. Ειδικότερα, σύμφωνα με το από 27-1-2015 δελτίο ελέγχου των Επιθεωρητών του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας του ίδιου Υπουργείου σε έλεγχό τους στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης, που έλαβε χώρα στις 27-1-2015, ήτοι πριν το επίδικο ατύχημα, είχε διαπιστωθεί η έλλειψη σχετικής σήμανσης στο δάπεδο της αποθήκης και είχε γίνει η υπόδειξη σε αυτή για διαγράμμιση των δαπέδων για την ασφαλή κυκλοφορία πεζών και ανυψωτικών μηχανημάτων εντός πέντε (5) ημερών, χωρίς όμως μέχρι την ημέρα του ατυχήματος η πρώτη εναγομένη να έχει συμμορφωθεί σε αυτή, ούτε άλλωστε μέχρι την ημέρα της αυτοψίας, που έλαβε χώρα συνεπεία του επίδικου εργατικού ατυχήματος, να έχει διαπιστωθεί από την αρμόδια υπηρεσία συμμόρφωση προς την ανωτέρω υπόδειξη.... Ως εκ τούτου από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο προέκυψε ότι η πρώτη εναγομένη είχε προβεί πριν το επίδικο ατύχημα στη σήμανση διαχωρισμού του χώρου κυκλοφορίας ανυψωτικών μηχανημάτων και πεζών, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται. Αντίθετα, όπως ο μάρτυρας του ενάγοντος και πρώην εργαζόμενος της πρώτης εναγομένης κατέθεσε ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η σήμανση αυτή τοποθετήθηκε μετά το ατύχημα και μάλιστα ζητήθηκε από τον προϊστάμενο αυτής από προστηθέντες της πρώτης εναγομένης να προβούν στην εργασία αυτή, την επόμενη εργάσιμη ημέρα μετά το ατύχημα. Σημειωτέο ότι οι σημάνσεις διαχωρισμού του χώρου κυκλοφορίας ανυψωτικών μηχανημάτων και πεζών, που εν τέλει η πρώτη εναγομένη τοποθέτησε δεν ήταν σύμφωνα με το άρθρο 13.4 του Παραστήματος Ι του ΠΔ 16/1996, διότι οι οδοί κυκλοφορίας που προορίζονταν για τα ανυψωτικά μηχανήματα δεν βρίσκονταν σε αρκετή απόσταση από τις πόρτες εισόδου του αποθηκευτικού χώρου και τους διαδρόμους που προορίζονταν για πεζούς κατά τα εκτιθέμενα στην ως άνω έκθεση έρευνας.

Περαιτέρω από τις ως άνω παραδοχές προκύπτει ότι το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης, η οποία δεν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή που απαιτούνταν να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς της, παραλείποντας να προβεί στην ορθή εφαρμογή των μέτρων υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων της και στην επίβλεψη αυτών, σύμφωνα με την παράγραφο 6γ του άρθρου 42 του Ν. 3850/2010 και μη προβλέποντας έτσι τις συνέπειες των παραλείψεων αυτών. Και τούτο διότι, κατά παράβαση των... διατάξεων της παραγράφου 2.1 του του Παραρτήματος V του ΠΔ 105/1995 και των παραγράφων 2.1, 2.2 και 2.3 του Παραρτήματος ΙΙ του ΠΔ 89/1999, μη καταβάλλοντας την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει παρέλειψε να μεριμνήσει για τη σήμανση διαχωρισμού του χώρου κυκλοφορίας ανυψωτικών μηχανημάτων και πεζών για την αποφυγή των διερχόμενων πεζών από το χώρο αυτό, αλλά και για την κατάλληλη και επαρκή εκπαίδευση των εργαζομένων της στον τομέα της ασφάλειας και υγείας, αφού αφενός δεν είχε εκπαιδεύσει τον έκτο εναγόμενο, καίτοι του είχε αναθέσει καθήκοντα βοηθού χειριστή, παραλείποντας μάλιστα να ελέγξει, όπως όφειλε, αν είχε τηρηθεί η προβλεπόμενη νόμιμη διαδικασία, ως ανωτέρω, για την απόκτηση της ιδιότητας του βοηθού χειριστή του εν λόγω ανυψωτικού μηχανήματος, δεδομένου ότι δεν ήταν δυνατόν άνευ ετέρου να ασκούνται τα καθήκοντα του βοηθού χειριστή ανυψωτικού μηχανήματος, στην τήρηση των κανόνων ασφαλούς κυκλοφορίας του αυτοκινούμενου εξοπλισμού εργασίας που χειριζόταν, και ιδίως να χειρίζεται το εν λόγω ανυψωτικό μηχάνημα κατά τρόπο που να έχει τη δυνατότητα να βεβαιώνεται ότι δεν υπάρχουν άτομα εκτιθέμενα στις επικίνδυνες ζώνες, και αφετέρου ούτε και τον παθόντα στην αποφυγή του χώρου της αποθήκης σε ώρα που δεν είχε εργασία εντός αυτής. Για τον ίδιο λόγο τέτοια αμελή συμπεριφορά, που οδήγησε στην επέλευση του επίδικου ατυχήματος επέδειξε και η δεύτερη εναγόμενη, η οποία ως πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης εναγομένης και Διευθύνουσα Σύμβουλος αυτής, είχε αναλάβει και το σύνολο της διαχείρισης των εταιρικών της υποθέσεων και συγκεκριμένα της είχε δοθεί από τα λοιπά μέλη του διοικητικού συμβουλίου η εντολή και το δικαίωμα εκπροσώπησης της εταιρείας για όλες τις διοικητικές, οικονομικές και κάθε είδους συναλλαγές και δραστηριότητες αυτής, μεταξύ των οποίων η υποχρέωση να διορίζει, να παύει και να αντικαθιστά τους υπαλλήλους της εταιρείας, να κανονίζει τα της εσωτερικής και εξωτερικής λειτουργίας αυτής, να δίνει τις γενικές κατευθύνσεις σε κάθε είδους υποθέσεις της, να καθορίζει τη γραμμή που πρέπει να ακολουθηθεί και γενικά να καταρτίζει τους γενικούς κανονισμούς τους οποίους πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούν οι εντεταλμένοι με την διεύθυνση των διαφόρων τμημάτων της εταιρείας υπάλληλοι, σύμφωνα με το από 28-11-2014 πρακτικό Διοικητικού Συμβουλίου της ως άνω εταιρείας, το οποίο καταχωρήθηκε στο ΓΕ.Μ.Η. με αριθμ. πρωτ. ...2015.

Εξάλλου και ο έκτος εναγόμενος παρέλειψε να καταβάλει την επιμέλεια που όφειλε να καταβάλει με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, ο οποίος εκτελούσε καθήκοντα βοηθού χειριστή του εν λόγω ανυψωτικού μηχανήματος κατά τα ανωτέρω, χωρίς να έχει τηρηθεί η νόμιμη προβλεπόμενη διαδικασία για την απόκτηση της ιδιότητας του βοηθού χειριστή του εν λόγω ανυψωτικού μηχανήματος, έτσι ώστε να είναι σε θέση να βεβαιώνεται ότι δεν υπάρχουν άτομα εκτιθέμενα στη ζώνη του και ο τυχόν εκτιθέμενος εργαζόμενος να είναι σε θέση να αποφεύγει τους κινδύνους που δημιουργεί η εκκίνηση του εν λόγω μηχανήματος, κατά παράβαση των προαναφερόμενων... διατάξεων των παραγράφων 2.2. και 2.3 του Παραρτήματος ΙΙ του ΠΔ 89/1999 και παραγράφου 2.3 του Παραρτήματος του ΠΔ 395/1994. Αντίθετα, έχοντας τοποθετήσει στο εν λόγω ανυψωτικό μηχάνημα δύο δέματα χαρτιών ανακύκλωσης, όπως και ο ίδιος παραδέχεται στις από 28-2-2016 έγγραφες εξηγήσεις του προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών στα πλαίσια της διενεργούμενης προκαταρκτικής εξέτασης, δεν είχε πλήρη ορατότητα στο έμπροσθεν οπτικό πεδίο, αλλά ούτε και ήλεγξε με οποιοδήποτε τρόπο ότι δεν κινούταν πεζός στην πορεία του, με αποτέλεσμα να παρασύρει τον ενάγοντα, που κινούταν στον χώρο της αποθήκης, προκαλώντας τον ως άνω τραυματισμό του, μη προβλέποντας έτσι τις συνέπειες της αμελούς συμπεριφοράς του.

Περαιτέρω και ο πέμπτος εναγόμενος, ο οποίος κατείχε την άδεια χειριστού, παρέλειψε επίσης να καταβάλει την επιμέλεια που όφειλε να καταβάλει με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, καθόσον, καίτοι είχε τα καθήκοντα επίβλεψης του έκτου εναγομένου, παρά ταύτα παρέλειψε να δώσει τις κατάλληλες οδηγίες και εντολές και επέτρεψε να φορτώσει δύο δέματα χαρτιού στο μηχάνημα, με αποτέλεσμα να εμποδιστεί η ορατότητά του, παραλείποντας έτσι να τον κατευθύνει στον σωστό χειρισμό του μηχανήματος, ενώ επίσης από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και θα μπορούσε να επιδείξει, δεν είχε την εποπτεία του χώρου κίνησης του ως άνω μηχανήματος, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί τον ενάγοντα και να μην προβλέψει έτσι και να μην αποτρέψει τον τραυματισμό του ως ανωτέρω, κατά παράβαση των οριζόμενων στο άρθρο 3 του ΠΔ 113/2012. Ενόψει δε των ανωτέρω το ατύχημα, που ήταν εργατικό, κατά την έννοια του ν. 551/1915...., δεδομένου ότι η προκληθείσα βλάβη της υγείας του ενάγοντος ήταν αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, ήτοι της παράσυρσής του από το αυτοκινούμενο μηχάνημα, που δεν αναγόταν σε οργανική ή παθολογική διάθεση του παθόντος, το οποίο (ατύχημα) δεν θα λάμβανε χώρα, χωρίς την εργασία αυτού, οφείλεται στην αμελή συμπεριφορά των ως άνω εναγομένων, εκ των οποίων οι πέμπτος και έκτος των εναγομένων ήταν προστηθέντες της πρώτης εναγομένης, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, που προκάλεσε κατ' αιτιώδη σύνδεσμο, τον τραυματισμό του ενάγοντος αφού η πρόκληση του εν λόγω εργατικού ατυχήματος θα μπορούσε να αποφευχθεί αν επιδείκνυαν την ανωτέρω οφειλόμενη και προσήκουσα συμπεριφορά. Για το λόγο αυτό, βάσει των ως άνω παραδοχών, απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος άλλως περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος -παθόντος ποσοστού 95% στην πρόκληση του επίδικου ατυχήματος....".

Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω παραδοχών, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 17.11.2022 έφεση των πρώτης, δεύτερης, πέμπτου και έκτου εναγομένων-ήδη αναιρεσειόντων, με το μοναδικό λόγο της οποίας επανάφεραν προς δευτεροβάθμια κρίση τον πρωτοδίκως απορριφθέντα κατ' ουσίαν ισχυρισμό τους περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος-πρώτου αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση του ατυχήματος, που είχαν προβάλει παραδεκτά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο οι αναιρεσείοντες κρίθηκαν αποκλειστικά υπαίτιοι για το εργατικό ατύχημα. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330, 914 και 922 ΑΚ, καθώς και των άρθρων 16 Ν. 551/1915, 3 παρ. 1 και 3 και 4 παρ. 1 και 2 του π.δ. 113/2012, των οποίων συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις, χωρίς να αρκεστεί σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούν οι διατάξεις αυτές για την εφαρμογή τους, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που ανελέγκτως έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, που δικαιολογεί την παραδοχή της ένδικης αγωγής και την απόρριψη της ένστασης οικείου πταίσματος του παθόντος κατ' άρθρο 300 ΑΚ, το οποίο το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε. Ειδικότερα, τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα συγκροτούν αντικειμενικά της έννοια της υπαιτιότητας της δεύτερης αναιρεσείουσας προέδρου και διευθύνουσας συμβούλου της πρώτης αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας και εργοδότριας του παθόντος πρώτου αναιρεσιβλήτου, καθώς και της υπαιτιότητας των προστηθέντων από αυτή υπαλλήλων της, τρίτου και τέταρτου των αναιρεσειόντων ως προς το κρινόμενο εργατικό ατύχημα και επιτρέπουν το συμπέρασμα αφενός να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ότι υπήρχε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων και του ένδικου εργατικού ατυχήματος, η οποία, με βάση τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, και κατά το μέρος που παραβίασαν τις διατάξεις των παραγράφων 2.1 του Παραρτήματος V του ΠΔ 105/1995, 2.1, 2.2, 2.3 του Παραρτήματος ΙΙ του ΠΔ 89/1999, των άρθρων 3 παρ. 1 και 3, 4 παρ. 1 και 2 του ΠΔ 113/2012 και της παραγράφου 2.3 του Παραρτήματος Ι του ΠΔ 395/1994, ήταν πρόσφορη αιτία του επελθόντος ένδικου ατυχήματος, αφετέρου δε ότι ελλείπει υπαιτιότητα του παθόντος στην πρόκλησή του. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, καθώς και ο δεύτερος λόγος, επίσης κατά το πρώτο σκέλος του, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες, υποστηρίζοντας τα αντίθετα, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς τα κρίσιμα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά αντιθέτως διέλαβε επαρκείς και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα των αναιρεσειόντων για το ένδικο εργατικό ατύχημα, αναλύοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που συγκροτούσαν την έννοια της αμέλειας που επέδειξαν, σε συνδυασμό με τις από μέρους τους παραβάσεις των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, βρίσκονταν σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, δηλαδή το ένδικο ατύχημα. Πιο συγκεκριμένα, διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξαν οι αναιρεσείοντες και, ειδικότερα: α) ότι η πρώτη αυτών, δια της νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης αναιρεσείουσας, παρέλειψε να τοποθετήσει στο δάπεδο της αποθήκης, όπου έλαβε χώρα το ατύχημα, ειδική σήμανση ώστε να επισημαίνεται ο χώρος που προορίζεται ειδικά για την κυκλοφορία των ανυψωτικών μηχανημάτων και να διακρίνεται από το χώρο κυκλοφορίας των πεζών, ενώ, επιπλέον δεν μερίμνησε για την εκπαίδευση του τέταρτου αναιρεσείοντος υπαλλήλου της, τον οποίο προέστησε στο χειρισμό ανυψωτικού μηχανήματος χωρίς να έχει αποκτήσει την ιδιότητα βοηθού χειριστή και, συνεπώς, να είναι σε θέση να βεβαιώνεται ότι δεν υπάρχουν άτομα εκτιθέμενα στη ζώνη εργασίας και να αποφεύγει τους κινδύνους που δημιουργεί η λειτουργία του εν λόγω μηχανήματος, ούτε δε και για την εκπαίδευση του παθόντος εργαζομένου προκειμένου να αποφεύγει το χώρο της αποθήκης όταν εντός αυτού δεν εκτελούσε την εργασία του, β) ότι ο τέταρτος αναιρεσείων, χειριστής του ανυψωτικού μηχανήματος κατά τη στιγμή του ατυχήματος χωρίς να έχει αποκτήσει την ιδιότητα του βοηθού χειριστή, έθεσε σε κίνηση το ανυψωτικό μηχάνημα χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι δεν υπάρχουν άτομα εκτιθέμενα στο χώρο της αποθήκης και δίχως να έχει ορατότητα στο έμπροσθεν αυτού οπτικό πεδίο, καθόσον είχε τοποθετήσει στο μηχάνημα δύο, αντί ενός, δέματα ανακυκλώσιμων υλικών, με συνέπεια να μην αντιληφθεί τον παθόντα εργαζόμενο που διερχόταν από το χώρο της αποθήκης, να τον παρασύρει και να τον τραυματίσει και γ) ότι ο τρίτος αναιρεσείων, αδειούχος χειριστής του ανυψωτικού μηχανήματος, προστηθείς από την πρώτη αναιρεσείουσα, με καθήκοντα επίβλεψης και καθοδήγησης του τέταρτου αναιρεσείοντος, δεν διατηρούσε συνεχή οπτική επαφή μαζί του, δεν μερίμνησε να δώσει τις κατάλληλες οδηγίες και εντολές και του επέτρεψε να φορτώσει δύο δέματα χαρτιού στο ανυψωτικό μηχάνημα, με αποτέλεσμα να εμποδιστεί η ορατότητά του, παραλείποντας έτσι να τον κατευθύνει στο σωστό χειρισμό του μηχανήματος, ενώ επίσης δεν είχε την εποπτεία του χώρου κίνησης του ως άνω μηχανήματος, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί τον παθόντα εργαζόμενο, ο οποίος προσπάθησε να αποφύγει το μηχάνημα κάνοντας βήματα προς τα πίσω, χωρίς, όμως, να προλάβει λόγω του αιφνιδιαστικού ελιγμού και του ελάχιστου χρόνου αντίδρασης. Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες πλημμέλεια της παράθεσης ανεπαρκών αιτιολογιών στη προσβαλλόμενη απόφαση και ο σχετικός από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, πέραν της αοριστίας του διότι δεν γίνεται μνεία των επιπλέον περιστατικών που έπρεπε να αναφέρονται, ώστε η αιτιολογία ως προς την απόρριψη της ένστασης του οικείου πταίσματος να είναι πλήρης, κρίνεται αβάσιμος. Οι δε περαιτέρω αιτιάσεις που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και αναφέρονται σε συνθήκες του ένδικου εργατικού ατυχήματος διάφορες από αυτές που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι απαράδεκτες, διότι πλήττεται ανεπίτρεπτα η ουσία της υπόθεσης. Τέλος, αβάσιμος κρίνεται ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη ότι υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα, ότι με το να δεχθεί ότι η σήμανση διαχωρισμού του χώρου κυκλοφορίας ανυψωτικών μηχανημάτων που εν τέλει η πρώτη αναιρεσείουσα τοποθέτησε δεν βρισκόταν σε αρκετή απόσταση από τις πόρτες εισόδου του αποθηκευτικού χώρου, χωρίς να διευκρινίζεται ποια θα ήταν η αρκετή απόσταση, διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες. Και τούτο διότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι μέχρι και την ημέρα του ένδικου ατυχήματος δεν είχε τοποθετηθεί ειδική σήμανση διαχωρισμού του χώρου κυκλοφορίας των ανυψωτικών μηχανημάτων, που καταλογίστηκε και ως αμέλεια της πρώτης αναιρεσείουσας διαμορφώνοντας το αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, οποιαδήποτε αναφορά για την μετά το ατύχημα τοποθέτηση της σήμανσης δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν αποτελεί αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για ανεπάρκεια.

IΙΙ. Με το άρθρο 25 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από …2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται στο εδ. δ' της παρ. 1 του άρθρου αυτού ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη, που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων. Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προαναφέρθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου. Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ.1 εδ. γ' του Συντάγματος, η θεσπιζομένη από αυτήν προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει", και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμόδιων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο, σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν. Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ' αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές, που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).

Άλλωστε, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, που, όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απωλέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου. Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια, που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Επομένως, η διαπίστωση παραβίασης της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και η διαπίστωση υπέρβασης από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 1153/2025, ΑΠ 5/2024, ΑΠ 12/2024).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης για την ικανοποίηση αυτής χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη ως κριτήρια το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διάδικων μερών.
Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και συνακόλουθα η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου. Σκοπός της ως άνω διάταξης του άρθρου 932 ΑΚ, εξάλλου, είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύφος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση τον σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου", εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος και όλες οι ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του όχι κατά τις υποκειμενικές ανέλεγκτες αντιλήψεις του, αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του Αστικού Κώδικα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Τούτο διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Εξάλλου, την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος του ποσού της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης (και σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος), ελέγχεται αναιρετικά από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 80/2025, ΑΠ 866/2024, ΑΠ 564/2024).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτή, αφού κρίθηκε, όπως προεκτέθηκε, ότι το ατύχημα προκλήθηκε από υπαιτιότητα της δεύτερης αναιρεσείουσας νόμιμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας και των προστηθέντων υπαλλήλων της, τρίτου και τέταρτου των αναιρεσειόντων, έγιναν ανελέγκτως δεκτά σχετικά με τη σωματική βλάβη του πρώτου αναιρεσιβλήτου και την από αυτήν προκληθείσα ηθική βλάβη του, τα ακόλουθα: "Αμέσως μετά το ατύχημα ο ενάγων διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής "Κ.Α.Τ." και στη συνέχεια στο Νοσοκομείο "ΑΤΤΙΚΟΝ" για χειρουργική εκτίμηση, ενώ στις 21-11-2015 διακομίσθηκε και πάλι στο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής "Κ.Α.Τ.", για αντιμετώπιση ανοικτών τραυμάτων ποδοκνημικών άμφω και δη ανοικτό κάταγμα δεξιάς ποδοκνημικής άρθρωσης και υποβλήθηκε σε εξωτερική οστεοσύνθεση και δερματικό αυτομόσχευμα. Στις 30-12-2015 διακομίσθηκε στην κλινική πλαστικής χειρουργικής του ως άνω Νοσοκομείου, καθώς έφερε μετατραυματικές νεκρώσεις μαλακών μορίων εκτεταμένες του δεξιού ποδός και σε μικρότερη έκταση του αριστερού ποδός, όπου υπεβλήθη σε χειρουργικούς καθαρισμούς και κάλυψη των επιφανειών με δερματικά μοσχεύματα μερικού πάχους, η δε μετεγχειρητική του πορεία ήταν μακρά λόγω των ανοικτών επιφανειών που προοδευτικά επουλώθηκαν. Εξήλθε από το ως άνω Νοσοκομείο στις 8-2-2016 με οδηγίες και σύσταση για επανεξέταση στα εξωτερικά ιατρεία και αναρρωτική άδεια. Στις 25-2-2016 ο ανωτέρω επανεξετάστηκε στα εξωτερικά ιατρεία του ως άνω νοσοκομείου και του χορηγήθηκε επιπλέον αναρρωτική άδεια ενός μήνα σε συνέχεια της προηγούμενης, η οποία κατόπιν επανεξετάσεώς του παρατάθηκε μέχρι τις 29-10-2017. Στις 20-7-2018 ο ενάγων εισήχθη, λόγω μετατραυματικής αρθρίτιδας-οστεομυελίτιδας στην ορθοπαιδική κλινική του ίδιου ως άνω νοσοκομείου και υποβλήθηκε σε αρθροδεσία ποδοκνημικής με χρήση εξωτερικής οστεοσύνθεσης και εξήλθε στις 31-7-2018, ενώ στις 6-9-2018 επανεισήχθη λόγω λοίμωξης του τραύματος, η οποία αντιμετωπίστηκε συντηρητικά, εξήλθε δε του ως άνω νοσοκομείου στις 28-9-2018 και του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια δύο (2) μηνών. Στις 11-5-2019 ο ενάγων εισήχθη στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο "ΑΤΤΙΚΟΝ" λόγω πλήρους απόφραξης της δεξιάς μασχαλιαίας φλέβας συνεπεία της πολύχρονης βάδισής του με βακτηρίες και πνευμονικής εμβολής στο οποίο νοσηλεύτηκε έως τις 23-5-2019. Σύμφωνα δε με την από 24-5-2019 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας του ΕΦΚΑ ο ενάγων, συνεπεία του επίδικου ατυχήματος, φέρει ποσοστό αναπηρίας 67% από 5-9-2018 έως 30-9-2019, σύμφωνα με την από 21-10-2019 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας του ΕΦΚΑ το ποσοστό αναπηρίας του ανέρχεται σε 55% κατά ιατρική πρόβλεψη από 1.10.2019 έως 30-9-2021. Σύμφωνα δε με την από 1-12-2021 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας του ΕΦΚΑ, που παραδεκτά ο ενάγων προσκομίζει το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, δεδομένου ότι δεν είχε εκδοθεί κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο..., το ποσοστό αναπηρίας του ανέρχεται σε 55% κατά ιατρική πρόβλεψη από 1-10-2021 έως 30-9-2024, εκ του οποίου ποσοστό 50% οφείλεται στο ατύχημα της 20-11-2015..... Από το παραπάνω εργατικό ατύχημα ο ενάγων, που είχε ως αποτέλεσμα την μερική αναπηρία του, ως παραπάνω, υπέστη μεγάλη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία, δοκίμασε και δοκιμάζει ακόμη έντονο ψυχικό άλγος, θλίψη και στεναχώρια, δικαιούται δε χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, το ύψος της οποίας, και αφού ληφθούν υπόψη οι ως άνω συνθήκες του εργατικού ατυχήματος, ο βαθμός και το είδος της αμέλειας των ως άνω εναγομένων, οι οποίοι, μη επιδεικνύοντας την προσήκουσα προσοχή και επιμέλεια ως ανωτέρω, παρέλειψαν να τηρήσουν τους ως άνω κανόνες και τα μέτρα της ασφάλειας, το είδος της σωματικής βλάβης του, η έκταση και η διάρκεια της προσβολής του σώματος και της υγείας του και οι συνέπειες αυτών, ενόψει και του ότι συνεπεία του τραυματισμού του από το εργατικό ατύχημα που υπέστη, κατέστη μερικώς ανίκανος προς εργασίας σε ηλικία 48 ετών, κατά το χρόνο του ατυχήματος, η ταλαιπωρία και ο πόνος που δοκίμασε, η οικονομική και κοινωνική θέση και κατάσταση των διάδικων μερών, η απορρέουσα από τα άρθρα 2 παρ.1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος, κρίνεται στο εύλογο ποσό των 55.000 ευρώ". Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση του ενάγοντος-πρώτου αναιρεσιβλήτου, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο με το οποίο προσδιορίστηκε η χρηματική ικανοποίηση στο ποσό των 30.000 ευρώ και, αφού κρατήθηκε και δικάστηκε η αγωγή, έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρεώθηκαν οι πρώτη, δεύτερη, πέμπτος και έκτος εναγόμενοι-αναιρεσείοντες να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, στον πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 55.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τον τραυματισμό του κατά το ένδικο εργατικό ατύχημα.

Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο και καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του πρώτου αναιρεσιβλήτου στο παραπάνω ποσό, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπερτερεί καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις. Επομένως, είναι αβάσιμος ο τέταρτος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στη προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 932 του ΑΚ, καθώς και εκείνου του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, επιδίκασε στον πρώτο αναιρεσίβλητο, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τον τραυματισμό του, το προαναφερόμενο ποσό, το οποίο, όμως, κατά τους ισχυρισμούς τους, είναι καταφανώς μεγαλύτερο εκείνων που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του εργατικού ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτού.

IV. Με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 5 του N. 2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις ιδιωτικής ασφάλισης κλπ." ορίζεται, ότι ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης να καταβάλει ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται στη μεν ασφάλιση ζημιών σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των λοιπών αναφερόμενων στην παράγραφο αυτή προσώπων, ενώ με την παρ. 6 εδ. α' του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων. Η δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την "κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων", πρέπει να νοηθεί στο ρυθμιστικό πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 33 παρ. 1 του ως άνω νόμου, κατά την οποία κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στον παρόντα νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το σύνολο των διατάξεων του Ν. 2496/1997 αποτελούν ρυθμίσεις "ημιαναγκαστικού" κατ' αρχήν δικαίου, με την έννοια ότι, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο νόμο αυτό, δεν μπορούν να περιοριστούν με την ασφαλιστική σύμβαση τα δικαιώματα των καλυπτόμενων προσώπων παρά μόνο να διευρυνθούν. Εκδηλώνεται έτσι, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, η προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη προς το ασθενέστερο στη σύμβαση ασφάλισης μέρος, που είναι, κατά κανόνα, το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον ασφαλιστή για λόγους μη επαγγελματικούς, αφού στην ιδιωτική ασφάλιση, η οποία αποτελεί καταναλωτικό αγαθό ευρείας χρήσης, είναι εμφανής στην περίπτωση αυτή η ανάγκη τέτοιας προστατευτικής παρέμβασης υπέρ του ασφαλισμένου, ενόψει του ότι ελλείπει τότε η διαπραγματευτική ισοδυναμία των μερών, με κίνδυνο η παρεχόμενη ασφαλιστική κάλυψη να φαλκιδευτεί στην περίπτωση αυτή μέσω της ασκούμενης, υπό άνισους όρους, συμβατικής ελευθερίας (ΟλΑΠ 14/2013). Αντίθετα στις περιπτώσεις της ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, δηλαδή κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης, δεν είναι αναγκαία εξ ορισμού η ως άνω προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη και μπορούν, κατά περίπτωση, να διαμορφωθούν ελεύθερα οι όροι των ασφαλιστικών συμβάσεων, όταν μεταξύ των μερών μπορεί να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας. Ο νομοθέτης, δηλαδή, δεν έχει επιτρέψει την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης σε κάθε περίπτωση ασφάλισης επαγγελματικών κινδύνων, αλλά, μόνο σε όσες περιπτώσεις είτε ειδικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 33 παρ.1 του Ν. 2496/1997 είτε γίνεται με τη διάταξη αυτή παραπομπή σε άλλες διατάξεις του ίδιου νόμου, υπό την έννοια ότι ναι μεν δεν κατονομάζονται ρητά στην εν λόγω διάταξη, καλύπτονται όμως από την περιεχόμενη σ' αυτή γενική επιφύλαξη, ότι τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος δεν επιτρέπεται να περιοριστούν συμβατικά, εκτός αν κάτι άλλο ειδικά ορίζεται στο Ν. 2496/1997. Τέτοια ειδική ρύθμιση είναι και αυτή του άρθρου 7 παρ. 6 του νόμου αυτού, η οποία έχει ευρεία διατύπωση, είναι ενταγμένη στο πρώτο τμήμα του, που περιέχει γενικές διατάξεις για τις ασφαλιστικές συμβάσεις και μπορεί έτσι να γίνει ασφαλώς δεκτό ότι η προβλεπόμενη με τη ρύθμιση αυτή δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, όταν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, αφορά ποικίλες κατ' αρχήν απαλλακτικές ρήτρες για όλα τα είδη των ασφαλιστικά καλυπτόμενων ζημιών (ΟλΑΠ 18/2015, ΑΠ 187/2023, ΑΠ 957/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Εφετείου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με την παρεμπίπτουσα αγωγή: "... Μεταξύ της παρεμπιπτόντως ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…" (πρώτης αναιρεσείουσας) και της παρεμπιπτόντως εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας ανώνυμης ελληνικής εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "…" (δεύτερης αναιρεσίβλητης), καταρτίστηκε σύμβαση ασφάλισης, εκδοθέντος προς τούτο του υπ' αριθμ. … ασφαλιστηρίου συμβολαίου, με διάρκεια ασφαλίσεως από …2015 έως …2016, δυνάμει της οποίας η τελευταία ανέλαβε την ασφάλιση των κινδύνων από τη λειτουργία του ως άνω με αριθμό κυκλοφορίας … ανυψωτικού μηχανήματος της ως άνω παρεμπιπτόντως ενάγουσας, και δη για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξ αιτίας πρόκλησης και σωματικής βλάβης μέχρι του ποσού του 1.000.000 ευρώ σ την οποία ασφαλιστική κάλυψη περιλαμβάνονταν και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σύμφωνα με το άρθρο 11 των Γενικών Όρων Ασφάλισης Κινδύνων υπό τον τίτλο "Ασφάλιση αστικής ευθύνης έναντι τρίτων για ζημίες που θα προκληθούν κατά τη διάρκεια λειτουργίας του οχήματος ως εργαλείου", ο ασφαλιστής, πλην των άλλων εξαιρέσεων που αναγράφονται στα άρθρα 20 και 21, δεν ευθύνεται και στην περίπτωση της παραγράφου 8 του άρθρου αυτού στο οποίο προβλέπεται "Για σωματικές βλάβες και υλικές ζημίες που προξενούνται από οδηγό ή χειριστή που δεν έχει την κατά νόμο και την κατηγορία του οχήματος ειδική άδεια χειριστή μηχανήματος έργων ή άλλου μηχανήματος", ενώ στο άρθρο 21 παρ.6 υπό τον τίτλο "Γενικές Εξαιρέσεις" αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προξενήθηκαν από οδηγό που δεν έχει την άδεια οδήγησης που προβλέπει ο νόμος για την κατηγορία του οχήματος που οδηγεί ή άδεια χειριστού μηχανήματος ή μηχανήματος έργου. Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες παραδοχές, η παρεμπιπτόντως ενάγουσα (πρώτη εναγομένη της κύριας αγωγής) είχε αναθέσει στον έκτο εναγόμενο της κύριας αγωγής καθήκοντα βοηθού χειριστή αυτού, ο οποίος όμως για την άσκηση αυτής της επαγγελματικής ιδιότητας δεν κατείχε βεβαίωση αναγγελίας ως βοηθού χειριστή για τον χειρισμό του εν λόγω ανυψωτικού μηχανήματος, καθόσον η ιδιότητα του βοηθού χειριστή αποκτάται με την τήρηση της προβλεπόμενης νόμιμης διαδικασίας σύμφωνα με τις... διατάξεις των άρθρων 4 και 5 του ΠΔ 113/2012 (η οποία εκδίδεται με την υποβολή συγκεκριμένων εγγράφων και βεβαιώσεων και διαπιστώσεων...) που πρέπει να προηγηθεί της άσκησης των καθηκόντων του βοηθού χειριστή ανυψωτικού μηχανήματος όπως εν προκειμένω, και ανεξάρτητα από ότι τελούσε υπό την επίβλεψη και καθοδήγηση του πέμπτου εναγόμενου, αδειούχου χειριστή του μηχανήματος, αφού δεν είχε αποκτήσει την ιδιότητα του βοηθού χειριστή, ακόμη και εάν γίνει δεκτό ότι το εν λόγω ανυψωτικό μηχάνημα ήταν δυνατόν να το χειριστεί και βοηθός χειριστή, η δε έλλειψη της ιδιότητας του βοηθού χειριστού δεν καλύπτεται από το ότι η παρεμπιπτόντως ενάγουσα στον πίνακα προσωπικού τον ανήγγειλε ως βοηθό χειριστή από 15-10-2014. Συνακόλουθα, αφού ο έκτος εναγόμενος δεν είχε αποκτήσει την ιδιότητα του βοηθού χειριστή όπως προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 5 του ΠΔ 113/2012, εξομοιώνεται με εργαζόμενο που άνευ αδείας χειρίζεται το εν λόγω ανυψωτικό μηχάνημα, και καταλήγουμε ότι χειρίζονταν από άτομο που δεν κατείχε άδεια χειριστή του εν λόγω ανυψωτικού μηχανήματος (αφού δεν είχε ούτε την ιδιότητα του βοηθού χειριστή), σε αντίθετη δε περίπτωση θα νομιμοποιούνταν οποιοσδήποτε εργαζόμενος να χειρίζεται τα εν λόγω ανυψωτικά μηχανήματα χωρίς να υφίσταται ουδεμία έννομη συνέπεια....
Συνεπώς η προκληθείσα στον ενάγοντα της κύριας αγωγής ηθική βλάβη εξαιρείται της ανωτέρω ασφαλιστικής κάλυψης σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 11 παρ.8 των Γενικών Όρων Ασφάλισης Κινδύνων, υπό τον τίτλο Ασφάλιση αστικής ευθύνης έναντι τρίτων για ζημίες που θα προκληθούν κατά τη διάρκεια λειτουργίας του οχήματος ως εργαλείου...". Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση της παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο με το οποίο είχε γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η παρεμπίπτουσα αγωγή και είχε υποχρεωθεί η παρεμπιπτόντως εναγομένη-δεύτερη αναιρεσίβλητη να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα-πρώτη αναιρεσείουσα το ποσό των 30.000 ευρώ και, αφού κρατήθηκε και δικάστηκε η υπόθεση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απορρίφθηκε η παρεμπίπτουσα αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 παρ.6 και 33 παρ.1 του Ν. 2496/1997 "Ασφαλιστική Σύμβαση, τροποποιήσεις ιδιωτικής ασφάλισης κλπ.", καθώς και των άρθρων 3, 4 και 5 του π.δ. 113/2012 "Χειριστές μηχανημάτων των τεχνικών έργων, ειδικότητες, επαγγελματικά προσόντα", των οποίων συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις, χωρίς να αρκεστεί σε λιγότερα στοιχεία από όσα οι διατάξεις αυτές απαιτούν για την εφαρμογή τους, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού,. ως προς την απαλλαγή της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και την απόρριψη της σε βάρος της ασκηθείσας παρεμπίπτουσας αγωγής. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις ουσιαστικές αυτές παραδοχές της προσβαλλομένης, αφού πρόκειται για ασφάλιση επαγγελματικού κινδύνου που εμπίπτει στην ως άνω διάταξη της παρ. 6α του άρθρου 7 του Ν. 2496/1997, με την οποία διευρύνονται οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή στην ασφάλιση επαγγελματικών κινδύνων, περιοριζομένων επιτρεπτά των δικαιωμάτων του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου, κατά τη διάταξη του άρθρου 33 παρ.1 του ίδιου νόμου, ο περιεχόμενος όρος στην επίδικη ασφαλιστική σύμβαση επαγγελματικών κινδύνων ότι αυτή ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι το με αριθμό κυκλοφορίας … ανυψωτικό μηχάνημα χειρίζεται εργαζόμενος που έχει την κατά το νόμο και την κατηγορία του οχήματος ειδική άδεια χειριστή μηχανήματος έργων, που συμφωνήθηκε μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας και της δεύτερης αναιρεσίβλητης, εμπίπτει στην ως άνω διάταξη του άρθρου 7 παρ. 6α και διευρύνει την απαλλαγή της ασφαλιστικής εταιρείας και για την ασφαλιστική περίπτωση που το ανυψωτικό μηχάνημα χειρίζεται άτομο στερούμενο της άδειας χειριστή, την οποία στην κρινόμενη διαφορά, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 4 και 5 του π.δ. 113/2012, δεν κατείχε ο τέταρτος αναιρεσείων, που χειριζόταν το ανυψωτικό μηχάνημα κατά το χρόνο του ατυχήματος και τον εξ αυτού τραυματισμό του πρώτου αναιρεσιβλήτου, με συνέπεια την ενεργοποίηση του ανωτέρω όρου απαλλαγής από την ασφάλιση. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η πρώτη αναιρεσείουσα, υποστηρίζοντας τα αντίθετα, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, ειδικότερα, ότι παραβίασε τις ουσιαστικού διατάξεις των άρθρων 7 παρ.6 και 33 παρ.1 του Ν. 2496/1997, καθώς και των άρθρων 3, 4 και 5 του π.δ. 113/2012, είναι αβάσιμος.

V. Κατ' ακολουθίαν όλων όσων προαναφέρθηκαν και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, κατ' ίσα μέρη, λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις, η δε πρώτη αναιρεσείουσα επιπλέον και στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης που παρέστη με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 180 παρ.1, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου επιδικάζονται ξεχωριστές δικαστικές δαπάνες (ΑΠ 219/2024, ΑΠ 392/2022), κατόπιν σχετικού αιτήματός τους, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3.4.2024 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2024) αίτηση για αναίρεση της 5653/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες, κατ' ίσα μέρη, στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ και επιπλέον την πρώτη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή