ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 716/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 716/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 716/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 716 / 2026    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 716/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευτύχιο Νικόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη, Στυλιανή Μπλέτα και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην Καστοριά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δανιήλ με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη που ανακάλεσε την από 16/5/2025 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/6/2019 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 113/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 89/2022 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/10/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από …2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 89/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από …2021 έφεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…" κατά της υπ' αριθ. 113/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 17-6-2019 αγωγή της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…" και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της αναιρεσείουσας εταιρείας να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη εταιρεία το συνολικό ποσό των 144.122,45 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη (113/2020) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς μόνον ως προς το κεφάλαιο που είχε απορρίψει ως αόριστη την ένσταση παραγραφής, την οποία στη συνέχεια απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 553, 553, 556, 564 § 3, 566 § 1 του ΚΠολΔ). Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 § 2, 118 αρ. 4 και 216 § 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξίωσης, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 812/2025, ΑΠ 133/2022, ΑΠ 610/2022, ΑΠ 7772022, ΑΠ 300/2022, ΑΠ 1017/2022). Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα ως άνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1239/2024, ΑΠ 422/2024, ΑΠ 59/2024, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 137/2023, ΑΠ 303/2023, ΑΠ 357/2023). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζεται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής. Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. (ΑΠ 812/2025, ΑΠ 26/2024, ΑΠ 59/2024). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή όταν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως, και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 2/2024, ΑΠ 26/2024, ΑΠ 59/2024, ΑΠ 1123/2022, ΑΠ 18/2018), ενώ δεν ιδρύει το λόγο αυτό η έκθεση στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιστατικών εκ περισσού και όχι προς στήριξη του διατακτικού της (ΑΠ 362/2022, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 177/2021, ΑΠ 255/2010). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας, για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 1 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 59/2024, ΑΠ 55/2023). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος, με τον οποίο προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν (αριθ. 8α) ή το αντίθετο (8β), πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποιος είναι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός που λήφθηκε υπόψη χωρίς να προταθεί ή δεν λήφθηκε αν και είχε προταθεί (ΑΠ 220/2023, ΑΠ 104/2022, ΑΠ 1637/2022, ΑΠ 1638/2022), ποια ουσιώδη επιρροή είχε ο ισχυρισμός στην έκβαση της δίκης, πως δηλαδή συνέβαλε η μη λήψη υπόψη στη διαμόρφωση του διατακτικού και οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου επί του ισχυρισμού. (ΑΠ 7/2024, ΑΠ 201/2024, ΑΠ 232/2024, ΑΠ 368/2023, ΑΠ 1575/2023). Επίσης, για να είναι ορισμένος ο λόγος, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναφορικά με την αοριστία της αγωγής, πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ποιο ακριβώς είναι το περιεχόμενό της και ως προς ποιο σημείο δεν υπάρχει σαφής επίκληση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου ή σε ποιο σημείο δεν υπάρχει ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς ή το αντίστροφο, καθώς και ποιο περιεχόμενο δέχθηκε η προσβαλλόμενη ότι έχει η αγωγή. (ΑΠ 911/2023, ΑΠ 912/2023). Για να είναι δε και παραδεκτός ο παραπάνω ισχυρισμός, που στηρίζει τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 812/2025, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 56/2020, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1193/2008) και όχι από τον αντίδικό του, διότι στην τελευταία περίπτωση λείπει από τον αναιρεσείοντα το απαιτούμενο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, έννομο συμφέρον. (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 877/2020, ΑΠ 1392/2019, ΑΠ 97/2018, ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 1324/2018).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 216 του ΚΠολΔ, 513 και 361 του ΑΚ προκύπτει, ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή του πωλητή κατά του αγοραστή, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης της πώλησης στο πλαίσιο εμπορικής συνεργασίας, με την οποία (αγωγή) διώκεται η καταβολή του συμφωνηθέντος για την πώληση τιμήματος, αρκεί και πρέπει να αναφέρονται σ' αυτή, το αντικείμενο της πώλησης (πράγμα ή δικαίωμα), το τίμημα και η σχετική με αυτά συμφωνία των μερών. (ΑΠ 1376/2025, ΑΠ 819/2017, ΑΠ 577/2016, ΑΠ 220/2016). Επίσης, σε περίπτωση που η αγωγή θεμελιώνεται στη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως, των οποίων ζητείται το οφειλόμενο τίμημα, αυτή δεν πάσχει αοριστίας, όταν ο ενάγων ζητεί το συνολικό υπόλοιπο τιμήματος, το οποίο παραμένει οφειλόμενο, μετά από καταβολές που πραγματοποίησε ο εναγόμενος έναντι της οφειλής του, εφόσον προσδιορίζει, ή έστω μπορεί να προσδιοριστεί, κατ' εκτίμηση από το δικόγραφο της αγωγής, ποιό ακριβώς ποσό παραμένει οφειλόμενο από κάθε τιμολόγιο. Άλλα στοιχεία για το ορισμένο της σχετικής αγωγής δεν απαιτούνται, αφού επικαλούμενες τυχόν μερικές καταβολές του τιμήματος από τον εναγόμενο αγοραστή, που δεν έχει συνυπολογίσει ο ενάγων, μετά προβολή νομίμου σχετικού ισχυρισμού του αντιδίκου του, και αμφισβητούνται, αποτελούν αντικείμενο απόδειξης που θα (ή δεν θα) προκύψουν από την εκτίμηση των προσαγόμενων αποδεικτικών μέσων. (ΑΠ 1376/2025, ΑΠ 725/2021, ΑΠ 473/2016, ΑΠ 594/1999). Ο προσδιορισμός των παραπάνω στοιχείων στο δικόγραφο της αγωγής μπορεί να γίνει είτε περιγραφικά είτε με αναφορά στα εκδοθέντα τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής, από τα οποία προκύπτουν τα πωληθέντα και παραδοθέντα εμπορεύματα (κατά είδος και ποσότητα) και οι επιμέρους τιμές μονάδος κάθε πωληθέντος είδους, εφόσον τα τιμολόγια αυτά ενσωματώνονται στο δικόγραφο της αγωγής. (ΑΠ 1772/2024, ΑΠ 744/2023, ΑΠ 1600/2022, ΑΠ 155/2021, ΑΠ 819/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 17-6-2019 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, όπως αυτή εκτιμάται προσηκόντως, η τελευταία εκθέτει ότι στο πλαίσιο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, με διαδοχικές συμβάσεις πώλησης που κατάρτισε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα και για τις οποίες εκδόθηκαν τα αναφερόμενα στην αγωγή τιμολόγια πωλήσεως - δελτία αποστολής, πώλησε επί πιστώσει και παρέδωσε σε αυτήν τα αναφερόμενα λεπτομερώς κατά είδος και ποσότητα στα παραπάνω τιμολόγια πωλήσεως - δελτία αποστολής, τα οποία ενσωματώνονται σε φωτοτυπικό αντίγραφο στην αγωγή, εμπορεύματα, αντί του αναφερόμενου για το καθένα τιμήματος, το οποίο πιστώθηκε και επιπλέον ότι κατά τη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών είχε συμφωνηθεί η σταδιακή εξόφληση του τιμήματος χωρίς χρονικό περιορισμό. Ότι η αναιρεσείουσα (εναγομένη) εξακολουθεί να της οφείλει, κατόπιν των ειδικώς αναφερομένων στην αγωγή καταβολών, μέρος του ανωτέρω τιμήματος, το οποίο συμποσούται μαζί με το ΦΠΑ, που αναλογεί σε αυτό, σε 144.122,45 ευρώ, όπως το ποσόν αυτό προκύπτει και από την καρτέλα πελάτη που είναι ενσωματωμένη στην ένδικη αγωγή και την οποία τηρούσε η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) καθ' όλη τη διάρκεια της εμπορικής συνεργασίας της με την αναιρεσείουσα (εναγομένη). Με βάση αυτό το ιστορικό και κατόπιν τροπής του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αναιρεσείουσας (εναγομένης) να της καταβάλει το ως άνω οφειλόμενο ποσό των 144.122,45 ευρώ, ως υπόλοιπον τιμήματος από τις καταρτισθείσες διαδοχικές πωλήσεις, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με βάση το περιεχόμενο και αίτημα της ένδικης αγωγής, αυτή είναι επαρκώς ορισμένη ως προς τη νομική της βάση που θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 513 ΑΚ, αφού στο δικόγραφο της αγωγής περιέχονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται από τη διάταξη αυτή και τα οποία αναφέρονται στη προαναφερθείσα νομική σκέψη της παρούσας και όχι λιγότερα ή διάφορα απ' αυτά, ενώ προσδιορίζονται με σαφήνεια η κατάρτιση των διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως, τα πωληθέντα και παραδοθέντα εμπορεύματα (δομικά υλικά) κατ' είδος, ποσότητα και τιμή μονάδος για κάθε συγκεκριμένη πώληση καθώς και το συνολικό τίμημα των ποσοτήτων αυτών, τα οποία εμφαίνονται στα ενσωματούμενα στην αγωγή σχετικά τιμολόγια και την τηρούμενη από την αναιρεσείουσα (ενάγουσα) καρτέλα πωλήσεως αυτών, από τα οποία επίσης προκύπτει και ο χρόνος παράδοσης και παραλαβής από την εναγομένη των εν λόγω εμπορευμάτων, το καταβληθέν μέρος του τιμήματος για κάθε επί μέρους πώληση και το εναπομένον ανεξόφλητο υπόλοιπο, ήτοι η συνολική οφειλή της αναιρεσείουσας που αφορά και την αγωγική αξίωσή της. Επίσης, ρητά αναφέρεται στην αγωγή ότι το τίμημα πιστώθηκε και επιπλέον ότι κατά τη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών είχε συμφωνηθεί η σταδιακή εξόφληση του τιμήματος χωρίς όμως χρονικό περιορισμό. Δεν αποτελούν δε στοιχεία της ένδικης αγωγής, όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκε η αναιρεσείουσα πρωτοδίκως και με την έφεσή της ενώπιον του Εφετείου, επικαλούμενη την αοριστία αυτής, η αναφορά στην τελευταία πότε έλαβε χώρα κάθε επιμέρους καταβολή και ποιο τιμολόγιο αφορούσε (ΑΠ 133/2022), ούτε η καταβολή από τον αγοραστή του τιμήματος και ο τρόπος καταβολής του (ΑΠ 1522/2000), ούτε βέβαια εάν τα επικαλούμενα δελτία αποστολής φέρουν την υπογραφή παραλήπτη (ΑΠ 150/2022), αφού αυτά αποτελούν αποδεικτικά μέσα προς απόδειξη των σχετικών συμβάσεων πώλησης, τα οποία, κατά την ουσιαστική έρευνα της αγωγής, συνεκτιμώνται με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ελεύθερα από το δικαστήριο, ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 160/2025, ΑΠ 1135/2021), όλες δε οι υπόλοιπες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας αποτελούν ενστάσεις, τις οποίες μπορεί να προβάλλει και να αποδείξει η τελευταία, προκειμένου να απαλλαγεί από την επιδιωκόμενη με την αγωγή καταβολή του οφειλομένου υπολοίπου του τιμήματος των διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως (ΑΠ 577/2016). Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όσα δε αντίθετα επικαλείται η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις από την παραπάνω διάταξη, είναι αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος της αναίρεσης.

ΙΙΙ. Κατά τους ορισμούς και την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και με την έννοια αυτή "πράγμα" αποτελεί η ιστορική βάση της αγωγής και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 21/2025, ΑΠ 95/2022). Επίσης κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, δεν αποτελούν "πράγματα", οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων καθώς και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. (ΑΠ 30/2025, ΑΠ 6/2025, ΑΠ 8/2025).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα ότι δέχθηκε γεγονότα που δεν προβλήθηκαν από την αναιρεσίβλητη και έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναφορικά με την αξία των τιμολογίων που εξέδωσε, αφού ενώ η ενάγουσα ταυτίζει την αξία των τιμολογίων με το ποσό της αγωγικής αξίωσης, η προσβαλλόμενη απόφαση προβαίνει σε αριθμητικούς υπολογισμούς προσθαφαίρεσης αξιώσεων και καταβολών που δεν προκύπτουν ως αγωγικοί ισχυρισμοί της ενάγουσας και δεν αναφέρονται στην αγωγή. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι αν και η αναιρεσίβλητη με την ένδικη αγωγή της είχε προσδιορίσει ρητά την αξία των τιμολογίων (και όχι το προς πληρωμή υπόλοιπο) στο ποσό των 144.122,45 ευρώ, το Εφετείο έκανε δεκτό ότι: "Συνολικά, τα έτη 2007 έως 2011 η ενάγουσα πώλησε στην εναγομένη εταιρεία, εμπορεύματα συνολικής αξίας 364.012,12 ευρώ (122.002,33 ευρώ + 161.204,11 +80.116,36 + 314,17 + 375,15)... έναντι της ανωτέρω οφειλής, η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα τα εξής ποσά...Ήτοι η εναγομένη, έναντι του ανωτέρω χρέους της, κατέβαλε το συνολικό ποσό των 219.889,67 ευρώ...και απέμεινε οφειλή ύψους 144.122,45 ευρώ...ποσό το οποίο η εναγομένη αρνείται να καταβάλει..." και συνεπώς από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε παρά το νόμο υπόψη του ισχυρισμούς, τους οποίους η αναιρεσίβλητη ουδέποτε προέβαλε. Ο λόγος αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τούτο δε, διότι η συνολική αξία των εμπορευμάτων, εκ ποσού 364.012,12 ευρώ, που δέχθηκε το Εφετείο ότι πώλησε η αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα, δεν συνιστούν, ούτε συνέχονται με "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, τα οποία δεν προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη και παρά το νόμο φέρεται ότι έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, αλλά συνιστούν πορίσματα του δικαστηρίου, τα οποία αυτό έχει συναγάγει από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Εξάλλου, είναι απαραίτητο να επισημανθεί ότι, σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και για το λόγο ότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, είναι πρόδηλο ότι προβάλλεται αιτίαση εναντίον της αναιρετικά ανέλεγκτης, κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, εκτίμησης των πραγματικών περιστατικών, της αιτιολόγησης, του συσχετισμού και της ανάλυσης των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, ως προς τα ζητήματα δε αυτά και ειδικότερα την συνολική αξία των πραγμάτων που πωλήθηκαν, η αναιρεσείουσα δεν εμφανίζεται να διατηρεί και να διατυπώνει διαφορετικές ουσιαστικές προσεγγίσεις, σε σύγκριση με εκείνες του Εφετείου, αναφορικά με την συνολική αξία των εμπορευμάτων που αγόρασε από την αναιρεσίβλητη. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι με την ένδικη αγωγή, όπως προεκτέθηκε, η αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε ότι η αναιρεσείουσα (εναγομένη) εξακολουθεί να της οφείλει, κατόπιν των ειδικώς αναφερομένων στην αγωγή καταβολών, μέρος του ανωτέρω τιμήματος, το οποίο συμποσούται μαζί με το ΦΠΑ, που αναλογεί σε αυτό, σε 144.122,45 ευρώ, όπως το ποσό αυτό προκύπτει και από την καρτέλα πελάτη που είναι ενσωματωμένη στην ένδικη αγωγή και την οποία τηρούσε η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) καθ' όλη τη διάρκεια της εμπορικής συνεργασίας της με την αναιρεσείουσα (εναγομένη). Κατόπιν αυτών, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

IV. Από τη διάταξη του άρθρου 513 του ΑΚ, η οποία ορίζει ότι με τη σύμβαση της πώλησης ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα που αποτελούν το αντικείμενο της πωλήσεως και να παραδώσει το πράγμα, ο δε αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε, σαφώς συνάγεται ότι: α) η πώληση, ως σύμβαση αμφοτεροβαρής, τελεί, όσον αφορά τις υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών (πωλητή - αγοραστή), από τη γέννηση μέχρι την εκπλήρωσή τους, σε πλήρη ανταλλακτική ισοτιμία και σε διαρκή πλοκή και αλληλεξάρτηση και β) εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά ο πωλητής αναλαμβάνει με την κατάρτιση της πώλησης δύο κύριες υποχρεώσεις: αα) να μεταβιβάσει στον αγοραστή την κυριότητα του πράγματος ή του δικαιώματος που πωλήθηκε και μάλιστα ελεύθερα από κάθε δικαίωμα τρίτου (514 του ΑΚ) και ββ) να παραδώσει τη νομή του πράγματος, ο δε αγοραστής να καταβάλει το συμφωνημένο (χρηματικό) τίμημα και μάλιστα αμέσως (τοις μετρητοίς") και ταυτόχρονα με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πωλητή ("χέρι με χέρι") (ΑΠ 24/1999 ποινική). Μπορεί, όμως, στα πλαίσια της καθιερούμενης από το άρθρο 361 του ΑΚ ελευθερίας των συμβάσεων, οι συμβαλλόμενοι να μεταβάλλουν την εκ της άνω διάταξης ρύθμιση του νόμου ως προς το χρόνο εκπλήρωσης των εκατέρωθεν παροχών και να συμφωνήσουν να πιστωθεί το τίμημα, που σημαίνει ότι ο αγοραστής οφείλει να καταβάλει το τίμημα μετά την εκπλήρωση της παροχής του πωλητή κατά το χρόνο που συμφωνήθηκε (ΑΠ 1004/1994). Αν δεν συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ο χρόνος πίστωσης του τιμήματος και δεν συνάγεται αυτός από τις περιστάσεις, τότε το τίμημα καταβάλλεται μετά από καταγγελία εκ μέρους του πωλητή, που αποτελεί μονομερή άτυπη δικαιοπραξία και γίνεται με ειδοποίηση καθ' οιονδήποτε τρόπο, δηλαδή με όχληση, τέτοια δε όχληση αποτελεί και η αγωγή. Ειδικότερα, ως πίστωση του τιμήματος νοείται η παροχή προθεσμίας στον αγοραστή για την καταβολή του τιμήματος σε χρόνο μεταγενέστερο από την εκπλήρωση της παροχής του πωλητή, ήτοι παροχή στον αγοραστή σύντομου χρονικού διαστήματος για την εξεύρεση χρημάτων χωρίς να μεταβάλλεται το απαιτητό του τιμήματος αυτού (ΑΠ 1354/2000). Ορισμένη δε είναι η πίστωση, κατά την έννοια του νόμου, όχι μόνον όταν γίνεται κατ' ευθείαν αναφορά σε ορισμένη ημερομηνία, αλλά και όταν από τη συμφωνία προκύπτει έμμεσα ο ακριβής απώτατος χρόνος εκπλήρωσης, έστω και εάν ο χρονικός προσδιορισμός δεν εντοπίζεται σε ορισμένη ημέρα. Έτσι πίστωση του τιμήματος υπάρχει και όταν συμφωνήθηκε ως προθεσμία πληρωμής ένας μήνας από την παράδοση του πράγματος ή, κατ' ανάλογη έκφραση, "σχεδόν ένας μήνας". Αντίθετα, η πίστωση είναι αόριστη όταν δεν αναγράφεται προθεσμία καταβολής του τιμήματος, οπότε απαιτείται πάντοτε όχληση του αγοραστή για την πληρωμή του τιμήματος (ΑΠ 1624/2018, ΑΠ 1635/2001). Σημειώνεται δε ότι η πίστωση του τιμήματος αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, περιεχόμενο ειδικής συμφωνίας των συμβαλλομένων στην πώληση και ως εκ τούτου δεν αποτελεί αναγκαίο στοιχείο της αγωγής με την οποία αξιώνεται η καταβολή τιμήματος, αλλά ο σχετικός ισχυρισμός συνιστά ένσταση, που οφείλει να ισχυρισθεί και να αποδείξει ο εναγόμενος αγοραστής, από τον οποίο ο αντίδικός του αξιώνει την καταβολή του τιμήματος (ΑΠ 1004/1994).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο τις πλημμέλειες, ότι α) παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα ότι έκρινε ως αόριστης πίστωσης την μεταξύ των διαδίκων μερών συμφωνία, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για την κρίση περί μη παραγραφής της αγωγικής αξίωσης, γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή, ούτε προτάθηκαν ως αντένσταση από την αναιρεσίβλητη απέναντι στους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης και β) δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς που η ίδια προέβαλε με τις προτάσεις της ότι δηλαδή τα τιμολόγια εκδόθηκαν επί πιστώσει επειδή δεν εξοφλήθηκαν τοις μετρητοίς και όχι επειδή συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων αόριστη πίστωση. Ο λόγος αυτός είναι πρωτίστως αβάσιμος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον, από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη επικαλέστηκε με το δικόγραφο της αγωγής της επί λέξει ότι "από τη ροή των τιμολογίων αγοράς και της μερικής τους εξόφλησης, όχι ανά τακτά χρονικά διαστήματα και χωρίς να έχουν τεθεί από καμίαν πλευρά των συμβαλλομένων, χρονικά περιθώρια, αποδεικνύεται αβίαστα πως οι σχέσεις της εταιρείας μας με την εναγομένη ήταν άριστες. Στα πλαίσια της συνεργασίας μας, αυτή είχε ζητήσει από εμένα, η εξόφληση των εμπορευμάτων μου να λαμβάνει χώραν σταδιακά, δηλαδή, η εναγομένη να αγοράζει τα είδη της επιχειρηματικής μου δραστηριότητας και να εξοφλεί την αξία των αγορών της είτε δια καταβολής μετρητών (έναντι του συνολικού της λογαριασμού) είτε δια παράδοσης σε εμένα, τραπεζικών επιταγών εκδόσεώς της ή εκδόσεως της πελατείας της. Συμφώνησα (ως αποδεικνύεται από τη συμπεριφορά μου μέχρι και προσφάτως) με τους όρους αυτούς..." (βλ. σελίδα 6 της αγωγής). Από τα ως άνω προκύπτει αβίαστα ότι η αναιρεσίβλητη, προς θεμελίωση της αγωγικής της αξίωσης, εκθέτει ότι, στα πλαίσια της καθιερούμενης από το άρθρο 361 του ΑΚ ελευθερίας των συμβάσεων, συνήψε με την αναιρεσείουσα διαδοχικές συμβάσεις πώλησης και συμφώνησαν να πιστωθεί το τίμημα, χωρίς όμως χρονικό προσδιορισμό καταβολής του τιμήματος, οπότε και πρόκειται, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, για σύναψη συμβάσεων πώλησης με αόριστη πίστωση, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας. Σε κάθε περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 § 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης 89/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα: "...Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι οι διάδικες εταιρείες συνεργάζονταν από τη δεκαετία του 1980. Με το πέρασμα του χρόνου και λόγω της μακράς συνεργασίας είχαν αναπτυχθεί μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων των ανωτέρω εταιρειών ιδιαίτερα φιλικές σχέσεις. Στο πλαίσια αυτό, με σχετική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, το τίμημα των επίδικων τιμολογίων είχε ορισθεί πληρωτέο επί πιστώσει χωρίς ωστόσο, λόγω των άριστων σχέσεων των εκπροσώπων των εταιρειών, να συμφωνηθεί περαιτέρω ορισμένος χρόνος πίστωσης αυτού αλλά ούτε και συνάγεται από τις περιστάσεις συγκεκριμένος χρόνος εκπλήρωσης της υποχρέωσης της εναγομένης. Ειδικότερα η εναγόμενη εταιρεία, δια του εκπροσώπου της, είχε ζητήσει από την ενάγουσα εταιρεία να μην οριστεί χρονικό πλαίσιο αποπληρωμής του τιμήματος των επίδικων πωλήσεων αλλά η εξόφληση αυτών να λαμβάνει χώρα σταδιακά, ανάλογα με τη ρευστότητα της εναγόμενης εταιρείας, αίτημα το οποίο έγινε αποδεκτό από την ενάγουσα εταιρεία, λόγω της απόλυτης εμπιστοσύνης προς τους εκπροσώπους της εναγόμενης εταιρείας και των άριστων σχέσεων που διατηρούσαν. Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται στις καταθέσεις των μαρτύρων Γ. Μ. και Χ. Α. που περιλαμβάνονται στις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα υπ' αριθμ. …2019 και …2019 ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίοι κατέθεσαν αφενός για τις άριστες φιλικές σχέσεις μεταξύ των εκπροσώπων των διάδικων εταιρειών και της απόλυτης εμπιστοσύνης που επιδείκνυε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ενάγουσας εταιρείας Α. Φ. στους εκπροσώπους της εναγόμενης εταιρείας και αφετέρου για την πίστωση του τιμήματος των πωλήσεων. Η παραπάνω δε κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν είχε οριστεί συγκεκριμένος χρόνος εκπλήρωσης της παροχής της εναγόμενης εταιρείας αλλά ούτε ακολουθούνταν συγκεκριμένη πρακτική ως προς τον τρόπο αποπληρωμής του τιμήματος, ενισχύεται και από την καρτέλα πελάτη που τηρούσε η ενάγουσα εταιρεία, από την οποία αποδεικνύεται ότι οι προαναφερόμενες τμηματικές καταβολές του τιμήματος των επίδικων πωλήσεων δεν πραγματοποιούνταν ανά τακτικά χρονικά αλλά αντιθέτως γινόντουσαν από την εναγόμενη χωρίς να έχει τεθεί κάποιο χρονικό όριο καταβολής του τιμήματος των επίδικων τιμολογίων.

Εξάλλου, όπως προεκτέθηκε, η ανωτέρω χορήγηση πίστωσης δικαιολογείται και εξηγείται από τις ιδιαίτερες φιλικές σχέσεις μεταξύ των εκπροσώπων των δύο εταιρειών και την απόλυτη εμπιστοσύνη που έτρεφε ο εκπρόσωπος της ενάγουσας εταιρείας για τους εκπροσώπους της εναγόμενης. Επομένως, εφόσον δεν είχε συμφωνηθεί δήλη ημέρα πληρωμής των ένδικων κονδυλίων και ο χρόνος παροχής τους ήταν αόριστος, σύμφωνα με τα άρθρα 323 και 340 ΑΚ, η μεν δανείστρια ενάγουσα δικαιούται να απαιτήσει την παροχή παραχρήμα, η δε οφειλέτρια εναγόμενη δεν υποχρεούται πριν από την όχληση να εκπληρώσει αυτή παραχρήμα. Επομένως, εφόσον δεν είχε οριστεί ορισμένος χρόνος αποπληρωμής των επίδικων τιμολόγιων, η ένδικη απαίτηση της ενάγουσας κατέστη ληξιπρόθεσμη με την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, οπότε και οχλήθηκε το πρώτον η εναγόμενη για την καταβολή του ανωτέρω ποσού, γενομένου δεκτού του σχετικού ισχυρισμού της ενάγουσας.
Συνεπώς, ενόψει ότι οι αξιώσεις της ενάγουσας από τα επίδικα τιμολόγια κατέστησαν ληξιπρόθεσμες με την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, δεν έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 ΑΚ, απορριπτομένης ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένστασης που πρότεινε η εναγόμενη εταιρεία". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο ορθά απέρριψε την ένσταση της αναιρεσείουσας περί παραγραφής των ένδικων αξιώσεών της, αφού δέχθηκε ανέλεγκτα ότι μεταξύ των διαδίκων συνήφθησαν διαδοχικές συμβάσεις πώλησης με αόριστη πίστωση, αφού α) η αναιρεσείουσα δια του εκπροσώπου της, της είχε ζητήσει να μην οριστεί χρονικό πλαίσιο αποπληρωμής του τιμήματος των επίδικων πωλήσεων αλλά η εξόφληση αυτών να λαμβάνει χώρα σταδιακά, ανάλογα με τη ρευστότητα της αναιρεσείουσας εταιρείας, αίτημα το οποίο έγινε αποδεκτό από την αναιρεσίβλητη εταιρεία, λόγω της απόλυτης εμπιστοσύνης προς τους εκπροσώπους της αναιρεσείουσας εταιρείας και των άριστων σχέσεων που διατηρούσαν, β) επειδή δεν ακολουθούνταν συγκεκριμένη πρακτική ως προς τον τρόπο αποπληρωμής του τιμήματος, όπως αυτό ενισχύεται και από την καρτέλα πελάτη που τηρούσε η αναιρεσίβλητη εταιρεία, από την οποία αποδεικνύεται ότι οι προαναφερόμενες τμηματικές καταβολές του τιμήματος των επίδικων πωλήσεων δεν πραγματοποιούνταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα αλλά αντιθέτως γινόντουσαν από την αναιρεσείουσα χωρίς να έχει τεθεί κάποιο χρονικό όριο καταβολής του τιμήματος των επίδικων τιμολογίων, γεγονός που εξηγείται και από τις ιδιαίτερες φιλικές σχέσεις μεταξύ των εκπροσώπων των δύο εταιρειών και την απόλυτη εμπιστοσύνη που έτρεφε ο εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης εταιρείας για τους εκπροσώπους της αναιρεσείουσας και γ) εφόσον δεν είχε συμφωνηθεί δήλη ημέρα πληρωμής των ένδικων κονδυλίων και ο χρόνος παροχής τους ήταν αόριστος, σύμφωνα με τα άρθρα 323 και 340 του ΑΚ, η ένδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης εταιρείας κατέστη ληξιπρόθεσμη με την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, οπότε και οχλήθηκε το πρώτον η αναιρεσείουσα εταιρεία για την καταβολή του ανωτέρω ποσού με την ένδικη αγωγή. Οι λοιπές δε αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη της τους ισχυρισμούς της που προέβαλε με τις προτάσεις της δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, αλλά αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς και ως εκ τούτου δεν ιδρύεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης (ΑΠ 49/2025). Κατόπιν αυτών, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. V. Κατόπιν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της. (άρθρα 176, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-10-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 89/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, από την αναιρεσείουσα παραβόλου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2026.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή