ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 687/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 687/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 687/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 687 / 2026    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 687/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την …/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Κουφοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΩΝ ΑΤΟΜΩΝ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Βουκελάτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ: Ε. Τ. του Κ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 6-12-2016 πρόσθετη παρέμβαση της κοινοποιούμενης την αναίρεση, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1306/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων η 1557/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-2-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ειρήνη Νικολάου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από … 2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. …2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθμό 1557/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 3/2/2023 (άρθρα 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ), εντός τριάντα ημερών από την επομένη της επίδοσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στις …/2023 (βλ. την προσκομιζόμενη από το αναιρεσίβλητο υπ' αριθμ. …2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο … Γ. Γ.). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 82 εδ. γ' ΚΠολΔ, αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κύριους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 81 παρ. 3 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, η οποία ορίζει ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από τον διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, συνάγεται ότι η κλήση προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, που γίνεται είτε κάτω από το αντίγραφο του αναιρετηρίου, είτε αυτοτελώς (άρθρο 568 ΚΠολΔ), πρέπει να επιδίδεται και προς εκείνον που δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο και είχε στη δίκη επί της ουσίας, από την οποία προήλθε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ κάποιου από τους κύριους διαδίκους, πρέπει δε αυτός να καλείται από τον επισπεύδοντα σε κάθε επόμενη διαδικαστική πράξη, για να ενημερώνεται ως προς την εξέλιξη της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ένδικου μέσου της αίτησης αναίρεσης και να ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά του, διότι και αυτός είναι διάδικος. Έτσι, από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει" και με εκείνη του άρθρου 558 παρ. 1 ΚΠολΔ, σαφώς προκύπτει ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατ' αρχήν κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος, διότι αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, όμως αυτός πρέπει να καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης. Χωρίς την κλήτευσή του παραβιάζεται η θεμελιώδης δικονομική αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, που καθιερώνεται με το άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ, ειδική εφαρμογή της οποίας συνιστούν οι προαναφερόμενες διατάξεις, και δημιουργείται απαράδεκτο της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης για όλους τους διαδίκους (άρθρο 576 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ), το οποίο, ως αναφερόμενο στην προδικασία, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 765/2023, ΑΠ 32/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και της υπ' αριθμ. 1306/2019 οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η Ε. Τ. του Κ. άσκησε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την από …/2016 (αριθμ. εκθ. κατ. …/2016) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εναγομένου ΝΠΙΔ και ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου την από …/2020 (αριθμ. εκθ. κατ. …/2020) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ως άνω εφεσιβλήτου, ήδη αναιρεσιβλήτου, νομικού προσώπου.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. …2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου … Ι. Π., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση του αναιρεσείοντος προς την προσθέτως παρεμβαίνουσα, για να παραστεί κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 23/1/2024, οπότε η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σ' αυτήν. Η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όμως, δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου, ούτε κατατέθηκε η δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, η συζήτηση θα προχωρήσει, παρά τη δικονομική απουσία της προσθέτως παρεμβαίνουσας (άρθρα 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Ι. Με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 1729/1987 ιδρύθηκε το ήδη αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων" (ΚΕ.Θ.Ε.Α.) με έδρα τη Θεσσαλονίκη. Με το άρθρο 56 παρ. 1 εδ. α' του ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α' 74/20.03.2013) ορίσθηκε ότι "Το ΚΕ.Θ.Ε.Α. είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με έδρα τη Θεσσαλονίκη και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας". Σύμφωνα με την παρ. 7 του ίδιου άρθρου 56 του ν. 4139/2013, "Εντός τριμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος το Διοικητικό Συμβούλιο του ΚΕ.Θ.Ε.Α. καταρτίζει τον νέο κανονισμό λειτουργίας του". Ο Κανονισμός Εργασίας του ΚΕΘΕΑ (ήδη αναιρεσιβλήτου), καταρτίστηκε με την από 12/7/2000 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και επιβεβαιώθηκε η ισχύς του με την από 9/10/2013 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Με το άρθρο 2 του ως άνω Κανονισμού ορίζεται ότι: "1α) Στους όρους του Κανονισμού αυτού υπάγονται όλοι οι εργαζόμενοι με σχέση εξηρτημένης εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης, καθώς και οι εργαζόμενοι με σύμβαση δοκιμής, που απασχολούνται στις Κεντρικές Υπηρεσίες, τα Θεραπευτικά Προγράμματα και τις Παραγωγικές Μονάδες του ΚΕΘΕΑ. β) Ο Κανονισμός Εργασίας εφαρμόζεται στους Επιμορφωτές Μερικής Απασχόλησης αορίστου χρόνου του άρθρου 26 Ν. 3475/2006, εκτός των άρθρων 13, 16 και 23 παρ. 7", ενώ με το άρθρο 8 του ιδίου Κανονισμού, οι κατηγορίες του Προσωπικού ορίζονται ως εξής: "Α. Κατηγορία 1: Προσωπικό Θεραπείας. Β. Κατηγορία 2: Προσωπικό Πρόληψης, Εκπαίδευσης, Έρευνας. Γ. Κατηγορία 3: Προσωπικό Διοικητικοοικονομικών Υπηρεσιών, Δ. Κατηγορία 4: Προσωπικό Γραμματειακής-Διοικητικής Υποστήριξης και Τεχνικής-Βοηθητικής Υποστήριξης. Ε. Κατηγορία 5: Επιμορφωτές Μερικής Απασχόλησης Αορίστου Χρόνου του Άρθρου 26 Ν. 3475/2006".

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 3475/2006, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 110 παρ. 1 του Ν. 5243/2025 (ΦΕΚ Α' 187/31.10.2025), "Ο Οργανισμός κατά των Ναρκωτικών (Ο.ΚΑ.ΝΑ.) και το Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων (ΚΕ.Θ.Ε.Α.) δύνανται να προσλαμβάνουν εκπαιδευτές και επιμορφωτές με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, μερικής έως είκοσι ώρες εβδομαδιαίως για την κάλυψη εκπαιδευτικών και επιμορφωτικών δραστηριοτήτων που παρέχουν στους υπό απεξάρτηση χρήστες. Αποκλείεται και είναι άκυρη η μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις πλήρους απασχόλησης". Τέλος, στο άρθρο 13 του ως άνω Κανονισμού Εργασίας του αναιρεσιβλήτου, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1β' αυτού δεν έχει εφαρμογή στους επιμορφωτές μερικής απασχόλησης του άρθρου 26 του Ν. 3475/2006, ορίζεται ότι εσωτερική μετάταξη είναι η μεταβολή της κατηγορίας προσωπικού στην οποία ανήκει ο εργαζόμενος, σύμφωνα με όσα προβλέπονται σε αυτό.

ΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 4 του Συντάγματος καθιερώνεται η ισότητα των Ελλήνων πολιτών ενώπιον του νόμου, όπως και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι απαγορεύει όχι μόνο την άνιση εφαρμογή του νόμου, αλλά και την άνιση ρύθμιση των ουσιωδώς όμοιων εννόμων σχέσεων από τον νομοθέτη. Από την αρχή της ισότητας προκύπτει ότι οι νόμοι, καθώς και οι κανονιστικού περιεχομένου διατάξεις, που εκδίδονται μετά από νομοθετική εξουσιοδότηση, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς όμοιων καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν μπορούν να επιχειρούν αυθαιρέτως δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος ορισμένης κατηγορίας εργαζομένων, που παρέχουν υπό τις αυτές συνθήκες όμοια εργασία, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, οπότε οι εργαζόμενοι για τους οποίους συντρέχουν οι λόγοι αυτοί αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία.
Συνεπώς, αν γίνει με νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική αυτή μεταχείριση, η διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοστεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η, κατά παράβαση των άνω διατάξεων του Συντάγματος, δημιουργούμενη ανισότητα. Ο κανόνας, όμως, αυτός δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διάταξης νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς, οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία, όπως είναι και οι έχοντες διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς, ενόψει του είδους της εργασίας τους, όρους απασχόλησης και απολαβών (ΑΠ 1075/2020, ΑΠ 838/2018, ΑΠ 801/2015).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 38 παρ. 13 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α' 101), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 2 του ν. 2639/1998 (ΦΕΚ Α' 205), συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του ν. 2874/2000 (ΦΕΚ Α' 286), αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 2 του ν. 3846/2010 (ΦΕΚ Α' 66) και τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 3 του ν. 3899/2010 (ΦΕΚ Α' 212) και ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, "Ο μερικώς απασχολούμενος, επί προσφοράς εργασίας με ίσους όρους από μισθωτούς της ίδιας κατηγορίας, έχει δικαίωμα προτεραιότητας για πρόσληψη σε θέση εργασίας πλήρους απασχόλησης στην ίδια επιχείρηση...". Επίσης, σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου 38, "Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου νοείται ως: α) "εργαζόμενος μερικής απασχόλησης", κάθε εργαζόμενος με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, του οποίου οι ώρες εργασίας, υπολογιζόμενες σε ημερήσια, εβδομαδιαία, δεκαπενθήμερη ή μηνιαία βάση είναι λιγότερες από το κανονικό ωράριο εργασίας του συγκρίσιμου εργαζόμενου με πλήρη απασχόληση, β) "συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση", κάθε εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης, που απασχολείται στην ίδια επιχείρηση με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας, και εκτελεί ίδια ή παρόμοια καθήκοντα, υπό τις αυτές συνθήκες. Όταν στην επιχείρηση δεν υπάρχει συγκρίσιμος εργαζόμενος με πλήρη απασχόληση, η σύγκριση γίνεται με αναφορά στη συλλογική ρύθμιση στην οποία θα υπαγόταν ο εργαζόμενος αν είχε προσληφθεί με πλήρη απασχόληση. Οι εργαζόμενοι με σύμβαση ή σχέση εργασίας μερικής απασχόλησης δεν επιτρέπεται να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους συγκρίσιμους εργαζόμενους με κανονική απασχόληση, εκτός εάν συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι οι οποίοι τη δικαιολογούν, όπως η διαφοροποίηση στο ωράριο εργασίας".

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται εάν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2021, 1/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας, και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, 2/2019, 6/2019, ΑΠ 1802/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Με την από .../2015 (αριθ. έκθ. κατάθ. …2015) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) εξέθετε ότι απασχολήθηκε κατά το διάστημα από 1/2/2004 έως 31/7/2006 στο εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων", ως εκπαιδευτικό προσωπικό, δυνάμει τριών συμβάσεων εργασίας μερικής απασχόλησης, διάρκειας από 1/2/2004 έως 30/6/2004, από 1/11/2004 έως 31/7/2005 και από 1/11/2005 έως 31/7/2006, αντίστοιχα, και ότι την 1/11/2007 προσελήφθη από το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης, ως επιμορφωτής των υπό απεξάρτηση ατόμων, κατ' εφαρμογή του άρθρου 26 του ν. 3475/2006. Ότι τον Δεκέμβριο 2013 συμμετείχε ως υποψήφιος σε διαδικασία εσωτερικής μετάταξης, για την πλήρωση της θέσης, πλήρους απασχόλησης, του Υπευθύνου Εκπαίδευσης του προγράμματος "ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ" του εναγομένου. Ότι το εναγόμενο αρνήθηκε τη συμμετοχή του στην εσωτερική διαδικασία επιλογής για την κάλυψη της ως άνω θέσης, επικαλούμενο αφενός την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 26 του ν. 3475/2006, σύμφωνα με την οποία αποκλείεται και είναι άκυρη η μετατροπή των συμβάσεων μερικής απασχόλησης των προσληφθέντων βάσει της διάταξης αυτής σε συμβάσεις πλήρους απασχόλησης, αφετέρου δε τον Κανονισμό Εργασίας του προσωπικού του, ο οποίος, στο άρθρο 2 παρ. 1β', εξαιρεί τους επιμορφωτές μερικής απασχόλησης από τη διαδικασία της εσωτερικής μετάταξης. Ότι η εξαίρεση αυτή αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, καθόσον εισάγει αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση σε βάρος των μερικώς απασχολούμενων εργαζομένων του εναγομένου, η οποία απαγορεύεται από την Οδηγία 97/81/ΕΚ και το άρθρο 38 του ν. 1892/1990, ενώ, σύμφωνα με τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 26 του ν. 3475/2006, δεν απαγορεύεται η τοποθέτηση των επιμορφωτών σε κενή θέση πλήρους απασχόλησης, κατόπιν μεταβολής της κατηγορίας προσωπικού, στην οποία ανήκουν, και ότι η παράλειψη τοποθέτησής του από το εναγόμενο στην επίδικη θέση και αντίστοιχα η τοποθέτηση σ' αυτήν της Ε. Τ., έναντι της οποίας ο ίδιος υπερέχει καταφανώς, συνιστά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του εναγομένου, που αντίκειται στον Κανονισμό Προσωπικού. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσε: α) Να αναγνωριστεί ότι δικαιούται βάσει του Κανονισμού Προσωπικού του εναγομένου να συμμετέχει στη διαδικασία εσωτερικής μετάταξης, β) να αναγνωριστεί ότι το άρθρο 2 παρ. 1β' του ως άνω Κανονισμού, καθ' ο μέρος εξαιρεί αυτόν από την προβλεπόμενη από τον Κανονισμό διαδικασία μεταβολής της θέσης εργασίας του, συνιστά δυσμενή διάκριση σε βάρος του, γ) να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο έπρεπε να τοποθετήσει αυτόν στην ένδικη θέση Υπευθύνου Εκπαίδευσης του προγράμματος "ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ" από 1/3/2014, δ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να προβεί στην τοποθέτησή του στην εν λόγω θέση, ε) να υποχρεωθεί τούτο να του καταβάλει το ποσό των 22.518,72 ευρώ, για μισθολογικές διαφορές μεταξύ των καταβληθεισών αποδοχών του και εκείνων που θα δικαιούτο, εάν είχε τοποθετηθεί στην ένδικη θέση, για το χρονικό διάστημα από 1/3/2014 έως 1/12/2015, με τον νόμιμο τόκο αφότου κάθε επιμέρους παροχή κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής, και, στ) να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 5.000 ευρώ, όπως παραδεκτά περιορίστηκε το σχετικό καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής σε αναγνωριστικό, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη συνεπεία της προσβολής της προσωπικότητάς του από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων του εναγομένου. Στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε με την ως άνω αγωγή, η Ε. Τ. του Κ., με αυτοτελές δικόγραφο (από …/2016 με αριθ. έκθ. κατάθ. …2016), άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εναγομένου, ζητώντας την απόρριψη της ένδικης αγωγής, επικαλούμενη ότι, με την τυχόν παραδοχή της αγωγής και την τοποθέτηση του ενάγοντος στην επίδικη θέση του Υπευθύνου Εκπαίδευσης, προσβάλλονται έννομα συμφέροντά της, εφόσον με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του εναγομένου τοποθετήθηκε η ίδια στην ως άνω θέση. Επί της αγωγής αυτής και της πρόσθετης παρέμβασης, που συνεκδικάστηκαν αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, εκδόθηκε η με αριθμό 1306/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε τα υπό στοιχ. α' και β' αναγνωριστικά αιτήματα ως μη νόμιμα, ενώ τα λοιπά αιτήματα απέρριψε προεχόντως ως αόριστα, επειδή δεν αναφέρονταν στην αγωγή ο χρόνος προϋπηρεσίας του ενάγοντος, καθώς και τα λοιπά στοιχεία του υπηρεσιακού του φακέλου, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η σύγκρισή του με την αντ' αυτού μεταταχθείσα Ε. Τ. (προσθέτως παρεμβαίνουσα), με επάλληλη δε αιτιολογία ως μη νόμιμα, επειδή για τη θεμελίωση της καταχρηστικής άσκησης του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου, δεν αρκεί μόνον η αναφορά ότι ο παραλειφθείς εργαζόμενος υπερείχε έναντι του τοποθετηθέντος ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, αλλά απαιτείται επιπροσθέτως η συνδρομή και άλλων περιστάσεων (αρχαιότητα, ηλικία, οικονομική και οικογενειακή κατάσταση κλπ.), τις οποίες δεν επικαλείται ο ενάγων με την ένδικη αγωγή. Κατά της ανωτέρω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου α) ο ενάγων άσκησε την από …/2019 έφεσή του (αριθ. εκθ. κατ. …/2019), με αίτημα την εξαφάνιση, άλλως τη μεταρρύθμιση της εκκαλούμενης απόφασης, ώστε να γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή του, β) το εναγόμενο την από …/2021 έφεσή του (αριθ. εκθ. κατ. …/2021) με αίτημα να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της ως νόμω αβάσιμη, καθόσον από τις αιτιολογίες της εκκαλουμένης δημιουργείται δυσμενές δεδικασμένο σε βάρος του και, γ) η προσθέτως παρεμβαίνουσα την από την από …/2020 (αριθμ. εκθ. κατ. …/2020) πρόσθετη υπέρ του εφεσίβλητου νομικού προσώπου παρέμβασή της. Επί των εφέσεων αυτών και επί της πρόσθετης παρέμβασης , οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 1557/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του ενάγοντος και έγινε δεκτή η έφεση του εναγομένου, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος της, με το οποίο είχαν απορριφθεί τα υπό στοιχ. γ' έως και στ' αγωγικά αιτήματα ως αόριστα, αφού κρατήθηκε δε και δικάστηκε εκ νέου η αγωγή ως προς τα εν λόγω αιτήματα, απορρίφθηκε ως προς αυτά ως μη νόμιμη. Με τον πρώτο, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι με την κρίση της ότι οι εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης του (αναιρεσιβλήτου) ΚΕΘΕΑ εξαιρούνται από τη διαδικασία εσωτερικής μετάταξης και ότι, επομένως, εφαρμόζεται ως προς αυτούς το άρθρο 2 παρ. 1β' του Κανονισμού Εργασίας του αναιρεσιβλήτου, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 38 παρ. 2β' του ν. 1892/1990, 2, 8 και 13 του Κανονισμού Εργασίας του ΚΕΘΕΑ και 26 του ν. 3475/2006, καθώς και τις ρήτρες 3 και 4 της Οδηγίας 97/81/ΕΚ (της 15ης Δεκεμβρίου 1997 σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία μερικής απασχόλησης που συνήφθη από την UNICE, το CEEP και την CES). Επίσης, με τους δεύτερο και τρίτο συναφείς αναιρετικούς λόγους, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εφαρμόζοντας το άρθρο 2 παρ. 1β' του Κανονισμού Εργασίας του αναιρεσιβλήτου, το οποίο εξαιρεί τους επιμορφωτές μερικής απασχόλησης από τη διαδικασία της εσωτερικής μετάταξης, παραβίασε τις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 (δεύτερος λόγος) και 25 παρ. 1 (τρίτος λόγος), που καθιερώνουν τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας αντίστοιχα, ενώ με τον τέταρτο λόγο προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 38 παρ. 13 και 18 του ν. 1892/1990, με τις οποίες αναγνωρίζεται το δικαίωμα προτεραιότητας του μερικώς απασχολούμενου για πρόσληψη σε θέση εργασίας πλήρους απασχόλησης στην ίδια επιχείρηση.
Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: "...τα υπό στοιχείο γ' έως και στ' αιτήματα της αγωγής τυγχάνουν μη νόμιμα. Και τούτο διότι με την ανωτέρω εξαίρεση που ορίζεται στο άρθρο 13 του Κανονισμού του εναγόμενου αναφορικά με το Προσωπικό των Επιμορφωτών μερικής απασχόλησης (όπως προσδιορίζεται στο άρθρο 2 παρ. 1β' του ιδίου Κανονισμού) δεν παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της ισότητας ούτε είναι νομικά βάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο αποκλεισμός του από τη διαδικασία εσωτερικής μετάταξης για την πλήρωση της θέσης του Υπεύθυνου Εκπαίδευσης αποτελεί δυσμενή διάκριση σε βάρος του, ως μερικώς απασχολούμενος, βάσει του άρθρου 38 του Ν. 1892/1990 και, μετά ταύτα, δεν ενήργησε το εναγόμενο καταχρηστικά με την επιλογή, δια του αρμοδίου οργάνου του, στην επίδικη θέση της προσθέτως παρεμβαίνουσας Ε. Τ., απορριπτομένων ως αβάσιμων των λοιπών λόγων της από …2019 έφεσης, που ψέγουν την εκκαλουμένη ως προς την κρίση της αυτή, εφόσον ο ενάγων προσλήφθηκε αποκλειστικά ως επιμορφωτής μερικής απασχόλησης, υπό το ειδικά ρυθμιζόμενο καθεστώς του άρθρου 26 Ν. 3475/2006 (έως 20 ώρες εβδομαδιαίως), λόγω δε της νομοθετικής αυτής ρύθμισης (που ενσωματώνεται στον Κανονισμό Εργασίας) δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής της ισότητας, αφού δεν πρόκειται για οικειοθελή παροχή ή άλλη ρύθμιση που αποφάσισε το εναγόμενο, ως εργοδότης, για το προσωπικό του, αλλά για διάκριση που επέβαλε ο νομοθέτης. Το ως άνω άρθρο αναφέρει ρητά ότι είναι άκυρη οποιαδήποτε μετατροπή των ως άνω συμβάσεων σε συμβάσεις πλήρους απασχόλησης και οιαδήποτε μεταβολή της κατηγορίας των εργαζομένων. Η παροχή εργασίας των Επιμορφωτών, που αποτελούν αυτοτελή και ξεχωριστή κατηγορία (5) στον Κ.Ε., είναι εντελώς διαφορετική από αυτήν της κατηγορίας (2) του Προσωπικού Εκπαίδευσης και δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί της, καθώς παρέχουν υπό διαφορετικές συνθήκες την εργασία τους, αφού οι Επιμορφωτές καταρτίζουν και επιμορφώνουν τα μέλη της θεραπείας, ενώ το Προσωπικό Εκπαίδευσης αποτελεί μέρος της ιεραρχικής οργάνωσης του ΚΕΘΕΑ. Επιπλέον, οι Επιμορφωτές παρέχουν υπηρεσίες απ' ευθείας στα μέλη και εμμέσως στο ΚΕΘΕΑ, ενώ το Προσωπικό Εκπαίδευσης απ' ευθείας στο ΚΕΘΕΑ και εμμέσως στα μέλη, το Προσωπικό Εκπαίδευσης εποπτεύει και ελέγχει το έργο και την απόδοση των Επιμορφωτών, απασχολείται δε με πλήρη απασχόληση, ενώ οι Επιμορφωτές με μερική απασχόληση. Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται ούτε αντίθεση στην αρχή της αναλογικότητας, εφόσον υπάρχει εν προκειμένω αντικειμενικός λόγος, που ανάγεται στη διαφορετική φύση και το είδος εργασίας της συγκεκριμένης κατηγορίας εργαζομένων (της κατηγορίας 5) που παρέχουν στο εναγόμενο. Από συνταγματικής άποψης, το μεν άρθρο 26 του ν. 3475/2006 συντάσσεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, το οποίο εξουσιοδοτεί τον κοινό νομοθέτη να ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, στον οποίο ανήκει το ΚΕΘΕΑ. Αυτό συνεπάγεται το επιτρεπτό της απαγόρευσης μετατροπής της απασχόλησης από μερική σε πλήρη στις συμβάσεις των Επιμορφωτών, το δε άρθρο 2 παρ. 1β' του Κ.Ε. έχει τεθεί σε ισχύ με το άρθρο 5 του ν. 1876/1990 και έχει κανονιστική ισχύ, να σημειωθεί δε ότι η αναφορά της απαγόρευσης της μετατροπής της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος σε πλήρους απασχόλησης έχει αποτελέσει και συμβατικό όρο (άρθρα 1 και 22) της σύμβασης εργασίας του...".
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμα τα ανωτέρω υπό στοιχ. γ' έως στ' αιτήματα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 26 του ν. 3459/2006 (όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο) και των άρθρων 2β' και 13 του Κανονισμού Εργασίας του αναιρεσιβλήτου, οι οποίες εφαρμόζονται στην κρινόμενη περίπτωση ως ειδικές διατάξεις (σε σχέση με τις προεκτεθείσες στη νομική σκέψη που προηγήθηκε γενικές διατάξεις του άρθρου 38 του ν. 1892/1990, όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο, που ως εκ τούτου δεν τυγχάνουν εφαρμοστέες), με τις οποίες οι Επιμορφωτές μερικής απασχόλησης εξαιρούνται από την εφαρμογή των άρθρων 13, 16 και 23 παρ. 7 του Κανονισμού Εργασίας, που αφορούν την εσωτερική μετάταξη, την πλήρωση θέσης υπευθύνου προγράμματος/τομέα/μονάδας/τμήματος και την καταβολή επιδόματος ευθύνης. Επίσης, ορθά εφαρμόζοντας τις προαναφερόμενες διατάξεις, έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι με την ανωτέρω εξαίρεση, που εισάγει το άρθρο 2β', σε συνδυασμό με το άρθρο 13 του Κανονισμού του αναιρεσιβλήτου, αναφορικά με το Προσωπικό των Επιμορφωτών μερικής απασχόλησης (όπως προσδιορίζεται στο άρθρο 2 παρ. 1β' του ιδίου Κανονισμού), δεν παραβιάζεται η συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού δεν πρόκειται για οικειοθελή παροχή ή άλλη ρύθμιση, που τέθηκε σε ισχύ με πρωτοβουλία του εργοδότη-αναιρεσιβλήτου, αλλά για διάκριση που επέβαλε ο νομοθέτης και η οποία επίσης δεν έρχεται σε αντίθεση με την ως άνω συνταγματική αρχή δεδομένου ότι αφορά δύο μη συγκρίσιμες κατηγορίες εργαζομένων.

Περαιτέρω, ορθά έκρινε ότι με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1β' του Κανονισμού Εργασίας του αναιρεσιβλήτου, που εισάγει την ως άνω εξαίρεση, δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, καθόσον υφίσταται αντικειμενικός προς τούτο λόγος, αναγόμενος στη διαφορετικό είδος της εργασίας που παρέχεται από τους Επιμορφωτές, σε σχέση με εκείνη που παρέχεται από το Προσωπικό Εκπαίδευσης, καθώς και στις διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες παρέχεται η εργασία εκάστης των ανωτέρω δύο μη συγκρίσιμων κατηγοριών εργαζομένων, δεδομένου ότι με τους Επιμορφωτές καλύπτονται αποκλειστικά και μόνο συγκεκριμένες ανάγκες του αναιρεσιβλήτου και, άρα, η ανωτέρω εξαίρεση είναι αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ηπιότερο μέσο. Συγκεκριμένα, οι Επιμορφωτές καταρτίζουν και επιμορφώνουν τα υπό απεξάρτηση μέλη των θεραπευτικών προγραμμάτων, ενώ το Προσωπικό Εκπαίδευσης αποτελεί μέρος της ιεραρχικής οργάνωσης του αναιρεσιβλήτου ΚΕΘΕΑ, οι Επιμορφωτές παρέχουν υπηρεσίες απευθείας στα μέλη και εμμέσως στο ΚΕΘΕΑ, ενώ το Προσωπικό Εκπαίδευσης παρέχει υπηρεσίες απευθείας στο ΚΕΘΕΑ και εμμέσως στα μέλη, επιπροσθέτως δε το προσωπικό Εκπαίδευσης εποπτεύει και ελέγχει το έργο και την απόδοση των Επιμορφωτών, οι οποίοι είναι εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης, λόγω του ιδιόμορφου χαρακτήρα της παρεχόμενης εργασίας τους. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου και δικάζοντας επί της αγωγής του αναιρεσείοντος απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη ως προς τα ανωτέρω αιτήματα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 26 του ν. 3475/2006, 2, 8 και 13 του Κανονισμού Εργασίας του αναιρεσιβλήτου, και ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 38 παρ. 2β', 13 και 18 του ν. 1892/1990, 4 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος που δεν ήταν εφαρμοστέες και, συνεπώς, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΙV. Κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Ως έννομη σχέση, η ύπαρξη ή η ανυπαρξία της οποίας είναι αντικείμενο της αναγνωριστικής αγωγής και της επ' αυτής εκδοθησόμενης απόφασης, νοείται η νομικά ρυθμιζόμενη βιοτική σχέση ενός προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πράγμα, που συνεπάγεται ή ενέχει ως περιεχόμενό της ένα τουλάχιστον δικαίωμα ή μια υποχρέωση, είτε δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (ΑΠ 391/2024, 1259/2020, 356/2013, 508/2013). Δεν αποτελούν έννομη σχέση, υπό την ανωτέρω έννοια, τα απλά πραγματικά περιστατικά, οι προϋποθέσεις δικαιώματος ή αξίωσης ή τα αφηρημένα νομικά ζητήματα, χωρίς τη σύνδεσή τους με έννομη σχέση της οποίας ζητείται, δια της αγωγής, η προστασία (ΑΠ 1259/2020). Επίσης, δεν αποτελεί έννομη σχέση η διαπίστωση πραγματικών ή νομικών καταστάσεων χωρίς καθορισμό των προσαπτομένων από το δίκαιο συνεπειών, έστω και αν μνημονεύεται ο κανόνας ή η νομική αρχή όπου υπάγονται τα περιστατικά αυτά ή έχουν νομική σημασία για τις έννομες σχέσεις των προσώπων (ΑΠ 1259/2020, 508/2013, 224/2007). Ομοίως, μεμονωμένα στοιχεία της έννομης σχέσης ή προδικαστικά αυτής ζητήματα ή γυμνά πραγματικά γεγονότα (ΑΠ 1259/2020) δεν μπορούν να καταστούν αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής (ΑΠ 1259/2020, 1154/2019, 736/2019, 134/2015, 224/2007). Και τούτο διότι, όταν η έννομη σχέση είναι ατελής, δεν θεμελιώνεται η ανάγκη παροχής έννομης προστασίας (έννομο συμφέρον), αφού δεν εξυπηρετείται ο σκοπός του νόμου, ήτοι η διαλεύκανση (αυθεντική βεβαίωση) με την προκαλούμενη με την αγωγή αυτή δικαστική απόφαση της αμφισβητούμενης ύπαρξης ή ανυπαρξίας της έννομης σχέσης (ΑΠ 1259/2020), η άρση της σχετικής αβεβαιότητας και η αποτροπή παρουσών ή μελλουσών εν σχέσει με αυτή δικαστικών διενέξεων, με συνέπεια η αγωγή υπό το ανωτέρω περιεχόμενο να καθίσταται απαράδεκτη (ΑΠ 391/2024). Η ως άνω διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ είναι ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου, αφού οι εν λόγω διαδικαστικές προϋποθέσεις, της νομιμοποίησης των διαδίκων και της συνδρομής εννόμου συμφέροντος, συνιστούν ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας και, συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 115/2022, 1021/2014, 772/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο (τελευταίο) λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 70 του ΚΠολΔ, ως προς την απόρριψη των υπό στοιχ. α' και β' αιτημάτων της αγωγής του, με τα οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι δικαιούται, βάσει του Κανονισμού Προσωπικού του εναγομένου, να συμμετέχει στη διαδικασία εσωτερικής μετάταξης (α' αίτημα), καθώς και ότι το άρθρο 2 παρ. 1β' του ως άνω Κανονισμού, κατά το μέρος που εξαιρεί αυτόν, ως Επιμορφωτή, από την προβλεπόμενη στο άρθρο 13 αυτού (Κανονισμού) διαδικασία μεταβολής της θέσης εργασίας του, συνιστά δυσμενή διάκριση σε βάρος του (β' αίτημα).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε τα εξής: "...Με αυτό, επομένως, το περιεχόμενο, τα υπό στοιχ. α' και β' αιτήματα της αγωγής είναι μη νόμιμα, καθόσον δεν επιδιώκουν την αναγνώριση της ύπαρξης μιας έννομης σχέσης, η οποία ουδόλως υφίσταται, αλλά τη γνωμοδότηση του Δικαστηρίου, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις ώστε ο ενάγων να δικαιούται να συμμετάσχει σε διαδικασία εσωτερικής μετάταξης, σύμφωνα με τον ισχύοντα Κανονισμό Εργασίας του εναγόμενου, που είχε καταρτισθεί με Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, καθώς επίσης και ότι η εξαίρεση της διακριτής κατηγορίας των Επιμορφωτών, στην οποία ανήκε ο ενάγων, συνιστούσε δυσμενή διάκριση σε βάρος του. Και τούτο διότι, τα πολιτικά δικαστήρια δεν λειτουργούν ως γνωμοδοτικά όργανα για το εάν υφίσταται ή όχι μια έννομη σχέση, αλλά διαγιγνώσκουν έννομες συνέπειες.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση, με την ίδια αιτιολογία, η οποία σε κάθε περίπτωση συμπληρώνεται από την παρούσα (άρθρ. 534 ΚΠολΔ), απέρριψε ως μη νόμιμα τα προαναφερόμενα αγωγικά κονδύλια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της από 20-10-2019 έφεσης κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα".
Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ, διότι από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι τα προαναφερόμενα αιτήματα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, να αναγνωριστεί ότι δικαιούται να συμμετάσχει στη διαδικασία εσωτερικής μετάταξης του ΚΕΘΕΑ για την πλήρωση θέσης πλήρους απασχόλησης (Υπευθύνου Εκπαίδευσης του Προγράμματος "ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ"), καθώς και ότι η εξαίρεσή του, βάσει της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1β' του Κανονισμού Προσωπικού του εναγομένου, συνιστά δυσμενή διάκριση σε βάρος του, δεν αφορούν την αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας κάποιας έννομης σχέσης, δηλαδή μιας βιοτικής σχέσης προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή αγαθό, η οποία ρυθμίζεται από την έννομη τάξη και δημιουργεί δικαίωμα ή μπορεί με τη συνδρομή και άλλων όρων να καταλήξει σε δικαίωμα, για την έννομη προστασία του οποίου παρέχεται με την εν λόγω διάταξη η άσκηση αναγνωριστικής αγωγής, αλλά με αυτά επιδιώκεται η αναγνώριση πραγματικών γεγονότων, που αποτελούν μεν προϋπόθεση της γέννησης μιας έννομης σχέσης, αλλά από μόνα τους δεν συνιστούν έννομη σχέση. Αποστολή δε του δικαστηρίου, όπως προαναφέρθηκε, είναι η επίλυση διαφορών με την απαγγελία εννόμων συνεπειών και, στην περίπτωση της αναγνωριστικής αγωγής, η αναγνώριση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και όχι απλών στοιχείων, που οδηγούν στη θεμελίωση αυτών, ή καταστάσεων.
Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν τον σχετικό λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τα ανωτέρω υπό στοιχεία α' και β' αιτήματα, ορθά ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 70 ΚΠολΔ, κρίνοντας ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, συνακόλουθα δε ο πέμπτος αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατόπιν των προεκτεθέντων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από … 2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. …2023) αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 1557/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαϊου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή