Απόφαση 686 / 2026    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 686/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευτύχιο Νικόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Μαρία Πετσάλη, Στυλιανή Μπλέτα και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Αλεξανδρούπολης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Βερροπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Φαλτσίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/5/2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 126/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 257/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14/7/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Υπόκειται προς κρίση η από 14-7-2020 αίτηση, για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 257/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, του δευτέρου των καθ' ων η ανακοπή ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία απορρίφθηκε η από 10-6-2016 έφεσή του κατά της υπ' αριθμ. 126/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία δέχθηκε την από 27-5-2013 ανακοπή του ανακόπτοντος ήδη αναιρεσιβλήτου. Η αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
2. Από τη διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ με την οποία ορίζεται ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 παρ.1 στοιχ. α του ιδίου κώδικα, κατά την οποία το δικόγραφο της αγωγής ή άλλου ενδίκου βοηθήματος, όπως η ανακοπή, πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή τους από τον ανακόπτοντα κατά του καθ' ου η ανακοπή, προκύπτει ότι η νομιμοποίηση των διαδίκων, τόσο η ενεργητική, όσο και η παθητική αναφορικά με την επίδικη έννομη σχέση καθορίζεται κατά κανόνα από το ουσιαστικό ή το δικονομικό δίκαιο, ιδίως στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, τόσο ως προς το αντικείμενο αυτής, όσο και ως προς τους φορείς της (δικαιούχο και υπόχρεο). Κατά συνέπεια, η από το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένη κρίση ότι ο αιτών την παροχή δικαστικής προστασίας με την άσκηση της ανακοπής νομιμοποιείται ενεργητικά και ο καθ' ου νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της ανακοπής ελέγχεται από τον αριθμ. 1α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, διότι προϋποθέτει παραβίαση από το ίδιο δικαστήριο κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 18/2005,ΑΠ 233/2023, ΑΠ 1002/2017, 1383/2010).
Εξάλλου, µε την παράγραφο 7 του άρθρου 28 του Ν. 2579/1998 (Α' 31), η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ και µετά την έναρξη ισχύος του Κώδικα Διοικητικής Δικονοµίας (άρθρο 285 παρ. 2 περ. ζ') (ΣτΕ 2808/2010), ορίζεται ότι: "Στις περιπτώσεις που υπηρεσίες του Δηµοσίου, εφαρµόζοντας τις διατάξεις του Ν.Δ. 356/1974 (ΦΕΚ 190 Α'), επιµελούνται για την είσπραξη εσόδων άλλων νοµικών προσώπων, υπέρ των οποίων εφαρµόζονται οι διατάξεις αυτές, στις σχετικές δίκες που δηµιουργούνται, δεν νοµιµοποιείται να παρίσταται ως διάδικο το Δηµόσιο, αλλά το ενδιαφερόµενο νοµικό πρόσωπο". Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι το δικόγραφο της ανακοπής κατά πράξης του Δηµοσίου που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία είσπραξης εσόδου άλλου νοµικού προσώπου πρέπει να ασκείται κατά του τελευταίου, το οποίο και µόνον νοµιµοποιείται να παρίσταται στη δίκη αυτή (ΑΠ 233/2023, ΣτΕ 3523/2015, 3525/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι ο προϊστάμενος της ΔΟΥ Αλεξανδρούπολης εξέδωσε την υπ' αριθμ. …2013 ταμειακή βεβαίωση σε βάρος του ανακόπτοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου) για την είσπραξη ποσού 8.697,05 ευρώ που όφειλε αυτός από δάνειο που είχε λάβει στις 26-6-2001 από το Ταμείο Νομικών, καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το πρώτο καθ' ου η ανακοπή, μη διάδικος εδώ, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ-ΤΟΜΕΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΝΟΜΙΚΩΝ (Ε.Τ.Α.Α.-Τ.Α.Ν.). Ότι ο λήπτης του δανείου άσκησε την από 27-5-2013 ανακοπή κατά της ως άνω ταμειακής βεβαίωσης, την οποίαν απεύθυνε όχι μόνον κατά του ως άνω νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, αλλά και κατά του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, επί της ανακοπής δε αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 126/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία δέχθηκε αυτήν κατ' ουσίαν και ακύρωσε την προαναφερθείσα ταμειακή βεβαίωση, στη συνέχεια δε απορρίφθηκε η από 10-6-2016 έφεση του αναιρεσείοντος με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η οποία δέχθηκε ότι το τελευταίο νομιμοποιείται παθητικά για την προκειμένη δίκη της ανακοπής, απορρίπτοντας σχετικό λόγο της ως άνω έφεσής του. Με αυτά που δέχθηκε και έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα μη εφαρμόζοντας την ως άνω διάταξη, που καθορίζει ότι όταν το Δημόσιο εφαρμόζει τις διατάξεις περί είσπραξης δημοσίων εσόδων για την είσπραξη απαιτήσεων άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, παθητικώς νομιμοποιείται το τελευταίο, την οποία όφειλε να εφαρμόσει, έσφαλε ως προς την ορθή εφαρμογή του νόμου και ο σχετικός πρώτος λόγος της αναίρεσης, αληθώς από τον αριθ. 1 (και όχι από τον αριθ.14) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, του αναιρεσείοντος, είναι βάσιμος.
3. Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου αναίρεσης, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω λόγου αναίρεσης στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση...". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο. Τέτοιο δικονομικό έδαφος για τη μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το δικάσαν Εφετείο στην ουσία δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση, ενόψει του ότι η ένδικη ανακοπή είναι απορριπτέα ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης του δεύτερου καθ' ου η ανακοπή νυν αναιρεσείοντος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μετά την κατά τα άνω αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να κρατηθεί και δικαστεί η από 10-6-2016 έφεση του εκκαλούντος-καθ' ου η ανακοπή, να γίνει αυτή δεκτή, να εξαφανιστεί η υπ' αριθμ. 126/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό και να απορριφθεί η ένδικη ανακοπή κατά του δευτέρου καθ' ου. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, καθώς και της ένδικης αναίρεσης, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου και εφεσιβλήτου, λόγω της ήττας του, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ , μειωμένα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ.1 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 5 παρ.12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423 Οικ/1992 Οικονομικών και Δικαιοσύνης, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 257/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 10-6-2016 έφεσης.
Δέχεται αυτήν τύποις και κατ' ουσίαν.
Εξαφανίζει την υπ' αριθμ. 126/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης.
Κρατεί και δικάζει επί της από 27-5-2013 ανακοπής.
Απορρίπτει αυτήν ως προς το δεύτερο καθ' ου.
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει για την αναιρετική δίκη σε τριακόσια (300) ευρώ και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε εξακόσια (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Μαϊου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ