Απόφαση 680 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 680/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ Δήμου Βόρειας Κυνουρίας, που εδρεύει στο Άστρος Κυνουρίας Αρκαδίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βέμμο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο Άστρος Κυνουρίας Αρκαδίας. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κούκλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 04-08-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Άστρους. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 577/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 06-12-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 6.12.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, με αριθμό 577/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 1 του Ν. 2286/1995 "Προμήθειες του Δημόσιου Τομέα και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων", που εφαρμόζεται κατά τον κρίσιμο χρόνο, οι συμβάσεις από επαχθή αιτία για την προμήθεια αγαθών που ενεργούνται από φορείς του δημόσιου τομέα, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα ΝΠΔΔ, οφείλουν να καταρτίζονται εγγράφως. Ο ίδιος άλλωστε έγγραφος τύπος απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρ. 41 Ν.Δ. 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", και για το κύρος των συμβάσεων που συνάπτουν τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, με αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών (και μεταγενέστερα κατά την με αριθμό ...1992 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών 150.000 δραχμών ή 440,20 ευρώ, ήδη δε, κατά την με αριθμό ... απόφαση του αυτού Υπουργού, 2.500 ευρώ) ή δημιουργεί υποχρεώσεις διάρκειας εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, η πρόταση όμως, για την κατάρτιση της σύμβασης και η αποδοχή της μπορούν να γίνουν και με χωριστά έγγραφα, αίρεται δε, η ακυρότητα που προκαλείται από την έλλειψη έγγραφης αποδοχής αν εκπληρωθεί η σύμβαση. Επίσης, από τις διατάξεις του άρθρ. 80 παρ. 1 και 2 Ν. 2362/1995, που εφαρμόζονται αναλόγως και στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) εφόσον οι ως προς αυτούς προστατευτικές διατάξεις δεν είναι ευνοϊκότερες (άρθρα 3 του ν.δ. 31/1968, 304 του π.δ. 410/1995 και 276 του ν.3463/2006 - σχετ. ΑΠ 284/2011), προκύπτει ότι α) για το κύρος σύμβασης του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης των "δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ" ή που γεννά διαρκή υποχρέωση αυτού, απαιτείται η κατάρτισή της να γίνει με ιδιωτικό τουλάχιστον έγγραφο (το ποσό των 2.500 ευρώ αναπροσαρμόστηκε από 1-1-2002 με την ΥΑ του Υπουργού Οικονομικών …/2001) και β) η πρόταση κατάρτισης της σύμβασης και η αποδοχή της δύναται να γίνουν και με ιδιαίτερα έγγραφα, ενώ η μη τήρηση του τύπου της έγγραφης αποδοχής αίρεται σε περίπτωση εκπλήρωσης της σύμβασης. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός και για το λόγο αυτό η έλλειψή του καθιστά, κατά τα άρθρ. 158 και 159 παρ. 1 του ΑΚ, άκυρη τη σύμβαση, η οποία συνακόλουθα θεωρείται ως μη γενομένη, αίρεται δε, η ακυρότητα σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης, μόνο όταν για τη σύναψή της προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (ΑΠ 624/2022, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 137/2019, ΑΠ 1492/201, ΑΠ 1442/2014). Η πρόταση, η οποία είναι μονομερής και απευθυντέα σε τρίτο δήλωση βούλησης και αποτελεί ουσιώδες κατά το άρθρο 192 ΑΚ στοιχείο της σύμβασης, πρέπει να είναι πλήρης κατά περιεχόμενο και ορισμένη, ήτοι να περιέχει πλήρη στοιχεία της προς κατάρτιση δικαιοπραξίας, ώστε με την αποδοχή της από τον αντισυμβαλλόμενο και την εκπλήρωση της σύμβασης να αίρεται η ακυρότητα (ΑΠ 1483/2022, ΑΠ 1223/2019, ΑΠ 327/2018 ,ΑΠ 91/2016). Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι κάθε σύμβαση, που καταρτίζεται από Δημόσιο ή ΝΠΔΔ, δηλαδή, ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ και έχει ως άνω αντικείμενο την προμήθεια αγαθών ή υπηρεσιών με αξία άνω των 2.500 ευρώ, πρέπει να υποβάλλεται σε έγγραφο τύπο, προκειμένου να είναι έγκυρη. Η ακυρότητα της σύμβασης από την έλλειψη του απαιτούμενου τύπου, ο οποίος είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός τόσο για την αρχική σύμβαση όσο και για τυχόν τροποποίησή της είναι απόλυτη και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, εφόσον προκύπτει από τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 430/2015, ΑΠ 324/2014, ΑΠ 12/2013). Στην περίπτωση δε, της άκυρης σύμβασης η παροχή που τυχόν έγινε σε εκτέλεση της σύμβασης παρά την ακυρότητά της είναι παροχή, χωρίς νόμιμη αιτία και μπορεί, συνεπώς κατά τις διατάξεις των άρθρο 904 - 913 ΑΚ για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, να αναζητηθεί αυτούσια η παροχή ή αναλόγως η αντίστοιχη ωφέλεια που επήλθε στο άλλο μέρος (ΑΠ 261/2020, 766/2014, 1462/2012, 1378/2011). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1 του ΑΚ , "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Από την άνω διάταξη προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξίωσης από την αιτία (ΑΠ 1321/2015, ΑΠ 1442/2014). Ακόμη, κατά το άρθρο 908 εδ. α' του ίδιου Κώδικα "ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό". Από τον συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται εργασίες ή υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση ο αντισυμβαλλόμενος του παρέχοντος που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, εάν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες. Ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 του ΑΚ που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΑΠ 435/2013, ΑΠ 1057/2011).
Σύμφωνα με το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, που αφορά τις αποφάσεις των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (ΟλΑΠ 10/2011). Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 192/2019, ΑΠ 727/2017). Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε, οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, ή δεν παραθέτει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΑΠ 1732/2012, ΑΠ 254/2003, ΑΠ 142/2003, ΑΠ 110/2001).
Εξάλλου έμμεση διαπίστωση κενού στη δικαιοπραξία ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση βουλήσεως των μερών προκύπτει όταν το δικαστήριο, και χωρίς να μνημονεύει ειδικώς τις ειρημένες ερμηνευτικές διατάξεις, προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης από την οποία αποκαλύπτεται ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, εξαιτίας των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δήλωσης, μπορεί δε, η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας να προκύπτει και από το γεγονός, ότι το δικαστήριο για τη διακρίβωση της αληθούς, έννοιας της σύμβασης έλαβε υπόψη και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της σύμβασης ή χρησιμοποιεί επιχειρήματα (ΑΠ 1732/2012, ΑΠ 28/2007). Η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, ως κρίση αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 233/2020, ΑΠ 97/2019).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει και όταν το δικαστήριο, έχοντας προβεί στην εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή όταν οι παρατιθέμενες αιτιολογίες δεν δικαιολογούν επαρκώς, ή είναι αντιφατικές προς το πόρισμα του δικαστηρίου (ΑΠ 766/2019, ΑΠ 705/2019, ΑΠ 518/2018, ΑΠ 1225/2015).
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης: Με την από 4.8.1917 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Άστρους η ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία ζήτησε να της επιδικασθεί με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, το συνολικό χρηματικό ποσό των 19.125,73 ευρώ, ως συνολικό τίμημα διαδοχικών πωλήσεων ειδών καθαριότητας προς τον ήδη αναιρεσείοντα Δήμο Βόρειας Κυνουρίας, οι οποίες υπήρξαν άκυρες ελλείψει του προβλεπομένου, κατά νόμο, εγγράφου τύπου. Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 17/2020 οριστική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, που έκανε δεκτή την αγωγή ως εν μέρει βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, επιδικάζοντας στην αναιρεσείουσα το χρηματικό ποσό των 17.921,78 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Επί των από 3.8.2020 και από 7.1.2021 εφέσεων του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης, αντιστοίχως, εκδόθηκε κατά συνεκδίκαση των εφέσεων και αντιμωλία των διαδίκων η με αριθμό 577/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου (αναιρεσιβαλλομένη), η οποία δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της τα ακόλουθα: " Οι διάδικοι συνήψαν χωρίς την προβλεπόμενη από το άρθρο 41 ν.δ. 496/1974 τήρηση εγγράφου τύπου διαδοχικές συμβάσεις πώλησης ειδών καθαριότητος και εκδηλώσεων, στην εμπορία των οποίων δραστηριοποιείται η ενάγουσα. Στο πλαίσιο των εν λόγω πωλήσεων η ενάγουσα εξέδωσε τα εξής τιμολόγια-δελτία αποστολής.... Το συνολικό ύψος των ανωτέρω παραστατικών, τα οποία δεν υπογράφονται από αρμόδιο υπάλληλο ή από τον νόμιμο εκπρόσωπο του εναγομένου στο πεδίο του παραλαβόντος, παρά μόνον από την ενάγουσα και δη, τινά εξ αυτών στο πεδίο του εκδότη, ανέρχεται στο ποσό των 19.125,73 ευρώ... Έναντι της οφειλής αυτής ο εναγόμενος αποδεικνύεται ότι κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των 1.203,95 ευρώ.. δεκτής γενομένης της ένστασης μερικής εξόφλησης του εναγομένου, ως προς το ποσό αυτό... Περαιτέρω η ενάγουσα με την από ...2009 αίτησή της προς την οικονομική υπηρεσία του εναγομένου υπέβαλε τα ένδικα τιμολόγια προς πληρωμή, ο δε εναγόμενος με το...απαντητικό έγγραφό του αναφέρει ότι δεν υπήρχε έγκριση συλλογικού οργάνου του δήμου ή ψήφιση πίστωσης, και συνεπώς δεν ήταν δυνατή η εκκαθάρισή τους, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η ενταλματοποίησή τους, ούτε και η υποβολή στον επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου του νομού Αρκαδίας για την θεώρησή τους. Εκ του ανωτέρω εγγράφου συνάγεται με απόλυτη σαφήνεια, ότι οι ανωτέρω πωλήσεις έχουν συμφωνηθεί και η μεταβίβαση, παράδοση και παραλαβή των πωληθέντων πραγμάτων έχει πραγματοποιηθεί στο σύνολο των ανωτέρω πωλήσεων, καθώς, με το εν λόγω έγγραφο, ο εναγόμενος δεν αρνείται τις ενοχικές σχέσεις των άτυπων, αντίθετα προς τον νόμο, πωλήσεων, ούτε και την παραλαβή των εμπορευμάτων αναγνωρίζοντας με τον τρόπο αυτό την οφειλή του έναντι της ενάγουσας. Επί πλέον ο εναγόμενος με το ... έγγραφό του, επέστρεψε μέρος των ενδίκων τιμολογίων και ειδικότερα τα ... τα οποία αντιστοιχούν στο συνολικό ποσό των 16.008,39 ευρώ. Η επιστροφή αυτή οφείλεται στην έλλειψη εγκεκριμένων πιστώσεων και μη έγκρισής τους από συλλογικό όργανο του εναγομένου, όπως προκύπτει από το εισαγωγικό του εγγράφου κείμενο, απευθυνόμενο προς τον νόμιμο εκπρόσωπο και διαχειριστή της ενάγουσας, Φ. Μ. Και από το εν λόγω έγγραφο προκύπτει με σαφήνεια ότι οι ανωτέρω πωλήσεις, που αφορούν τουλάχιστον στα συγκεκριμένα τιμολόγια, έχουν συμφωνηθεί και η μεταβίβαση, παράδοση και παραλαβή των πωληθέντων πραγμάτων έχει πραγματοποιηθεί στο επί μέρους σύνολο των ως άνω αναφερομένων πωλήσεων, για τις οποίες εκδόθηκαν τα πλείονα παραστατικά, καθώς με το εν λόγω έγγραφο, ο εναγόμενος δεν αρνείται τις ενοχικές σχέσεις των άτυπων, αντίθετα προς τον νόμο, πωλήσεων, ούτε και την παραλαβή των εμπορευμάτων, αναγνωρίζοντας με αυτόν τον τρόπο την οφειλή του έναντι της ενάγουσας. Το ανωτέρω δε αναφερόμενο ποσό των 16.008,39 ευρώ, αντιστοιχεί στο ποσό που ο εναγόμενος έχει συμπεριλάβει στον ετήσιο προϋπολογισμό των δαπανών του έτους 2007 με την ειδική αιτιολογία "..."...Τέλος αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος καίτοι παρέλαβε ανεπιφύλακτα τα ανωτέρω εμπορεύματα που αντιστοιχούν στα με αριθμούς .... τιμολόγια, δεν κατέβαλε στην ενάγουσα το αναγραφόμενο σε έκαστο αυτών τίμημα, το οποίο ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 16.648,42 ευρώ, το οποίο οφείλει στην ενάγουσα, ως προερχόμενο από αδικαιολόγητο πλουτισμό του, εις βάρος της περιουσίας της ενάγουσας, καθώς η ωφέλεια του εναγομένου, η οποία προφανώς σωζόταν κατά το χρόνο επίδοσης της κρινόμενης αγωγής, συνίσταται στην χρηματική αποτίμηση απάντων των πωληθέντων, παραδοθέντων από την ενάγουσα και παραληφθέντων από τον εναγόμενο ειδών, ενώ ταυτόχρονα, αλλά ούτε και μέχρι σήμερα ο εναγόμενος κατέβαλε το ανωτέρω ποσό μερικώς ή ολικώς, και επομένως, εξοικονόμησε ισόποση δαπάνη, στην οποία θα υποβαλλόταν, εάν κατά την εκτέλεση των ιδίων συμβάσεων πώλησης κατάρτιζε με έγκυρη σύμβαση, με άλλο πρόσωπο, η δε ζημία της ενάγουσας, συνίσταται στην μη καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος για τα πωληθέντα είδη στο πλαίσιο των ανωτέρω συμβάσεων πώλησης...". Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου, δικάζον ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο ουσίας, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, διακράτησε την υπόθεση προς εκδίκαση και έκανε την αγωγή δεκτή ως εν μέρει βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, για το μικρότερο ποσό των 16.648,42 ευρώ, το οποίο υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα Δήμο να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη εταιρεία. Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων Δήμος αποδίδει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αιτιώμενος, ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ λόγω "εσφαλμένης ερμηνείας της συμπεριφοράς του", ως δήλωσης αναγνώρισης οφειλής ίσης προς το ποσό των 16.008,39 ευρώ, εκδηλούμενης με το με αριθμό …2009 απαντητικό έγγραφό του στην αναιρεσίβλητη. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ως αλυσιτελής, δεδομένου ότι με αυτόν προβάλλονται αιτιάσεις, που αφορούν παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων, κατά την διαπίστωση της έννοιας των μεταξύ των διαδίκων καταρτισθεισών δικαιοπραξιών (διαδοχικών συμβάσεων πώλησης), ενώ η ένδικη αγωγή θεμελιώνεται στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, ενόψει της επικαλούμενης και αποδεικνυόμενης ακυρότητας των ενδίκων συμβάσεων, που καταρτίστηκαν προφορικά και συνεπώς, ήσαν άκυρες, τούτο δε, παρεκτός και πέραν του ότι με τις άνω αιτιάσεις ο αναιρεσείων αποδίδει στο δικαστήριο της ουσίας εκτιμητικό σφάλμα στο αποδεικτικό συμπέρασμα αυτού, το οποίο είναι αναιρετικώς ανέλεγκτο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Δήμος Βόρειας Κυνουρίας, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης εταιρείας που κατέθεσε προτάσεις κατά το νόμιμο βάσιμο αίτημά της (αρθ. 176,183,189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) μειωμένη, σύμφωνα με το άρθρο 281 παρ. 2 ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων" (ΑΠ 1669/2024) κατά τα στο διατακτικό της παρούσας οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.12.2022 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 577/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ