ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 688/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 688/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 688/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β1)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 688 / 2026    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 688/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την …/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα και Ειρήνη Νικολάου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Μαΐου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της καλούσας: Δικηγορικής Εταιρίας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Γιαννόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της καθής η κλήση: Σ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Παναγιώτη Κατσαρού και Αντώνιου Καραμπατσού, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2013 αγωγή της καλούσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 118/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2683/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε η καλούσα με την από 13-11-2018 αίτησή και τους από 7-10-2019 πρόσθετους λόγους της.
Εκδόθηκε η 108/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την υπόθεση και παρέπεμψε αυτήν για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο.
Εκδόθηκε η 3109/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησε η καλούσα με την από 22-1-2022 αίτησή της και η καθής η κλήση με την από 17-3-2022 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 1052/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου, που συνεκδικάζει τις αναιρέσεις, αναιρεί στο σύνολό της την 3109/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση στο παρόν αναιρετικό τμήμα, με επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση η καλούσα με την από 1-10-2024 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ειρήνη Νικολάου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των δύο τελευταίων εδαφίων της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α 87/23.7.2015), οι οποίες ορίζουν ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης και στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα, της παρ. 2 του άρθρου 570 ΚΠολΔ, κατά την οποία νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας, καθώς και της παρ. 2 του άρθρου 581 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, σύμφωνα με την οποία η υπόθεση συζητείται στο δικαστήριο της παραπομπής μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 524 παράγραφος 1 εδ. β', προκύπτουν τα εξής: Σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης για την ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει ο ίδιος την υπόθεση κατ' ουσίαν, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί, όμως, αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής, έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, αφού δεν υφίσταται και δεν νοείται, υπό την ισχύ των προαναφερόμενων διατάξεων, ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης, αλλά στην περίπτωση αυτή η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα. Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσίαν την υπόθεση, οφείλει να τηρεί και τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού όμως κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 524 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, και αφού μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο, από τη διάταξη του προτελευταίου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, υποχρέωσης για εκδίκαση, μετά από δεύτερη αναίρεση, της υπόθεσης κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υπόθεσης, μετά την έκδοση της αναιρετικής απόφασης, ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο ουσίας ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διάταξης του άρθρου 581 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 1174/2025, ΑΠ 998/2024, ΑΠ 956/2023, ΑΠ 1014/2023, ΑΠ 1794/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η κρινόμενη υπόθεση είχε την ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή: Με την από …/2013 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...2013) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη καλούσα δικηγορική εταιρεία με την επωνυμία "..." ισχυρίσθηκε ότι δυνάμει του από …/2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, που κατήρτισε με την εναγομένη και ήδη καθ' ης η κλήση, Σ. Μ. του Ε., η τελευταία της ανέθεσε την εκτέλεση όλων των αναγκαίων πράξεων για την τακτοποίηση της κληρονομικής της μερίδας, προκειμένου να περιέλθει σ' αυτήν η καταλειφθείσα κληρονομιαία περιουσία του θανόντος στις …/2006 πατέρα της, Ε. Μ., δυνάμει της νομίμως δημοσιευθείσας από …/2002 δημόσιας διαθήκης αυτού, τα κυριότερα σημεία του περιεχομένου της οποίας διαλαμβάνονται στην αγωγή, ειδικότερα δε, ισχυρίσθηκε ότι ανέλαβε να αποδεχθεί για λογαριασμό της εναγομένης την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομία και να προβεί στις αναφερόμενες αναλυτικά στο ως άνω συμφωνητικό και στην ένδικη αγωγή ενέργειες προς επίτευξη του εν λόγω σκοπού. Ότι η αμοιβή της συμφωνήθηκε, για την περίπτωση διεκπεραίωσης της όλης υπόθεσης, σε ποσοστό 18% επί της πραγματικής αξίας του συνόλου της κληρονομικής μερίδας της εναγομένης, το οποίο ακολούθως μειώθηκε σε 12%, κατόπιν σχετικής πρότασης της εναγομένης, που αυτή αποδέχθηκε, και ότι επίσης συμφωνήθηκε ότι τα έξοδα για όλες τις ανατεθείσες ενέργειες θα τα κατέβαλλε η ενάγουσα και θα τα αναζητούσε από την εναγομένη μετά το πέρας της υπόθεσης και τη λήξη της εντολής. Ότι ενώ αυτή προέβη σε όλες τις απαιτούμενες και αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή ενέργειες προς εκτέλεση της εντολής της εναγομένης και ανέμενε από αυτήν την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, η τελευταία της απέστειλε την από 19/10/2010 επιστολή, με την οποία ζητούσε από τον διαχειριστή αυτής (ενάγουσας) να μην ασχοληθεί περαιτέρω με την εν λόγω υπόθεση και να της αποστείλει αναλυτικό λογαριασμό για τις ενέργειες που πραγματοποίησε η ενάγουσα στα πλαίσια της δοθείσας εντολής. Ότι η ως άνω ανάκληση της εντολής είναι αδικαιολόγητη και δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της ενάγουσας και ότι, κατά συνέπεια, η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή κατ' άρθρο 170 του τότε ισχύοντος Κώδικα Δικηγόρων. Ότι η συνολική αξία των κληρονομιαίων περιουσιακών στοιχείων που περιήλθαν στην εναγομένη (κινητά, ακίνητα, μετοχές και μετρητά χρήματα) ανέρχεται στο ποσό των 20.206.661,38 ευρώ, όπως τα επιμέρους αυτά στοιχεία αναφέρονται αναλυτικά, κατ' είδος, ποσότητα και αξία, στην αγωγή, η δε συμφωνηθείσα αμοιβή της ανέρχεται στο ποσό των [(20.206.661,38 Χ 12% =) 2.424.799,36 ευρώ + ΦΠΑ 23% = 557.703,85 ευρώ =] 2.982.503,21 ευρώ. Με την επίκληση των περιστατικών αυτών και μετά τον παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, ζήτησε, κατά την κύρια βάση της αγωγής της, να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να της καταβάλει την συμφωνηθείσα εργολαβική αμοιβή ποσού 2.424.799,36 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23%, και συνολικά το ποσό των 2.982.503,21 ευρώ. Επικουρικά δε, εφόσον κριθεί ότι η επίδικη σύμβαση εργολαβίας δίκης είναι άκυρη, να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, άλλως να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 183.580 ευρώ, ως αμοιβή για τις αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή εξώδικες ενέργειες, στις οποίες προέβη σε εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτήν εντολής προς τακτοποίηση της κληρονομικής μερίδας της εναγομένης, ήτοι για την περιέλευση σ' αυτήν όλων των περιουσιακών στοιχείων (κινητών, ακινήτων, μετοχών και μετρητών χρημάτων) που περιλαμβάνονταν στην εν λόγω κληρονομική μερίδα, την οποία αμοιβή υπολογίζει με βάση τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Δικηγόρων ελάχιστα όρια (άρθρα 100 επ. του Ν.Δ. 3026/1954) και με προσαύξηση κατ' άρθρο 98 του ίδιου Κώδικα, με βάση την επιστημονική της εργασία, την αξία και το είδος της υπόθεσης, του χρόνου που απαιτήθηκε για την διεκπεραίωσή της και τις ιδιάζουσες περιστάσεις, πλέον ΦΠΑ 23%, ποσού 42.223 ευρώ, καθώς και το ποσό των 4.753 ευρώ για τα έξοδα, στα οποία αυτή υποβλήθηκε για την εκτέλεση της εντολής, όπως αυτά αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή, και συνολικά το ποσό των 230.556 ευρώ, όλα δε τα ως άνω ποσά με τον νόμιμο τόκο από 25/10/2010, οπότε όχλησε την εναγομένη με σχετική επιστολή για την καταβολή της εν λόγω αμοιβής της, άλλως από 23/12/2010, οπότε όχλησε αυτήν με την από 21/12/2010 εξώδικη δήλωσή της, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 118/2016 οριστική απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές (άρθρα 678 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την έμμεση κατάργησή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015), Α) απέρριψε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της ως μη νόμιμη και ως προς την πρώτη επικουρική της βάση, επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων 904 επ. του ΑΚ, ως απαράδεκτη, Β) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τη δεύτερη επικουρική της βάση, ειδικότερα δε δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως προς τα προς τα υπό στοιχεία 13.1 και 13.2 αγωγικά κονδύλια, που αφορούσαν ενέργειες της ενάγουσας για την περιέλευση στην κυριότητα της εναγομένης των αναλογούντων στην κληρονομική της μερίδα ακινήτων (κονδύλιο 13.1) και μετοχών (κονδύλιο 13.2), και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα ως αμοιβή, για την ανωτέρω αιτία, το συνολικό ποσό των 20.940,75 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, καθώς και το ποσό των 4.816,37 ευρώ, για αναλογούντα ΦΠΑ, με τον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταβολής στην ενάγουσα του ως άνω οφειλόμενου κεφαλαίου αμοιβής. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν η από …/2016 (αριθ. έκθ. κατάθ. …2016) έφεση της ενάγουσας και η από …/2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. …2017) έφεση της εναγομένης, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν με την υπ' αριθμ. 2683/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, με την οποία έγιναν τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτές αμφότερες οι εφέσεις (σημειωτέον ότι η πρώτη επικουρική, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, βάση της αγωγής δεν είχε μεταβιβασθεί στο εφετείο με λόγο έφεσης) και, αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορούσε την κύρια και τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, δικάστηκε εκ νέου η αγωγή και απορρίφθηκε ως προς αμφότερες τις ανωτέρω βάσεις της ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Η ενάγουσα άσκησε κατά της ανωτέρω απόφασης την από …/2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. …2018) αίτηση αναίρεσης και τους από …/2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. …2019) πρόσθετους λόγους αναίρεσης, επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό 108/2020 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία έγιναν δεκτοί, ως βάσιμοι, οι πρώτος και τέταρτος αναιρετικοί λόγοι, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2683/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή ως αόριστη, τόσο κατά την κύρια, όσο και κατά τη δεύτερη επικουρική βάση της, με εξαίρεση το υπό στοιχείο 14.9 αγωγικό κονδύλιο ποσού 400 ευρώ, για το οποίο κρίθηκε με την ανωτέρω αναιρετική απόφαση ότι ορθώς απορρίφθηκε ως αόριστο και απορρίφθηκε ως προς αυτό ο σχετικός αναιρετικός λόγος, παραπέμφθηκε δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή. Με την από …/2020 (αριθ. έκθ. κατάθ. …2020) κλήση της ενάγουσας, αμφότερες οι ως άνω εφέσεις επανήλθαν προς συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως Δικαστηρίου της παραπομπής, το οποίο με την υπ' αριθμ. 3109/2021 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε αυτές κατ' ουσίαν. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκαν α) η από …/2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. …2022) αίτηση αναίρεσης της ενάγουσας και, β) η από …/2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. …2022 αίτηση αναίρεσης της εναγομένης, εκδόθηκε δε επ' αυτών η υπ' αριθμ. 1052/2024 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία, αφού έγινε δεκτός ο πρώτος αναιρετικός λόγος της αίτησης της ενάγουσας, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον κρίθηκε ότι εσφαλμένα εφαρμόσθηκε από το Εφετείο η διάταξη του άρθρου 170 του Ν.Δ/τος 3026/1954 και κρίθηκε μη νόμιμη η κύρια βάση της αγωγής από τη σύμβαση εργολαβίας δίκης, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 92 παρ. 3 και 5 του ίδιου Ν.Δ/τος και να κριθεί νόμιμη η αγωγή κατά την κύρια βάση της, αναιρέθηκε στο σύνολό της η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3109/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (αφού κρίθηκε ότι συναναιρείται και το κεφάλαιο αυτής που αφορούσε τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής), ενώ στη συνέχεια κρατήθηκε η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να δικαστεί κατ' ουσίαν ενώπιον του ίδιου αναιρετικού Τμήματος, σε νέα δικάσιμο που θα οριστεί με επίσπευση του επιμελέστερου των διαδίκων, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 εδάφιο τελευταίο ΚΠολΔ. Ήδη, με την από …/2024 (αριθ. έκθ. κατάθ. …2024) κλήση της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας, φέρονται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου η από …/2016 (αριθ. έκθ. κατάθ. …2016) έφεση της ενάγουσας και η από …/2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. …2017) έφεση της εναγομένης, οι οποίες έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 499, 511, 513 παρ. 1β', 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2 και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ από τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης (16/9/2016), αφού οι διάδικοι δεν επικαλούνται, ούτε άλλωστε προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, ότι επιδόθηκε η ως άνω απόφαση.
Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων τους, εντός των διαγραφόμενων με τις ανωτέρω αναιρετικές αποφάσεις ορίων (άρθρα 579, 580 παρ. 3 και 4 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ). Η ένδικη αγωγή, με το περιεχόμενο και αίτημα που προεκτέθηκε, όπως δεσμευτικά έκρινε η πρώτη αναιρετική απόφαση (ΑΠ 108/2020), είναι ορισμένη ως προς την κύρια βάση της από τη σύμβαση εργολαβίας, απορριπτομένου ως αβασίμου του πρώτου λόγου της υπό κρίση έφεσης της εναγομένης, που υποστηρίζει ότι αυτή έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη ως προς τη βάση αυτή.

Περαιτέρω, ως προς την κύρια βάση της, όπως δεσμευτικά έκρινε η δεύτερη αναιρετική απόφαση (ΑΠ 1052/2024), η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 3 και 5 του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954) και 713 επ. ΑΚ. Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη με αριθμό 118/2016 οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της ως μη νόμιμη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις. Επομένως, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης από 21/11/2016 έφεσης της ενάγουσας-εκκαλούσας ως βάσιμου κατ' ουσίαν, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς το απορριπτικό σκέλος της που αφορά την κύρια βάση της αγωγής, να κρατηθεί η υπόθεση κατά την ίδια έκτασή της και να ερευνηθεί η αγωγή κατ' ουσίαν ως προς την απορριφθείσα πρωτοδίκως κύρια βάση της, ενώ παρέλκει στο παρόν στάδιο η έρευνα της γενομένης δεκτής πρωτοδίκως επικουρικής βάσης, η οποία θα ερευνηθεί μόνον εφόσον απορριφθεί η κύρια βάση της αγωγής ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Από την εκτίμηση της κατάθεσης του εταίρου της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας Β. Κ. (και διαχειριστή αυτής κατά τον επίδικο χρόνο), που εξετάσθηκε ανωμοτί στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία (κατάθεση) περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ανωτέρω Δικαστηρίου (η εναγομένη δεν εξέτασε μάρτυρα), από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων: 1) οι υπ' αριθμ. … , …2012 και …2012 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της Συμβολαιογράφου … Ε. Λ., οι οποίες λήφθηκαν στα πλαίσια προγενέστερης μεταξύ των ίδιων διαδίκων δίκης, τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται η εναγόμενη, και 2) η υπ' αριθ. ...2013 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, η οποία λήφθηκε στα πλαίσια προγενέστερης μεταξύ της ενάγουσας και της Π. Μ. δίκης, την οποία προσκομίζει και επικαλείται η εναγόμενη, οι οποίες δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 897/2014, 917/2010, 187/2010), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του από 2/7/2007 ιδιωτικού συμφωνητικού εργολαβίας, που καταρτίσθηκε μεταξύ αφενός της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία "...", νομίμως εκπροσωπούμενης από τον (τότε) διαχειριστή αυτής Β. Κ. του Ν., και αφετέρου της εναγομένης Σ. Μ. του Ε., η τελευταία ανέθεσε στην πρώτη την εκτέλεση όλων των αναγκαίων πράξεων για την τακτοποίηση της κληρονομικής της μερίδας, προκειμένου τα περιλαμβανόμενα στην εν λόγω μερίδα περιουσιακά στοιχεία της κληρονομίας του αποβιώσαντος την 28/9/2006 πατρός της, Ε. Μ., να περιέλθουν σ' αυτήν ως κληρονόμο εξ αδιαθέτου, αλλά και δυνάμει της υπ' αριθ. ...2002 δημόσιας διαθήκης του τελευταίου, που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου … Ε. Κ. και δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθ. …2006 πρακτικό δημοσίευσης διαθήκης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ειδικότερα, με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό, η εναγόμενη ανέθεσε στην ενάγουσα δικηγορική εταιρεία τα εξής: Να αποδεχθεί για λογαριασμό της (εναγομένης) την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομία του πατρός της, καθώς και οποιαδήποτε άλλη κληρονομία επαχθείσα σ' αυτήν από οποιονδήποτε κληρονομούμενο, να υπογράψει τη συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής της κληρονομίας με οποιουσδήποτε όρους και να τη μεταγράψει στα βιβλία μεταγραφών του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου, να υπογράφει και να εγχειρίζει ενώπιον του αρμόδιου οικονομικού εφόρου τη δήλωση φόρου κληρονομίας και να συμβιβάζεται επί των κληρονομικών υποθέσεων αυτής, να παραλαμβάνει τα σχετικά πιστοποιητικά περί υποβολής δήλωσης φόρου κληρονομίας και να υπογράφει κάθε σχετικό έγγραφο, να υπογράφει, υποβάλλει και καταθέτει κάθε φύσεως αιτήσεις και απαιτούμενες δηλώσεις για την πράξη αποδοχής κληρονομίας, καθώς και οποιαδήποτε άλλη δήλωση απαιτείται ή θα απαιτηθεί προς τούτο, να προσκομίζει στον συμβολαιογράφο τα σχετικά πιστοποιητικά που απαιτούνται για την πράξη αποδοχής κληρονομίας, ζητώντας την έκδοση αυτών από την αρμόδια ΔΟΥ ή άλλη δημόσια Αρχή, να μεριμνήσει για την πληρωμή των φόρων κληρονομίας από τους εκτελεστές της διαθήκης και να ζητεί από αυτούς οποιαδήποτε πληροφορία σχετική, τόσο για τα επί μέρους ζητήματα που προκύπτουν κατά την εξέλιξη της διαχείρισης της κληρονομιαίας περιουσίας από αυτούς, όσο και για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται συνολικά η διαχείριση, να μεριμνά για την απόδοση προς αυτήν κάθε παροχής που προβλέπεται από τη διαθήκη και για την υλοποίηση των διατάξεων που περιλαμβάνονται σ' αυτήν, προβαίνοντας σε κάθε απαιτούμενη ενέργεια και υπογράφοντας κάθε αναγκαίο έγγραφο, να συνδράμει αυτήν (εναγομένη) στην τυχόν εκποίηση των κληρονομιαίων ακινήτων και στην αποτίμηση της αξίας των κινητών περιουσιακών στοιχείων της κληρονομίας και, τέλος, να την εκπροσωπεί σε όλες ανεξαιρέτως τις σχέσεις της με τους εκτελεστές της διαθήκης και να ενεργεί κάθε πράξη που απαιτείται για την εκτέλεση των ανωτέρω εντολών, υπογράφοντας κάθε σχετικό έγγραφο. Για την εκτέλεση της ως άνω εντολής, η εναγόμενη παρέδωσε στον διαχειριστή της ενάγουσας, Β. Κ., το υπ' αριθ. ...2007 ειδικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου … Ε. Κ.

Περαιτέρω, με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβίας συμφωνήθηκαν τα εξής: Η αμοιβή της ενάγουσας, για την εκτέλεση της παραπάνω εντολής, συμφωνήθηκε σε ποσοστό 18% επί της πραγματικής αξίας του συνόλου της κληρονομικής μερίδας της εναγομένης, ενώ τα έξοδα που θα απαιτούνταν για όλες τις διαδικαστικές πράξεις και ενέργειες, θα προκατέβαλλε η ενάγουσα και θα της αποδίδονταν από την εναγομένη μετά το πέρας της υπόθεσης και τη λήξη της εντολής. Ειδικότερα, ως προς την αμοιβή της ενάγουσας, συμφωνήθηκε να καταβληθεί αυτή ως εξής: 1) επί της αξίας των ακινήτων, αμέσως μετά την ολοκλήρωση των ενεργειών, που θα επέλθει με τη μεταγραφή της πράξης αποδοχής κληρονομίας στα αρμόδια υποθηκοφυλακεία, 2) επί της αξίας των μετοχών, μετά την ολοκλήρωση των εργασιών για την περιέλευση των μετοχών στο όνομα της εναγομένης, και δη τόσο των εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αθηνών, όσο και των μη εισηγμένων, 3) επί της αξίας των κινητών, αμέσως μετά την παράδοση αυτών από τους εκτελεστές της διαθήκης ή αμέσως μετά την καταβολή ή διανομή του προϊόντος πώλησής τους από τους εκτελεστές της διαθήκης και 4) επί της αξίας των μετρητών χρημάτων, μετά την οριστικοποίηση του υπολοίπου που θα προκύψει μετά την προβλεπόμενη στη διαθήκη διαδικασία. Μετά την υπογραφή του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού, η εναγόμενη υπέβαλε στην ενάγουσα πρόταση τροποποίησης αυτού ως προς το ύψος της αμοιβής, την οποία η ενάγουσα αποδέχθηκε, περιορίζοντας αυτήν σε ποσοστό 12% επί της αξίας του συνόλου της κληρονομικής μερίδας (βλ. την από 23/7/2007 επιστολή του Β. Κ., υπό την ιδιότητά του ως διαχειριστή και εκπροσώπου της ενάγουσας, προς την εναγομένη).

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθ. ...2002 δημόσια διαθήκη, που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου … Ε. Κ., ο διαθέτης Ε. Μ., πατέρας της εναγομένης, εγκατέστησε αυτήν κληρονόμο του στα ακόλουθα περιουσιακά του στοιχεία: α) σε μετοχές των εταιρειών "..." και "..." κατά ποσοστό 17% και σε μετοχές της εταιρείας "..." κατά ποσοστό 19%, β) σε μετοχές ελληνικών και αλλοδαπών εταιρειών, στις οποίες συμμετείχε ως επενδυτής, κατά ποσοστό 20%, γ) σε μετρητά χρήματα κατά ποσοστό 20%, δ) σε κινητά πράγματα (έργα τέχνης, κυνηγετικά όπλα και πάσης φύσεως μεταφορικά μέσα) και προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας κατά 1/4, είτε με αυτούσια διανομή αυτών μεταξύ των τεσσάρων θυγατέρων του είτε με διανομή του προϊόντος της πώλησης αυτών, που θα διενεργηθεί από τους εκτελεστές της διαθήκης, και ε) σε δύο οικόπεδα, κείμενα στην … και στο … αντίστοιχα, έκτασης του πρώτου 8.075 τ.μ. και του δευτέρου 9,5 στρεμμάτων. Με την ως άνω δημόσια διαθήκη του, ο διαθέτης Ε. Μ. εγκατέστησε κληρονόμους του, εκτός από την εναγομένη, τις θυγατέρες του (από τον πρώτο γάμο του με τη Ν.-Λ. Μ.) Π. και Μ.-Δ. Μ., τη σύζυγό του Ε. Μ. και τη θυγατέρα του (από τον δεύτερο γάμο του) Α. Μ. Επιπλέον, εγκατέστησε κληρονόμους του και τα κατονομαζόμενα στη διαθήκη πρόσωπα (συγγενείς και συνεργάτες), στους οποίους κατέλειπε τις εναπομείνασες μετοχές των προαναφερόμενων εταιρειών του, ενώ άφησε κληροδοσίες και καταπιστεύματα υπέρ των εργαζομένων στις επιχειρήσεις του, κοινωφελών σκοπών κλπ. Ως εκτελεστές της διαθήκης του όρισε τους Σ. Κ., Ε. Μ., Δ. Σ. και Χ. Τ., καθώς και τον Δικηγόρο Αθηνών Ανδρέα Χριστοφιλόπουλο, στους οποίους ανέθεσε την πιστή εφαρμογή του συνόλου των διατάξεων της ανωτέρω διαθήκης του. Σχετικά με την εγκατάσταση της εναγομένης επί δήλων ακινήτων, η ανωτέρω διαθήκη όριζε, επί λέξει, τα ακόλουθα: ".....Τα ακίνητά μου να περιέλθουν στους κατωτέρω ως εξής: α)....., β)..... γ) Στη θυγατέρα μου Σ. (Λ.) το οικόπεδό μου στην … εκτάσεως 8075 τ.μ. ή όσης είναι, καθώς και οικοπεδική έκταση στο …, αποτελούμενη από δύο (2) τμήματα, συνολικού εμβαδού περίπου πέντε (5) και τεσσάρων και ημίσεος (4,5) στρεμμάτων αντίστοιχα έκαστο ή όσης είναι, την οποία έχω αποκτήσει με τα υπ' αριθ. ... και ... συμβόλαια του Συμβολαιογράφου … Π. Ν. και το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου … Σ. Γ......".

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στα πλαίσια της ως άνω ανατεθείσας στην ενάγουσα εντολής, η τελευταία, προκειμένου να προβεί στη σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής της επαχθείσας στην εναγομένη κληρονομίας, μελέτησε τη διαθήκη του κληρονομούμενου Ε. Μ., προκειμένου να λάβει γνώση του περιεχομένου και των όρων αυτής, μετά δε την οριστικοποίηση των κληρονομιαίων ακινήτων που περιλαμβάνονταν στην κληρονομική μερίδα της εναγομένης, μετέβη στα Υποθηκοφυλακεία Θεσσαλονίκης και Κορίνθου, όπου προέβη σε έλεγχο των προαναφερόμενων συμβολαίων, δυνάμει των οποίων ο διαθέτης είχε καταστεί κύριος αυτών, και στη συνέχεια ήλθε σε συνεννόηση, σχετικά με τη σύνταξη της απαιτούμενης δήλωσης φόρου κληρονομίας, με τους εκτελεστές της διαθήκης, οι οποίοι ήταν επιφορτισμένοι με την καταβολή του φόρου κληρονομίας, υποβλήθηκε δε από τον εξουσιοδοτηθέντα από την εναγομένη υπάλληλο των εταιρειών του αποβιώσαντος, Δ. Σ. του Α., στην αρμόδια ΔΟΥ Γλυφάδας η υπ' αριθ. ...2007 δήλωση φόρου κληρονομίας και η υπ' αριθ. ...2008 διορθωτική αυτής δήλωση, ενώ η ενάγουσα, με αντίστοιχες αιτήσεις, έλαβε τα απαιτούμενα για κάθε κληρονομιαίο ακίνητο πιστοποιητικά, προκειμένου η εναγομένη να προβεί στη σχετική δήλωση αποδοχής κληρονομίας. Ακολούθως, η ενάγουσα μερίμνησε για τη σύνταξη, κατόπιν σχεδίου που κατήρτισε η ίδια, της υπ' αριθ. ...2008 πράξης αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της Συμβολαιογράφου … Φ. Π., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών των υποθηκοφυλακείων Θεσσαλονίκης και Λουτρακίου (βλ. υπ' αριθ. ...2008 πιστοποιητικό του Β' Υποθηκοφυλακείου Κορίνθου και υπ' αριθ. ...2008 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης), δυνάμει της οποίας η εναγόμενη αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτήν εκ διαθήκης κληρονομία του πατέρα της, αποτελούμενη από τα παρακάτω ακίνητα: 1) ένα αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στη …, εκτός σχεδίου πόλης, έκτασης 8.075 τ.μ., το οποίο είχε περιέλθει στην κυριότητα του ως άνω διαθέτη δυνάμει του υπ' αριθ. ...1965 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου … Γ. Τ., αντικειμενικής αξίας 610.155,76 ευρώ, 2) ένα οικόπεδο, που βρίσκεται στο …, εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης …, της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου …, πρώην Δήμου …, στην ειδική θέση "…", στο υπ' αριθ. … οικοδομικό τετράγωνο και στη διασταύρωση της Λεωφόρου … και πεζοδρόμου, έκτασης κατά τον τίτλο κτήσης του 3.520 τ.μ. και ήδη, μετά την ένταξή του στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο, έκτασης 3.274,62 τ.μ., το οποίο είχε περιέλθει στην κυριότητα του ως άνω διαθέτη δυνάμει του υπ' αριθ. …1963 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου … Π. Ν., αντικειμενικής αξίας 497.544,84 ευρώ, 3) ένα οικόπεδο, που βρίσκεται στο …, εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης …, της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου …, πρώην Δήμου …, στην ειδική θέση "…", έκτασης κατά τον τίτλο κτήσης του 1.518 τ.μ. και ήδη, μετά την ένταξή του στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο, έκτασης 1.164,97 τ.μ., το οποίο είχε περιέλθει στην κυριότητα του ως άνω διαθέτη δυνάμει του υπ' αριθ. …1964 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου … Σ. Γ., αντικειμενικής αξίας 196.851,17 ευρώ, και 4) ένα αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στο …, εκτός σχεδίου πόλης, στη θέση "…" ή "…" της κτηματικής περιφέρειας … του Δήμου …, έκτασης 4.238 τ.μ., το οποίο είχε περιέλθει στην κυριότητα του ως άνω διαθέτη δυνάμει του υπ' αριθ. …1965 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου … Π. Ν., αντικειμενικής αξίας 91.498,42 ευρώ. Η αντικειμενική αξία όλων των προαναφερόμενων ακινήτων ανέρχεται στο συνολικό ποσό των (610.155,76 + 497.544,84 + 196.851,17 + 91.498,42 =) 1.396.050,19 ευρώ, όπως οι ανωτέρω αντικειμενικές αξίες προκύπτουν από την υπ' αριθ. ...2007 υποβληθείσα στη ΔΟΥ Γλυφάδας δήλωση φόρου κληρονομίας και δεν αμφισβητούνται ειδικά από την εναγομένη. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, δεν προέκυψε ότι περιήλθε στην κυριότητα της εναγομένης ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου χώρου στάθμευσης επί της οδού … στον Δήμο …, αξίας 628,03 ευρώ, αφού πέραν της υποβολής της ανωτέρω υπ' αριθμ. …/2007 δήλωσης φόρου κληρονομίας για το ποσοστό αυτό, δεν περιελήφθη τούτο στην προαναφερόμενη πράξη αποδοχής κληρονομίας, ούτε αποδείχθηκε αποδοχή του εν λόγω ποσοστού συγκυριότητας επί του ακινήτου αυτού με άλλη συμβολαιογραφική πράξη και μεταγραφή αυτής, συνεπώς δεν αποδείχθηκε ότι εκτελέσθηκε από την ενάγουσα η εντολή της εναγομένης ως προς το ακίνητο αυτό. Συνακόλουθα, η αμοιβή της ενάγουσας για την εκτέλεση της εντολής της εναγομένης σε σχέση με την αποδοχή των κληρονομιαίων ακινήτων, που ολοκληρώθηκε με τη μεταγραφή της πράξης αποδοχής κληρονομίας στο Β' Υποθηκοφυλακείο Κορίνθου στις 26/2/2008 και στο Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης στις 3/3/2008, ανέρχεται στο ποσό των (1.396.050,19 X 12% =) 167.526,02 ευρώ, το οποίο η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει. Επίσης, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι μεταξύ των κληρονομιαίων στοιχείων που περιήλθαν στην εναγομένη, περιλαμβάνονταν και κινητά, ήτοι έντεκα (11) όπλα, τα οποία ανήκαν στον κληρονομούμενο (βλ. υπ' αριθ. πρωτ. …2008 και …2008 έγγραφα του Β' Τμήματος Ασφαλείας …, που εκδόθηκαν κατόπιν αίτησης της δικηγόρου Π. Π., συνεργάτη της ενάγουσας), η συνολική αξία των οποίων, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ...2007 υποβληθείσα στη ΔΟΥ Γλυφάδας δήλωση φόρου κληρονομίας και δεν αμφισβητείται ειδικά από την εναγομένη, ανέρχεται στο ποσό των 150.000 ευρώ και η αξία του περιελθόντος στην εναγομένη ποσοστού 25% ανέρχεται στο ποσό των (150.000 Χ 25% =) 37.500 ευρώ. Επομένως, η αμοιβή της ενάγουσας για την εκτέλεση της εντολής της εναγομένης ως προς τα ανωτέρω στοιχεία της κληρονομίας ανέρχεται στο ποσό των (37.500 Χ 12% =) 4.500 ευρώ, το οποίο η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει, δεδομένου ότι, όπως αποδείχθηκε, το κληρονομικό της μερίδιο επί των εν λόγω κινητών (25%) περιήλθε σ' αυτήν με την παράδοσή τους από τους εκτελεστές της διαθήκης, κατόπιν διανομής με κλήρωση, που διενεργήθηκε με τη σύμπραξη του εκπροσώπου της ενάγουσας, Β. Κ., στις 24/6/2008 (βλ. υπ' αριθ. …2008 Πρακτικό συνεδρίασης των εκτελεστών της διαθήκης του κληρονομούμενου Ε. Μ.). Τις ως άνω ενέργειες της ενάγουσας, για την εκτέλεση της εντολής της εναγομένης σε σχέση με τα κληρονομιαία ακίνητα και κινητά (όπλα), συνομολογεί η τελευταία με τις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις της, στις οποίες αναφέρεται ότι η ενάγουσα την ενημέρωνε για την πορεία των εργασιών των εκτελεστών της διαθήκης, μετά από επικοινωνία μαζί τους, ότι αυτή (ενάγουσα) προέβη στην έκδοση πιστοποιητικών για τα κληρονομιαία ακίνητα, ότι συνέπραξε στην κατάρτιση της πράξης αποδοχής κληρονομίας, καθώς και στη διανομή των κινητών (όπλων) του διαθέτη. Περαιτέρω, η ενάγουσα ζητεί, ως συμφωνηθείσα αμοιβή για την περιέλευση στην εναγομένη α) ποσοστού 17% των εισηγμένων στο Χρηματιστήριο μετοχών της εταιρείας "...", β) ποσοστού 17% των μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο μετοχών της εταιρείας "...", γ) ποσοστού 19% της μη εισηγμένης στο Χρηματιστήριο εταιρείας "...", δ) ποσοστού 20% των εισηγμένων στο Χρηματιστήριο μετοχών των εταιρειών "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", "J & P ΑΒΑΞ Α.Ε.", "ΤΣΙΜΕΝΤΑ ΤΙΤΑΝ Α.Ε.", "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", "ΜΙΝΩΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε." και "EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε." και ε) ποσοστού 20% των μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο μετοχών της εταιρείας "ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που ανήκαν στον ως άνω κληρονομούμενο, συνολικής αξίας κατά τον χρόνο του θανάτου του 13.131.922,50 ευρώ, το ποσό των (13.131.922,50 Χ 12% =) 1.575.830,67 ευρώ, ισχυριζόμενη ότι ως προς τις κληρονομηθείσες μετοχές των τρίτων εταιρειών (υπό στοιχεία δ' και ε'), που ήταν παραδοτέες χωρίς περιορισμούς στις συγκληρονόμους, κατά εξ αδιαιρέτου ποσοστό 20% σε καθεμία, συντάχθηκαν από την ίδια σχέδια ιδιωτικών συμφωνητικών για την αυτούσια εξώδικη διανομή τους, με βάση τα οποία διενεργήθηκε η διανομή αυτών και η εναγόμενη ενεγράφη στο τηρούμενο στο Χρηματιστήριο Αθηνών μετοχολόγιο ως αποκλειστική κυρία 4.032 μετοχών της ALPHA BANK, 5.288 μετοχών της J & P ΑΒΑΞ Α.Ε., 7.516 μετοχών της ΤΙΤΑΝ Α.Ε., 2.975 μετοχών της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, 600 μετοχών της ΜΙΝΩΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε. και 842 μετοχών της EFG EUROBANK ERGASIAS, καθώς και 19.965 (μη εισηγμένων) μετοχών της ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. Ωστόσο, από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από την εναγομένη έγγραφα, μεταξύ των οποίων: α) το με ημερομηνία 3/6/2008 ιδιωτικό συμφωνητικό διανομής μετοχών έξι (6) εταιρειών και συγκεκριμένα των εταιρειών "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", "J & P ΑΒΑΞ Α.Ε.", "ΤΣΙΜΕΝΤΑ ΤΙΤΑΝ Α.Ε.", "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", "ΜΙΝΩΙΚΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε." και "EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε." μεταξύ των συγκυριών, β) οι από 5/3/2007 εξουσιοδοτήσεις των εκτελεστών της διαθήκης προς τον Κ. Μ., προκειμένου να υποβάλει αιτήσεις στις ανώνυμες εταιρείες "Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών Α.Ε." και "ΑΧΕ ΛΑΪΚΗ ΑΤΤΑΛΟΣ" και να παραλαμβάνει κάθε βεβαίωση, πιστοποιητικό ή άλλο έγγραφο σχετικά με τα αποθετήρια έγγραφα που είχαν εκδοθεί επ' ονόματι του αποβιώσαντος Ε. Μ. ή/και σε σχέση με μερίδες επενδυτή του τελευταίου και με τις υπάρχουσες σ' αυτές καταχωρήσεις άυλων αξιών, γ) την από 27/5/2008 αίτηση του εκ των εκτελεστών της διαθήκης Σ. Κ. προς την εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑ Α.Ε.", προκειμένου να μεταφερθούν κοινές ονομαστικές μετοχές της Τράπεζας EFG EUROBANK ERGASIAS, που ανήκαν στον κληρονομούμενο, στις μερίδες των κληρονόμων του, δ) την από 3/7/2008 αίτηση του ίδιου (Σ. Κ.) προς την εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑ Α.Ε.", προκειμένου να του χορηγηθεί βεβαίωση νομιμοποίησης κληρονόμων όλων των εταιρειών, πλην της "...", καθώς και την από 23/5/2008 επιστολή της τελευταίας εταιρείας προς την εταιρεία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑ Α.Ε.", προκειμένου να μεταφερθούν 26.813,750 μετοχές του κληρονομούμενου στις μερίδες των κληρονόμων του, αποδεικνύεται ότι η διανομή των μετοχών τρίτων εταιρειών μεταξύ των συγκληρονόμων, αλλά και η μεταφορά στην εναγομένη, κατά τα προαναφερθέντα ποσοστά, των μετοχών των εταιρειών του κληρονομουμένου, δεν έγινε κατόπιν ενεργειών της ενάγουσας προς εκτέλεση της δοθείσας σ' αυτήν σχετικής εντολής, αλλά η διαδικασία κινήθηκε και ολοκληρώθηκε από τους εκτελεστές της διαθήκης, χωρίς τη δική της συμβολή. Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την ενάγουσα τέσσερα (χωρίς ημερομηνία) σχέδια ιδιωτικών συμφωνητικών διανομής μετοχών, καθώς από αυτά δεν προκύπτει ο συντάκτης τους, ούτε η ημερομηνία σύνταξής τους.

Περαιτέρω, ως προς τις μετοχές των προαναφερόμενων έξι εταιρειών, των οποίων (μετοχών) έλαβε χώρα εξώδικη διανομή μεταξύ των συγκληρονόμων δυνάμει του από 3/6/2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, δεν αποδείχθηκε ότι η διανομή αυτή έλαβε χώρα με βάση το ως άνω επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την ενάγουσα (ανυπόγραφο και χωρίς ημερομηνία) σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού διανομής μετοχών. Επομένως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι η ενάγουσα προέβη σε ενέργειες για την περιέλευση των ως άνω μετοχών στο όνομα της εναγομένης, ώστε να δικαιούται αμοιβής για την εκτέλεση της σχετικής εντολής της, και πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα της αγωγής, για καταβολή αμοιβής ποσού 1.575.830,67 ευρώ, ως ουσιαστικά αβάσιμο. Επίσης, η ενάγουσα ζητεί ως συμφωνηθείσα αμοιβή, υπολογιζόμενη επί του ποσού των 5.655.160,66 ευρώ, που περιήλθε στην εναγομένη σε μετρητά χρήματα, μετά την εφαρμογή των εντολών και διατάξεων που όρισε ο διαθέτης με τη διαθήκη του, το ποσό των (5.655.160,66 Χ 12% =) 678.619,28 ευρώ. Από τα έγγραφα γνωστοποίησης υπολοίπων των τραπεζικών λογαριασμών, που ο κληρονομούμενος τηρούσε στις τράπεζες ALPHA BANK και ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, τα οποία προσκομίζονται και από τα δύο διάδικα μέρη, προκύπτει ότι αυτά χορηγήθηκαν κατόπιν σχετικών αιτήσεων των εκτελεστών της διαθήκης και όχι κατόπιν ενεργειών και επισκέψεων της ενάγουσας σε τραπεζικά καταστήματα, όπως αβασίμως αυτή ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή της, πέραν δε της γνωστοποίησης του υπολοίπου, δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα άλλη πράξη οριστικοποίησης του ποσού των μετρητών χρημάτων, που περιήλθαν στην εναγομένη ως συγκληρονόμο του Ε. Μ., και μάλιστα κατόπιν ενεργειών της ενάγουσας για την εκτέλεση σχετικής εντολής της εναγομένης προς αυτήν, συνεπώς το σχετικό κονδύλιο, ποσού 678.619,28 ευρώ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσίαν. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των (167.526,02 + 4.500 =) 172.026,02 ευρώ, ως συμφωνηθείσα αμοιβή από σύμβαση εργολαβίας για την προαναφερθείσα εκτέλεση της δοθείσας σ' αυτήν εντολής, το οποίο πρέπει να επιδικασθεί σ' αυτήν με τον νόμιμο τόκο από την όχληση της εναγομένης στις 25/10/2010, με την υπό ίδια ημερομηνία επιστολή της ενάγουσας για την καταβολή της συμφωνηθείσας με την ένδικη σύμβαση εργολαβίας αμοιβής της.

Εξάλλου, επί του ανωτέρω συνολικού ποσού των (167.526,02 + 4.500 =) 172.026,02 ευρώ, που δικαιούται η ενάγουσα για την εκτέλεση της προαναφερθείσας εντολής της εναγομένης, θα επιδικαστεί και το ποσό του αναλογούντος ΦΠΑ 23%, το οποίο ανέρχεται σε ποσό (172.026,02 X 23% =) 39.565,98 ευρώ, ποσό που καθίσταται απαιτητό και τοκοφόρο μετά την καταβολή της ανωτέρω κύριας οφειλής από την εναγομένη (ΑΠ 1128/2019).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 190 του Ν.Δ. 3026/1954 "Κώδικας περί Δικηγόρων", που έχει εν προκειμένω εφαρμογή, διότι οι ένδικες αξιώσεις και η παροχή των αντίστοιχων υπηρεσιών έλαβαν χώρα πριν από την κατάργηση του εν λόγω Κώδικα και τη θέση σε ισχύ του νέου Κώδικα των Δικηγόρων με το άρθρο 166 του Ν. 4194/2013, "αι απαιτήσεις των Δικηγόρων δια τας αμοιβάς και τας δαπάνας αυτών παραγράφονται μετά πενταετίαν, αρχομένην, εάν μεν πρόκειται περί διοικητικών υποθέσεων ή εξωδίκων εργασιών, από το τέλος του έτους καθ' ο ενηργήθη η σχετική πράξις, εάν δε πρόκειται περί δικών, από το τέλος του έτους καθ' ο ενεργήθη υπ' αυτών η τελευταία διαδικαστική πράξις". Από τη διάταξη αυτή, η οποία ως ειδική υπερισχύει εκείνης του άρθρου 250 αρ. 11 του Α.Κ. (ΑΠ 462/2025, 239/2024, 720/2019), σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 251 του Α.Κ., συνάγεται ότι η αξίωση του δικηγόρου για την αμοιβή του γεννιέται και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της από το χρονικό σημείο, κατά το οποίο ενήργησε την εξώδικη πράξη ή την τελευταία διαδικαστική πράξη στη δίκη ή έπαυσε από οποιοδήποτε λόγο να εκπροσωπεί τον εντολέα του, ο χρόνος δε της παραγραφής αρχίζει από το τέλος του έτους, στο οποίο εμπίπτει η κατά τα ανωτέρω γένεση της αξίωσης (ΟλΑΠ 42/1990, ΑΠ 462/2025, 239/2024, 148/2023, 509/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγόμενη με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου Δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και με ανάπτυξη στις πρωτόδικες προτάσεις της, πρότεινε ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης, την οποία (ένσταση) επαναφέρει, επίσης παραδεκτά, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης έφεσής της, ισχυριζόμενη ότι οι εργασίες, για τις οποίες η ενάγουσα αξιώνει αμοιβή, εκτελέσθηκαν, εν όλω ή εν μέρει, εντός του έτους 2007 και η ένδικη αγωγή επιδόθηκε σ' αυτήν στις 4/12/2013, ήτοι μετά την 31/12/2012, οπότε συμπληρώθηκε η νόμιμη πενταετής παραγραφή. Η εν λόγω ένσταση παραγραφής είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν, καθόσον, όπως αποδείχθηκε, όλες οι προπαρασκευαστικές πράξεις της αποδοχής κληρονομίας (έλεγχος τίτλων, λήψη πιστοποιητικών, σύνταξη σχεδίου κλπ.) έλαβαν χώρα εντός του έτους 2008, η δε αποδοχή της κληρονομίας από την εναγομένη έλαβε χώρα στις 19/2/2008, οπότε συντάχθηκε η προαναφερθείσα υπ' αριθμ. ...2008 πράξη αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της Συμβολαιογράφου … Φ. Π., η οποία μεταγράφηκε στα αρμόδια υποθηκοφυλακεία Κορίνθου και Θεσσαλονίκης στις 26/2/2008 και 3/3/2008, αντίστοιχα, ενώ η διανομή των κινητών (όπλων) έλαβε χώρα στις 24/6/2008. Επομένως, από το τέλος του έτους, εντός του οποίου η ενάγουσα ολοκλήρωσε την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτήν εντολής, ήτοι από την 31/12/2008, μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη στις …/2013 (βλ. υπ' αριθμ. …2013 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο … Ι. Μ.), δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι οι ένδικες αξιώσεις της ενάγουσας έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (άρθρο 190 του Ν.Δ. 3026/1954) και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα-εναγόμενη με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης έφεσής της πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά τον νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υποχρέου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για μακρό χρονικό διάστημα και πάντως μικρότερο απ' αυτό της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και ευρισκόμενες σε αιτιώδη συνάφεια μεταξύ τους, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και έχει διατηρηθεί για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των διαγραφόμενων από την ανωτέρω διάταξη ορίων. Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει απλώς δυσμενείς συνέπειες (ΟλΑΠ 8/2018, 10/2012, ΑΠ 17/2026, 1593/2022, 1248/2018, 909/2017). Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματός του (ΟλΑΠ 7/2002, ΑΠ 17/2026, 1416/2022, 41/2021, 109/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγόμενη με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και με ανάπτυξη στις πρωτόδικες προτάσεις της, πρότεινε παραδεκτά ένσταση καταχρηστικής άσκησης, κατ' άρθρο 281 Α.Κ., των ένδικων αξιώσεων της ενάγουσας, την οποία (ένσταση) επαναφέρει, επίσης παραδεκτά, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης έφεσής της, ισχυριζόμενη ότι η ενάγουσα, εκμεταλλευόμενη την απειρία της, πέτυχε την ανάθεση σ' αυτήν της υπόθεσης, χωρίς να υπάρχει ανάγκη νομικής υποστήριξης, ότι η αμοιβή την οποία αξιώνει αυτή (ενάγουσα) είναι δυσανάλογη σε σχέση με τις εκτελεσθείσες εργασίες και την ωφέλεια που τελικά η ίδια (εναγόμενη) αποκόμισε, ενώ τυχόν αποδοχή των αγωγικών της αξιώσεων θα επιφέρει σ' αυτήν ανεπανόρθωτη βλάβη. Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης-εκκαλούσας περί καταχρηστικής άσκησης των ένδικων αξιώσεων της ενάγουσας είναι μη νόμιμος, διότι, ακόμη και αν θεωρηθούν αληθή τα ανωτέρω περιστατικά που επικαλείται η εναγόμενη, δεν επαρκούν για να θεμελιώσουν καταχρηστική συμπεριφορά, κατά την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ. Ειδικότερα, η τελευταία δεν επικαλείται τη συνδρομή ειδικών συνθηκών και περιστάσεων, προερχόμενων από τη συμπεριφορά του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας, οι οποίες δημιούργησαν σ' αυτήν (εναγομένη) ευλόγως την πεποίθηση ότι το δικαίωμα (η διεκδίκηση εκ μέρους της ενάγουσας της συμφωνηθείσας αμοιβής) δεν υφίσταται ή ότι δεν θα ασκηθεί και θεμελίωσαν υπέρ αυτής μια πραγματική κατάσταση, η ανατροπή της οποίας θα έχει δυσμενείς γι' αυτήν συνέπειες, με αποτέλεσμα η άσκηση του δικαιώματος στην υπό κρίση περίπτωση να εξέρχεται των ορίων που διαγράφονται από τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. Όσον αφορά τους περαιτέρω προβληθέντες από την εναγομένη ισχυρισμούς, προς θεμελίωση της ένστασης του άρθρου 281 Α.Κ., ήτοι ότι η άσκηση της ένδικης αγωγής παραβιάζει τις αρχές της καλόπιστης και χρηστής διεξαγωγής της δίκης, εντοπίζοντας την καταχρηστικότητα αφενός στο γεγονός ότι η ενάγουσα είχε εγείρει προγενέστερη αγωγή, καθώς και έφεση επί της επ' αυτής εκδοθείσας απόφασης, ενώ "όφειλε, αν μη τι άλλο, να εγείρει άπαξ τις οποιεσδήποτε αντίστοιχες αξιώσεις της, εντάσσοντας αυτές εξ υπαρχής, καθ' όλες τις επιμέρους βάσεις και τα αιτήματα σε μία και μόνη αγωγή", και αφετέρου στο ότι η αγωγή της περιέχει "ασαφείς διατυπώσεις και εκφράσεις, ως προς τους χρόνους, τόπους και περιστάσεις φερόμενης συντέλεσης κρίσιμων περιστατικών" και καταλήγοντας ότι πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της ενάγουσας ποινή τάξης (άρθρα 116 και 205 ΚΠολΔ), κρίνονται απορριπτέοι ως μη νόμιμοι, καθόσον η εκ μέρους του διαδίκου παραβίαση της δικονομικής διάταξης του άρθρου 116 ΚΠολΔ δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματός του, αλλά δύναται να επισύρει σε βάρος του τις ποινές που προβλέπονται από το άρθρο 205 του ίδιου Κώδικα. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε, σιγή, τον ισχυρισμό της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (281 Α.Κ.) και όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα-εναγόμενη με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης έφεσής της πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό κρίση αγωγή και να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη έχει την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα, ως αμοιβή, το συνολικό ποσό των 172.026,02 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από 25/10/2010, καθώς και το ποσό των 39.565,98 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στον ΦΠΑ (23%) επί του ως άνω επιδικασθέντος ποσού, με τον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταβολής στην ενάγουσα της ως άνω οφειλόμενης αμοιβής. Συνακόλουθα, μετά τη μερική παραδοχή της αγωγής κατά την κύρια βάση αυτής, δεν ερευνάται η γενομένη δεκτή πρωτοδίκως επικουρική βάση αυτής, η οποία ασκήθηκε υπό την προϋπόθεση της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής, και συνεπώς πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της, ήτοι και κατά το σκέλος της, με το οποίο δέχθηκε εν μέρει τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών (πλην του πρώτου, που έγινε δεκτός) λόγων της από 21/11/2016 έφεσης της ενάγουσας, που αφορούν την εν λόγω επικουρική βάση, καθώς και του δευτέρου λόγου της από 9/1/2017 έφεσης της εναγομένης, που αφορά επίσης την ως άνω επικουρική βάση της αγωγής. Τέλος, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων, πρέπει να επιβληθεί ένα μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας-εκκαλούσας σε βάρος της εναγομένης-εφεσίβλητης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (άρθρα 178 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από …/2016 (αριθ. έκθ. κατάθ. …2016) έφεση της εκκαλούσας-ενάγουσας και την από …/2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. …2017) έφεση της εκκαλούσας-εναγομένης κατά της υπ' αριθ. 118/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 9/1/2017 έφεση.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ' ουσίαν την από 21/11/2016 έφεση.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ' αριθμ. 118/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει επί της από …/2013 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...2013) αγωγής.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα: α) το ποσό των εκατόν εβδομήντα δύο χιλιάδων είκοσι έξι ευρώ και δύο λεπτών (172.026,02 ευρώ), με τον νόμιμο τόκο από 25/10/2010 και, β) το ποσό των τριάντα εννέα χιλιάδων πεντακοσίων εξήντα πέντε ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτών (39.565,98) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταβολής στην ενάγουσα του ανωτέρω υπό στοιχ. α' ποσού.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εναγομένης μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2026.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαϊου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή