ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 713/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 713/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 713/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 713 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 713/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευαγγελία Γίτση και Ελένη-Παναγιώτα Λεβεντέλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2026, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Μ. του Ι., κατοίκου ... , 2) Ι. Μ. του Α., κατοίκου ... και 3) Ε. Θ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Μαρμαρινού.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 2) Β. Χ. του Κ., κατοίκου ... και 3) Κ. Σ. του Π., κατοίκου .... Οι δύο πρώτοι παραστάθηκαν με την δικηγόρο τους Σοφία Χανιωτάκη,. Ο τρίτος εκπροσωπήθηκε δια της ίδιας ως άνω πληρεξούσιας δικηγόρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-07-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1323/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 2845/2024 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-09-2024 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την παρ. 2 του άρθρου 566 του ΚΠολΔ, η οποία ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, "Αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ή κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά". Η παράβαση της διατάξεως αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο ασκήσεως των ενδίκων μέσων, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αναιρέσεως ως απαράδεκτης για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στην γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε(ΑΠ 404/2026, ΑΠ 1457/2021, ΑΠ 63/2017, ΑΠ 743/2014). Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, καθόσον στρέφεται κατά της πρωτόδικης υπ' αριθ. 1323/2021 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο σε κυρωμένο αντίγραφο αναιρετήριο, και συνάγεται και από τις προτάσεις των αναιρεσειόντων, στις οποίες δεν γίνεται επίκληση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης και στο δικαστήριο αυτό, το δικόγραφο της δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του πιο πάνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο εξέδωσε την απόφαση αυτή. Η ίδια αίτηση, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 2845/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον....Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται", κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα "στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις καταστάσεις". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, επί προσβολής της προσωπικότητας, και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνον ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια (ΑΠ 68/2024, ΑΠ 1667/2022, ΑΠ 488/2010).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 914 ΑΚ "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", ενώ κατά το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 330 ΑΚ, προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία, απαιτείται: α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δίκαιου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β) υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) επέλευση ζημίας άλλου προσώπου (παθόντος) και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υπόχρεου και της ζημίας του παθόντος. Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 του ΑΚ θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση της προσωπικότητας, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή. Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 68/2024), όπως απλή σωματική βλάβη, έργω εξύβριση και φθορά ξένης ιδιοκτησίας από πρόθεση, που προβλέπονταν και τιμωρούντο από τις εφαρμοζόμενες κατά τον κρίσιμο χρόνο διατάξεις των άρθρων 308, 361 και 381 του προϊσχύσαντος ΠΚ αντιστοίχως και ήδη από τις διατάξεις των άρθρων 308, 361 και 378 του νυν ισχύοντος ΠΚ αντιστοίχως.

Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνο όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας σε άλλον, αλλά και όταν, χωρίς να την αποσκοπεί, προβλέπει και αποδέχεται την επέλευση της ζημίας αυτής, είτε ως αναγκαία, είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του(ΑΠ 167/2024). Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 ΑΚ), ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, επέφερε, δε, πράγματι τούτο στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 68/2024, ΑΠ 484/2023).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020). Ως εκ τούτου, και ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, 1588/2017). Επίσης, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, δεν αποτελούν "πράγματα", η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 580/2019, ΑΠ 851/2015, 10/2008), ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης (ΑΠ 902/2019, ΑΠ 615/2019, ΑΠ 109/2012). Ο εκ του ως άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, όχι μόνο αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ ΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991) αλλά και όταν το δικαστήριο, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης του (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1108/2020) αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 14/2022, ΑΠ 667/2018). Τέλος, ο από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός, ο οποίος στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά, χωρίς να απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1484/2021, ΑΠ 1223/2021). Ο όρος "πράγματα" είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ. Δηλαδή, ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 97/2016, ΑΠ 677/2015). Ο παραπάνω λόγος είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012, ΑΠ 292/2011), ανεξάρτητα αν ύστερα από την εκτίμησή τους καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 576/2018, ΑΠ 360/2016, ΑΠ 237/2016, ΑΠ 1935/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι είναι γείτονες, αφού όλοι διαμένουν επί της οδού … στο … Ειδικότερα, ο μεν τρίτος των εφεσιβλήτων(ήδη τρίτος των αναιρεσιβλήτων) με τη σύζυγό του διαμένουν στον πρώτο όροφο της επί της κείμενης επί της οδού … αριθμ. …(ενν. οικίας), ο δε πρώτος των εφεσιβλήτων (ήδη πρώτος των αναιρεσιβλήτων), υιός του τρίτου αυτών με τη σύζυγο του και ήδη δεύτερη των εφεσιβλήτων (ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων) διαμένουν στον δεύτερο όροφο. Οι δεύτερος και τρίτη των εκκαλούντων(ήδη δεύτερος και τρίτη των αναιρεσειόντων) διαμένουν στον πρώτο όροφο διώροφης οικίας επί της οδού … (έναντι της οικίας των εφεσιβλήτων), ο δε πρώτος των εκκαλούντων (υιός του δευτέρου και τρίτης των εκκαλούντων) (ήδη πρώτος των αναιρεσειόνντων) διαμένει στον δεύτερο όροφο της εν λόγω οικίας. Αποδείχθηκε δε ότι οι μεταξύ των διαδίκων σχέσεις μέχρι το έτος 2014 ήταν φιλικές, εν συνεχεία όμως εξελίχθηκαν σε εχθρικές, επ' αφορμή της λειτουργίας μιας επιχείρησης συνεργείου αυτοκινήτων, που δραστηριοποιείτο στο ισόγειο της οικοδομής των εναγόντων-εφεσιβλήτων, από τρίτο πρόσωπο μη διάδικο στην παρούσα δίκη. Ακολούθως δημιουργούνταν συχνές εντάσεις και προστριβές μεταξύ των εναγόντων και των εναγόμενων, που εξελίσσονταν σε επεισόδια με φθορές ξένης περιουσίας, εξυβρίσεις, απειλές και σωματικές βλάβες, συνεπεία των οποίων προσέφευγαν εκατέρωθεν ενώπιον των αρμόδιων αστυνομικών αρχών με εγκλήσεις και μηνύσεις αλλά και με αγωγές ενώπιον των αρμόδιων Πολιτικών Δικαστηρίων. Αποδείχθηκε επίσης ότι οι ενάγοντες(ήδη αναιρεσίβλητοι) υπέβαλαν ενώπιον της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων την από 30.10.2014 αναφορά -καταγγελία κατά του ήδη πρώτου των εκκαλούντων, Π. Μ. ανθυπαστυνόμου, και του αδελφού αυτού, Α. Μ. υπαρχιφύλακα, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, την οποία συνυπέγραψαν ακόμη 13 πολίτες, καταγγέλλοντας τους ως άνω για επιθετική και ανάρμοστη σε βάρος τους συμπεριφορά, η οποία σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως εάν πληροί τους όρους πλήρωσης της αντικειμενικής υπόστασης (ενν. των) εγκλημάτων της εξύβρισης, της απειλής, της παράβασης των άρθρων 34 παρ.12 και 48 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) σε συνδυασμό με το άρθρο 292 του ΠΚ (παρακώλυση συγκοινωνιών), των άρθρων 6 και 22 του ν. 2472/1997 (προστασία προσωπικών δεδομένων) κατά τον ποινικό κώδικα και της Α.Δ. 3/1996 για διατάραξη κοινής ησυχίας, δεν συνάδει με την ιδιότητα αυτών ως αστυνομικών και αντιβαίνει στο υπηρεσιακό τους καθήκον. Επ' αφορμή αυτής της καταγγελίας διενεργήθηκε ένορκη διοικητική εξέταση σε βάρος των ανωτέρω επί της οποίας εκδόθηκε η από 21.9.2015 έκθεση πορίσματος της υπαστυνόμου Β', Π. Κ., η οποία έκρινε ότι στοιχειοθετούνται οι αποδιδόμενες σ' αυτούς αξιόποινες πράξεις και εισηγήθηκε την αναστολή εκδόσεως απόφασης μέχρι να αποφανθούν αμετακλήτως επί των κατηγοριών που τους αποδίδονται τα ποινικά δικαστήρια επί των οποίων εκκρεμούσε η εκδίκαση κατηγοριών σε βάρος τους αναφορικά με τα αδικήματα που αναφέρονται στην ως άνω αναφορά-καταγγελία. Με την ως άνω εισήγηση διεφώνησε η Διευθύντρια της Υποδιεύθυνσης Διοικητικών Εξετάσεων και πρότεινε την παραπομπή τους στο αρμόδιο Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο Ανθυπαστυνόμων, Αρχιφυλάκων και Αστυφυλάκων. Ακολούθως, με τη με αριθμό ...2015 διαταγή του Γενικού Αστυνομικού Διευθυντή Αττικής, τόσο ο ήδη πρώτος των εφεσιβλήτων(ενν. εκκαλούντων) όσο και ο αδελφός αυτού, παραπέμφθηκαν στο Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο Ανθυπαστυνόμων, Αρχιφυλάκων και Αστυφυλάκων με το ερώτημα της επιβολής σ' αυτούς της ποινής αργίας με απόλυση. Το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο με το με αριθμό 108/2016 πρακτικό του επέβαλε στον ήδη πρώτο εκκαλούντα την ποινή στέρησης δυο μηνιαίων βασικών μισθών και στον αδελφό αυτού την ποινή στέρησης ενός μηνιαίου βασικού μισθού.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν αμφότεροι προσφυγή ενώπιον του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, το οποίο με το με αριθμό …/2017 πρακτικό του αποφάνθηκε ότι πρέπει να επιβληθεί στους προσφεύγοντες η ίδια ποινή που επιβλήθηκε στο Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο. Κατά του πρακτικού αυτού οι ως άνω άσκησαν αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, το οποίο με τις με αριθμό 2003/2020 και 447/2021 αποφάσεις του ακύρωσε το με αριθμό …/2017 πρακτικό του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου λόγω της μη νόμιμης και επαρκούς αιτιολογίας αυτού (πρακτικού) και ανέπεμψε την υπόθεση στη Διοίκηση για τις δικές της δέουσες ενέργειες. Με το με αριθμό 122/2021 πρακτικό του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου αποφασίστηκε να μην επιβληθεί ποινή στον Μ. Π. (ήδη πρώτο των εκκαλούντων) ενώ η υπόθεση δεν εισήχθη ως προς τον Μ. Α. δυνάμει της σχετικής παραπεμπτικής διαταγής του Γενικού Αστυνομικού Διευθυντή Αττικής κατόπιν της κήρυξης αυτού αθώου δυνάμει της με αριθμό 599/2020 αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης του Γ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Εντωμεταξύ, οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι εξακολούθησαν να απευθύνονται στη ηγεσία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη καθώς και στην ηγεσία της Ελληνικής Αστυνομίας αποστέλλοντας επανειλημμένα επιστολές, με τις οποίες, αφενός κατήγγειλαν τη συμπεριφορά των ως άνω υπηρετούντων στην Ελληνική Αστυνομία, αφετέρου ζητούσαν την προστασία αυτών και των περιουσιών τους.

Περαιτέρω δε αποδείχθηκε ότι, λόγω της τοποθέτησης εμπρηστικού μηχανισμού έξωθεν της οικίας των ήδη εκκαλούντων, ο ήδη δεύτερος αυτών προέβη στην τοποθέτηση συστήματος βιντεοσκόπησης με τη χρήση δυο καμερών, η μία εκ των οποίων τοποθετήθηκε στο μπαλκόνι του 1ου ορόφου της οικίας αυτών με συνέπεια να λαμβάνει εικόνα από την οδό …, όπου βρίσκεται και η οικία των εφεσιβλήτων. Κατόπιν τούτου ως αποδείχθηκε, με τις με αριθμό πρωτοκόλλου …2014 , …2015, …2014 και …2014 καταγγελίες των ήδη εφεσιβλήτων ως και τρίτου προσώπου μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν ενώπιον της Αρχής Δεδομένων Προστασίας Προσωπικού Χαρακτήρα σχετικά με τη λειτουργία συστήματος βιντεοσκόπησης με τη χρήση δυο καμερών στην οικία του δευτέρου των εκκαλούντων εκδόθηκε η με αριθμό 135/2015 απόφαση της εν λόγω αρχής με την οποία συστήθηκε στον ως άνω καταγγελλόμενο να προσαρμόσει το σύστημα βιντεοσκόπησης, την εγκατάσταση και λειτουργία του οποίου είχε ήδη γνωστοποιήσει στην ως άνω αρχή, ώστε το πεδίο λήψης αυτών να περιορίζεται στον αναγκαίως απαραίτητο χώρο και να ενημερώνει σχετικά στην Αρχή με την αποστολή σχετικού φωτογραφικού υλικού. Με τη με αριθμό 21/2017 απόφαση η ως άνω Αρχή αποφάνθηκε ότι ο υπεύθυνος επεξεργασίας και ήδη δεύτερος των εκκαλούντων συμμορφώθηκε στις συστάσεις της εν λόγω Αρχής, ως διαλαμβάνονται στην με αριθμό 135/2015 απόφασή της. Σε αυτό το κλίμα λοιπόν της έντασης και των σφοδρών αλλεπάλληλων αντιδικιών μεταξύ των ήδη αντιδίκων είτε σε ποινικό είτε σε αστικό πεδίο και ενώ εκκρεμούσε η ως άνω πειθαρχική διαδικασία σε βάρος του πρώτου των εκκαλούντων και του αδελφού αυτού επ' αφορμή της από 30.10.2014 καταγγελίας σε βάρος αυτών, έλαβε χώρα το ένδικο συμβάν της 19ης.1.2018, ότε η ήδη δεύτερη των εφεσίβλητων διέρχονταν πεζή έμπροσθεν της οικίας των εκκαλούντων. Ως αποδείχθηκε οι δεύτερος και τρίτη των εκκαλούντων όταν αντιλήφθηκαν την παρουσία της δεύτερης των εφεσιβλήτων έξωθεν της οικίας τους, κινήθηκαν εναντίον της με ιδιαίτερα επιθετικό τρόπο. Τότε εκείνη προέβη με τη χρήση της συσκευής του κινητού τηλεφώνου της σε καταγραφή του εν λόγω περιστατικού. Η κίνηση αυτή εξόργισε έτι περαιτέρω τους δεύτερο και τρίτη των εκκαλούντων, οι οποίοι κινήθηκαν εναντίον της επιχειρώντας να της αποσπάσουν με βίαιο τρόπο τη συσκευή του κινητού τηλεφώνου. Η δε τρίτη των εκκαλούντων τράβηξε την δεύτερη των εφεσιβλήτων από τα μαλλιά, στη συνέχεια την χαστούκισε και την απώθησε βιαίως επί του οδοστρώματος. Λόγω της έντασης που προκλήθηκε προσέτρεξαν οι πρώτος και τρίτος των εφεσιβλήτων προκειμένου να παράσχουν συνδρομή στην δεύτερη αυτών (εφεσιβλήτων), σύζυγο και νύφη αυτών, αντίστοιχα, η οποία κείτονταν επί του οδοστρώματος. Η έλευση αυτών είχε ως αποτέλεσμα να εκτραχυνθεί έτι περαιτέρω η κατάσταση κατά τη διάρκεια της οποίας ιδίως ο δεύτερος των εκκαλούντων κατάφερε λακτίσματα σε βάρος όλων των εφεσιβλήτων με ιδιαίτερη σφοδρότητα ενώ και η τρίτη των εκκαλούντων κατάφερε χτυπήματα με τα χέρια της σε βάρος απάντων των εφεσίβλητων. Η δε τρίτη των εκκαλούντων προέβη -και- σε απαξιωτικές χειρονομίες σε βάρος απάντων των εφεσίβλητων. Εντωμεταξύ περίοικοι προσέτρεξαν ώστε να τερματιστεί η εν λόγω κατάσταση. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε και ο πρώτος των εκκαλούντων, η παρουσία του οποίου επιδείνωσε έτι περαιτέρω την κατάσταση και επήλθε γενίκευση της σύρραξης. Κατά τη διάρκεια δε του περιστατικού αυτού, άπαντες οι εκκαλούντες επιχείρησαν επισταμένως να αφαιρέσουν τις συσκευές των κινητών τηλεφώνων τόσο της δεύτερης όσο και του πρώτου των εφεσίβλητων, ενώ ως αποδείχθηκε ο δεύτερος και η τρίτη των εκκαλούντων αφαίρεσαν την μπλούζα του πρώτου αυτών και τα γυαλιά της δεύτερης αυτών, τα οποία αφού εναπόθεσαν στο μπαλκόνι της οικίας τους στον πρώτο όροφο, τα επιδείκνυαν κατά τρόπο εριστικό ως λάφυρα, όπως τα ανωτέρω αποτυπώνονται στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε. Έντεκα λεπτά περίπου μετά την έναρξη του ως άνω επεισοδίου και ενώ πλέον είχαν όλοι αποχωρήσει από το σημείο όπου διαδραματίστηκαν τα ανωτέρω κατέφθασαν άνδρες της ελληνικής αστυνομίας (ΔΙΑΣ) κατόπιν κλήσης των εφεσίβλητων, στους οποίους οι τελευταίοι ανέφεραν ότι δέχθηκαν χτυπήματα από τους εκκαλούντες. Ομοίως δε και οι εκκαλούντες ανέφεραν ότι δέχθηκαν χτυπήματα από τους ήδη εφεσίβλητους. Άπαντες δε επιφυλάχθηκαν να ασκήσουν τα νόμιμα δικαιώματα τους. Εν συνεχεία ο πρώτος των εφεσιβλήτων διακομίστηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών, όπου διεγνώσθη ότι έφερε εκδορές στους δακτύλους (παράμεσο και αντίχειρα) άκρας δεξιάς χειρός, διάφορες εκδορές στην αριστερή κατά αγκώνα άρθρωση και σε αμφότερες τις κνήμες καθώς και εκχύμωση στο αριστερό κάτω βλέφαρο και ζυγωματικό και παραπέμφθηκε στο εξωτερικό οφθαλμολογικό ιατρείο για παρακολούθηση γλαυκώματος (βλ. σχετ. το από 23.1.2018 πιστοποιητικό του Ναυτικού Νοσοκομείο Αθηνών). Ακολούθως ο ως άνω εφεσίβλητος εξετάστηκε στις 22.1.2018 στην ιατροδικαστική υπηρεσία Αθηνών κατόπιν της με αριθμό …2018 παραγγελίας του Β' Αστυνομικού Τμήματος Περιστερίου όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε οίδημα στη βρεγματική χώρα, εκχύμωση κάτω βλεφάρου του αριστερού οφθαλμού, μικροεκδορά στην αριστερή ζυγωματική χώρα, μικρής έκτασης απόσπαση επιδερμίδας στην πρόσθια τραχηλική χώρα ισουψώς του μήλου του Αδάμ, εκδορά στην οπίσθια επιφάνεια του αριστερού αγκώνα, οίδημα του αριστερού αντιβραχίου, δυο εκδορές στην έξω πλάγιά και στην πρόσθια επιφάνεια του αριστερού αντιβραχίου, εκδορά στην ονυχοφόρο φάλαγγα του παράμεσου δακτύλου της αριστερής άκρας χειρός, εκδορά στην ονυχοφόρο φάλαγγα του δεξιού αντίχειρα, υπονύχιο αιμάτωμα του παράμεσου δακτύλου της δεξιάς άκρας χειρός και τέσσερις εκδορές στην πρόσθια επιφάνεια της αριστερής κνημιαίας χώρας (βλ. σχ. την με αριθμό πρωτοκόλλου …2018 ιατροδικαστική έκθεση της ιατροδικαστή, Χ. Τ.). Η δεύτερη των εφεσιβλήτων διακομίστηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Ναυτικό Νοσοκομείο Αθηνών, όπου διεγνώσθη ότι έφερε θλαστικό χτύπημα στο κεφάλι (αρ), διάφορες εκδορές στη ρίνα και στο ζυγωματικό (αρ), κάκωση στη δεξιά πηχεοκαρπική και εκχύμωση στον αριστερό οφθαλμό. Ακολούθως η ως άνω εφεσίβλητη εξετάστηκε στις 22-1-2018 στην ιατροδικαστική υπηρεσία Αθηνών κατόπιν της με αριθμό …2018 παραγγελίας του Β' Αστυνομικού Τμήματος Περιστερίου όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε μικροεκδορά στην αριστερή ζυγωματική χώρα, οίδημα αριστερού ρώθωνος ρινός, μικροεκχύμωση στη ρινική χώρα, μικροεκχύμωση στην πρόσθια επιφάνεια του δεξιού βραχίονα (βλ. σχ. την με αριθμό πρωτοκόλλου …2018 ιατροδικαστική έκθεση της ιατροδικαστή, Χ. Τ.). Ο δε τρίτος των εφεσίβλητων διεκομίστηκε με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο "Ευαγγελισμός", όπου υποβλήθηκε σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου από την οποία δεν προέκυψαν ενδείξεις σοβαρής εγκεφαλικής κάκωσης και έλαβε οδηγίες εξόδου ελαφριών εγκεφαλικών κακώσεων (βλ. σχετ. το από 19.1.2018 έγγραφο του Νοσοκομείου "Ευαγγελισμός"). Κατόπιν υποβολής της από 19-1-2018 έγκλησης ενώπιον των αρμοδίων αστυνομικών αρχών του Β' Α.Τ. Περιστερίου εκ μέρους των εφεσιβλήτων επ' αφορμή του ανωτέρω συμβάντος κινήθηκε σε βάρος των ήδη εκκαλούντων ποινική δίωξη για τα αδικήματα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης από κοινού και κατά συρροή, της κλοπής, της φθοράς ξένης περιουσίας και της παράνομης οπλοφορίας, που θα εκδικαστούν ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Ακόμη αποδείχθηκε ότι στις 21.1.2018 και περί ώρα 10:15 π.μ. κατόπιν κλήσης του πρώτου των εφεσιβλήτων άνδρες της ελληνικής αστυνομίας μετέβησαν επί της οδού … και …, όπου τους ανέμενε ο ως άνω και τους δήλωσε ότι γείτονας αυτού προκάλεσε φθορές στο όχημα του με τη ρίψη αυγών και χημικών (βλ. σχετ. το με αριθμό πρωτοκόλλου …2018 απόσπασμα του ημερησίου δελτίου οχήματος της 21ης.1.2018 του Β. AT Περιστερίου). Την ίδια ημέρα και περί ώρα 22:40 μετέβησαν άνδρες της ελληνικής αστυνομίας επί της οδού …, όπου και πάλι ο πρώτος των εφεσίβλητων τους κατήγγειλε ότι άγνωστα άτομα προκάλεσαν φθορές στην οικία του καθώς και στο κατάστημα του ισογείου με ρίψη χημικής ουσίας. Ακόμη κατήγγειλε ότι άγνωστοι έθραυσαν τον υαλοπίνακα του καταστήματος του ισογείου, κυριότητας του τρίτου των εφεσίβλητων με τη ρίψη επ' αυτού τεμαχίου πλάκας πεζοδρομίου, το οποίο (τεμάχιο) παρέδωσε στους αστυνομικούς για διερεύνηση της ύπαρξης τυχόν αποτυπωμάτων (βλ. σχ. το με αριθμ. πρωτοκόλλου …2018 απόσπασμα περιπολίας της 21ης.1.2018 του Β' AT Περιστερίου). Στις 22.1.2018 ο πρώτος των εφεσιβλήτων υπέβαλε έγκληση σε βάρος των δευτέρου και τρίτης των εκκαλούντων για το αδίκημα της απειλής (333 ΠΚ) που φέρεται ότι τέλεσαν σε βάρος του στις 21.1.2018. Κατόπιν των ανωτέρω οι ήδη εφεσίβλητοι κατέθεσαν την από 16.2.2018 αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων, στην οποία σωρευόταν και αίτημα έκδοσης προσωρινής διαταγής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί του οποίου (αιτήματος) εκδόθηκε η από 1.3.2018 προσωρινή διαταγή του ως άνω Δικαστηρίου με την οποία απαγορεύτηκε στους τότε καθ' ών και ήδη εκκαλούντες να προσεγγίζουν τους τότε αιτούντες και ήδη εφεσιβλήτους. Ακολούθως, η ήδη δεύτερη των εφεσιβλήτων με την από 13.3.2018 μήνυση που κατέθεσε ενώπιον των αστυνομικών αρχών του Β' Α.Τ. Περιστερίου κατήγγειλε ότι οι εκκαλούντες κατά παράβαση του διατακτικού της ως άνω προσωρινής διαταγής εξύβρισαν και απείλησαν αυτήν κατ' επανάληψη κατά τις κάτωθι ημερομηνίες 1.3.2018, 2.3.2018, 7.3.2018 και 12.3.2018. Επίσης, ο πρώτος των εφεσιβλήτων κατέθεσε μήνυση σε βάρος των πρώτου και δευτέρου των εκκαλούντων στις 16.4.2018 ενώπιον των αστυνομικών αρχών του Β' Α.Τ. Περιστερίου, με την οποία κατήγγειλε την από μέρους των ως άνω μηνυομένων παραβίαση του διατακτικού της από 1.3.2018 προσωρινής διαταγής κατά τις ημερομηνίες 13.3.2018, 28.3.2018, 7.4.2018, με την τέλεση σε βάρος του των αξιόποινων πράξεων της φθοράς ξένης περιουσίας, της απειλής και της εξύβρισης κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σ' αυτήν (μήνυση). Στις 10.4.2018 και περί ώρα 10:00-10:30 π.μ. κατόπιν κλήσης του πρώτου των εφεσιβλήτων άνδρες της ελληνικής αστυνομίας μετέβησαν επί της οδού … και …, όπου υπεδείχθησαν σ' αυτούς από τον ανωτέρω καταγγέλοντα φθορές στην εξώθυρα της οικίας του, στα μάρμαρα, στο φωτοκύτταρο, και στον πίνακα των θυροτηλέφωνων, προκληθείσες από τη χρήση κόκκινης βαφής με σπρέι (βλ. σχετ. το με αριθμό πρωτοκόλλου … απόσπασμα του ημερησίου δελτίου οχήματος της 10ης.4.2018 του Β. AT Περιστερίου). Ακολούθως επ' αφορμή της από 16.2.2018 και με αριθμό κατάθεσης …/2018 ως άνω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων που άσκησαν οι ήδη εφεσίβλητοι κατά των ήδη εκκαλούντων εκδόθηκε η με αριθμό 4398/2.6.2018 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και διατάχθηκε στους τότε καθ'ών και ήδη εκκαλούντες όπως απέχουν από κάθε προσβολή της προσωπικότητας εκάστου των αιτούντων (ήδη εφεσιβλήτων) με οποιονδήποτε τρόπο και ιδίως υποχρέωσε αυτούς (καθών) να μην προσεγγίζουν έκαστο των αιτούντων ούτε να ασχημονούν σε βάρος τους με κάθε τρόπο, να απέχουν από οιαδήποτε διαπροσωπική επικοινωνία με τους αιτούντες τόσο τηλεφωνικώς όσο και δια ζώσης και να παραλείπουν στο μέλλον κάθε πράξη που προσβάλλει παράνομα την προσωπικότητα, την τιμή, την υπόληψη, την υγεία της οικογένειας τους και διαταράσσει την ψυχική ισορροπία και τη σωματική ακεραιότητα των αιτούντων με την απειλή προσωπικής κράτησης ενός μηνός και χρηματική ποινή 300 ευρώ σε βάρος εκάστου των καθ'ών για κάθε παράβαση του διατακτικού. Τέλος, αποδείχθηκε η ρίψη αυγών στην οικία των εφεσιβλήτων από τους δεύτερο και τρίτη των εκκαλούντων, όπως τούτο απεικονίζεται ευκρινώς στις προσκομιζόμενες εκ των εφεσιβλήτων φωτογραφίες. Εκ του συνόλου δε του προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος των εκκαλούντων έφερε μαχαίρι κατά τη διάρκεια του επισυμβάντος την 19η.1.2018 περιστατικού. Επίσης, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι οι εκκαλούντες εξαπέλυσαν απειλές ή ύβρεις σε βάρος των εφεσιβλήτων καθόσον ούτε οι μάρτυρες που εξετάστηκαν με επιμέλεια των τελευταίων, Ι. Φ. και Χ. Λ. ενώπιον της συμβολαιογράφου … Α. Τ. δεν αναφέρουν συγκεκριμένες φράσεις , οι οποίες να στοιχειοθετούν τα ως άνω αδικήματα, αλλά ομιλούν γενικά και αόριστα περί εκτόξευσης σε βάρος των εφεσιβλήτων ύβρεων και απειλών, (βλ. τις με αριθμό …2018 και …2018 ένορκες βεβαιώσεις). Ομοίου δε περιεχομένου, αόριστου και γενικόλογου, ως προς το ειδικότερο ζήτημα των ύβρεων και απειλών τυγχάνουν και οι με αριθμό …/2018 και …/2018 ένορκες βεβαιώσεις, που συντάχθηκαν επ' αφορμή έτερης δίκης ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των αυτών διαδίκων. Δέον δε όπως σημειωθεί ότι, επ' αφορμή του ως άνω συμβάντος και δυνάμει της με αριθμό …2018 έγγραφης παραγγελίας του Β' ΑΤ Περιστερίου, ο πρώτος των εκκαλούντων εξετάστηκε στις 22.1.2018 στην ιατροδικαστική υπηρεσία Αθηνών όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε οίδημα στην ινιακή χώρα, δυο μικροεκδορές στη βάση της ρινός, μικροεκδορά στην αριστερή κροταφική χώρα, μικροεκχύμωση στο κάτω βλέφαρο του δεξιού οφθαλμού, απόσπαση επιδερμίδος στη δεξιά ρινοχειλική αύλακα, εκχύμωση στην δεξιά τραχηλική χώρα, εκχύμωση στην έξω πλάγια επιφάνεια του δεξιού αντιβραζχου, διάσπαρτες εκδορές στην πρόσθια επιφάνεια αμφότερων των γονάτων και εκδορά στην πρόσθια επιφάνεια της αριστερής κνημιαίας χώρας, (βλ. την με αριθμό πρωτοκόλλου …2018 ιατροδικαστική έκθεση της ιατροδικαστή, Χ. Τ.). Ομοίως ότι επ' αφορμή του ως άνω συμβάντος και δυνάμει των με αριθμό …2018 και …2018 έγγραφων παραγγελιών του Β' ΑΤ Περιστερίου εξετάστηκαν στην ιατροδικαστική υπηρεσία Αθηνών στις 24.1.2018 ο μεν δεύτερος των εκκαλούντων, ο οποίος διαπιστώθηκε ότι έφερε εκδορά και θλαστική εκχύμωση ραχιαίας επιφανείς ρινός, εκδορά άνω χείλους στόματος και εκδορές κατά την αριστερή γόνυ άρθρωση και την πρόσθια επιφάνεια των ρινικών οστών, η δε τρίτη των εκκαλούντων, η οποία διαπιστώθηκε ότι έφερε εκτεταμένες θλαστικές εκχυμώσεις κατά την πρόσθια και οπίσθια επιφάνεια αμφοτέρων των βραχιονίων, το αριστερού αντιβραχίου και της πρόσθιας επιφάνειας του θώρακος σε αρχόμενη απορρόφηση, εκδορές κατά την δεξιά κατ' αγκώνα άρθρωση και εκτεταμένες θλαστικές εκχυμώσεις κατά την έξω πλάγια επιφάνεια του αριστερού μηρού, την δεξιά γλουτιαία χώρα σε αρχόμενη απορρόφηση (βλ. σχ. τις με αριθμό πρωτοκόλλου … και …2018 ιατροδικαστικές εκθέσεις της ιατροδικαστή, Χ. Τ.). Με βάση τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι η συμπεριφορά των εναγόμενων (ήδη εκκαλούντων) πληροί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της σωματικής βλάβης, κατά τα άρθρα 308 -309, του αδικήματος της έργω εξύβρισης κατά το άρθρο 361 και του αδικήματος της φθοράς ξένης περιουσίας κατά το άρθρο 378 του ΠΚ και, ταυτόχρονα, συνιστά παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας και της ιδιοκτησίας των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων ενώ αποδείχθηκε και η κατ' επανάληψη προσβλητική και απαξιωτική συμπεριφορά των ήδη εκκαλούντων- εναγόμενων σε βάρος των εναγόντων και ήδη εφεσιβλήτων και μετά το επίδικο κατά την 19η. 1.2018 συμβάν. Επομένως, υφίσταται βάσιμη αξίωση αυτών για αποκατάσταση της προσβολής της προσωπικότητάς τους, με την καταβολή εύλογης χρηματικής ικανοποίησης εκ μέρους των εναγόμενων, η οποία κρίθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, ότι πρέπει να ανέλθει στο ποσό των δυο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ, ως και βάσιμη η αξίωση να παραλείπουν στο μέλλον (οι εναγόμενοι) κάθε προσβολή προσωπικότητας των εναγόντων όμοιου ή ανάλογου περιεχομένου με αυτή που κρίθηκε στην αγωγή με την απειλή σε βάρος εκάστου των εναγόμενων χρηματικής ποινής, ύψους 500 ευρώ για κάθε περίπτωση παραβίασης ή μη συμμόρφωσης προς τους όρους της απόφασης. Ως προς το ύψος δε του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης και της απειλής χρηματικής ποινής για κάθε παραβίαση του διατακτικού της απόφασης δεν διατυπώνεται κάποιο παράπονο εκ μέρους των εκκαλούντων με σχετικό λόγο έφεσης, ώστε να μεταβιβασθεί η ένδικη υπόθεση κατά τα ανωτέρω κεφάλαια στο παρόν Δικαστήριο (άρθρο 522 ΚΠολΔ)". Ακολούθως με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού συμπλήρωσε κατά το άρθρο 534 ΚΠολΔ τις αιτιολογίες του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή κατ’ ουσίαν την από 12-7-2018 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και είχε υποχρεώσει τους αναιρεσείοντες να παραλείπουν κάθε μελλοντική προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων, με απειλή χρηματικής ποινής 500 ευρώ για κάθε παράβαση και να καταβάλουν νομιμοτόκως σε κάθε αναιρεσίβλητο, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 2.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Με τον πρώτο κατά τα δύο πρώτα σκέλη λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες, αφού σε 22 σελίδες του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης σχολιάζουν τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά από το Εφετείο, ισχυριζόμενοι ότι οι παραδοχές του είναι εσφαλμένες, με βάσει τα επικαλούμενα από τους ιδίους και αναφερόμενα στον λόγο αναίρεσης έγγραφα, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ. 8 β' και 10 πλημμέλειες, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους αποδεικνυόμενους από τα έγγραφα αυτά αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς τους, αντίθετα δε έκανε δεκτά πράγματα χωρίς απόδειξη και έτσι έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, ως προς μεν την πλημμέλεια από τον αρ. 8 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, μόνο η μη λήψη υπόψη πραγματικών ισχυρισμών ιδρύει αυτόν τον λόγο αναίρεσης και όχι η μη λήψη αρνητικών της αγωγής ισχυρισμών, ως προς δε την πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή αποδεικτικά μέσα(έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων), υπό την επίκληση δε των ανωτέρω πλημμελειών, οι αναιρεσείοντες στην πραγματικότητα πλήττουν απαραδέκτως την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου.
Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009). Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1256/2020). Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ’ απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 615/2019). Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του. β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού. δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010). Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1037/2010).
Με τον δεύτερο και τον πρώτο κατά το τρίτο σκέλος λόγους αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του κατά την διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος τα ακόλουθα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης έγγραφα, τα οποία προσκόμισε με επίκληση ενώπιόν του, η λήψη των οποίων θα είχε ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής και συγκεκριμένα: 1) Το με αριθμό …/2021 πρακτικό του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, από το οποίο προκύπτει ότι αυτό ήχθη σε απαλλακτική κρίση ως προς αδελφό του πρώτου αναιρεσείοντος Α. Μ. , 2) Την με αριθμό 39/2022 απόφαση του Ειρηνοδικείου Περιστερίου , 3) Την με αριθμό 2266/2023 απόφαση του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας επεβλήθη σε έκαστο των αναιρεσιβλήτων ποινή φυλάκισης 12 μηνών με 3ετή αναστολή για το αδίκημα της επικίνδυνης σωματικής βλάβης εις βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος. 4) Την με αριθμό 4040/2022 απόφαση του ΣΤ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας άπαντες οι αναιρεσείοντες αθωωθήκαν από την κατηγορία της κατ' εξακολούθηση παραβίασης δικαστικής απόφασης κατά τον μήνα Μάρτιο του 2018, κατόπιν εγκλήσεως της δεύτερης αναιρεσίβλητης. Και 5) Την με αριθμό 3281/2022 απόφαση του Θ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας οι πρώτος και δεύτερος των αναιρεσειόντων δεν καταδικάσθηκαν για το αδίκημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, που φέρονταν ότι τέλεσαν στο Περιστέρι στις 13/03/2018, 28/03/2018 και 07/04/2018. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί, από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, κανένα των οποίων δεν αφορά σε αθώωση των αναιρεσειόντων για τα ποινικά αδικήματα, που έκανε δεκτά το Εφετείο ότι τέλεσαν αυτοί κατά των αναιρεσιβήτων, ώστε να απαιτείται ειδική αναφορά αυτού, αντίθετα δε αφορούν είτε τις γενόμενες δεκτές από το Εφετείο ως προκληθείσες από τους αναιρεσιβλήτους σωματικές βλάβες των αναιρεσειόντων, κατά το επεισόδιο της 19ης-1-2018(2ο και 3ο έγγραφα), είτε μη ουσιώδη για την έκβαση της δίκης περιστατικά (1ο 4ο και 5ο έγγραφα), αφού τα κρίσιμα κατά την αγωγή περιστατικά είναι μόνο αυτά που συνέβησαν στις 19-1-2018 και 21-1-2018 και όχι τα προγενέστερα ή μεταγενέστερα αυτών, τα οποία παρατίθενται από το Εφετείο για να καταδείξει το ευρύτερο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 20 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δεν και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. του αναιρετικού ελέγχου (ΑΠ 615/2024, Α.Π. 630/2020). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει το δικαστήριο να κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα λόγω της παραμόρφωσης, αυτό δε συμβαίνει όταν για την απόδειξη η ανταπόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού, στηρίχθηκε αποκλειστικά στο έγγραφο, που παραμορφώθηκε (ΑΠ 615/2024, ΑΠ 1435/2018) ή κυρίως σ' αυτό γιατί το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλά εξήρε με την απόφαση την αποδεικτική του βαρύτητα (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 615/2024, ΑΠ 464/2019, ΑΠ 763/2018).

Εξάλλου, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, με βάση το με επίκληση προσκομιζόμενο από τους διαδίκους αποδεικτικό υλικό, από το οποίο καταστρώνεται η ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη, αόριστη ή ως νομικά αβάσιμη, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν ερευνά το αποδεικτικό υλικό, εφόσον δεν προβαίνει στην ουσιαστική έρευνα της ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 1308/2018, ΑΠ 918/2017, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 710/2015). Για το ορισμένο του λόγου, θα πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωμένο περιεχόμενο, που προσέδωσε σ` αυτό το δικαστήριο, και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) έστω και έμμεσα ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, και, γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως του εγγράφου (ΑΠ 227/2024, ΑΠ 61/2024, ΑΠ 1004/2020, ΑΠ 867/2019). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ακολούθων εγγράφων και λόγω της παραμόρφωσης αυτής έκανε εν μέρει δεκτή την εναντίον τους αγωγή και συγκεκριμένα ότι παραμόρφωσε: 1) Την από 21-9-2015 έκθεση πορίσματος της υπαστυνόμου Β' Π. Κ., στην οποία αναφέρεται ότι"...Από την προσεκτική μελέτη και εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας Ε.Δ.Ε. δεν αποδείχθηκε πως τα καταγγελλόμενα των πολιτών σε βάρος των Αρχιφύλακα Μ. Π. του Ι. και του Υπαρχιφύλακα Μ. Α. του Ι. στοχειοθετούν πέραν πάσης αμφιβολίας την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ποινικών αδικημάτων, που κατηγορούνται ότι τέλεσαν και ως εκ τούτου δεν σχηματίσθηκε δικανική πεποίθηση για την παραπομπή τους στο αρμόδιο Πειθαρχικό Συμβούλιο ...ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ ...κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 49 του Π.Δ. 120/2008, προτείνεται η αναστολή λήψης απόφασης στην Ε.Δ.Ε., έως ότου επί της ποινικής κατηγορίας, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, αποφανθούν αμετάκλητα τα ποινικά δικαστήρια, ώστε να αποφανθεί το αρμόδιο όργανο με τρόπο ασφαλή και δίκαιο και στο διοικητικό σκέλος αυτής...". 2) Το με αριθμό 122/2021 πρακτικό του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, από το παρατιθέμενο απόσπασμα του οποίου προκύπτει ότι στον (μη διάδικο) Α. Μ., δεν είχε επιβληθεί πειθαρχική ποινή με το …/2021 πρακτικό του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου και γι' αυτό με το με αριθμό …/2021 πρακτικό κρίθηκε ότι η υπόθεση δεν εισάγεται ως προς αυτόν. 3) Τις δύο από 19/1-2018 ένορκες καταθέσεις επέχουσες θέση έγκλησης, από τις οποίες προκύπτει ότι έγκληση για το επεισόδιο της 19ης-1-2018 δεν υπέβαλαν άπαντες οι αναιρεσίβλητοι, όπως δέχεται το Εφετείο, αλλά μόνον οι δύο πρώτοι τούτων, και ότι σε αυτές ως καταγγελλόμενες πράξεις δεν περιλαμβάνονται η φθορά ξένης ιδιοκτησίας και η κλοπή, η δε παράνομη οπλοφορία καταγγέλλεται μόνο σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος. 4) Μη προσδιοριζόμενο έγγραφο, από το οποίο προκύπτει ότι κινήθηκε σε βάρος μόνο του πρώτου αναιρεσείοντος ποινική δίωξη για σωματική βλάβη, κλοπή, φθορά ξένης ιδιοκτησίας και παράνομη οπλοφορία, ενώ σε βάρος των λοιπών μόνο για σωματική βλάβη. 5) Την 135/2015 απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, γιατί, όπως προκύπτει από την γραμματική ερμηνεία του παρατιθέμενου αποσπάσματος του σκεπτικού αυτής, το σύστημα βιντεοσκόπησης, που είχε εκκατασταθεί ουδέποτε ελάμβανε εικόνα από την οικία των αναιρεσιβλήτων, και γι' αυτό η απόφαση έκανε λόγο για τροποποίηση του πεδίου λήψης της μίας κάμερας και ουχί αμφοτέρων, διότι έκρινε ότι η κάμερα επί της οδού … διατηρεί ανεκτό πεδίο λήψης σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Και 6) το βιντεοληπτικό υλικό από το επεισόδιο της 19ης-1-2018, από το οποίο προκύπτει ότι δεν τέλεσαν κάποιες από τις αναφερόμενες στον λόγο αυτό παράνομες πράξεις, που τους αποδίδονται, όπως αναφέρεται στον λόγο αναίρεσης. Ο λόγος αυτός ως προς τα πέντε πρώτα έγγραφα είναι προεχόντως αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, επειδή ως προς το τέταρτο έγγραφο δεν προσδιορίζεται αυτό στο αναιρετήριο και ως προς όλα τα έγγραφα δεν αναφέρεται αυτούσιο το περιεχόμενο τους, και μάλιστα λέξη προς λέξη, όπως απαιτείται κατά τα προεκτεθέντα, προκειμένου από τη σύγκριση με το αναφερόμενο στο αναιρετήριο περιεχόμενο, με αυτό που τους προσέδωσε το Εφετείο, να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα, αλλά εκτίθεται μόνο το περιεχόμενο που τους αποδίδουν οι αναιρεσείοντες. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι αβάσιμος γιατί τα έγγραφα αυτά δεν είναι ουσιώδη, δεδομένου ότι τα πρώτο, δεύτερο και πέμπτο τούτων αφορούν περιστατικά, που δεν είναι κρίσιμα για την έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα γεγονότα πριν τις 19-1-2018, ενώ ως προς τα τρίτο και τέταρτο τούτων το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κυρίως στα έγγραφα αυτά προκειμένου να καταλήξει στο επιζήμιο για τους αναιρεσείοντες αποδεικτικό πόρισμα, κάνοντας δεκτή την αγωγή λόγω της παραμόρφωσης, γιατί τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Ως προς το έκτο έγγραφο ο λόγος είναι απαράδεκτος, γιατί υπό την επίκληση της ανωτέρω πλημμέλειας, οι αναιρεσείοντες πλήττουν απαραδέκτως την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-9-2024 αίτηση των 1) Π. Μ., 2) Ι. Μ. και 3) Ε. Θ. για αναίρεση 1) της υπ' αριθ. 1323/2021 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 2) της υπ' αριθ. 2845/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή