Απόφαση 685 / 2026    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 685/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευτύχιο Νικόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Μαρία Πετσάλη, Στυλιανή Μπλέτα και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Π. του Δ., συζύγου Δ. Κ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννη Δεληκωστόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και Δανάη Βαρδαβάκη, που ανακάλεσε την από 16/5/2025 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παναγιώτη Αλεξόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της ως άνω αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από τον Προεδρεύοντα, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/3/2018 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 175/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 350/2023 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/2/2024 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η παραστάσα στο ακροατήριο πληρεξούσια της αναιρεσεείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το άρθρο 553 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν η πρωτόδικη απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και αυτή έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του εφετείου, που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού αν μεν έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίσθηκε και έπαυσε να υπάρχει, ενώ αν η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε πλέον στην εφετειακή απόφαση (ΟλΑΠ 40/1996,ΑΠ 776/2024,ΑΠ 1469/2022,ΑΠ 406/2022,ΑΠ 129/2022,ΑΠ 77/2022). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, τα τυχόν σφάλματα της πρωτόδικης απόφασης, αφού επικυρώνονται από το εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναίρεσης, ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτά προβαλλόμενους (ΟλΑΠ 40/1996, ΑΠ 129/2022,ΑΠ 183/2020). Μόνο αν η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για τυπικούς λόγους, όπως στην περίπτωση που κρίθηκε απαράδεκτη, σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή απόφαση, για το κεφάλαιό της το σχετικό με την απόρριψη, καθώς και η πρωτόδικη απόφαση, η οποία με την απόρριψη της έφεσης καθίσταται τελεσίδικη, ως προς την ουσία της διαφοράς (ΑΠ 776/2024,ΑΠ 572/2023, ΑΠ 129/2022,ΑΠ 995/2020). Με την κρινόμενη από …2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 350/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 175/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, που είχε δεχθεί την από 30.3.2018 αγωγή ως προς την πρώτη των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητη και ως προς την πρώτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσα, με την οποία(αγωγή) ζητείτο να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στους ενάγοντες το ποσό των 122.800 ευρώ, λόγω αδικοπραξίας(υπεξαίρεσης χρημάτων από εντολοδόχο διαχειριστή ξένης περιουσίας). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Με την αίτηση αναίρεσης, συμπροσβάλλεται και η 175/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, πλην όμως, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, απαραδέκτως, καθότι ενσωματώθηκε στην απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, εφόσον το τελευταίο δέχθηκε τυπικά την έφεση της αναιρεσείουσας και την απέρριψε κατ' ουσία.
2. Σύμφωνα με τα άρθρα 713, 714 και 719 ΑΚ με τη σύμβαση εντολής ο εντολοδόχος υποχρεούται να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση την οποία του ανέθεσε ο εντολέας, ευθύνεται για κάθε πταίσμα και υποχρεούται να αποδώσει στον εντολέα κάθετι που απέκτησε κατά την εκτέλεση της εντολής και βρίσκεται στην κατοχή του. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β, 914 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ηθικής βλάβης αντιστοίχως και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν ο δράστης, εξαιτίας της παράλειψής του να καταβάλει την επιμέλεια που, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, είτε δεν προέβλεψε την επέλευση αυτού, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 258/2023, 1230/2021). Αδικοπραξία, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, αποτελεί και η παράνομη ιδιοποίηση χρημάτων που περιήλθαν οπωσδήποτε στην κατοχή του δράστη (ΑΠ 657/2011, ΑΠ 901/2000). Κατά τη διάταξη αυτή, (σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 375 ΠΚ) η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης συνίσταται στην παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, που είναι κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέληση αυτού να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σα να είναι κύριος, η δε υποκειμενική, στην ύπαρξη του δόλου που ενέχει την γνώση ότι το πράγμα είναι ξένο (ολικά ή εν μέρει), ανήκει δηλαδή κατά κυριότητα σε άλλον, έστω και άγνωστο στο δράστη και ότι κατέχει, καθώς και την θέληση να ιδιοποιηθεί το πράγμα παράνομα, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Ξένο θεωρείται το πράγμα όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάθεται στο αστικό δίκαιο και δεν περιήλθε στην κατοχή του υπαιτίου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθ. 375 παρ.1 και 2 ΠΚ, όπως ίσχυε μέχρι 30-6-2019, πριν δηλαδή από την αντικατάστασή του με τον Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α' 95/11.6.2019), όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους... Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου... ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη δέκα ετών...". Η κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης της παρ. 2 του άρθ. 375 ΠΚ προϋποθέτει πάντοτε, ότι το αντικείμενό της είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον ότι συντρέχει μια από τις ειδικά και περιοριστικά πλέον προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστοσύνης, όπως είναι του εντολοδόχου ή του διαχειριστού ξένης περιουσίας. Αν πρόκειται για χρήματα, που επίσης μπορεί να είναι υλικό αντικείμενο του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, η απόκτηση της κατοχής τους υπό την παραπάνω έννοια δεν πραγματοποιείται μόνο με την παράδοσή τους στον δράστη, αλλά και με την λογιστική μεταφορά τους, είτε στον προσωπικό λογαριασμό του δράστη σε Τράπεζα με την οποία γίνεται αυτός δικαιούχος και αποκτά δικαίωμα ανάληψής τους κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ΝΔ 17-7/13.8.1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", είτε με τη λογιστική μεταφορά τους σε τραπεζικό λογαριασμό τρίτου από τον οποίο θα αναλαμβάνονταν τα κατατεθειμένα από τον δράστη χρήματα, με βάση τη μεταξύ τους έννομη σχέση (ΑΠ 945/2022(ποιν), ΑΠ 258/2017(ποιν)). Από την ίδια διάταξη (άρθ. 375 παρ. 2 ΠΚ), σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθ. 713 ΑΚ , προκύπτει, ότι για την πραγμάτωση της κακουργηματικής μορφής της υπεξαίρεσης, στην περίπτωση που το ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας αντικείμενο αυτής το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, πρέπει η εντολή προς τον υπαίτιο να έχει δοθεί από τον παθόντα, δηλαδή η σύμβαση εντολής, επ’ ευκαιρία της οποίας το αντικείμενο της υπεξαίρεσης περιήλθε στην κατοχή του υπαιτίου, να έχει συναφθεί μεταξύ του παθόντος ως εντολέα και του υπαιτίου ως εντολοδόχου, ακόμη και προς εξυπηρέτηση μιας άλλης ευρύτερης σχέσης μεταξύ τους (λ.χ. αντιπροσωπείας). Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων που αποκτά κατά την εκτέλεση της εντολής, γι’ αυτό σε περίπτωση μη απόδοσης αυτών στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε για την εκτέλεση της εντολής, διαπράττει υπεξαίρεση. Υποκειμενικά, προς θεμελίωση της ποινικά αξιόποινης αυτής πράξης, απαιτείται δόλος του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε, κατ’ άρθρ. 719 ΑΚ , αφού αυτός δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων που αποκτά κατά την εκτέλεση της εντολής, γι` αυτό σε περίπτωση μη απόδοσης αυτών στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων γενικά απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, διαπράττει το ποινικό αδίκημα της υπεξαίρεσης, δηλαδή τελεί αδικοπραξία (ΑΠ 1890/2023, ΑΠ 1137/2010 (Ποιν), ΑΠ 404/2020, ΑΠ 1992/2007, ΑΠ 1646/2005). Επομένως ο χρηματιστής στα πλαίσια νόμιμης χρηματιστηριακής παραγγελίας ή ευρύτερου περιεχομένου σύμβασης διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου που έλαβε χρήματα από τον εντολέα του προκειμένου να συνάψει νόμιμη κυρία χρηματιστηριακή σύμβαση ή προκειμένου να τα διαχειριστεί συνάπτοντας και τέτοιες συμβάσεις αντιστοίχως, έχει υποχρέωση συμβατική κατ' άρθρο 719 ΑΚ να αποδώσει στον εντολέα του το χρηματιστηριακά πράγματα που απέκτησε για λογαριασμό αυτού, εφόσον εκτέλεσε τη μεμονωμένη παραγγελία ή εφόσον περατωθεί ή λυθεί κατά οποιοδήποτε τρόπο η σύμβαση διαχείρισης (724 ΑΚ) άλλως να του επιστρέψει τα χρήματα που έλαβε για την εκτέλεση των συμβάσεων. Εφόσον συντρέχουν και οι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, δηλαδή παράνομη και υπαίτια ιδιοποίηση των δοθέντων προς εκτέλεση της εντολής χρημάτων ή των αποκτηθέντων για λογαριασμό του εντολέως πραγμάτων υπάρχει και υποχρέωση του χρηματιστή κατά τις διατάξεις του άρθρου 914 ΑΚ σε συνδυασμό προς το άρθρο 375 ΑΚ να αποδώσει τα ληφθέντα πράγματα (χρήματα) ή την αξία των αποκτηθέντων χρημάτων ως αποζημίωση (ΑΠ 164/2008,ΑΠ 750/1995).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 847 ΑΚ με τη σύμβαση εγγυήσεως, που καταρτίζεται εγγράφως (άρθρο 849 ΑΚ), ο εγγυητής αναλαμβάνει απέναντι στο δανειστή την ευθύνη ότι θα καταβληθεί η οφειλή. Επομένως, περιεχόμενο της εγγυήσεως είναι η ανάληψη από τον εγγυητή της υποχρεώσεως απέναντι στο δανειστή να εκπληρώσει την παροχή του πρωτοφειλέτη, αν δεν το κάνει ο τελευταίος. Η εγγύηση είναι σύμβαση συναινετική, αφηρημένη και ετεροβαρής, με παρεπόμενο και επικουρικό χαρακτήρα, καταρτίζεται δε μεταξύ εγγυητή και δανειστή χωρίς να απαιτείται η σύμπραξη ή η συναίνεση του οφειλέτη. Η εν λόγω σύμβαση εγγυήσεως, που έχει παρεπόμενο και επικουρικό χαρακτήρα, διαφέρει από την εγγυοδοτική (ή εγγυητική) σύμβαση. Ως τέτοια ορίζεται η αυτόνομη υπόσχεση, που δίνεται από ένα πρόσωπο (εγγυοδότη) προς έναν τρίτο (εγγυολήπτη), ότι θα ευθύνεται απέναντι του για την περίπτωση που πραγματοποιηθεί κάποιος κίνδυνος, ο οποίος αφορά τον εγγυολήπτη. Η υπόσχεση του εγγυοδότη έχει, ειδικότερα, το περιεχόμενο ότι ο εγγυοδότης θα ανορθώσει τη ζημία, που θα υποστεί ο εγγυολήπτης από την πραγμάτωση του κινδύνου. Χαρακτήρα εγγυοδοτικής σύμβασης έχουν και οι συμφωνίες με τις οποίες ο οφειλέτης μίας κύριας παροχής παρέχει την εγγύησή του στον δανειστή για κίνδυνο που ξεπερνά τους κινδύνους που σχετίζονται από τη μη προσήκουσα εκπλήρωση της κύριας παροχής. Από τον παραπάνω ορισμό της εγγυοδοτικής συμβάσεως συνάγεται ότι βασικό της στοιχείο είναι η έννοια του κινδύνου. Ο κίνδυνος, για την πραγμάτωση του οποίου αναλαμβάνει ο εγγυοδότης την ευθύνη, αφορά την επέλευση ή μη ενός νομικού ή πραγματικού αποτελέσματος (ΑΠ 1370/2018, ΑΠ 191/2018). Η εγγυοδοτική σύμβαση συνάπτεται για να λειτουργήσει προτρεπτικά ως προς τον εγγυολήπτη, δηλαδή να τον παροτρύνει να προβεί σε ορισμένη πράξη (π.χ. σύναψη σύμβασης, εξακολούθηση ορισμένης επιχείρησης). Με την παρεμβολή του εγγυοδότη ο εγγυολήπτης εξασφαλίζεται ότι θα υπάρξει άμεση κάλυψη των τυχόν μελλοντικών ζημιών του που θα προκύψουν από τη διάψευση των προσδοκιών του από την πράξη του, αφαιρείται δηλαδή από αυτόν ο σχετικός κίνδυνος. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η ευθύνη του εγγυοδότη έχει κατ' εξοχήν αποζημιωτικό χαρακτήρα. Ο εγγυοδότης δεν αναλαμβάνει καμία υποχρέωση να αποτρέψει ο ίδιος την επέλευση του κινδύνου. Η ευθύνη του συνίσταται στο να φέρει τον εγγυολήπτη στην κατάσταση που θα βρισκόταν, αν δεν είχε πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, αλλά είχε επέλθει το εξασφαλιζόμενο πραγματικό ή νομικό αποτέλεσμα (ΑΠ 1370/2018).
Εξάλλου, η νομιμότητα της αιτίας της κύριας σύμβασης δεν επιδρά στο κύρος της εγγυοδοτικής, όπου η ευθύνη του οφειλέτη (εγγυοδότη) έχει αυτόνομο -μη παρεπόμενο- χαρακτήρα, στην περίπτωση δε της εγγυοδοτικής σύμβασης προς εξασφάλιση απαίτησης, δεν εξαρτάται από την ύπαρξη και το κύρος της ασφαλιζόμενης απαίτησης, (και άρα ο εγγυοδότης δεν έχει σχετικά την αξίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού), διότι η αιτία στην εγγυοδοτική σύμβαση είναι η εξασφάλιση του εγγυολήπτη με την παροχή σ’ αυτόν μιας πρόσθετης και ανεξάρτητης από το κύρος της ασφαλιζόμενης απαίτησης, αξίωσης. Ερευνάται μόνο η συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων που θέτει σαφώς η ίδια η εγγυοδοτική σύμβαση, για τη δυνατότητα του εγγυολήπτη να στραφεί κατά του εγγυοδότη (ΑΠ 191/2018). Η υποχρέωση του εγγυοδότη από την εγγυοδοτική σύμβαση έχει πρωτογενή χαρακτήρα, με την έννοια ότι η υποχρέωση αποζημίωσης αποτελεί τη συμφωνημένη συμβατική παροχή, το άμεσο περιεχόμενο της σύμβασης, χωρίς να συνδέεται με την παράβαση εκ μέρους του εγγυοδότη κάποιας υποχρέωσής του. Στη συμβατική εγγυοδοσία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί εγγυήσεως, αλλά οι γενικές διατάξεις (άρθρο 361 ΑΚ) περί συμβάσεων, καθόσον αυτή είναι αρρύθμιστη στο νόμο και αποτελεί δημιούργημα της συναλλακτικής πρακτικής, η δε κατάρτισή της γίνεται άτυπα (ΑΠ 1370/2018, ΑΠ 353/2015, ΑΠ 1384/2013, ΑΠ 880/2013).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους. (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1890/2023, ΑΠ 1288/2017). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. (ΑΠ 1890/2023).
3. Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενη, στο ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ και 375 του ΠΚ, διότι, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, έκρινε ότι η αναιρεσείουσα διέπραξε σε βάρος της αναιρεσίβλητης υπεξαίρεση του αρχικού ποσού των χρημάτων που της έδωσε για επένδυση στο χρηματιστήριο και τη ζημίωσε παρανόμως και υπαιτίως, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι δεν υπάρχει υπεξαίρεση του αρχικού ποσού, καθόσον αυτό, σύμφωνα με τις παραδοχές του, αναλώθηκε, με κοινή συμφωνία, στην επένδυση. Από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η πρώτη των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων (ήδη αναιρεσίβλητη), καθώς και η οικογένειά της ήτοι η αδελφή της, δεύτερη των εναγόντων και οι γονείς τους, τρίτος και τέταρτη των εναγόντων, διατηρούσε στενές φιλικές σχέσεις με την πρώτη των εναγομένων και ήδη εκκαλούσα(ήδη αναιρεσείουσα), η οποία ασκούσε το επάγγελμα της φαρμακοποιού, διατηρώντας φαρμακείο στο Άργος ενώ παραλλήλως και για πολλά έτη δραστηριοποιούνταν και στον τομέα των χρηματιστηριακών επενδύσεων έχοντας αποκτήσει εμπειρία στον τομέα αυτό, ο δε δεύτερος των εναγομένων, σύζυγός της ήταν υπάλληλος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Α.Ε." στο κατάστημα του Ναυπλίου. Επίσης, αποδείχθηκε ότι τόσο η πρώτη των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων αλλά και τα λοιπά μέλη της οικογένειάς της, δεύτερη, τρίτος και τέταρτη των εναγόντων, τουλάχιστον τα έτη 2008 έως και 2010, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που οι ίδιοι επικαλούνται και προσκομίζουν, προέβαιναν σε μετοχικές επενδύσεις διατηρώντας έκαστος δικό του κωδικό πελάτη χρησιμοποιώντας για τις συναλλαγές τους την ίδια ως άνω ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, η οποία τους ενημέρωνε για το τηρούμενο από έκαστο των εναγόντων χαρτοφυλάκιο. Παρά ταύτα και δεδομένης της εμπειρίας στο είδος αυτών των συναλλαγών της πρώτης των εναγόμενων - εκκαλούσας, η πρώτη των εναγόντων - εφεσιβλήτων, η οποία διαχειριζόταν και μέρος των χρημάτων των λοιπών εναγόντων, μελών της οικογένειάς της, συμφώνησε με την πρώτη των εναγομένων - εκκαλούσα να της παραδώσει το χρηματικό ποσό των 120000 ευρώ προκειμένου, η τελευταία να το αξιοποιήσει με βάση τις γνώσεις της στις χρηματιστηριακές συναλλαγές ώστε να αυξηθεί το κέρδος για την ίδια και την οικογένειά της. Η ίδια προέκυψε ότι ενεργούσε και για λογαριασμό των οικείων της προσώπων χωρίς να γίνεται επίκληση και χωρίς να αποδεικνύεται το ύψος του ποσού που αντιστοιχούσε σε έκαστο αυτών και το είδος της συνεννόησης που υπήρχε μεταξύ τους, ωστόσο, αυτό αποδείχθηκε ότι το διαχειρίσθηκε η πρώτη των εναγόντων - εφεσιβλήτων, όπως συνάγεται από το γεγονός ότι αυτή κατέθεσε με μετρητά χρήματα αρχικώς και δη την 6.4.2009 στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Alpha Τράπεζα Α.Ε.", το ποσό των 13000 ευρώ, για την εταιρεία με την επωνυμία "…" θέτοντας στην θέση της αιτιολογίας για την κατάθεση το όνομα της εναγομένης - εκκαλούσας και τον κωδικό της ήτοι … και ακολούθως την 24.04.2009 μετέφερε από τον τηρούμενο στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Α.Ε." (κατάστημα Ναυπλίου) λογαριασμό της, το ποσό των 100000 ευρώ, στην ίδια ως άνω χρηματιστηριακή εταιρεία, με την αναγραφή στην θέση της αιτιολογίας των στοιχείων της εναγομένης - εκκαλούσας και τον ίδιο ως άνω κωδικό αυτής αλλά και την προσωπική έντονη διαμαρτυρία της εναντίον της εναγομένης - εκκαλούσας ακολούθως όταν η μεταξύ τους συμφωνία δεν εξελίχθηκε ομαλά κατά κατωτέρω αναφερόμενα.
Εξάλλου, προέκυψε ότι οι ανωτέρω, οι οποίες, όπως αναφέρθηκε, διατηρούσαν στενές φιλικές σχέσεις είχαν συμφωνήσει ότι θα μοιράζονταν τα κέρδη από την διαχείριση του ποσού αυτού σε ποσοστό 50% εκάστη και η εναγομένη - εκκαλούσα εγγυήθηκε προσωπικά δεδομένης και της σχέσεως, χωρίς να παραγνωρίζεται και η χρόνια εμπειρία της, οι γνώσεις της αλλά και η εύρωστη οικονομική της κατάσταση προερχόμενη όχι μόνο από την άσκηση του επαγγέλματος της αλλά ιδίως από την ενασχόλησή της με χρηματιστηριακές πράξεις, ότι το κατατεθέν από την ως άνω ενάγουσα - εφεσίβλητη ποσό δεν θα απολεσθεί και σε κάθε περίπτωση θα επιστρεφόταν από την ίδια, οποτεδήποτε η αντισυμβαλλόμενη της το αναζητούσε. Το πρώτο έτος η επένδυση αυτή εξελισσόταν με ιδιαίτερη επιτυχία επιφέροντας κέρδη λόγω των ορθών επιλογών, όπως η εναγομένη - εκκαλούσα διαβεβαίωσε την ενάγουσα - εφεσίβλητη, χωρίς να συνοδεύει την ενημέρωση αυτή με πληροφορίες για τον τρόπο διαχείρισης και παραδίδοντάς της στοιχεία για την ακριβή πορεία τοποθέτησης και κίνησης του ως άνω χρηματικού ποσού, ωστόσο παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα - εφεσίβλητη ζήτησε την εκποίηση των χρηματοδοτικών προϊόντων - μετοχών και την είσπραξη του ποσού της αποτίμησης αυτών, η εναγομένη - εκκαλούσα την έπεισε να της παραδώσει και άλλο χρηματικό ποσό για να αυξήσουν την επένδυσή τους και το κέρδος τους και πράγματι η ενάγουσα - εφεσίβλητη κατέβαλε με δύο καταθέσεις στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Alpha Τράπεζα Α.Ε.", την 6.5.2010 και την 7.5.2010, τα ποσά των 2000 ευρώ και 8000 ευρώ, αντιστοίχως, στην ίδια ως άνω εταιρεία με την επωνυμία πλέον "…", επίσης με την σημείωση στην θέση της αιτιολογίας των στοιχείων της εναγομένης - εκκαλούσας και του κωδικού της. Σημειώνεται ότι η εναγομένη - εκκαλούσα ουδόλως αρνείται τις ως άνω συναλλαγές και τις καταθέσεις, που αποδεικνύονται και από τα ως άνω έγγραφα, ισχυριζόμενη ωστόσο, ότι η ίδια μεσολάβησε για την επένδυση των χρημάτων εν γένει των εναγόντων σε μετοχές επιλογής της χωρίς να συμμετέχει ανάλογα με την απόδοση των μετοχών στα κέρδη και στις ζημίες αυτών. Ωστόσο, η θέση της αυτή ανατρέπεται δεδομένου ότι εάν η συμμετοχή της περιοριζόταν μόνο στην επιλογή των μετοχών εταιρειών λαμβάνοντας υπ' όψιν ότι άπαντες οι ενάγοντες ήδη είχαν κωδικούς πελάτη και ήταν εξοικειωμένοι με τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, θα αρκούσε η απλή εκ μέρους της υπόδειξη αυτών χωρίς να ήταν αναγκαία η κατάθεση των ως άνω ποσών στην χρηματιστηριακή εταιρεία τις υπηρεσίες της οποίας χρησιμοποιούσε για τις συναλλαγές που πραγματοποιούσε η ίδια και η χρήση του δικού της κωδικού πελάτη. Επιπλέον και προς επίρρωση της ύπαρξης της ως άνω συμφωνίας μεταξύ τους αποδείχθηκε ότι με την κάθοδο της χρηματιστηριακής αγοράς και την αισθητή πλέον εικόνα της οικονομικής κρίσης, οπότε η αξία των μετοχών άρχισε να φθίνει, η ενάγουσα - εφεσίβλητη, ιδίως όταν ενημερώθηκε από την εναγομένη - εκκαλούσα ότι η αξία των επενδύσεων αντιστοιχούσε πλέον σε χρηματικό ποσό κάτω του αρχικού καταβληθέντος στην τελευταία, ζήτησε την επιστροφή του ποσού αυτού και η εναγομένη - εκκαλούσα την καθησύχαζε ισχυριζόμενη για επικείμενη ανάκαμψη της αγοράς με επακόλουθο να παρέρχεται ο χρόνος και παρ' ότι στην χώρα είχε προκληθεί κλονισμός της εμπιστοσύνης στην αγορά και δη στο τραπεζικό σύστημα, η ίδια συνέχιζε να την διαβεβαιώνει ότι πρέπει να διατηρήσει την εμπιστοσύνη της στο πρόσωπό της και σε κάθε περίπτωση να είναι βέβαιη για την επιστροφή των χρημάτων. Οι τρεις μάρτυρες της ενάγουσας - εφεσίβλητης, πρόσωπα που συνδέονταν στενά με την ίδια και την οικογένειά της και οι οποίοι γνώριζαν ήδη για την ως άνω συμφωνία, κατέθεσαν με βάση την προσωπική του αντίληψη έκαστος για περιστατικά που έλαβαν χώρα σε διαφορετική χρονική στιγμή εντός του διαστήματος 2016-2018 και αφορούσαν περιπτώσεις επικοινωνίας των δύο ως άνω αντιδίκων, που έλαβαν χώρα και από τις οποίες προέκυπτε η προσπάθεια της εναγομένης - εκκαλούσας εφησυχασμού της ενάγουσας - εφεσίβλητης, την παραδοχή της πρώτης για την ύπαρξη οφειλής προς την δεύτερη και την διαβεβαίωσή της για την επιστροφή των οφειλομένων ακόμα δε και για τον τρόπο εξεύρεσης του ποσού καθ' όσον λόγω της γενικότερης οικονομικής κατάστασης, υπήρχε οικονομική δυσχέρεια και από την πλευρά της εναγομένης - εκκαλούσας για την κάλυψή του.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι εφ' όσον η εναγομένη - εκκαλούσα κωλυσιεργούσε, η ενάγουσα - εφεσίβλητη επέδωσε την 6.2.2018 σε αυτήν -και στον σύζυγό της, εναγόμενο- την από 30.1.2018 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία περιγράφοντας την μεταξύ τους συμφωνία και θέτοντας προθεσμία για επιστροφή των χρημάτων ήτοι αυτή των τριάντα ημερών από την κοινοποίηση. Την 14.2.2018, η εναγομένη - εκκαλούσα -και ο σύζυγός της- απάντησαν στην ενάγουσα - εφεσίβλητη με την από 12.12.2018 εξώδικη πρόσκληση - διαμαρτυρία τους ότι η συμφωνία λειτούργησε άψογα, ότι η ενάγουσα - εφεσίβλητη κατέθεσε τα χρήματα στον λογαριασμό χρηματιστηρίου της εναγομένης - εκκαλούσας αναφέροντας ότι η ενάγουσα - εφεσίβλητη δεν επιθυμούσε να γίνει γνωστό ότι πραγματοποιεί συναλλαγές στο χρηματιστήριο, ισχυρισμός ο οποίος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθ' όσον όπως ήδη αναφέρθηκε όχι μόνο η ενάγουσα - εφεσίβλητη αλλά όλη η οικογένειά της είχαν κωδικούς πελάτη τουλάχιστον από το 2008 στο χρηματιστήριο, ότι υφίστανται άπαντα τα πινακίδια των συναλλαγών -σημειώνεται ότι η εναγομένη - εκκαλούσα προσκομίζει πινακίδια εκτελέσεως εντολών της ως άνω χρηματιστηριακής εταιρείας, που καλύπτουν το χρονικό διάστημα του Μαίου 2009 έως και του Νοεμβρίου 2009 και του Μαίου του 2010, ωστόσο στα έγγραφα αυτά αναγράφεται ως εντολέας η εναγομένη - εκκαλούσα και επομένως, δεν προκύπτει πως οι αγορές αυτών των τίτλων συνδέονται με την ενάγουσα - εφεσίβλητη και με το χρηματικό ποσό που αυτή κατέβαλε και σε κάθε περίπτωση με τις διακυμάνσεις της αξίας τους- καθώς και ότι η μείωση της αξίας των μετοχών δεν την νομιμοποιεί να αιτείται χρήματα και δη με υπόνοιες υπεξαιρέσεως. Την 22.02.2018 η ενάγουσα - εφεσίβλητη απάντησε εκ νέου στην εναγομένη - εκκαλούσα ζητώντας άπαντα τα πινακίδια μετοχών και συναλλαγών, τα οποία θα πρέπει να σχετίζονται χρονικά και ποσοτικά με τις καταβολές των χρημάτων και να υπάρχει μία αδιάλειπτη χρονική σειρά αξιών τους από την 6.4.2009 και εφεξής, στην οποία η εναγομένη - εκκαλούσα δεν απάντησε. Επομένως, εφ' όσον η εναγόμενη - εκκαλούσα, η οποία διαχειριζόταν καθ' όλα αυτά τα έτη τα ως άνω χρήματα που είχε καταβάλει η ενάγουσα - εφεσίβλητη, δεν επέστρεψε το αρχικώς παραδοθέν ποσό όταν ρητώς της ζητήθηκε παρά την ύπαρξη της ως άνω συμφωνίας, παρανόμως και υπαιτίως ζημίωσε την ενάγουσα - εφεσίβλητη και ως εκ τούτου πρέπει να της καταβάλει ως αποζημίωση το αιτηθέν ποσό των 122.800 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής...". Υπό τις ανωτέρω παραδοχές του, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθ' όσον δεν διέλαβε σ' αυτή την απαιτούμενη αιτιολογία, που να ανταποκρίνεται στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914 ΑΚ και 375 παρ.1 και 2 ΠΚ και να καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή αυτών, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου. Τούτο, διότι δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την τέλεση σε βάρος της αναιρεσίβλητης αδικοπραξίας και συγκεκριμένα υπεξαιρέσεως του χρηματικού ποσού των 123.000 ευρώ από την αναιρεσείουσα,η οποία ενεργούσε ως εντολοδόχος, διαχειρίστρια ξένης περιουσίας, που συνιστά την αναγκαία προϋπόθεση για τη θεμελίωση του αγωγικού της δικαιώματος αξίωσης αποζημίωσης με επίκληση της παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 914 ΑΚ και 375 παρ.1 και 2 του ΠΚ, και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Ειδικότερα, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, ενώ δέχεται ότι το συνολικό ποσό των 123.000 ευρώ κατατέθηκε στο τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε στην "Alpha Τράπεζα Α.Ε.", η χρηματιστηριακή εταιρεία "…" στο όνομα και στον κωδικό της αναιρεσείουσας, με σκοπό να αξιοποιηθεί σε χρηματιστηριακή επένδυση μετοχών και ότι το πρώτο έτος η επένδυση αυτή εξελισσόταν με ιδιαίτερη επιτυχία επιφέροντας κέρδη λόγω των ορθών επιλογών της αναιρεσείουσας και επίσης ότι η αναιρεσείουσα προσκόμισε όλα τα πινακίδια των συναλλαγών, εκτελέσεως εντολών της ως άνω χρηματιστηριακής εταιρείας που καλύπτουν το επίμαχο χρονικό διάστημα, ακολούθως δέχεται ότι η αναιρεσείουσα ζημίωσε παρανόμως και υπαιτίως την αναιρεσίβλητη διότι, παρά την ύπαρξη της (εγγυοδοτικής) συμφωνίας ότι το αρχικώς παραδοθέν ποσό των 123.000 ευρώ θα επιστρεφόταν από την αναιρεσείουσα οποτεδήποτε η αναιρεσίβλητη το αναζητούσε, η αναιρεσείουσα δεν της το επέστρεψε όταν ρητώς της ζητήθηκε. Δηλαδή, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, δεν προκύπτει με σαφήνεια εάν η αναιρεσείουσα επένδυσε το αρχικό ποσό των 123.000 ευρώ στο χρηματιστήριο ή αν το ποσό αυτό αναλώθηκε με κοινή συμφωνία στην επένδυση και εάν η ζημία της αναιρεσίβλητης επήλθε λόγω της υπεξαιρέσεως από την αναιρεσείουσα του αρχικού ποσού των 123.000 ευρώ δια της μη επενδύσεώς του ή λόγω της μη επιστροφής του ποσού αυτού δυνάμει σχετικής εγγυοδοτικής συμβάσεως, η οποία(σύμβαση) αναφέρεται ιστορικά στην αγωγή. Εν κατακλείδι, το Εφετείο, με τις πιο πάνω παραδοχές για τη στήριξη του ανωτέρω αποδεικτικού πορίσματος στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, εξαιτίας αντιφατικών, ελλιπών και ανεπαρκών αιτιολογιών, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914 του ΑΚ και 375 παρ.1 και 2 του ΠΚ, τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι βάσιμος. Κατόπιν τούτων, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι της αίτησης αναίρεσης, η εξέταση των οποίων παρέλκει γιατί καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού, που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που κατέθεσε για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου της, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 350/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου, συγκροτούμενο από διαφορετικό από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση δικαστή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαϊου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ