ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 681/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 681/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 681/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 681 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 681/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αλέξανδρο Στρίμπερη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Α. Γ. του Γ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Τασιόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-05-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2011 μη οριστική, 2/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 293/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Επί της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 886/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Πατρών. Το Μονομελές Εφετείο Πατρών εξέδωσε την 26/2024 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα την από 24-04-2024 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 24.4.2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων με αριθμό 26/2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς αυτή παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1096 και 1098 ΑΚ, συνάγεται ότι ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο, πέρα από την αναγνώριση της κυριότητάς του, την απόδοση του πράγματος, και την απόδοση των ωφελημάτων που έχουν εξαχθεί από το πράγμα μετά την επίδοση της διεκδικητικής αγωγής, αλλά και των ωφελημάτων που δεν εισέπραξε από δική του υπαιτιότητα μετά την επίδοση της αγωγής, ενώ μπορούσε να τα εισπράξει σύμφωνα με τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης, και, περαιτέρω, αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα, ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής, χωρίς να αποκλείεται, περαιτέρω, ευθύνη του από υπερημερία, ήτοι ο κακόπιστος νομέας υποχρεούται έκτοτε να αποδώσει τα ωφελήματα, τα οποία έχουν εξαχθεί, και να αποκαταστήσει την αξία όσων εξ αυτών δεν εξήγαγε, ενώ μπορούσε κατά τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης να εξαγάγει (ΑΠ 281/2021, ΑΠ 1290/2019). Από τις διατάξεις των άρθρων 1096, 1098, 961 και 962 ΑΚ προκύπτει ότι ωφελήματα είναι οι φυσικοί καρποί, δηλαδή τα φυσικά προϊόντα του πράγματος και καθετί που πορίζεται αυτός από το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, αν και δεν είναι προϊόν αυτού, καθώς και κάθε πρόσοδος που αποφέρει το πράγμα δυνάμει κάποιας έννομης σχέσης, δηλαδή οι πολιτικοί καρποί, όπως π.χ. το μίσθωμα, αλλά και κάθε όφελος που έχει ο νομέας από την ενοίκηση ή την κατ` άλλο τρόπο χρήση του πράγματος από τον ίδιο, συνεπεία των οποίων εξοικονομεί τη δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα, οπότε η ωφέλεια συνίσταται στην εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης για τα μισθώματα (ΑΠ 417/2024, ΑΠ 1731/2022, ΑΠ 1228/2021, ΑΠ 673/2019, ΑΠ 1232/2017, ΑΠ 435/2016, ΑΠ 707/2016, ΑΠ 448/2015, ΑΠ 907/2015). Η γνώση, η οποία θεμελιώνει την κακοπιστία στην νομή έχει την έννοια, ότι περιήλθαν σε γνώση του νομέως περιστατικά, ώστε κατ' αντικειμενική κρίση να υποχρεούται να πιστέψει ότι δεν δικαιούται στην νομή του πράγματος (ΑΠ 1450/80, ΑΠ 702/80) ενώ προς την γνώση εξομοιούται και η βαρεία αμέλεια από πλευράς λυσιτέλειας και επαγωγής εννόμων αποτελεσμάτων. Παράλληλα, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1099 ΑΚ, αν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη, ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (άρθρ. 914 ΑΚ). Για τη θεμελίωση της αγωγικής ευθύνης, που ερείδεται στην τελευταία διάταξη (1099 AK), απαιτείται η συνδρομή και της υπαιτιότητας στο πρόσωπο του εναγόμενου νομέα. Κτήση της νομής με παράνομη πράξη αποτελεί κάθε ενέργεια εναντίον της θέλησης του κυρίου (άρθρ. 984 παρ.1 ΑΚ), με την οποία συντελείται η αφαίρεση της νομής του, ανεξάρτητα εάν ο αφαιρέσας τελεί ή όχι σε καλή πίστη και αν η ενέργεια, με την οποία συντελέστηκε η παράνομη κτήση, αποτελεί ή όχι αξιόποινη πράξη (ΑΠ 1223/2021, ΑΠ 1202/2019, ΑΠ 155/2015, ΑΠ 1900/2008).

Περίπτωση αποζημίωσης του κυρίου του πράγματος δημιουργείται, εκτός των άλλων, και όταν από υπαιτιότητα του κακόπιστου νομέα, όπως θεωρείται και κάθε νομέας μετά την επίδοση της αγωγής, το πράγμα χειροτέρεψε ή καταστράφηκε ή δεν μπορεί να αποδοθεί για κάποιο άλλο λόγο. Στην έννοια της αδυναμίας προς αυτούσια απόδοση εντάσσεται και η κατάληψη ακινήτου από τρίτο και η κατασκευή επ' αυτού μόνιμων κτιριακών εγκαταστάσεων, ώστε η επαναφορά του ακινήτου στην προτέρα αυτού κατάσταση και η απόδοση, έτσι, της νομής του ελεύθερης προς άσκηση στον κύριο αυτού να είναι ανέφικτη (ΑΠ 1223/2021, ΑΠ 144/2015, ΑΠ 394/2014, ΑΠ 870/1996). Η άνω παράνομη πράξη μπορεί να αντιβαίνει και σε απαγορευτική διάταξη νόμου, όπως επί προσβολής του απόλυτου δικαιώματος της κυριότητας (άρθρο 1000 ΑΚ). Δικαιούχος της αξίωσης είναι ο κύριος του πράγματος, κατά το χρόνο της παράνομης αφαίρεσης της νομής (ΑΠ 666/2018, ΑΠ 822/2014, ΑΠ 599/2013, ΑΠ 1350/2002).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 904 παρ. 1 εδ. α` ΑΚ ορίζεται ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Από την εν λόγω διάταξη, προκύπτει ότι προϋποθέσεις αξιώσεως του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α] ο πλουτισμός του υπόχρεου, β] η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ] η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ] το αδικαιολόγητο του πλουτισμού με την έννοια της έλλειψης νόμιμης (ΑΠ 636/2024, ΑΠ 1921/2024, ΑΠ 886/2021, ΑΠ 1325/2019). Συνακόλουθα τούτων, βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου, δηλαδή, για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό, πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου. Επιπλέον, πρέπει να υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πλουτισμού του εναγομένου και της ζημίας του ενάγοντος και να μην υφίσταται νόμιμη αιτία της περιουσιακής μετακίνησης (ΑΠ 184/2023). Ως πλουτισμός νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του υποχρέου, πραγματούμενη είτε με θετική επαύξηση της περιουσίας του είτε με αποθετική με τη μορφή της αποφυγής της ελαττώσεώς της, για την εξεύρεση του οποίου συγκρίνεται η πριν και η μετά την περιουσιακή μετακίνηση κατάσταση της περιουσίας του υποχρέου, οριοθετούμενη παράλληλα κατ' ανώτατο όριο από τη ζημία του φορέα της αξιώσεως, ως προσδιοριστικό στοιχείο του πραγματικού πλουτισμού του υποχρέου, ενώ στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Στερείται δε, νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ' εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, συναγόμενη σαφώς από συγκεκριμένες διατάξεις ή και από το γενικότερο πνεύμα του νόμου, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία, αν είναι ισάξια μ` αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΟλΑΠ 6/2020, ΑΠ 184/2023). Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού μια τέτοια απαίτηση προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από νόμιμη αιτία (ΑΠ 636/2024, ΑΠ 61/2022, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 1325/2019). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 382/2013).

Περαιτέρω, τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι οι γενικές αρχές και αντιλήψεις που αποκτά κάθε άνθρωπος από τη ζωή του είτε με την παρατήρηση και εμπειρία του, είτε με την ενασχόλησή του (επιστημονική, επαγγελματική κ.λπ.) και δεν αποτελούν αντικείμενο απόδειξης (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αλλά το Δικαστήριο λαμβάνει αυτά αυτεπάγγελτα υπόψη του χωρίς να διατάξει αποδείξεις. Η από το δικαστήριο χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας επιτρέπεται μόνον (α) στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών περιστατικών, (β) στην εκτίμηση των προσαγόμενων αποδεικτικών μέσων, όσον αφορά την αποδεικτική δύναμή τους και (γ) στην εφαρμογή των δικαστικών τεκμηρίων, όταν διεξάγεται έμμεση απόδειξη (άρθρ. 336 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με τα διδάγματα της κοινής πείρας εξομοιώνονται, στο πλαίσιο του αναιρετικού ελέγχου, οι κανόνες της τυπικής λογικής και τα νομικά αξιώματα που έχει καθιερώσει η νομική επιστήμη ή η νομολογία, εφόσον στηρίζονται άμεσα ή έμμεσα στους κανόνες δικαίου, η παράβαση των οποίων δεν ελέγχεται μεν αναιρετικά στην έμμεση απόδειξη, ελέγχεται όμως ως προς την εκτίμηση του δικαστή όταν εφαρμόζει τη διάταξη του άρθρ. 340 ΚΠολΔ. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. (ΑΠ 762/2025, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 609/2020, ΑΠ 49/2019, ΑΠ 147/2018) Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1285/2021, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1554/2021, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 704/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 1351/2011). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 198/2015).

Η προσβαλλομένη απόφαση είναι κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης. Με την από 17.5.2010 αγωγή του, ο ήδη αναιρεσίβλητος επικαλούμενος παράνομη κατάληψη τμήματος ακινήτου της κυριότητός του, κειμένου στον Δήμο …, που έγινε το έτος 1990, από τους πρώτο και δεύτερο εναγομένους (μη διαδίκους εν προκειμένω) το οποίο αυτοί ενσωμάτωσαν αρχικά στην όμορη ιδιοκτησία τους και ακολούθως μεταβίβασαν (το έτος 2001), δυνάμει νομίμως μεταγεγραμμένου συμβολαιογραφικού εγγράφου στην τρίτη εναγομένη εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα) και την εξ αιτίας της παράνομης κατάληψής του, στέρηση της χρήσης και εκμετάλλευσής του, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1990 έως 2010 , ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, στην καταβολή των ωφελημάτων, υπό τη μορφή απωλεσθέντων μισθωμάτων του ακινήτου, και επικουρικά, τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά, ζήτησε να του καταβληθούν με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 33/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας (τμήματος μισθωτικών διαφορών), η οποία διέταξε την εκδίκασή της κατά την τακτική διαδικασία και ακολούθως η με αριθμό 2/2015 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία (κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος της), έγινε δεκτή η αγωγή ως εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσίαν ως προς την τρίτη των εναγομένων ανώνυμη εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα), ως προς την κύρια βάση της.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από …2015 έφεση της ηττηθείσας τρίτης εναγομένης και εκδόθηκε η με αριθμό 293/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών η οποία απέρριψε την αγωγή ως προς την τρίτη εναγομένη, ως προς μεν την κύρια βάση της, ως αόριστη και ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως μη νόμιμη.

Κατά της ως άνω απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ασκήθηκε η από …2019 αίτηση αναίρεσης, εκδοθείσας της με αριθμό 886/2021 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, η οποία έκρινε ότι το Εφετείο δεν κήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο με την απόρριψη της αγωγής, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της τρίτης εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) ως αόριστης, ως προς την κύρια βάση της, ακολούθως δε, δέχθηκε ευθεία παράβαση της διάταξης του άρθρου 904 παρ. 1 εδ. α' του ΑΚ ως προς την απόρριψη της επικουρικής βάσης του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως νόμω αβάσιμης και παρέπεμψε την υπόθεση προς νέα εκδίκαση ενώπιον του αυτού ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Το τελευταίο ως δικαστήριο της παραπομπής εξέδωσε τη με αριθμό 26/2014 τελεσίδικη απόφαση (προσβαλλομένη) με την οποία έκρινε νόμιμη την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού ως προς την τρίτη των εναγομένων (ήδη αναιρεσείουσα), εξαφάνισε την πρωτοβάθμια με αριθμό 2/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, και δικάζοντας επί της αγωγής ως προς την τρίτη εναγομένη, υποχρέωσε αυτή να καταβάλει στον ενάγοντα λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού της το ποσό των 48.944,97 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, κάνοντας δεκτά τα ακόλουθα, κατά το αναιρετικώς ενδιαφέρον μέρος αυτής : " Ο ενάγων-εφεσίβλητος τυγχάνει κύριος ενός ακινήτου άρτιου και οικοδομήσιμου συνολικής έκτασης 5.539,65 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "…" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου …, όπως απεικονίζεται... και συνορεύει...Το ακίνητο αυτό απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα δυνάμει του με αριθμό ...1998 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου … Π. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου... από την πωλήτρια Α. Α., η οποία κατά το έτος 1984 είχε πωλήσει δυνάμει του με αριθμό ...1984 συμβολαίου του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, ομοίως νομίμως μεταγεγραμμένου, στους δύο πρώτους εναγομένους κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο αυτών, έτερο ακίνητο εκτάσεως 4.106 τ.μ. συνορευόμενο με το ακίνητο του ενάγοντος στη νότια πλευρά του. Επί του ακινήτου αυτού οι δύο πρώτοι εναγόμενοι ασκούσαν την εμπορική τους δραστηριότητα με αντικείμενο την παραγωγή ετοίμου σκυροδέματος.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τις αρχές του έτους 1990 οι δύο πρώτοι εναγόμενοι κατέλαβαν ένα μέρος της όμορης ιδιοκτησίας του ενάγοντος, εμβαδού 654 τ.μ. και εγκατέστησαν σε αυτό δύο σιδερένιες κατασκευές-σιλό για την παραγωγή ετοίμου σκυροδέματος....Οι δύο πρώτοι εναγόμενοι προέβησαν στις …1999 με την σύμπραξη της δικαιοπαρόχου τους στην διόρθωση του με αριθμό ...1984 συμβολαίου και περιέλαβαν στην ιδιοκτησία τους το επίδικο τμήμα του ενάγοντος, εν αγνοία και χωρίς τη θέληση αυτού, συνταγείσας της με αριθμό ...1999 διορθωτικής πράξης του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου... αποτυπωθείσας πλέον της όλης ιδιοκτησίας των δύο τελευταίων στο προσαρτηθέν στην άνω συμβολαιογραφική διορθωτική πράξη, από … 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου -μηχανικού Δ. Α. Στη συνέχεια οι δύο πρώτοι εναγόμενοι και ενώ ο ενάγων είχε ασκήσει σε βάρος τους την από …2001 (αρ. εκθ. κατ. …/2001) διεκδικητική αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας,... πώλησαν με το με αριθμό ...2001 συμβόλαιο του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα, το ανωτέρω ακίνητο ιδιοκτησίας τους, στο οποίο είχαν ενσωματώσει χωρίς τη θέληση του ενάγοντος και το επίδικο τμήμα εμβαδού 654 τ.μ., με τις εντός αυτού εγκαταστάσεις, στην τρίτη εναγομένη εταιρεία. Σημειωτέον ότι η τελευταία τελούσε σε πλήρη γνώση της διεκδίκησης του τμήματος του οικοπέδου από τον ενάγοντα, εφόσον υφίσταται ρητή αναφορά περί τούτου στο με αριθμό ...2001 πωλητήριο συμβόλαιο, ότι η αγοράστρια εταιρεία δηλώνει ότι ανεξαρτήτως της απόφασης που θα εκδιδόταν επί της προαναφερθείσας διεκδικητικής αγωγής, παραιτείται του δικαιώματος να ζητήσει επιστροφή οποιουδήποτε ποσού, έστω και μέρους του τιμήματος που συνολικά δίδεται για την μεταβίβαση του περιγραφομένου στο παρόν ακινήτου. Μάλιστα, η τρίτη εναγομένη εταιρεία, συνέχισε να διατηρεί επί του τότε διεκδικουμένου τμήματος των 654 τ.μ, δύο σιλό παραγωγής ετοίμου σκυροδέματος και επί πλέον εγκατέστησε σε αυτό τμήμα ράμπας εκφόρτωσης υλικών. Ακολούθως, επί της παραπάνω διεκδικητικής αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 1242/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, η οποία αναγνώρισε την κυριότητα του ενάγοντος στο επίδικο τμήμα των 654 τ.μ. και υποχρέωσε τους δύο πρώτους εναγομένους να το αποδώσουν στον ενάγοντα. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε στη συνέχεια με τη με αριθμό 407/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών...ενώ με τη με αριθμό 1102/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η από …2009 αίτηση αναίρεσης των εναγομένων. Από όλα τα ανωτέρω εκτεθέντα συνάγεται ότι έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου το εμπράγματο δικαίωμα κυριότητος του ενάγοντος επί του επιδίκου τμήματος, το οποίο αποτελεί προδικαστικό ζήτημα στα πλαίσια στης δίκης που άνοιξε με την άσκηση της ένδικης αγωγής, με την οποία ζητείται η απόδοση των ωφελημάτων από την παράνομη απόκτηση της νομής του επιδίκου από τους ήδη εκκαλούντες.... Εν συνεχεία αποδείχθηκε ότι η τρίτη εναγομένη αγόρασε, όπως προεκτέθηκε, δυνάμει του με αριθμό ...2001 πωλητηρίου συμβολαίου...από τους δύο πρώτους εναγομένους την ιδιοκτησία τους, στην οποία περιλαμβανόταν και το παρανόμως καταληφθέν τμήμα των 654 τ.μ. ιδιοκτησίας του ενάγοντος. Μάλιστα η τρίτη εναγομένη κατά την ως άνω αγορά τελούσε σε πλήρη γνώση της διεκδίκησης του τμήματος από τον ενάγοντα...ως προεκτέθηκε. Αυτή δε, συνέχιζε έκτοτε να εκμεταλλεύεται το επίδικο ακίνητο μέχρι τουλάχιστον και τον μήνα Μάιο του 2010 (όταν ασκήθηκε η ένδικη αγωγή). Επομένως, εφόσον η τελευταία εξακολούθησε να χρησιμοποιεί και να εκμεταλλεύεται παράνομα, χωρίς τη θέληση του ενάγοντος το επίδικο (ξένο) ακίνητο για τις ανάγκες της επιχείρησής της, αποκομίζοντας την σχετική ωφέλεια, χωρίς νόμιμη αιτία, από την εξοικονόμηση της αντίστοιχης δαπάνης, οφείλει και αυτή να αποδώσει στον ενάγοντα την ωφέλεια που αποκόμισε από το διάστημα από 16.11.2001 έως και τον Μάιο του 2010, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Σημειωτέον, ότι ο πλουτισμός της τρίτης εναγομένης δεν προήλθε από νόμιμη αιτία και δη, από έγκυρη σύμβαση πώλησης, που συνήψε με τους δύο πρώτους εναγομένους για την αγορά του εν λόγω ακινήτου, στο οποίο περιέλαβαν και το επίδικο, δυνάμει του με αριθμόν ...2001 πωλητηρίου συμβολαίου, όπως αβάσιμα η εναγομένη ισχυρίζεται. Και τούτο, διότι η σύναψη της ανωτέρω σύμβασης αφορά στις σχέσεις μόνον μεταξύ των άνω συμβαλλομένων-εναγομένων, τους οποίους και δεσμεύει και όχι την σχέση μεταξύ του ενάγοντος και της τρίτης εναγομένης, όπως άλλωστε τούτο κρίθηκε με τη με αριθμό 886/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε εν μέρει τη με αριθμό 293/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ως προς το κεφάλαιο της αγωγής που αφορούσε στην επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, την οποία έκρινε νόμιμη, εφόσον διαλαμβάνονταν στο δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής όλα εκείνα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωση της επικουρικής βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Στο σημείο δε, αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι τόσο οι δύο πρώτοι εναγόμενοι όσο και η τρίτη εναγομένη εταιρεία οφείλουν να αποδώσουν στον ενάγοντα την ωφέλεια που αποκόμισαν χωρίς νόμιμη αιτία κατά τα παραπάνω χρονικά διαστήματα, έκαστος, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού , και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η επίδικη έκταση έχει καθορισθεί ως Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου (ΖΟΕ) και ότι ως εκ τούτου αυτή δεν θα μπορούσε, κατά τους ισχυρισμούς των εναγομένων-εκκαλούντων, να αποτελέσει αντικείμενο μίσθωσης, η δε σχετική σύμβαση θα ήταν άκυρη ως αντιβαίνουσα στους νόμιμους και συνταγματικώς επιβαλλόμενους περιορισμούς του φάσματος των δυνατών χρήσεων της εν λόγω έκτασης, σύμφωνα με το π.δ. 3/12/1985, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 29 του ν. 1337/1983. Και τούτο διότι, όπως άλλωστε κρίθηκε με την ανωτέρω με αριθμό 886/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό επιδιώκεται η απόδοση της ωφέλειας που είχε ο λήπτης από την αυθαίρετη και παράνομη χρήση ξένου πράγματος, δηλαδή, ενός αΰλου αγαθού στην περιουσία του δότη, η οποία έχει ως συνέπεια την εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης, από τη χρήση αντιστοίχου πράγματος, που είναι αναγκαίο για τις δραστηριότητες του λήπτη, για τον υπολογισμό δε, της αντικειμενικής αξίας που έχει το πιο πάνω αγαθό στην περιουσία του δότη, απαιτείται να γίνει αναγωγή στη μισθωτική αξία του ξένου πράγματος. Επομένως, ανεξάρτητα από τη δυνατότητα ή μη στη κρινόμενη περίπτωση, σύναψης μεταξύ των διαδίκων έγκυρης σύμβασης μίσθωσης για το επίδικο ακίνητο, ζήτημα που δεν αποτελεί αντικείμενο της ένδικης αξίωσης, οι εναγόμενοι οφείλουν να αποδώσουν στον ενάγοντα, την ωφέλεια που αποκόμισαν έκαστος με την εξοικονόμηση της αντίστοιχης δαπάνης από την παράνομη και χωρίς τη θέλησή του χρήση και εκμετάλλευση του επιδίκου ακινήτου κατά τα παραπάνω κρίσιμα χρονικά διαστήματα για τις ανάγκες της επιχείρησής τους. Επισημαίνεται μάλιστα, ότι οι εγκαταστάσεις και οι δραστηριότητες εκάστης επιχείρησης των εναγομένων εξακολούθησαν να λειτουργούν όλο το παραπάνω διάστημα, μολονότι δεν περιλαμβάνονταν στο φάσμα των επιτρεπτών χρήσεων της Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου (ΖΟΕ) που ίσχυαν για την συγκεκριμένη περιοχή, καθόσον δεν προκύπτει ότι οι περιβαλλοντικοί περιορισμοί που καθορίστηκαν με το προαναφερόμενο π.δ. της 3.12.1985 αποτέλεσαν στην πραγματικότητα εμπόδιο για τη χρήση του επιδίκου από τους πιο πάνω εναγομένους. Επομένως...ο τρίτος λόγος της από 21.2.2015 έφεσης με τον οποίο η εκκαλούσα εταιρεία ισχυρίζεται ότι δεν υφίστατο ωφέλεια αυτής διότι η επίδικη έκταση δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο έγκυρης σύμβασης μίσθωσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν στο σύνολό τους...Περαιτέρω, αναφορικά με τη μισθωτική αξία του επιδίκου τμήματος των 654 τ.μ. πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Η εν λόγω έκταση ευρίσκεται επί της εθνικής οδού … πλησίον της πόλεως του … και στην έξοδο αυτής, σε μικρή απόσταση από το παραλιακό μέτωπο, ενώ στην ευρύτερη περιοχή, όπου περιλαμβάνεται και η επίδικη, υπήρχαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα των ετών 1999-2010 και λειτουργούσαν διάφορες επιχειρήσεις, όπως μάντρες οικοδομικών υλικών, μάντρες σιδήρου, εγκαταστάσεις καυσίμων κλπ. Σύμφωνα δε, με το με αριθμό ...2012 πρωτόκολλο καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης που εκδόθηκε από την Προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας Κεφαλληνίας, λόγω κατάληψης και χρήσης χώρων αιγιαλού στην ίδια θέση, όπου βρίσκεται το επίδικο, το Ελληνικό Δημόσιο καθόρισε ως αποζημίωση χρήσης δημόσιας έκτασης στην αυτή περιοχή συνολικού εμβαδού 76,50 τ.μ., το ποσό των 65,25 ευρώ μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 4.8.2007 έως 3.8.2012, ενώ δυνάμει του ανωτέρω με αριθμό ...2001 πωλητηρίου συμβολαίου η τρίτη εναγομένη εταιρεία αγόρασε την όμορη έκταση των δύο πρώτων εναγομένων επιφανείας 5.500 τ.μ. το έτος 2001 αντί τιμήματος 310.000.000 δραχμών, ήτοι 909.757 ευρώ. Μάλιστα, η υψηλή αγοραία αξία του ακινήτου αυτού κατά τον χρόνο εκείνο, καταδεικνύει ότι και η μισθωτική αξία των ακινήτων της εν λόγω περιοχής κυμαινόταν σε υψηλά επίπεδα....Από όλα τα ανωτέρω εκτεθέντα σε συνδυασμό με το σύνολο του προσκομιζομένου αποδεικτικού υλικού και τα διδάγματα της κοινής πείρας αποδεικνύεται ότι η μισθωτική αξία του καταληφθέντος τμήματος των 654 τ.μ., εντός του οποίου υπήρχαν, καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα δύο σιλό παρασκευής ετοίμου σκυροδέματος, τα οποία χρησιμοποιούνταν από τους εναγομένους διαδοχικά, για τις ανάγκες εκάστης επιχείρησής τους, ανερχόταν κατά τις 22.1.1999 στο ποσό των 155.000 δραχμών, ή 454,87 ευρώ μηνιαίως, ήτοι στο ποσό των 1.860.000 δραχμών, ή 5.458,44 ετησίως, ενώ η κατ' έτος αναπροσαρμογή και μέχρι το έτος 2010 ανερχόταν σε ποσοστό 4% επί του κατά το προηγούμενο έτος μισθώματος...

Περαιτέρω, η τρίτη εναγομένη οφείλει να καταβάλει για την παραπάνω αιτία την αξία των μισθωμάτων που απώλεσε και ζημιώθηκε ο ενάγων από την παράνομη κατάληψη του επιδίκου κατά το χρονικό διάστημα από 17.11.2001 έως και 31.5.2010 τα ακόλουθα ποσά: ... και συνολικά, το ποσό των 48.944,97 ευρώ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του υποχρέωσε την τρίτη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 48.944,97 ευρώ (με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την πλήρη εξόφληση,... ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε ως προς την τρίτη εναγομένη, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον τέταρτο λόγο της από 21.2.2015 έφεσης περί εσφαλμένου καθορισμού της μισθωτικής αξίας του επιδίκου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, ως προς την τρίτη εναγομένη, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά κατ' αποτέλεσμα υποχρέωσε αυτήν να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 48.944,97 ευρώ, πλην όμως εσφαλμένα επιδίκασε το ποσό αυτό κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, ενώ έπρεπε να γίνει αυτό δεκτό κατά την επικουρική βάση της αγωγής , περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.... Ακολούθως, μετά τις άνω παραδοχές, πρέπει η από 21.2.2015 έφεση της τρίτης εναγομένης εταιρείας να γίνει κατ' ουσίαν δεκτή, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη ως προς το κεφάλαιο αυτής που αναιρέθηκε και κατά το μέρος που αφορά στην τρίτη εναγομένη και ακολούθως, αφού κρατηθεί η από 17.5.2010 αγωγή και δικασθεί κατ' ουσίαν (αρθ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) να γίνει εν μέρει δεκτή, κατά την επικουρική της βάση περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και να υποχρεωθεί η τρίτη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 48.944,97 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής...". Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εταιρεία αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ειδικότερα, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως (πρώτο σκέλος του αναιρετικού λόγου) και εκ πλαγίου (δεύτερο σκέλος του αναιρετικού λόγου) τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 904 και 984 παρ. 2 του ΑΚ, καθόσον δέχθηκε, ότι και η ιδία, υπό την ιδιότητα της τρίτης εναγομένης, ειδικής διαδόχου των πρώτου και δευτέρου των εναγομένων (μη διαδίκων εν προκειμένω) υπήρξε επιλήψιμη νομέας και χρησιμοποιούσε παράνομα, χωρίς τη θέληση του ενάγοντος, το επίδικο τμήμα ακινήτου, εκ μόνου του γεγονότος ότι γνώριζε ότι είχε ασκηθεί διεκδικητική αγωγή από τον ενάγοντα εναντίον των δικαιοπαρόχων της, χωρίς όμως να διαλαμβάνει στις παραδοχές του, ότι αυτή (αναιρεσείουσα) τελούσε εν γνώσει της παράνομης αποβολής του ενάγοντος από την νομή του επί του επιδίκου, που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για να αντιταχθεί το ελάττωμα της νομής της επί του επιδίκου, όπως απαιτεί το άρθρο 984 παρ. 2 του ΑΚ. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος, και τούτο διότι η προσβολή του δικαιώματος της κυριότητος του ενάγοντος με την παράνομη και εναντίον της θέλησής του αφαίρεση και κατακράτηση του ακινήτου του, που οδηγεί σε πλήρη στέρηση της νομής αυτού και καθολική αδυναμία άσκησης των εξουσιών που απορρέουν από το δικαίωμα της κυριότητος, αποτελεί το πραγματικό της διεκδικητικής αγωγής, ώστε, ο τρίτος αποκτών το ακίνητο,ως εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα εταιρεία, τελούσα εν γνώσει άσκησης διεκδικητικής αγωγής του ακινήτου υπό του κυρίου αυτού κατά των δικαιοπαρόχων της, αναγκαίως και κατ' αντικειμενική κρίση τελεί εν γνώσει των περιστατικών της παράνομης αποβολής του κυρίου του ακινήτου από την νομή του επ' αυτού, εν προκειμένω δε, της παράνομης κατάληψης του ακινήτου, την οποία αυτή, υπαιτίως διατηρεί, εν επιγνώσει της ανυπαρξίας δικαιώματός της προς τούτο (αρθ. 1099 ΑΚ), ώστε η προσβαλλομένη με την παραδοχή ότι "...η τρίτη εναγομένη κατά την ως άνω αγορά τελούσε σε πλήρη γνώση της διεκδίκησης του τμήματος του ως άνω οικοπέδου από τον ενάγοντα, καθώς στο με αριθμό ...2001 συμβόλαιο υφίσταται εκτενής αναφορά περί τούτου, όπως πιο πάνω εκτέθηκε..." ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση.

Εξάλλου, με αυτά που δέχθηκε, ως κατ' αντιγραφή της προσβαλλομένης προεκτέθηκαν, και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης προκύπτουν όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των άνω διατάξεων, έχει δε τις παρατιθέμενες παραπάνω σαφείς, επαρκείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμα. Συγκεκριμένα, με σαφήνεια και επάρκεια δέχεται το Εφετείο, συναφώς προς τα επίμαχα για την μετ' αναίρεση κρίση του περιστατικά, ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία, τελούσα σε πλήρη γνώση του ότι απέκτησε δυνάμει αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, ακίνητο στο οποίο είχε ενσωματωθεί τμήμα επιφανείας 654 τετ. μέτρων, ομόρου ακινήτου της κυριότητος του ενάγοντος, το οποίο είχαν παρανόμως και χωρίς τη θέληση του τελευταίου, καταλάβει οι δικαιοπάροχοί της, και το οποίο τελεσιδίκως (και αμετακλήτως) είχε αναγνωρισθεί δικαστικώς, ως ανήκον κατά κυριότητα στον ενάγοντα, στον οποίο είχαν υποχρεωθεί αυτοί να αποδώσουν, πλην δεν έπραξαν, εξακολούθησε και μετά την παράδοση της νομής του στην ίδια, να κατέχει και να νέμεται αυτό επιληψίμως, εν επιγνώσει δηλαδή, του ότι δεν εδικαιούτο προς τούτο, αποβλέποντας στην οικονομική του εκμετάλλευση, με την επ' αυτού τοποθέτηση και χρήση δύο σιλό παραγωγής ετοίμου σκυροδέματος και ράμπας εκφόρτωσης υλικών, καθώς και ότι αυτή (αναιρεσείουσα) ήταν υποχρεωμένη στην απόδοση στον ζημιωθέντα ενάγοντα κάθε ωφέλειας, που αυτή απέκτησε, με την αποφυγή οικονομικής δαπάνης για την οικονομική εκμετάλλευση του επιδίκου τμήματος ακινήτου με τον παραπάνω προσδιοριζόμενο τρόπο, και δη, την αποφυγή καταβολής μισθωμάτων ως ανταλλάγματος για την χρήση αυτού. Ειδικότερα δε, ελέγχεται ως αβάσιμος ο λόγος αυτός αναίρεσης, και ως προς την αποδιδόμενη από την αναιρεσείουσα πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης εξ αιτίας της ανεπάρκειας αιτιολογιών ως προς το κρίσιμο ζήτημα του προσδιορισμού της μισθωτικής αξίας του επιδίκου ακινήτου, δεδομένου ότι αναλυτικά και με επάρκεια, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης, προσδιορίζεται η θέση του ακινήτου, το εμβαδόν του, οι χρήσεις ακινήτων της ευρύτερης περιοχής κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1999 -2010, ο καθορισμός αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση ακινήτου της Κτηματικής Υπηρεσίας Κεφαλληνίας στην ίδια θέση, το τίμημα που κατέβαλε η αναιρεσείουσα για την αγορά του όλου ακινήτου, καθώς και το αποδειχθέν γεγονός της χρήσης των ακινήτων της περιοχής που ανήκουν σε Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου, και δη, παρά την ύπαρξη περιβαλλοντικών περιορισμών.

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στη προσβαλλομένη η πλημμέλεια της ευθείας παράβασης (αρ. 1 αρθ. 559 ΚΠολΔ) του άρθρου 2 του π.δ. της 3/12/1985 που επιβάλλει περιορισμό στο φάσμα των επιτρεπομένων χρήσεων στο υπόψη ακίνητο, με συνέπεια το στοιχείο αυτό να επηρεάζει την μισθωτική αξία του επιδίκου ακινήτου, που έτσι θα έπρεπε να προσδιορισθεί σε ποσό μικρότερο των 454,87 ευρώ μηνιαίως, στοιχείο που συνιστά εξ άλλου και δίδαγμα της κοινής πείρας που δεν λήφθηκε υπόψη. Ο λόγος αυτός ελέγχεται προεχόντως ως αόριστος, καθόσον δεν προσδιορίζεται από την αναιρεσείουσα η προσήκουσα κατ' αυτήν μισθωτική αξία του επιδίκου ακινήτου, σε κάθε δε περίπτωση ως μη νόμιμος, καθόσον η κατά παράβαση του άνω διατάγματος και συνεπώς απαγορευμένη χρήση του επιδίκου, δεν καθιστά αυτή αδύνατη, ώστε η πραγματική χρήση αυτού να αποτιμάται ανεξαρτήτως του στοιχείου της νομιμότητας αυτής. Τούτο δε, παρεκτός και πέραν του ότι δεν συνιστά δίδαγμα της κοινής πείρας η αποτίμηση προς το έλασσον της απαγορευμένης χρήσης ακινήτου.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το κύριο ή επικουρικό αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/1995, ΑΠ 837/2019) όχι δε, οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 509/2017, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 1933/2006), ούτε εξάλλου, αποτελούν "πράγμα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων τα διδάγματα της κοινής πείρας (ΑΠ 1573/2006) και το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, η μη λήψη υπόψη των οποίων, δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 8 περ. β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 836/2019, ΑΠ 261/2016, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 10/2008, ΑΠ 2019/2007). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αιτιώμενη ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο "πράγμα" και δη ο αυτοτελής ισχυρισμός της ότι ο πλουτισμός της υπήρξε νόμιμος, καθόσον όταν στις 16.11.2001 κατέβαλε το τίμημα των 310 εκατομμυρίων δραχμών για την αγορά του όλου ακινήτου (του επιδίκου τμήματος συμπεριλαμβανομένου), κατέβαλε περισσότερα από την πραγματική του αξία, η οποία ανερχόταν μόνο σε 38.750.000 δραχμές (ή 113.000 ευρώ). Ο λόγος αυτός ελέγχεται ως αβάσιμος, μη ιδρύων τον συναφή λόγο αναίρεσης, καθόσον ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν συνιστά πράγμα κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά άρνηση του αγωγικού ισχυρισμού περί της φύσης του πλουτισμού ως μη προερχομένου από νόμιμη αιτία, παρεκτός του ότι το ύψος του τιμήματος σε σύμβαση πώλησης, ουδόλως επιδρά στη φύση της παροχής που αποκτάται για παράνομη αιτία, ως εν προκειμένω.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ` ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ. Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αρκεί δε μόνο η γενική αναφορά των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη το δικαστήριο. Μόνον αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005, AΠ 336/2012, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 688/2016, ΑΠ 1851/2007). Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του νομίμως προσκομισθέντα και επικληθέντα έγγραφα και δη : (α) τις από 5.2.2008, 11.4.2008 και 27.10.2007 εκθέσεις αυτοψίας του Κλιμακίου Ελέγχου Ποιότητας Περιβάλλοντος, (β) το από 7.7.2015 (αρ. πρωτ. ...) έγγραφο του Τμήματος Χορήγησης Αδειών Ανάπτυξης, Ενέργειας και Φυσικών Πόρων της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, (γ) την από 29.6.2015 (αρ. πρωτ. ...) αίτηση προς το Τμήμα Χωροταξίας και Πολεοδομίας Δήμου Κεφαλληνίας, (δ) την από …2012 (αρ. πρωτ. …/2012) απόφαση του Τμήματος Χορήγησης Αδειών Ανάπτυξης, Ενέργειας και Φυσικών Πόρων της Δ/νσης Ανάπτυξης της Π.Ε. Κεφαλληνίας και (ε) το από …2008 (αρ. πρωτ. …) έγγραφο του Τμήματος Πολεοδομικού Σχεδιασμού και Εφαρμογών της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, τα οποία δεν σχολιάζει αν και το περιεχόμενό τους έρχεται σε αντίθεση με το πόρισμα σχετικά με την επίδραση της έλλειψης άδειας χρήσης γης στην μισθωτική αξία του επιδίκου. Από τη βεβαίωση όμως του Εφετείου, που περιέχεται στη προσβαλλομένη απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη "...όλα ανεξαιρέτως τα λοιπά έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν..." καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω έγγραφα, τούτο δε, ανεξαρτήτως της αξιολόγησής τους, η οποία συνάπτεται με την αρχή της ελεύθερης απόδειξης των αποδεικτικών μέσων. Επομένως, ο ανωτέρω τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που προκατέβαλε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο, κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του, εις βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (αρθ. 106,176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.4.2024 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 26/2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαΐου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή