Απόφαση 700 / 2026    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 700/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευγενία Μπιτσακάκη και Κωνσταντία Π. Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέως Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικολάου Καλληδώνη (ΑΜ ΔΣΑ …), αφού ανακάλεσε την από 3-2-2025 δήλωση του άρθρου 242§2 του ΚΠολΔ, κατέθεσε δε προτάσεις στις 15-1-2025 και υπόμνημα στις 6-2-2025.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Μ. του Π., 2) Ε. Μ. του Γ., 3) Π. Μ. του Γ., 4) Ξ. Μ. του Γ., 5) Γ. Μ. του Γ., 6) Ξ.-Π. Μ. του Γ., 7) Ζ. Μ. του Γ. και 8) Χ. Μ. του Γ., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1ος και 3ος παραστάθηκαν μετά, οι δε λοιποί δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Αγγελικής Δαφνή (ΑΜ ΔΣΑ …), που κατέθεσε προτάσεις στις 10-1-2025 και υπόμνημα στις 7-2-2025.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ. κατ. …2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, στρεφόμενη κατά του νυν αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γυθείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/11-1-2016 του ίδιου Δικαστηρίου, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, 133/2018, 28/2019 και 17/2020 μη οριστικές, καθώς και 59/5-5-2023 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο εκκαλών-εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων με την με αρ. κατ. …2023 αίτησή του, που προσδιορίσθηκε να δικασθεί με αρ. κατ. …/2023 κατά την ανωτέρω αναφερόμενη δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η δε πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι αναιρεσίβλητοι με την με αρ.κατ. …2015 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, στρεφόμενοι κατά του νυν αναιρεσείοντος, ζήτησαν α) την αναγνώριση της συγκυριότητάς τους, που απέκτησαν με παράγωγο τρόπο, κατά ποσοστό 17/24 ο 1ος και κατά ποσοστό 1/24 έκαστος των λοιπών εξ αδιαιρέτου επί ενός οικοπέδου, εμβαδού 240 τμ περίπου μετά των επ' αυτού παλαιών κατεστραμμένων κτισμάτων, ήτοι μίας οικίας επιφανείας 80 τμ και ενός πύργου, επιφανείας 60 τμ, κειμένου στην Βάθεια Ανατολικής Μάνης και β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος (και ήδη αναιρεσείων) να τους το αποδώσει.
Εκδόθηκε η 31/11-11-2016 αντιμωλία απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που απέρριψε ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος την αγωγή αναφορικά με το μέρος -εμβαδού περίπου 180τμ - του οικοπέδου, που δεν καλύπτεται από τον πύργο, επειδή δεν αμφισβητείται η συγκυριότητα των εναγόντων επ' αυτού, ούτε κατέχεται από τον εναγόμενο και στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει την διεκδικητική αγωγή αναφορικά μόνο με τον πύργο, ως τμήμα του όλου ως άνω ακινήτου. Ακολούθως, με την 133/13-9-2018 αντιμωλία μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, έγινε τυπικά δεκτή η έφεση που άσκησε κατά της προρρηθείσας πρωτόδικης απόφασης ο ηττηθείς εναγόμενος και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να διενεργηθεί τεχνική πραγματογνωμοσύνη για εφαρμογή των τίτλων κτήσης των εναγόντων. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι 28/2019 και 17/2020 αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου που αντικατέστησαν διαδοχικά την αρχικώς ορισθείσα πραγματογνώμονα. Μετά δε την υποβολή της σχετικής έκθεσης πραγματογνωμοσύνης από τον τελικά διορισθέντα πραγματογνώμονα Ν. Α., εκδόθηκε η 59/5-5-2023 αντιμωλία τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, η οποία δέχθηκε και κατ' ουσίαν την έφεση του εναγομένου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε εν μέρει και αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκυρίους κατά τα ως άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου του ως άνω πύργου ως αυτοτελούς ακινήτου. Η υπό κρίση με αρ. κατ. …2023 αίτηση αναίρεσης του ηττηθέντος εναγομένου-εκκαλούντος, που προσδιορίσθηκε να δικασθεί ενώπιον του Αρείου Πάγου με αρ. κατ. …/2023, με την οποία προσβάλλεται η τελευταία απόφαση του Εφετείου, είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, δηλ. εντός μηνός από την επίδοση στις 29-5-2023 στον εκκαλούντα-εναγόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. την σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο … Α. Δ. επί του επιδοθέντος αντιγράφου της προσβαλλομένης), καταβλήθηκε δε και το προσήκον παράβολο αξίας 450 ευρώ ( άρθρα 495, 498, 552, 553§1 υποπαρ.β, 556§1, 558, 564§1, 566§1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθούν οι λόγοι της ως προς το παραδεκτό και βάσιμο αυτών (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).
ΙΙα. Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ως απαράδεκτο που ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (ΟλΑΠ 12/2000), σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή με την άσκηση των ενδίκων μέσων ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021), με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 17/2026, ΑΠ 44/2026).
ΙΙβ. Η ποιοτική αοριστία, δηλ. όταν το Δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη, ελέγχεται με τον από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Ο περί του ανωτέρω αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το Δικαστήριο της ουσίας, υπό την προϋπόθεση ότι η ως άνω εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής (άρθρο 561 §2 ΚΠολΔ). Για να ιδρυθεί ο ως άνω λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 §1 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (Ολ ΑΠ 4/2024, ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 578/2026, ΑΠ 692/2025). Από το δε άρθρο 216 §1 στοιχείο β' του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων στοιχείων, και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, διαφορετικά το Δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Σε περίπτωση δε, που δεν περιέχεται στο δικόγραφο της αγωγής το προαναφερθέν στοιχείο ή αυτό περιέχεται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την υπό του Δικαστηρίου της ουσίας απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας. Ειδικότερα, όταν πρόκειται περί διεκδικητικής ακινήτου αγωγής με επίκληση παραγώγου τρόπου κτήσης της κυριότητας από τον ενάγοντα, το οποίο ακίνητο βρίσκεται σε περιοχή, όπου δεν λειτουργεί το Εθνικό Κτηματολόγιο,- οπότε για την περιγραφή του θα αρκούσε η αναφορά του ΚΑΕΚ (ΑΠ 8/2026, ΑΠ 877/2025, ΑΠ 94/2024, ΑΠ 1620/2023), απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα προβλεπόμενα κατά τα άρθρα 70, 118 και 216 ΚΠολΔ στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και, μάλιστα, τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Τέλος, το εμβαδόν δεν αποτελεί από μόνο του προσδιοριστικό στοιχείο της ταυτότητας ενός ακινήτου, καθώς, κρίσιμο στοιχείο δεν είναι το ακριβές μέγεθος του εμβαδού, αλλά τα όρια του ακινήτου, που προσδιορίζονται με βάση τον οικείο τίτλο κυριότητας. Εφόσον δε, τα όρια του ακινήτου, ήτοι, θέση, πλευρές, όμορα ακίνητα, όπως προκύπτουν από τον τίτλο, είναι σταθερά, στον κύριο του ακινήτου ανήκει ολόκληρη η έκταση που περικλείεται από τα όρια του εν λόγω ακινήτου (ΑΠ 1870/2025, ΑΠ 1636/2024). Η περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνεται και με την αποτύπωσή του σε τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, από το οποίο να προκύπτουν, πλην του σχήματος, οι πλευρές του, η θέση του, ο προσανατολισμός του και το εμβαδόν του, εφόσον το τοπογραφικό διάγραμμα τούτο ενσωματώνεται στο δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ 1068/2023, ΑΠ 1597/2018). Το γεγονός όμως ότι το μνημονευόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο εμφαίνεται το επίδικο ακίνητο, δεν προσαρτήθηκε στην αγωγή, δεν την καθιστά αόριστη ως προς την περιγραφή του, αν από την όλη περιγραφή του ακινήτου στο δικόγραφο δεν γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του. Όταν το επίδικο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του επιδίκου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, του οποίου έχει γίνει ακριβής περιγραφή, και τα όριά του, ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο μεν να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επιδίκου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης (ΑΠ 1495/2025,ΑΠ 1390/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο έκρινε ορισμένη την αγωγή των αντιδίκων του ως προς την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, το οποίο (κατά τον αναιρεσείοντα), όπως πρότεινε πρωτοδίκως με τις προτάσεις του, αλλά και με σχετικό λόγο έφεσης, δεν περιγράφεται επαρκώς κατά θέση, έκταση και όρια, καθώς α) δεν αναφέρεται η ακριβής έκταση αυτού και β) στο τοπογραφικό διάγραμμα, που επισυνάπτεται στην αγωγή, δεν αναφέρονται διαστάσεις του επιδίκου, ούτε τα όρια, ώστε δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ) κατά το ενδιαφέρον για τον αναιρετικό έλεγχο αντίστοιχο τμήμα της, προκύπτει ότι η περιγραφή του επιδίκου έχει ως εξής: "ενός αστικού ακινήτου, οικοπέδου μετά των επ' αυτού κτισμάτων κειμένου κατά τους παλαιούς τίτλους κτήσης του στο χωριό Βάθεια της Επαρχίας Οιτύλου του Νομού Λακωνίας, μετέπειτα στο Δημοτικό Διαμέρισμα Βάθειας του Δήμου Οιτύλου Λακωνίας, και ήδη εντός της Τοπικής Κοινότητας Βάθειας, της Δημοτικής Ενότητας Οιτύλου, του Δήμου Ανατολικής Μάνης, της περιφερειακής Ενότητας Λακωνίας, της Περιφέρειας Πελοποννήσου. Το άνω οικόπεδο έχει συνολική έκταση μέτρων τετραγωνικών διακοσίων σαράντα (240,00) ή όσης ήθελε είναι πλέον ή έλαττον, εμφαίνεται στο με αριθμό … από …1976 τοπογραφικό διάγραμμα των Τεχνικών Υπηρεσιών του EOT, υπό κλίμακα 1:200 που προσαρτάται στο υπ' αριθμόν …/1976 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Χρήστου Σπανοπούλου (προσαρτάται και στην παρούσα αγωγή), και συνορεύει Ανατολικά με ιδιοκτησία αδελφών Ν. Κ. (πύργος …), Δυτικά με οικία Κ. Μ. (γραίας Κ.), Βόρεια με ιδιοκτησία αδελφών Ν. Κ. (πύργος …) και Νοτίως με Πλατεία Εκκλησίας Προφήτου Ηλία. Τα δε επ' αυτού κτίσματα είναι: (α) Παλαιά, κατεστραμμένη και ακατοίκητη οικία, επιφάνειας μέτρων τετραγωνικών ογδόντα (80,00) και όγκου μέτρων κυβικών διακοσίων σαράντα (240,00) και (β) Παλαιός, κατεστραμμένος και ακατοίκητος πύργος, επιφάνειας μέτρων τετραγωνικών εξήντα (60,00) και όγκου μέτρων κυβικών εξακοσίων (600,00).Το όλο άνω ακίνητο, ήτοι το οικόπεδο μετά των επ' αυτού κτισμάτων (οικίας και πύργου) στον τίτλο κτήσης του περιγράφεται ως δύο (2) συνεχόμενα ακίνητα, ήτοι: (α) μία παλιά κατεστραμμένη και ακατοίκητη οικία, επιφάνειας μέτρων τετραγωνικών ογδόντα (80,00) και όγκου μέτρων κυβικών διακοσίων σαράντα (240,00) μετά του οικοπέδου της και της εν γένει περιοχής της, συνορευόμενη Ανατολικά με τον παρακάτω περιγραφόμενο πύργο, Νότια με πλατεία Εκκλησίας Προφήτη Ηλία, Δυτικά με οικία Κ. Μ. (γραίας Κ.) και Βόρεια με ιδιοκτησία αδελφών Ν. Κ. (πύργος …) και (β) ένας παλιός, κατεστραμμένος και ακατοίκητος πύργος, επιφάνειας μέτρων τετραγωνικών εξήντα (60,00) και όγκου μέτρων κυβικών εξακοσίων (600,00) μετά του οικοπέδου του και της εν γένει περιοχής του, συνορευόμενος Ανατολικά με ιδιοκτησία αδελφών Ν. Κ. (πύργος 22), Νότια με πλατεία Εκκλησίας Προφήτη Ηλία, Δυτικά με την άνω περιγραφόμενη οικία και Βόρεια με ιδιοκτησία αδελφών Ν. Κ. (πύργος …)." Ο υπό διεκδίκηση πύργος σε άλλο σημείο της αγωγής αναφέρεται με τον αριθμό … σύμφωνα με την καταγραφή διατηρητέων πύργων, στην οποία προέβη ο ΕΟΤ στο συννημένο στην αγωγή με αριθμό … από …1976 τοπογραφικό χάρτη (και όχι τοπογραφικό διάγραμμα, γιατί αφορά όλον τον οικισμό Βάθειας). Η ως άνω περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, που στο αγωγικό δικόγραφο γίνεται τόσο σύμφωνα με την πραγματικά υφιστάμενη κατάσταση δηλ. ως ενιαίο ακίνητο (οικόπεδο μεθ' οικίας και πύργου), όσο και σύμφωνα με τους τίτλους κτήσης των εναγόντων δηλ. ως δύο συνεχόμενα ακίνητα και δη την οικία … και τον πύργο …, όπως αποτυπώνονται στον επισυναπτόμενο στην αγωγή τοπογραφικό χάρτη, είναι επαρκέστατη διότι εξατομικεύεται πλήρως η ταυτότητά του (επιδίκου) με πλήρη σαφήνεια κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια κατά προσανατολισμό με ονόματα όμορων ιδιοκτητών και ουδεμία σύγχυση και αμφιβολία προκαλείται ως προς αυτό και κατά συνέπεια απαράδεκτο ένεκα αοριστίας της αγωγής. Το ότι το εμβαδόν του όλου οικοπέδου δίνεται κατά προσέγγιση (240 τ.μ. ή όσης ήθελε είναι πλέον ή έλαττον) δεν επηρεάζει την ταυτότητά του, αφού, κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω, προσδιορίζονται τα όριά του κατά προσανατολισμό και ονόματα ομόρων ιδιοκτητών, οπότε επίδικο είναι αυτό που περικλείεται από τα όρια αυτά.
Εξάλλου, όπως ειπώθηκε ανωτέρω (στην παρ. Ι), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την απόφασή του απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος και συγκεκριμένα μη αμφισβήτησης της κυριότητας των εναγόντων ως προς την οικία μετά του οικοπέδου της (υπό στοιχείο … στο συνημμένο τοπογραφικό χάρτη) και ως προς το κεφάλαιο αυτό δεν μεταβιβάσθηκε η υπόθεση στο Εφετείο, καθώς οι ενάγοντες δεν άσκησαν έφεση.
Συνεπώς, το Εφετείο που έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η αγωγή των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων είναι επαρκώς ορισμένη ως προς την περιγραφή του επιδίκου, προσδιορίζοντας ως τέτοιο ενώπιόν του μόνο τον πύργο υπό στοιχείο 10 μετά της εδαφικής έκτασης που καταλαμβάνει, απορρίπτοντας τον προταθέντα από τον εναγόμενο -εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα λόγο έφεσης περί αοριστίας της αγωγής ως προς την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, δεν παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική αυτή πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.
ΙΙγ. Περαιτέρω, κατά τον ίδιο λόγο δηλ. του άρθρου 559 αρ.14 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το Δικαστήριο παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα κάποιας διαδικαστικής πράξης, η οποία κατ' άρθρο 159 ΚΠολΔ επέρχεται και αν (το Δικαστήριο) κρίνει ότι η παράβαση προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας. Στην περίπτωση αυτή ιδρύεται ο προκείμενος αναιρετικός λόγος, μόνο αν το Δικαστήριο της ουσίας, ενώ δέχεται ότι επήλθε τέτοια βλάβη, εντούτοις δεν κήρυξε την ακυρότητα ή αν, ενώ δέχεται ότι δεν υπάρχει τέτοια βλάβη, κήρυξε την ακυρότητα (ΑΠ 165/2025).
Εξάλλου, οι διατάξεις των άρθρων α) 379§1 ΚΠολΔ, που ορίζει "1.Το Δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση δίνει στους πραγματογνώμονες τις αναγκαίες οδηγίες για τον τρόπο με τον οποίο θα εκτελέσουν τα καθήκοντά τους και ορίζει ιδίως α) αν κρίνει αναγκαίο να παραστούν σε διαδικαστικές πράξεις και σε ποιές, β) αν η πραγματογνωμοσύνη θα ενεργηθεί ενώπιόν του ή από μόνους τους πραγματογνώμονες.", β) 380§2 του ΚΠολΔ που ορίζει "2. Το Δικαστήριο του άρθρου 379 ή ο Δικαστής μπορούν να επιτρέψουν στους πραγματογνώμονες να ζητήσουν, πριν συντάξουν τη γνωμοδότησή τους, διευκρινίσεις από τους διαδίκους, ή πληροφορίες από τρίτους, ή να καταρτίσουν σχέδια ή ιχνογραφήματα, να πάρουν φωτογραφίες ή άλλες απεικονίσεις ή να κάνουν επιτόπια εφαρμογή τίτλων ή τεχνικές ενέργειες ή να εξετάσουν έγγραφα ή βιβλία εμπόρων ή επαγγελματιών.", γ) 391§1 του ΚΠολΔ, που ορίζει "1. Αν το Δικαστήριο διορίζει πραγματογνώμονες, κάθε διάδικος μπορεί να διορίσει από έναν τεχνικό σύμβουλο που έχει την ικανότητα να διοριστεί πραγματογνώμονας." και δ) 392§2-3 του ΚΠολΔ, που ορίζει :
"2. Οι τεχνικοί σύμβουλοι των διαδίκων τους βοηθούν με τις τεχνικές γνώσεις τους, μπορούν να παρίστανται σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις όπου παρίστανται οι πραγματογνώμονες, και έχουν τις εξουσίες των άρθρων 380 παρ. 1 και 382 παρ. 2.
3. Οι τεχνικοί σύμβουλοι των διαδίκων μπορούν, αφού οι πραγματογνώμονες υποβάλουν τη γνωμοδότησή τους και πριν συζητηθεί η υπόθεση, να αναπτύξουν τις γνώμες τους για την γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου ή να τις υποβάλουν εγγράφως, καθώς και να υποβάλουν ερωτήσεις και στους πραγματογνώμονες.", δεν έχουν οριστεί (οι ανωτέρω διατάξεις) με ποινή την ακυρότητα διαδικαστικής πράξης κατά τις περιπτώσεις 1 και 2 του αρθ. 159 του ίδιου Κώδικα, αλλά συνεπάγονται ακυρότητα αυτής στην περίπτωση 3 αυτού, δηλαδή αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η παραβίαση αυτή προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά. Μόνο, όμως, η παρουσία τρίτων προσώπων κατά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης και η απουσία του τεχνικού συμβούλου τινός των διαδίκων κατά τη θεώρηση του επιδίκου από τον πραγματογνώμονα δεν αρκούν για να θεμελιώσει ο διάδικος βλάβη, αφού, όπως προκύπτει από το άρθρο 392 § 3 του ΚΠολΔ, ο τεχνικός σύμβουλος μπορεί να αναπτύξει τη γνώμη του για τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου ή να την υποβάλει εγγράφως, να υποβάλει δε και ερωτήσεις στους πραγματογνώμονες. Σε περίπτωση δε που ο πραγματογνώμονας είτε δεν ακολούθησε τις οδηγίες του Δικαστηρίου, είτε έλαβε υπόψη του στοιχεία πέραν αυτών της δικογραφίας και παρά ταύτα συνέταξε την έκθεσή του, δεν δημιουργείται ακυρότητα ακόμη και αν υπάρχει βλάβη του διαδίκου. Διότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 387 και 388 του ΚΠολΔ το Δικαστήριο, από τη μία πλευρά εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων και επομένως έχει εξουσία να μην της προσδώσει βαρύτητα και από την άλλη πλευρά έχει το δικαίωμα, αν το κρίνει σκόπιμο, να διατάξει είτε με αίτηση των διαδίκων είτε και αυτεπαγγέλτως νέα πραγματογνωμοσύνη ή επανάληψη ή συμπλήρωσή της από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες (ΑΠ 165/2025, ΑΠ 433/2016, ΑΠ 624/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης -κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του- αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι του άρ.8, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων) πλημμέλεια της μη κήρυξης από το Εφετείο της ακυρότητας της κατωτέρω αναφερόμενης πραγματογνωμοσύνης. Ειδικότερα αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο εκκαλών- νυν αναιρεσείων προέβαλε με τις νομίμως στις 17-5-2021 κατατεθείσες ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του κατά την μετ' επανάληψη συζήτηση της υπόθεσης, τον ισχυρισμό ότι η από Οκτώβριο του 2020 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ν. Α., που διενεργήθηκε κατόπιν της 133/13-9-2018 μη οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας σε συνδυασμό με την 17/2020 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, είναι άκυρη, επειδή κατά την θεώρηση του επιδίκου που διενήργησε ο ως άνω πραγματογνώμονας ήταν παρούσα η Ε. Κ., μη διάδικος, καθώς και ο τεχνικός σύμβουλος των αντιδίκων Ι. Σ., ενώ δεν ήταν παρών ο διορισθείς εκ μέρους του εκκαλούντος τεχνικός σύμβουλος επειδή - κατά τους ισχυρισμούς του (αναιρεσείοντος)- πείσθηκε από τον πραγματογνώμονα ότι δεν θα παραστεί ο Ι. Σ. και έτσι ο εκκαλών-νυν αναιρεσείων υπέστη δικονομική βλάβη, μη επανορθώσιμη παρά μόνο με την κήρυξη άκυρης της πραγματογνωμοσύνης, συνιστάμενη ταύτη (βλάβη) στο ότι ο πραγματογνώμονας επηρεάσθηκε στη διαμόρφωση του πορίσματός του από τους παρασταθέντες, το δε Εφετείο απέρριψε σιωπηρά τον ως άνω ισχυρισμό και δεν κήρυξε άκυρη την ως άνω πραγματογνωμοσύνη. Ο λόγος αυτός (δεύτερος) της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και τούτο διότι η ως άνω πραγματογνωμοσύνη αποτελεί νόμιμο αποδεικτικό μέσο, που εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο, η δε παρουσία τρίτου προσώπου κατά τη διενέργεια μερικότερης πράξης της πραγματογνωμοσύνης και η απουσία του τεχνικού συμβούλου του αναιρεσείοντος σε αντίθεση με την παρουσία του τεχνικού συμβούλου των αντιδίκων, δεν καθιστούν την πραγματογνωμοσύνη αυτή άκυρη ή παράνομη, παρά μόνο παρείχε κατά τα προεκτεθέντα στον εκκαλούντα νυν αναιρεσείοντα το δικαίωμα να ζητήσει την εξαίρεση του πραγματογνώμονα ή την αντικατάστασή του, καθώς και τη διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης.
ΙΙδ. Με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1151/2025,ΑΠ 1755/2023, ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018), δηλ. τα όρια του παραδεκτού της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 1151/2025,ΑΠ 309/2011, ΑΠ 2078/2009). Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 §1 στοιχ. α του ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η απαγόρευση, κατά το άρθρο 224 του ΚΠολΔ, της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα. Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 1755/2023, ΑΠ 1374/2019), όχι όμως και όταν πρόκειται απλώς για συμπλήρωση, διευκρίνιση και διόρθωση του αγωγικού ισχυρισμού του, προς το σκοπό του ακριβέστερου προσδιορισμού και διευκρίνησης της έννομης σχέσης με επουσιώδη ή δευτερεύοντα πραγματικά γεγονότα, ή η αναφορά νέου περιστατικού που αποσαφηνίζει και δεν μεταβάλλει τη βάση της αγωγής (ΑΠ 881/2023, ΑΠ 201/2021, ΑΠ 389/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι δέχθηκε τον προβαλλόμενο το πρώτον ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις τους ισχυρισμό των εναγόντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων ότι το χρονικό διάστημα 1976-2000 ο ΕΟΤ ενεργούσε πράξεις νομής επί του επιδίκου πύργου ως αντιπρόσωπος νομής των δικαιοπαρόχων τους, καθώς επίσης ότι είχαν παραδώσει κλειδιά στον ΕΟΤ, ενώ στην αγωγή αναφερόταν ότι είχαν παραδοθεί κλειδιά σε γειτόνισσα (Α.), η οποία και φρόντιζε το επίδικο, μεταβάλλοντας ανεπίτρεπτα με τον τρόπο αυτό την βάση της αγωγής, προβάλλοντας νέα πραγματικά περιστατικά περί διενέργειας πράξεων νομής στον επίδικο πύργο από τους δικαιοπαρόχους τους. Ο λόγος αυτός (τέταρτος) είναι αβάσιμος και τούτο διότι κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561§2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι σε αυτό, προς επίρρωση του αγωγικού ισχυρισμού ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων Γ. Μ. απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου πύργου με έκτακτη χρησικτησία, νεμόμενος τούτον από το 1932 έως το θάνατό του στις …1980, ανέφεραν οι ενάγοντες ότι το 1976 με συμβόλαιο, νομίμως μεταγραφέν, παραχώρησε τούτος την επικαρπία αυτού στον ΕΟΤ στα πλαίσια προγράμματος αναπαλαίωσης -αναστύλωσης των πύργων της Βάθειας, οι δε εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Π., Ι. και Ν. (τέκνα του) με συμβόλαιο του 1985 παρέτειναν την ως άνω σύμβαση παραχώρησης επικαρπίας έως τέλος του 1997, ενώ παράλληλα ασκούσαν οι ίδιοι πράξεις νομής ως ψιλοί κύριοι είτε αυτοπροσώπως, είτε δια της συγγενούς τους και περίοικου Α. επιβλέποντας, καθαρίζοντας κ.λ.π. τον πύργο, με τις δε προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, στις οποίες περιέχονται και οι πρωτόδικες, ουδόλως μετέβαλαν την αγωγική βάση, αλλά διευκρίνισαν τις πράξεις νομής που ασκούσαν οι δικαιοπάροχοί τους επί του επιδίκου και ως εκ τούτου το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ.14 ΚΠολΔ.
ΙΙΙα. Όπως προκύπτει από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 42/2002). Η παράβαση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Ο λόγος όμως αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση (ΑΠ 1388/2025). Εξάλλου, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος (εκ του άρθ.559 αρ.11 περ.γ) δεν ιδρύεται αν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 §1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 774/2025, ΑΠ 100/2007).
ΙΙΙβ. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης (από το άρθρο 559 αρ. 11 γ') ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο στη δικαστική ομολογία (ΑΠ 1757/2024, ΑΠ 1662/2022, ΑΠ 81/2022). Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που αφορά την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και έγινε ενώπιον του Δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου Δικαστή. Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι, δικαστική ομολογία δεν είναι, κατά την έννοια του άρθρου 352 ΚΠολΔ, κάθε τέτοια ομολογία, αλλά μόνον αυτή που γίνεται με σκοπό αποδοχής αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι' αυτόν γεγονότος, απευθύνεται στο Δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση και είναι σαφής και ορισμένη (ΑΠ 1757/2024, ΑΠ 432/2022, ΑΠ 350/2020). Η ως άνω ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνόμενη προς το Δικαστήριο που δικάζει τη συγκεκριμένη δίκη, ενός κρίσιμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος της επίκλησης και της απόδειξής του, πρέπει να γίνει με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς αυτού γεγονότος. Ειδικότερα δε, δικαστική ομολογία, υπάρχει όταν το ενώπιον του Δικαστηρίου αναγνωριζόμενο από τον διάδικο επιζήμιο γι' αυτόν γεγονός αναφέρεται αμέσως στο αντικείμενο της δίκης, όχι δε και όταν το γεγονός αυτό αποτελεί τη βάση δικαστικού τεκμηρίου για το αποδεικτέο περιστατικό (ΑΠ 1757/2024, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 1029/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη του την -περιεχομένη στην σελίδα 38 των από 14-10-2015 προτάσεων των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου κατά την συζήτηση της ένδικης αγωγής τους-δικαστική ομολογία τους, όπου αναφέρεται: "...Άλλωστε το γεγονός ότι ο ΕΟΤ τελικά ουδεμία πράξη έκανε επ' αυτού, ήταν επιβεβλημένη η επίβλεψή του εκ μέρους μας ώστε να μην καταστεί επικίνδυνος για τους γείτονες και τους διερχόμενους...". Ο λόγος αυτός (τρίτος) για τη μη λήψη υπόψη της ομολογίας των εναγόντων είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το φερόμενο ως ομολογηθέν πραγματικό περιστατικό ότι δηλ. ο ΕΟΤ δεν άσκησε πράξεις φυσικής εξουσίασης επί του επιδίκου πύργου με αριθμό … , δηλ. εργασίες συντήρησης και επισκευής του, αφενός δεν έγινε με πρόθεση ομολογίας ότι ενέμετο τούτο ο εναγόμενος, ισχυρισμό που προέβαλε ο τελευταίος με τις πρωτόδικες προτάσεις του στα πλαίσια ένστασης ιδίας κυριότητας και που επανέφερε ως λόγο έφεσης, και αφετέρου δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθώς πρόκειται για επιχείρημα προς στήριξη του ισχυρισμού ότι οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοί τους ενέμοντο αυτοπρόσωπα τον επίδικο πύργο.
Εξάλλου, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, τα οποία και έγιναν δεκτά με την προσβαλλομένη κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της, με τα …1976 και …/1985 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Σπανόπουλου, νομίμως μεταγραφέντα, ο ΕΟΤ είχε μόνο την επικαρπία του ως άνω πύργου, κατά δε το άρθρο 1142 του ΑΚ, ο επικαρπωτής έχει μόνο τη χρήση και την κάρπωση του πράγματος, ενώ τη νομή συνεχίζει να έχει ο ψιλός κύριος, εν προκειμένω οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, μετά δε το θάνατο τους αυτή περιήλθε στους κληρονόμους τους.
ΙΙΙγ. Με τον δε έβδομο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την προβλεπόμενη εκ του αρ. 11 εδ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αιτιάται ότι η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη της τα κάτωθι επικαλεσθέντα και προσκομισθέντα από τον ίδιο έγγραφα ενώπιον του Εφετείου, προς απόδειξη της νομίμως προβληθείσας δια των προτάσεων του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ένστασης ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου πύργου, που επανέφερε ως λόγο έφεσης, και δη α) την από …2021 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Γ. Β. της εταιρίας "ΤΕΧΝΟΓΚΡΟΥΠ Ε.Π.Ε.", β) 66 φωτογραφίες από το εσωτερικό του επίδικου πύργου και γ) έκθεση δοκιμών του Χημικού Εργαστηρίου … ΙΚΕ, που κατά τους ισχυρισμούς του αποδεικνύουν ότι αυτός μόνο και ο δικαιοπάροχός του ασκούσαν πράξεις νομής επί του επιδίκου αναλαμβάνοντας την επισκευή του και σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν τα έλαβε υπόψη το Εφετείο, δεν οδηγήθηκε σε ορθό συμπέρασμα. Από την παραδεκτή επισκόπηση κατ' άρθρο 561§2 του ΚΠολΔ της προσβαλλομένης, η οποία δέχθηκε επί λέξει: "...απεδείχθη ότι ο πατέρας του εναγομένου κατά την εκτέλεση εργασιών επισκευής και συντήρησης του ανατολικά του επιδίκου πύργου ιδικού του πύργου, προέβη σε μέρος της βόρειας όψης, στην νότια όψη και στο εσωτερικό του επιδίκου πύργου σε εργασίες αρμολόγησης, όπως επίσης ότι στον ιδικό του πύργο (ανατολικά του επιδίκου), τοποθέτησε σωλήνα απομάκρυνσης όμβριων υδάτων, ο οποίος απολήγει εξωτερικά στον επίδικο πύργο, εν τούτοις οι πράξεις αυτές ήταν περιστασιακές και όχι σε βάθος χρόνου, ώστε να προκύπτει από αυτές φυσική εξουσία, διανοία κυρίου.", σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος περί μη βασιμότητας της ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου, έλαβε υπόψη και εξετίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα αυτά, εκ των οποίων οι τεχνικές εκθέσεις ως γνωμοδοτήσεις τρίτων εκτιμήθηκαν ελεύθερα από το Δικαστήριο κατ' άρθρο 390 ΚΠολΔ. Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, κατά το κύριο σκέλος του, ο λόγος αυτός (έβδομος) της αίτησης αναίρεσης. Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη επικουρικά αιτίαση ότι από τα εν λόγω έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των εγγράφων αυτών.
IV. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 §1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του Δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ. Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βεβαίως στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΟλΑΠ 23/2008). Δεν πρόκειται όμως για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, καλυπτόμενες από την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (ενώπιον δηλαδή του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες (ΑΠ 1469/2024, ΑΠ 224/2016). Το Δικαστήριο της ουσίας οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν για τα προσκομιζόμενα από διάδικο έγγραφα έγινε νόμιμη επίκληση στις προτάσεις του, όμως, η οποιαδήποτε σχετική παράλειψη του και η λήψη τελικώς υπόψη εγγράφων που είτε δεν προσκομίσθηκαν είτε προσκομίσθηκαν, χωρίς νόμιμη επίκληση, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 β' ΚΠολΔ, μόνο αν το αντίστοιχο απαράδεκτο προτάθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας από τον ήδη αναιρεσείοντα, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 §2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις. Μάλιστα για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο όχι μόνο να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο που ελήφθη υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, αλλά και να εκτίθεται ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας από τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 1058/2011, ΑΠ 839/2010). Τέλος, οι αποδείξεις που παρά το νόμο ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνο ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1469/2024).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί απόρριψης της ένστασης ιδίας κυριότητας που προέβαλε ο ίδιος, λαμβάνοντας υπόψη αποδεικτικά μέσα και δη "i) την υπ' αριθμ. …/2014 ένορκη βεβαίωση της Γ. Σ., ii) την υπ'αριθμ. …/2014 ένορκη βεβαίωση του Κ. Κ., iii) την υπ' αριθμ. …/2013 ένορκη βεβαίωση της Α. συζύγου Σ. Ι., iν) την υπ' αριθμ. …/2013 ένορκη βεβαίωση της Μ. Κ., ν) την υπ' αριθμ. …/2013 ένορκη βεβαίωση του Μ. Δ., νi) την υπ' αριθμ. …/2013 ένορκη βεβαίωση της Α. Χ. Ι. Φ. το γένος Π. και Π. Σ., νii) την υπ' αριθμ. …/2013 ένορκη βεβαίωση της Μ. Χ. Ι. Κ., viii) την υπ' αριθμ. …/2013 ένορκη βεβαίωση του Ν. Κ., ix) την υπ' αριθμ. …/2013 ένορκη βεβαίωση του Σ. Μ., x) την υπ' αριθμ. …/2015 ένορκη βεβαίωση του Π. Κ. , xi) την υπ' αριθμ. …/2015 ένορκη βεβαίωση του Π. Κ., xii) την υπ'αριθμ. …/2015 ένορκη βεβαίωση του Χ. Ε., xiii) την υπ' αριθμ. …/2015 ένορκη βεβαίωση του Λ. Ε., xiv) την υπ'αριθμ. …2015 ένορκη βεβαίωση του Χ. Ε., xν) την υπ'αριθμ. …2015 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρος Λ. Ε., xvi) τις υπ'αριθμ. …/2018 και …/2018 ένορκες βεβαιώσεις των Α. Π. και Σ. Α., xvii) την υπ'αριθμ. …/1982 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς (σελ. 14 της προσβαλλόμενης απόφασης), xviii) το υπ'αριθμ. …/1985 συμβόλαιο (σελ. 15 της προσβαλλόμενης απόφασης), xix) το υπ'αριθμ. …/2011 συμβόλαιο (σελ. 17 της προσβαλλόμενης απόφασης), xx) το υπ'αριθμ. …/2012 συμβόλαιο (σελ. 17 της προσβαλλόμενης απόφασης), xxi) το από 18-07-20023 πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής (σελ. 17 της προσβαλλόμενης απόφασης) και xxii) το υπ'αριθμ. …/2008 συμβόλαιο (σελ. 18 της προσβαλλόμενης απόφασης)", τα οποία προσκομίσθηκαν απαράδεκτα από τους εφεσίβλητους νυν αναιρεσίβλητους χωρίς νόμιμη επίκληση δια των από 11-5-2021 ενώπιον του Εφετείου προτάσεών τους, αλλά με ενσωμάτωση σ' αυτές των από 16-3-2018 προτάσεων τους και προσθήκης, από προηγούμενη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, εντός των οποίων είχαν επισυνάψει τις από 14-10-2015 προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το δε απαράδεκτο αυτό επεσήμανε ο εκκαλών-νυν αναιρεσείων με την προσθήκη επί των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου. Ο ως άνω αναιρετικός λόγος (πέμπτος) είναι αβάσιμος, αφού στο κείμενο των από 11-5-2021 προτάσεων των εφεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο στις 17-5-2021 στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση της έφεσης που άσκησε ο νυν αναιρεσείων, περιέχονται αυτούσιες οι από 18-3-2018 προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης ενώπιον του Εφετείου μετά την οποία διατάχθηκε η επανάληψή της προκειμένου να διενεργηθεί τεχνική πραγματογνωμοσύνη, αποτελώντας ένα ενιαίο σώμα, αφού κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ η συζήτηση που επαναλαμβάνεται θεωρείται ως συνέχεια της προηγουμένης και καλύπτονται όλες οι προτάσεις από την τεθείσα στις 11-5-2021 υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου των εφεσιβλήτων. Εντός δε των από 18-3-2018 προτάσεων περιλαμβάνονται αυτούσιες οι από 19-10-2015 προτάσεις τους μαζί με προσθήκη- αντίκρουση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου. Στις από 18-3-2018 προτάσεις των εφεσιβλήτων υπάρχει ο κατάλογος των με επίκληση προσκομισθέντων στο Εφετείο εγγράφων, στους οποίους περιλαμβάνονται και τα ανωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα i) η υπ'αριθμ. …/2014 ένορκη βεβαίωση της Γ. Σ. ως σχετικό 46, ii) η υπ'αριθμ. …/2014 ένορκη βεβαίωση του Κ. Κ. ως σχετικό 72, iii) η υπ' αριθμ. …/2013 ένορκη βεβαίωση της Α. συζύγου Σ. Ι. ως σχετικό 28, iν) η υπ'αριθμ. …/2013 ένορκη βεβαίωση της Μ. Κ. ως σχετικό 32, ν) η υπ'αριθμ. …/2013 ένορκη βεβαίωση του Μ. Δ. ως σχετικό 29, νi) η υπ'αριθμ. …/2013 ένορκη βεβαίωση της Α. Χ. Ι. Φ. το γένος Π. και Π. Σ. ως σχετικό 33, νii) η υπ'αριθμ. …/2013 ένορκη βεβαίωση της Μ. Χ. Ι. Κ. ως σχετικό 30, viii) η υπ'αριθμ. …/2013 ένορκη βεβαίωση του Ν. Κ. ως σχετικό 31, ix) η υπ'αριθμ. …/2013 ένορκη βεβαίωση του Σ. Μ. ως σχετικό 27, x) η υπ'αριθμ. …/2015 ένορκη βεβαίωση του Π. Κ. ως σχετικό 64, xi) η υπ'αριθμ. …/2015 ένορκη βεβαίωση του Π. Κ. ως σχετικό 65, xii) η υπ'αριθμ. …2015 ένορκη βεβαίωση του Χ. Ε. ως σχετικό 65α, xiii) η υπ'αριθμ. …/2015 ένορκη βεβαίωση του Λ. Ε. ως σχετικό 63, xiv) οι υπ'αριθμ. …/2018 και …/2018 ένορκες βεβαιώσεις των Α. Π. και Σ. Α. ως σχετικά 91-92, xv) η υπ'αριθμ. …/1982 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ως σχετικό 49, xvi) το υπ'αριθμ. …/1985 συμβόλαιο ως σχετικό 10, xvii) το υπ'αριθμ. …/2011 συμβόλαιο ως σχετικό 15, xviii) το υπ'αριθμ. …/2012 συμβόλαιο ως σχετικό 16, xix) το από …2003 πρωτόκολλο παράδοσης-παραλαβής ως σχετικό 43 και xx) το υπ'αριθμ. …/2008 συμβόλαιο ως σχετικό 14. Σημειώνεται ότι τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο υπό στοιχεία "xii) υπ'αριθμ. …/2015 ένορκη βεβαίωση του Χ. Ε., xiii) υπ'αριθμ. …/2015 ένορκη βεβαίωση του Λ. Ε." αναγράφονται από τον αναιρεσείοντα δύο φορές, πρόκειται δηλ. για την …2015 ένορκη βεβαίωση του Χ. Ε. και την …/2015 ένορκη βεβαίωση του Λ. Ε. Κατά συνέπεια το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 εδαφ.β ΚΠολΔ, αφού τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη, τα είχαν νομίμως επικαλεσθεί οι εφεσίβλητοι με τις προτάσεις τους ενώπιόν του.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικά καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (OλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1597/2025). Για το ορισμένο του ως άνω λόγου πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο: α) ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το Δικαστήριο, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, β) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο, που ο νόμος δεν το επιτρέπει και γ) ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτο από το νόμο το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1597/2025).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 424 ΚΠολΔ, πριν την τροποποίηση με το ν.4842/2021 (καθώς η έφεση εν προκειμένω συζητήθηκε το πρώτον στις 19-3-2018) "Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.". Κατά δε το άρθρο 422§3 του ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το ν.4335/2015 και πριν την τροποποίηση με το ν.4842/2021 "3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ένορκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση." Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, και όσον αφορά τον αριθμό των ένορκων βεβαιώσεων μέχρι τρεις το πολύ που λαμβάνονται υπόψη, πρέπει οι ένορκες βεβαιώσεις να έχουν ληφθεί αποκλειστικά για τη συγκεκριμένη δίκη, οπότε και υπάρχει ο εν λόγω αριθμητικός περιορισμός, ενώ δεν υφίσταται ο περιορισμός αυτός, αν οι ένορκες βεβαιώσεις έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, μεταξύ των αυτών διαδίκων, οπότε νομίμως λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και οι πέραν των τριών ένορκες βεβαιώσεις, ακόμη και αν ήταν υπεράριθμες στη δίκη για την οποία δόθηκαν (ΟλΑΠ 8/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης-επικουρικά προβαλλόμενο για την περίπτωση αβασιμότητας του πέμπτου λόγου-, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 11 εδαφ.α ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τις 26/2018 και 27/2018 ένορκες βεβαιώσεις των Α. Π. και Σ. Α., αντίστοιχα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών τους και οι οποίες ελήφθησαν στα πλαίσια της κατ' έφεση δίκης κατά της 32/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, ενώ ήταν υπεράριθμες και σε εκείνη την δίκη, ήτοι έλαβε υπόψη του ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και τούτο διότι ορθώς το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κρίνοντας επί της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 31/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου που συζητήθηκε στις 19-3-2018 και μετά από επανάληψη στις 17-5-2021, έλαβε υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και τις νομίμως προσκομισθείσες μετ' επικλήσεως από τους αναιρεσίβλητους ως άνω δύο ένορκες βεβαιώσεις, παρά το ότι ήταν υπεράριθμες -κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος- στην δίκη για την οποία δόθηκαν, δηλ. της έφεσης κατά της 32/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου.
VI. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 §1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το Δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, έγγραφο αποδίδει περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει και στη συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτίμησής του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1527/2010, ΑΠ 219/2009), όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο κατά το σχηματισμό του πορίσματός του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος, διαφόρου από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, αφού στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για πλημμέλεια αναγόμενη αποκλειστικά στην κυριαρχική εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία εκφεύγει καθεαυτή από τον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 219/2009, ΑΠ 1353/1993).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον όγδοο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθμό 20 άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του …2017 εγγράφου του Ε.Ο.Τ. , με το οποίο ο τελευταίος σε απάντηση της με ΑΠ …2017 αίτησης του αναιρεσείοντος αναφέρει "σας γνωρίζουμε ότι από τον έλεγχο που πραγματοποιήσαμε στο αρχείο της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του Ε.Ο.Τ., Τμήμα Λογιστηρίου & Περιουσίας και με βάση το ύπαρχον αρχείο που τηρείται για ακίνητα παραδοσιακών οικισμών, δεν ανευρέθηκαν στοιχεία εργασιών, ως αυτά αναφέρονται στην σχετική αίτηση σας, που αφορούν ακίνητα της περιοχής "Βάθεια - Λακωνίας".Επισημαίνουμε ότι η Διεύθυνση Τουριστικών Εγκαταστάσεων (Τεχνικές Υπηρεσίες Ε.Ο.Τ.), μετά την θέση σε ισχύ του Ν. 4254/2014, μεταφέρθηκαν στο Υπουργείο Τουρισμού, στο οποίο και θα πρέπει να απευθυνθείτε, για να ενημερωθείτε επί των οικοδομικών εργασιών που πραγματοποιήθηκαν από τον Ε.Ο.Τ., στον συγκεκριμένο οικισμό.", συνιστάμενη (η παραμόρφωση) στο ότι το Εφετείο απέδωσε περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθινό, με το να δεχτεί ότι " Εκτοτε οι ανωτέρω Π., Ι. και Ν. Μ. ενέμοντο το επίδικο ακίνητο, μέσω αντιπροσώπου, και δη του Ε.Ο.Τ., δεδομένου ότι ο τελευταίος, δυνάμει της ανωτέρω συμβάσεως ασκούσε πράξεις νομής επί του επιδίκου και δη προέβαινε σε επίβλεψη, καθαρισμό αυτού, απολύμανση, απεντόμωση, κατά δε τα έτη 1993 - 1997 σε αρχιτεκτονική αποτύπωση αυτού, όπως αποδεικνύεται και από την υπ' αριθμ. …/2018 ένορκη βεβαίωση της Α. Π., η οποία δεν έρχεται σε αντίθεση με το υπ' αριθμ. πρωτ. …2017 έγγραφο του Ε.Ο.Τ. σε απάντηση σχετικής αίτησης του εναγόμενου, καθώς από τα αναφερόμενα στο έγγραφο αυτό, δεν προκύπτει η μη εκτέλεση εργασιών από τον Ε.Ο.Τ. αλλά η μη εύρεση σχετικών παραστατικών εγγράφων στο Λογιστήριό του. Η αλήθεια δε της καταθέσεως της ανωτέρω μάρτυρος Α. Π. ότι υπάλληλοι του EOT επισκέπτοντο το επίδικο ενισχύεται και από την μαρτυρική κατάθεση του μάρτυρος Π. Κ. , που περιέχεται στη με αριθμό …2015 ένορκη βεβαίωση, -για την οποία θα γίνει λόγος και κατωτέρω-, κατά την οποία ο ίδιος έβλεπε υπαλλήλους του ΕΟΤ να επισκέπτονται το επίδικο ακίνητο", ενώ αν το Δικαστήριο είχε αναγνώσει ορθά το έγγραφο αυτό θα είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν έγιναν εργασίες από τον ΕΟΤ στο επίδικο και θα δεχόταν την έφεση του νυν αναιρεσείοντος και στην συνέχεια, αφού εξαφάνιζε την εκκαλουμένη, θα απέρριπτε την αγωγή. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια δεν στηρίζεται σε λάθος ανάγνωση από το Εφετείο του παραπάνω εγγράφου, αλλά σε εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου αυτού, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, την οποία μάλιστα αιτιολογεί, παραπέμποντας και σε ένορκες βεβαιώσεις.
VIΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης και στην περίπτωση που το Δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της παρατιθέμενης διάταξης (559 αρ.8 ΚΠολΔ), θεωρούνται και οι λόγοι έφεσης (ή αντέφεσης), που περιέχουν παράπονο κατά της πρωτόδικης απόφασης και είναι ορισμένοι (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 286/2020). Κατά δε το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικά, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το αίτημα, συνεπώς, της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το Εφετείο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, περιορίζεται στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους.
Περαιτέρω, οι κατά το άρθρο 520 §1 ΚΠολΔ λόγοι της έφεσης αποτελούν παράπονα κατά της εκκαλούμενης απόφασης, που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του Δικαστηρίου. Στα τελευταία ανάγεται και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Το σφάλμα της απόφασης ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων δεν είναι ανάγκη να εξειδικεύεται, αρκεί να μνημονεύεται ότι από το σφάλμα αυτό το Δικαστήριο κατέληξε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, διότι το Εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (522 ΚΠολΔ), είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της εκκαλουμένης μετά από καθολική επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης και όχι μόνο με βάση τα μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος, που συνδέονται με αυτή. (ΑΠ 1099/2025,ΑΠ 990/2015, ΑΠ 577/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ένατο και τελευταίο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και δέχθηκε ανύπαρκτο λόγο έφεσης, με το να εξαφανίσει την εκκαλουμένη και να δεχθεί την αγωγή κρίνοντας ότι ο επίδικος πύργος -υπό στοιχείο 10-είναι αυτοτελές ακίνητο συγκυριότητας των εναγόντων, ενώ αυτός είναι ενιαίο οικοδόμημα με τον όμορο ανατολικά αυτού πύργο αποκλειστικής κυριότητας του εναγομένου. Και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων με τον 4ο λόγο της έφεσής του κατά της 31/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γυθείου, όπως άλλωστε εκθέτει και στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, μέμφθηκε την εκκαλουμένη για κακή εκτίμηση των αποδείξεων επειδή είχε κρίνει ότι το επίδικο (πύργος υπό στοιχείο 10) αποτελούσε τμήμα μείζονος ακινήτου των εναγόντων. Το Εφετείο, ως ήταν υποχρεωμένο λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, επανεκτίμησε καθολικά την ουσία της υπόθεσης δεχόμενο επί λέξει τα κάτωθι: "Επίδικο, εν προκειμένω, ακίνητο, κατόπιν ασκήσεως έφεσης υπό του εναγομένου της από 29-1-2015 ένδικης αγωγής, ενόψει και του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της ένδικης έφεσης, τυγχάνει ένας πύργος, που ευρίσκεται στην περιοχή του οικισμού Βάθειας Λακωνικής Μάνης, αποτυπώνεται με το στοιχείο "Πδ" στο με αριθμό (9) διάγραμμα στην από μηνός Οκτωβρίου 2020 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού Ν. Α., και συνορεύει, σύμφωνα με αυτό, νότια με κεραμοσκεπές χώρο (λιακωτό), επιφάνειας 10,53 τ.μ., που ευρίσκεται σε ερειπώδη κατάσταση και αποδίδεται με το στοιχείο "στ" στο ως άνω διάγραμμα, και με κλιμακοστάσιο εισόδου στο επίδικο και πέραν αυτού με δημοτική οδό, δυτικά με διώροφο ασκεπές κτίσμα, ιδιοκτησίας του πρώτου των εναγόντων, που αποδίδεται με το στοιχείο "Γ" στο ως άνω διάγραμμα, βόρεια εν μέρει με ισόγειο πλακοσκεπές κτίσμα, που αποδίδεται με το στοιχείο "δ" στο ως άνω διάγραμμα, και εν μέρει με ισόγειο πλακοσκεπές κτίσμα, που αποδίδεται με το στοιχείο "Δ" στο ως άνω διάγραμμα, και ανατολικά με έναν πύργο και το κλιμακοστάσιο εισόδου σε αυτόν, μη αμφισβητούμενης ιδιοκτησίας του εναγομένου, με τον οποίο μάλιστα διαχωρίζεται από μεσότοιχο, που αποδίδεται με το στοιχείο "Πα" στο ως άνω διάγραμμα. Ο επίδικος πύργος ήδη ευρίσκεται σε ερειπωμένη κατάσταση και αποτελείται από πέντε (5) επάλληλα επίπεδα, και δη ισόγειο όροφο και τέσσερις πάνω από αυτόν ορόφους, εμβαδού έκαστου ορόφου αυτού 19,69 τ.μ. και συνολικά εμβαδού 98,45 τ.μ. Το έμπροσθεν αυτού κλιμακοστάσιο εισόδου απολήγει στο τρίτο επίπεδο (όροφο) αυτού, όπου ο επίδικος πύργος έχει είσοδο, λόγω της μορφολογίας του εδάφους και δη της υψομετρικής διαφοράς αυτού, δεδομένου ότι η νότια πλευρά του, όπου και η θύρα εισόδου του επιδίκου, ευρίσκεται υψηλότερα σε σχέση με την βόρεια πλευρά του. Ανατολικά συνορεύει, όπως προελέχθη, με πύργο μη αμφισβητούμενης ιδιοκτησίας του εναγομένου, με τον οποίο διαχωρίζεται, καθ' όλο το ύψος του μέσω συμπαγούς λίθινης μεσοτοιχίας πάχους 0,60 - 0,70 μ. Ο εν λόγω ανατολικά του επιδίκου ευρισκόμενος πύργος που ανήκει στη μη αμφισβητούμενη κυριότητα του εναγομένου, αναπτύσσεται σε τέσσερα (4) επάλληλα επίπεδα (ισόγειος όροφος και τρεις πάνω από αυτόν όροφοι), επιφάνειας 20,67 τ.μ. έκαστο και συνολικά επιφάνειας 82,68 τ.μ. απολήγει δε σε πλακοσκεπή χαμηλότερα του επιδίκου πύργου κατά 3,5 μ. Εξωτερικά, τόσο ο επίδικος πύργος, όσο και ο ανατολικά αυτού ευρισκόμενος προαναφερόμενος, μη αμφισβητούμενης κυριότητας του εναγομένου, πύργος, εμφανίζεται ως συμπαγές, ορθογωνικής κάτοψης κτίριο, με περιμετρική φέρουσα τοιχοποιία από λιθοδομή πάχους 0,60 - 0,70 μ., εμβαδού 40,36 τ.μ και διαστάσεων ολόγυρα: 7,50 μ. (νότια πλευρά), 5,43 μ. (ανατολική πλευρά), 7,39 μ. (βόρεια πλευρά) και 5,41 μ. (δυτική πλευρά). Οι ανωτέρω πύργοι, οι οποίοι φέρουν ενιαίας κατασκευής πρωτοτοίχους, απεδείχθη ότι κατασκευάστηκαν τον 19° αιώνα, όπως δε αποδεικνύεται και από την προμνημονευθείσα πραγματογνωμοσύνη, αμφότεροι κατασκευάστηκαν ταυτόχρονα, αλλά με λειτουργική αυτοτέλεια μεταξύ τους, δεδομένου ότι: (α) έχουν διαφορετικές εισόδους προς το νότιο μέρος τους, όπου συνορεύουν με δημοτική οδό και διαφορετικό κλιμακοστάσιο εισόδου σε αυτούς {Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, νότια του επιδίκου, υπήρχε μεταξύ της νότιας αυτού δημοτικής οδού και του λιακωτού από το οποίο άρχιζε σκάλα που οδηγούσε στη θύρα εισόδου του επιδίκου, σκάλα, ήδη ερειπωμένη και γκρεμισμένη. Εν τούτοις, η ύπαρξη της σκάλας αυτής δεν αναιρεί το γεγονός της λειτουργικής αυτοτέλειας των δύο πύργων, διότι, κατά την προαναφερομένη από μηνός Οκτωβρίου 2020 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αρχικά θύρα εισόδου στον ανατολικό πύργο προβλέφθηκε ανατολικά αυτού, η οποία θα ήταν λειτουργική, μέσω της παρεμβολής ανατολικού προκτίσματος, το οποίο δεν κατασκευάσθηκε. Για το λόγο αυτό, κατά τον ίδιο πραγματογνώμονα (σελ. 28) επιβαλλόταν η διάνοιξη επιπρόσθετης θύρας στην νότια πλευρά του πύργου του εναγομένου, γεγονός που πραγματοποιήθηκε το μέσο μισό του 20ου αιώνα με τη μετατροπή παραθύρου της τρίτης στάθμης του πύργου του εναγομένου σε θύρα}, (β) διαχωρίζονται με μεσότοιχο, ο οποίος συνεχίζει με το ίδιο πάχος (0,60 - 0,70 μ) και στην ίδια θέση οριζοντιογραφικά, από την κατώτερη στάθμη των πύργων έως και τη βάση του δώματος αυτών, ενώ, μετά τη βάση του δώματος, το πάχος αυτής μειώνεται στο μισό, με πρόβλεψη ανοίγματος επικοινωνίας μόνον στην τρίτη στάθμη αμφότερων των πύργων, όπου, κατά την ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ευρίσκεται ο χώρος δεξιώσεων αμφοτέρων των κτιρίων, άνοιγμα που από ετών (κατ' άλλους 60 κατ' άλλους 40) είχε κλεισθεί δια λιθοδομής. Μάλιστα, η κατασκευή του μεσοτοίχου, ήδη από κατασκευής των εν λόγω πύργων, αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι επ' αυτού, όπως βεβαιώνεται στην προμνημονευθείσα έκθεση πραγματογνωμοσύνης εδράζονται τα ξύλινα πατώματα των επιμέρους επιπέδων αμφότερων των πύργων και (γ) τόσο ο επίδικος πύργος, όσο και ο όμορος προς ανατολάς πύργος, μη αμφισβητούμενης κυριότητας του εναγομένου. επικοινωνούσαν από κατασκευής με άλλα κτίσματα. Συγκεκριμένα, κατά τον ανωτέρω πραγματογνώμονα, ο επίδικος πύργος, επικοινωνούσε αρχικώς στην κατώτερη στάθμη του, με θύρα εισόδου, με το ισόγειο κτίσματος που κατασκευάσθηκε, ακολούθως, δυτικά του επιδίκου και ανήκει στην ιδιοκτησία του πρώτου των εναγόντων. Ακολούθως δε, όταν στο δυτικά του επιδίκου και εφαπτόμενο με αυτό κτίσμα κατασκευάσθηκε πρώτος όροφος, ένα παράθυρο που ευρίσκετο στο ίδιο ύψος με τον όροφο αυτό του επιδίκου πύργου, διαμορφώθηκε σε θύρα επικοινωνίας με το εν λόγω δυτικά του επιδίκου ευρισκόμενο κτίσμα. Αντίστοιχα, ο ανατολικά του επιδίκου ευρισκόμενος πύργος, ιδιοκτησίας του εναγόμενου, επικοινωνούσε με θύρα με κτίσμα που ευρίσκεται βόρεια αυτού. Εξάλλου, ο επίδικος πύργος και ο μη αμφισβητούμενης κυριότητας του εναγόμενου, εφαπτόμενος με αυτόν ανατολικά αυτού ευρισκόμενος πύργος, αντιμετωπίζοντο ως δύο διαφορετικοί πύργοι από ετών και τουλάχιστον από το έτος 1976, οπότε ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων, Γ. Μ., παραχώρησε τη χρήση και εκμετάλλευση αυτού στον EOT, δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου με αριθμό …1976 συμβολαίου παραχώρησης δικαιώματος επικαρπίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΣΠΑΝΟΠΟΥΛΟΥ. Ήδη ο επίδικος πύργος ευρίσκεται σε ερειπωμένη κατάσταση, ο δε ανατολικά αυτού ευρισκόμενος πύργος ιδιοκτησίας του εναγομένου έχει ανακαινισθεί και κατοικείται από ετών, υπό του εναγόμενου και της οικογένειας του, προηγούμενα δε υπό του πατρός του και των τέκνων αυτού.". Επομένως, το Εφετείο προσδιορίζοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του το επίδικο ως ανωτέρω, δηλ. ως αυτοτελές ακίνητο, όπως προέκυψε από τις αποδείξεις, διαφοροποιούμενο τόσο με αυτά που διαλαμβάνονται στο περιεχόμενο και αίτημα της αγωγής, όπου περιγράφεται ως τμήμα μείζονος ακινήτου των εναγόντων και όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη, όσο και από την περιγραφή που διαλαμβάνεται στις προτάσεις του εναγομένου ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και στην έφεσή του, όπου περιγράφεται ως τμήμα μείζονος ακινήτου του τελευταίου κείμενου ανατολικά του, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, όπως αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας.
VΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη με αρ. κατ. …2023 αίτηση για αναίρεση της 59/5-5-2023 απόφασης Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέβαλε ο αναιρεσείων, αφού η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται (άρθρο 495§ 3 εδ. προτελ. ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα τους, που υπέβαλαν με τις προτάσεις, στον αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 §2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αρ. κατ. …2023 αίτηση για αναίρεση της 59/5-5-2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ