Απόφαση 717 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 717/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σταύρο Μάλαινο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Μυρσίνης Παπαχίου και των αρχαιοτέρων της συνθέσεως Αρεοπαγιτών Ασπασίας Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα), Αντιγόνη Τζελέπη, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Τεχνική, Εργοληπτική Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Εργοληπτική ... ΑΤΕ", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα (ΚΠ Α-206), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χορομίδη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από ...2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και το Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας Θράκης, που κατοικοεδρεύει ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αντωνία Κυρίτση, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... - Βιομηχανία Τροφίμων - Παγωτού - Εισαγωγές - Εξαγωγές Τροφίμων", που εδρεύει ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γάλλο. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και το Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας Θράκης, που κατοικοεδρεύει ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αντωνία Κυρίτση, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
... Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αντωνία Κυρίτση, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: Αιτούντων στην ...2015 αίτηση (Κτηματολόγιο Α') (αναφέρονται 31 αναιρεσίβλητοι). Αιτούντων στην ...2015 αίτηση (Κτηματολόγιο Α') (αναφέρονται 31 αναιρεσίβλητοι). Φερομένων ιδιοκτητών για ακίνητα κτηματολογίου Α' για τα οποία προσδιορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση εναπομεινάντων εδαφικών τμημάτων: (αναφέρονται 51 αναιρεσίβλητοι) Φερομένων ιδιοκτητών για ακίνητα κτηματολογίου Β' για τα οποία προσδιορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση εναπομεινάντων εδαφικών τμημάτων: (αναφέρονται 39 αναιρεσίβλητοι). Η υπό στοιχ. 48 των αναιρεσιβλήτων, των φερομένων ιδιοκτητών για ακίνητα κτηματολογίου Α' για τα οποία προσδιορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση εναπομεινάντων εδαφικών τμημάτων, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΤΕ Εργοληπτική", εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χορομίδη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 1-7-2023 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Κατά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων εμφανίστηκε ο δικηγόρος Γ. Γ. (ΑΜ ΔΣΘ 7453) και αφού πήρε από τον Προεδρεύοντα τον λόγο, δήλωσε ότι: Ο υπό στοιχ. 39 των αναιρεσιβλήτων, των φερομένων ιδιοκτητών για ακίνητα κτηματολογίου Β' για τα οποία προσδιορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση εναπομεινάντων εδαφικών τμημάτων, που εκ παραδρομής φέρεται στο αναιρετήριο λανθασμένα "...", αντί του ορθού "...", απεβίωσε στις ...2023 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο νόμιμος εκ διαθήκης κληρονόμος του ..., εκπροσωπούμενος από τον ίδιο.
Οι λοιποί των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2015 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του Ελληνικού Δημοσίου (μετά την έκδοση της 2335/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 30-4-2015 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, με τις αυτοτελείς αιτήσεις προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 2304/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί η υπό στοιχ. Α αναιρεσείουσα με την από 29-3-2021 αίτησή της, η υπό στοιχ. Β αναιρεσείουσα με την από 22-11-2021 αίτησή της και το υπό στοιχ. Γ αναιρεσείον με την από 17-12-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των υπό στοιχ. Α και Β αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή της αντίστοιχης αίτησης αναίρεσής του ο καθένας και την απόρριψη της υπό στοιχ. Γ αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται προς συζήτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι από: α) 29-3-2021 (αριθμ. κατ. 807/5-4-2021), β) από 22-11-2021 (αριθμ. κατ. 3198/23-11-2021) και γ) από 17-12-2021 (αριθμ. κατ. 3435/17-12-2021) αιτήσεις, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2304/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ). Τα δικόγραφα αυτά πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, κατά τη διάταξη του άρθρου ... του Κ.Πολ.Δ., η οποία εφαρμόζεται και κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και να ερευνηθούν περαιτέρω.
Α. Επί της από 29-3-2021 και με αύξοντα αριθμό καταθέσεως 807/5-4- 2021 αιτήσεως:
Η κρινόμενη από 29-3-2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 2304/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, κατ' άρθρον 22 του ανωτέρω νόμου (ΚΑΑΑ), ήτοι εντός ενός έτους από τη δη-μοσίευση, στις ...2020, της προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου, δεδομένου ότι, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι έλαβε χώρα επίδοση της ανωτέρω αποφάσεως. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρον 561 αριθμ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. ...2012 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας-Θράκης, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 285/12-9-2012 τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών Θεμάτων και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ..., στον τόμο ... με αριθμό ..., κηρύχθηκε συμπληρωματική αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνη αυτού και των ωφελουμένων παρόδιων ιδιοκτητών, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 653/1977, όπως ισχύουν, για λόγους δημόσιας ωφελείας και, συγκεκριμένα, για την κατασκευή του Έργου "Οδικός Άξονας Θεσσαλονίκη - Κιλκίς - Δοϊράνη, από κόμβο ... έως κόμβο ..., αφενός, στα τμήματα: α) από ΑΙΚ ... Χ.Θ. 0 + 680 μέχρι Χ.Θ. 5 + 800 (τμήμα Α) και από Χ.Θ. 0 + 000 μέχρι Χ.Θ. 1 + 840 (ΑΙΚ ...), β) στον ΑΙΚ ... από Χ.Θ. 6 + 756 έως Χ.Θ. 6 + 891 και, αφετέρου, από ανισόπεδο κόμβο ... Χ.Θ. 1 + 840 (τμήμα ...) μέχρι ανισόπεδο κόμβο ... Χ.Θ. 6 + 750 (τμήμα ...) στις ΠΕ. Θεσσαλονίκης και Κιλκίς ", συνολικής έκτασης 795.414,19 τ.μ. και, συγκεκριμένα, βάσει της υπ' αριθμ. ...2012 απόφασης, 485.266,13 τ.μ. και, βάσει διορθωμένου (με την υπ' αριθμ. ...2013 απόφαση του Περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας) κτηματολογίου, 488.819119 τ.μ. (ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ Ά) + 306.595 τ.μ. (ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ εκ της οποίας, έκταση 605.492,97 τ.μ. κείται εντός της Π.Ε. Θεσσαλονίκης, Δ.Ε. ... (πρώην Δήμου ...) του ήδη Καλλικρατικού Δήμου ..., στο αγρόκτημα ... και στο αγρόκτημα ... και η υπόλοιπη έκταση κείται εντός της Π.Ε. ..., Δ.Ε. ... (πρώην Δήμου ...) του ήδη Καλλικρατικού Δήμου ..., στο αγρόκτημα .... Η απαλλοτριούμενη έκταση εικονίζεται υπό κλίμακα 1:1000: α. Στα από ...2009 κτήματολογικά διαγράμματα (πινακίδες διαγραμμάτων με αριθμό σχεδίου 1, 2, 3 και 4, από τις οποίες οι 1, 2 και 3 αφορούν την Π.Ε. Θεσσαλονίκης και η 4 την Π.Ε. ...) και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα, τα οποία έχουν συνταχθεί από τα συνεργαζόμενα γραφεία "...", "..., "...", "...", "...", "...", έχουν ελεγχθεί από τη Διεύθυνση Δημοσίων Έργων της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και αρχικά εγκρίθηκαν με την υπ' αριθμ. ...2009 απόφαση του Διευθυντή της ίδιας Διεύθυνσης ..., όπως το ανωτέρω Κτηματολόγιο διορθώθηκε και επικαιροποιήθηκε με την υπ' αριθμ. ...2010 απόφαση της ΔΔΕ/Π.Κ.Μ, και β. Στα από ...2007 κτηματολογικά διαγράμματα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα, τα οποία έχουν συνταχθεί από τα συμπράττοντα Γραφεία Μελετών "...", "...", "...", έχουν ελεγχθεί από τη Διεύθυνση Δημοσίων Έργων της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας και αρχικά εγκρίθηκαν με την υπ' αριθμ. ...2007 απόφαση του Διευθυντή της ίδιας Διεύθυνσης ... και, εν συνεχεία, το ανωτέρω Κτηματολόγιο Β' διορθώθηκε, επικαιροποιήθηκε με την υπ' αριθ. ...2010 απόφαση ΔΔΕ/Π.Κ.Μ. και ακολούθως διορθώθηκε, εκ νέου, με τις υπ' αριθμ. ...2016, ...2017 αποφάσεις του Περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας. Το άνω Έργο, για την υλοποίηση του οποίου κηρύχθηκε η εν λόγω αναγκαστική απαλλοτρίωση, μεταξύ άλλων έργων που κηρύχθηκαν με άλλες απαλλοτριωτικές αποφάσεις, χαρακτηρίστηκε έργο γενικότερης σημασίας για την οικονομία της Χώρας και διαπιστώθηκε η άμεση ανάγκη εκτέλεσης εργασιών επί των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν για την υλοποίησή του, προκειμένου να καταστεί δυνατή η παράδοση των χώρων που είναι αναγκαίοι για την εκτέλεση του έργου και να ολοκληρωθεί η κατασκευή του μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες, ενόψει και του ότι το Έργο αυτό είναι ενταγμένο στο Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς ΕΣΠΑ 2007-2013 Μακεδονία - Θράκη, Υποδομές και Υπηρεσίες Προσπελασιμότητας στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, που έχει υποβληθεί από τις Ελληνικές Αρχές στις Υπηρεσίες της Ε.Ε. και υλοποιείται σταδιακά με συγχρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ 2007 - 2013. Το τμήμα του νέου οδικού άξονα Θεσσαλονίκη - Κιλκίς - Δοϊράνη αποτελεί εξ ολοκλήρου νέα χάραξη και ενώνει τον ήδη κατασκευασμένο ανισόπεδο κόμβο ... ... της ... Οδού με τον ανισόπεδο κόμβο της ...". Στην απαλλοτριούμενη έκταση περιλαμβάνεται και ακίνητο ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας, με αριθμό κτηματολογικού πίνακα Α- 206. Με την με αριθμό 2335/10-11-2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως αυτή διορθώθηκε με τις υπ' αριθμ. 391/2015 και 392/2015 αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου, καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδος και αναγνωρίστηκε η αναιρεσείουσα δικαιούχος της αποζημίωσης του ακινήτου με αριθμό ΚΠ Α-206. Ακολούθως, η αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης την υπ' αριθμ. κατ. 1669/4-5-2015 αίτησή της, με την οποία ζήτησε τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας απαλλοτρίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων. Η αίτηση αυτή συνεκδικάστηκε με αντίθετες αιτήσεις, ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων, μεταξύ των οποίων και η υπ' αριθμ. κατ. ...2015 αίτηση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 2304/...2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των συστατικών και των επικειμένων τους, καθώς, επίσης, προσδιορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των ειδικότερα αναφερομένων στο σκεπτικό της τμημάτων των ακινήτων, που απομένουν μετά την απαλλοτρίωση.
Από τις διατάξεις του άρθρου 20 του Ν. 2882/2001 (Κωδ. Αν. Απ. Ακινήτων), συνάγεται ότι, αν ο υπερού η απαλλοτρίωση ζήτησε εμπροθέσμως να καθορισθεί από το Εφετείο οριστική αποζημίωση μικρότερη από εκείνη, η οποία καθορίσθηκε προσωρινώς, το Εφετείο, χωρίς αίτηση ή ανταίτηση του καθού, που ασκείται νομοτύπως με τις προτάσεις, δεν μπορεί να καθορίσει την αποζημίωση, για τα ακίνητα στα οποία αναφέρεται η αίτηση του υπερού η απαλλοτρίωση, σε ποσό μεγαλύτερο από εκείνο που καθορίσθηκε προσωρινώς και ως προς το οποίο (προσωρινώς καθορισθέν ποσό) η αποζημίωση κατέστη οριστική για τον αμελήσαντα καθού η απαλλοτρίωση και δεν μπορεί να αυξηθεί, εφόσον έτσι επιδικάζει κάτι που δεν ζητήθηκε, μπορεί, όμως, να καθορίσει την αποζημίωση, σε ποσό ίσο με αυτό, που καθορίστηκε προσωρινώς. Παραλλήλως, όμως, δεν μπορεί να καθορίσει την αποζημίωση σε ποσό μικρότερο από αυτό που αιτείται ο υπέρ ου η απαλλοτρίωση, εφ' όσον έτσι "επιδικάζει" κάτι μεγαλύτερο γι' αυτόν από εκείνο που ζητήθηκε (Α.Π. 1998/2017, Α Π. 814/2017, Α.Π. 734/ 2009). Ως αίτηση, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, θεωρείται η αίτηση, που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και επιφέρει εκκρεμοδικία και όχι η αίτηση για παραδοχή ενστάσεως ή λόγου εφέσεως. "Αίτηση", κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δ., αποτελεί και η αίτηση, ενώπιον του Εφετείου, για καθορισμό οριστικής αποζημιώσεως για απαλλοτριωθέντα ακίνητα, με τα επ' αυτών επικείμενα και συστατικά (Α.Π. 1067/2024, Α.Π. 1550/2021, Α.Π. 1297/2021, Α.Π. 588/2014). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο, επιδίκασε αντικείμενο που δεν ζητήθηκε ή περισσότερο απ' ό,τι ζητήθηκε. Ο όρος "επιδίκασε" νοείται υπό ευρεία έννοια, δηλαδή αν το δικαστήριο αποφάσισε για αντικείμενο που δεν ζητήθηκε ή για περισσότερο από αυτό που ζητήθηκε (Α.Π. 1998/2017, Α.Π. 734/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως και κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 εδάφ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείο καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης, μεταξύ άλλων και του συστατικού του απαλλοτριωθέντος ακινήτου ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας, με αριθμό Κτ. Πιν. Α-206 ήτοι: "ισόγειος επαγγελματικός χώρος μεταλλικής κατασκευής 18 Χ 30,5 = 549 τ.μ., όγκου 3.969 κ.μ., σε πολύ καλή κατάσταση", στο ποσό των 218 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, τιμή μικρότερη από εκείνη που καθορίστηκε προσωρινά, μολονότι η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 4-5-2015 αίτησή της προς το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης είχε ζητήσει τον καθορισμό αυτής στο ποσό των 380 ευρώ ανά κυβικό μέτρο και το ήδη αναιρεσίβλητο - υπέρ ου η απαλλοτρίωση, με την από 21-4-2015 αίτησή του, ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, στο ποσό των 300 ευρώ ανά κυβικό μέτ-ρο, ήτοι στο ύψος που είχε καθοριστεί με την απόφαση για τον προσωρινό καθορισμό. Τέλος, ότι το Εφετείο, μολονότι αμφότεροι οι διάδικοι ζήτησαν τον καθορισμό της οριστικής τιμής του ανωτέρω συστατικού, σε ευρώ ανά κυβικό μέτρο, καθόρισε την οριστική τιμή αποζημίωσης σε ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
Από την προσβαλλομένη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα, που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ), προκύπτει ότι με την υπ' αριθμ. κατ. 1669/4-5-2015 αίτησή της, ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, μεταξύ άλλων και για το συστατικό της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας της (ισόγειος επαγγελματικός χώρος μεταλλικής κατασκευής 18 Χ 30,5 = 549 τ.μ., όγκου 3.969 κ.μ. σε πού καλή κατάσταση), στο ποσό των 380 ευρώ, ανά κυβικό μέτρο. Το ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, υπέρ του οποίου απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά η ανωτέρω ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας, ζήτησε με την υπ' αριθμ. ...2015 αίτησή του ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, μεταξύ άλλων και για το ανωτέρω συστατικό του απαλλοτριωθέντος ακινήτου στο ποσό των 300 ευρώ ανά κυβικό μέτρο, ήτοι στο ίδιο ποσό που είχε καθοριστεί προσωρινώς με την ανωτέρω απόφαση. Όμως, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις ανωτέρω αιτήσεις, καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για το συστατικό με αριθμό Κτ.Πιν. Α-206 ήτοι: "β) ισόγειος επαγγελματικός χώρος μεταλλικής κατασκευής 18 Χ 30,5 = 549 τ.μ. όγκου 3.969 κ.μ. σε πολύ καλή κατάσταση", στο ποσό των 218 ευρώ ανά τ.μ., αντί του ποσού των 300 ευρώ, ανά κυβικό μέτρο, που είχε καθοριστεί προσωρινώς με την υπ' αριθμ. 2335/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως αυτή διορθώθηκε με τις υπ' αριθμ. 391/2015 και 392/2015 αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου. Επομένως, το Εφετείο, με το να καθορίσει οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης μικρότερη εκείνη, που είχε καθοριστεί προσωρινώς και, μάλιστα, να την προσδιορίσει όχι σε ευρώ ανά κυβικό μέτρο, αλλά σε ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και χωρίς να έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα τόσον από την αναιρεσείουσα, όσον και από το αναιρεσίβλητο, υπέπεσε στην από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.ΠολΔ, πλημμέλεια. Κατά συνέπειαν, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γΓ αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη ή ως αόριστη (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ο λ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 15/2026, Α.Π. 2112/2025, Α.Π. 1823/2025).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, προβάλλεται η από τον αριθμό 1 και 19 (αληθώς από τον αριθμό 19) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, διότι παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 Συντ. και 1 του πρώτου πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθώς και του άρθρου 13 παρ. 1 Ν.2882/2001, με ελλιπείς, άλλως, ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και απέρριψε εσφαλμένα αίτημα τόσο της ιδίας (αναιρεσείουσας) όσο και του και του αναιρεσίβλητου, καθόσον, σύμφωνα με τις υπ' αριθμ. 1669/4-5-2015 και ...2015 αιτήσεις τους, αντιστοίχως, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, αμφότεροι ζήτησαν τον υπολογισμό της αξίας του επίδικου συστατικού, ήτοι "ισόγειος επαγγελματικός χώρος μεταλλική κατασκευή πολύ καλή 18 Χ 30,5 = 549 τ.μ., όγκου 3.969 κ.μ.", να γίνει σε ευρώ ανά κυβικό μέτρο και όχι σε ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, όπως, άλλωστε, έκρινε και η υπ' αριθμ. 2335/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία όρισε την προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης του ανωτέρω συστατικού.
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση (81ο φύλλο), για την αξία του επίδικου συστατικού τα εξής: "β) για τον ισόγειο επαγγελματικό χώρο, μεταλλικής κατασκευής, 18 Χ 30,5 = 549 τ.μ., όγκου 3.969 κ.μ., σε πολύ καλή κατάσταση, το ποσόν των 218,00 ευρώ ανά τ.μ.". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 Συντ., τη διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρθρου 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς αιτιολογίες και, σε κάθε περίπτωση, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, προέβη στον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το ανωτέρω συστατικό του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, στο ποσό των 218 ευρώ ανά τ.μ., παρότι η απόφαση για τον προσωρινό καθορισμό, αλλά και τα αιτήματα αμφοτέρων των διαδίκων ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, για τον οριστικό προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, του ανωτέρω συστατικού, είχαν διατυπωθεί σε ευρώ ανά κυβικό μέτρο. Εξαιτίας των συγκεκριμένων ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου περί της πλήρους αποζημιώσεως που εφαρμόσθηκαν, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση προσδιόρισε την αξία του επίδικου συστατικού στο ποσό των 218 ευρώ Χ 549 τ.μ., καταλήγοντας σε αποζημίωση σημαντικά υποδεέστερη της προσωρινής αποζημίωσης (3.969 κ.μ. Χ 300 ευρώ το κ.μ.), αλλά και αυτής βάσει των αιτημάτων των διαδίκων (3.969 κ.μ. Χ 300 ευρώ το κ.μ για το αναιρεσίβλητο) και 3.969 κ.μ. Χ 380 ευρώ το κ.μ. για την αναιρεσείουσα). Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 9 εδ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείο καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως, μεταξύ άλλων και του συστατικού του απαλλοτριωθέντος ακινήτου ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας, με αριθμό Κτ.Πιν. Α-206 ήτοι: "υπόγειος επαγγελματικός χώρος από μπετόν 18 Χ 30,5 = 549 τ.μ., όγκου 2.122 κ.μ., σε πολύ καλή κατάσταση", στο ποσό των 382 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, τιμή μικρότερη από εκείνη που καθορίστηκε προσωρινά, μολονότι η αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την από 4-5-2015 αίτησή της προς το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, είχε ζητήσει τον καθορισμό αυτής, στο ποσό των 480 ευρώ ανά κυβικό μέτρο και το ήδη αναιρεσίβλητο - υπέρ ου η απαλλοτρίωση, με την από 21-4-2015 αίτησή του, ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, δεν είχε αίτημα για την μείωση της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης του ανωτέρω συστατικού. Τέλος, ότι το Εφετείο, μολονότι η αιτούσα ζήτησε τον καθορισμό της οριστικής τιμής του ανωτέρω συστατικού σε ευρώ ανά κυβικό μέτρο, καθόρισε την οριστική τιμή σε ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
Από την προσβαλλομένη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα, που παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι με την υπ' αριθμ. κατ. 1669/4-5-2015 αίτησή της, ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, μεταξύ άλλων και για το συστατικό της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας της, ήτοι "υπόγειος επαγγελματικός χώρος από μπετόν 18 Χ 30,5 = 549 τ.μ., όγκου 2.122 κ.μ., σε πολύ καλή κατάσταση", στο ποσό των 480 ευρώ ανά τ.μ. Το ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, υπέρ του οποίου απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά η ανωτέρω ιδιοκτησία της αναιρεσείουσας, με την υπ' αριθμ. ...2015 αίτησή του ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, δεν ζήτησε την μείωση της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, μεταξύ άλλων και για το ανωτέρω συστατικό του απαλλοτριωθέντος ακινήτου. Όμως, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις ανωτέρω αιτήσεις, καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως για το συστατικό με αριθμό Κτ.Πιν. Α-206 ήτοι: "υπόγειος επαγγελματικός χώρος από μπετόν 18 Χ 30,5 = 549 τ.μ., όγκου 2.122 κ.μ., σε πολύ καλή κατάσταση, στο ποσό των 382 ευρώ ανά τ.μ.", αντί του ποσού των 450 ευρώ, ανά κυβικό μέτρο, που είχε καθοριστεί προσωρινώς με την υπ' αριθμ. 2335/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως αυτή διορθώθηκε με τις υπ' αριθμ. 391/2015 και 392/2015 αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου. Επομένως, το Εφετείο, με το να καθορίσει οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως μικρότερη από εκείνη, που είχε καθοριστεί προσωρινώς και, μάλιστα, να την προσδιορίσει όχι σε ευρώ ανά κυβικό μέτρο, αλλά σε ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και χωρίς να έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα ούτε από την αναιρεσείουσα, ούτε από τον αναιρεσίβλητο, υπέπεσε στην από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια. Κατά συνέπειαν, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, προβάλλεται η από τον αριθμό 1 και 19 (αληθώς από τον αριθμό 19) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, διότι παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 Συντ. και 1 του πρώτου πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθώς και 13 παρ. 1 Ν. 2882/2001, με ελλιπείς, άλλως, ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση τις δίκης και απέρριψε εσφαλμένα το αίτημα της ιδίας (αναιρεσείουσας), όσο και του και του αναιρεσίβλητου, καθόσον, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 1669/4- 5-2015 αίτηση της αναιρεσείουσας ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η αιτούσα ζήτησε τον καθορισμό της οριστικής τιμής του επίδικου συστατικού, ήτοι "υπόγειος επαγγελματικός χώρος από μπετόν 18 Χ 30,5 = 549 τ.μ., όγκου 2.122 κ.μ., σε πολύ καλή κατάσταση", να καθοριστεί σε ευρώ ανά κυβικό μέτρο και όχι σε ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, όπως, άλλωστε, έκρινε και η υπ' αριθμ. 2335/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία όρισε την προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως του ανωτέρω συστατικού στο ποσό των 450 ευρώ ανά κυβικό μέτρο, ενώ το αναιρεσίβλητο δεν ζήτησε να μειωθεί η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως.
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του (81ο φύλλο), για την αξία του επίδικου συστατικού τα εξής: "υπόγειος επαγγελματικός χώρος από μπετόν 18 Χ 30,5 = 549 τ.μ., όγκου 2.122 κ.μ., σε πολύ καλή κατάσταση, στο ποσό των 382 ευρώ ανά τ.μ.". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 Συντ. και 13 παρ. 1 Ν. 2882/2001, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς αιτιολογίες και, σε κάθε περίπτωση, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, προέβη στον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως για το ανωτέρω συστατικό του απαλλοτριωθέντος ακινήτου στο ποσό των 382 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, παρότι η απόφαση για τον προσωρινό καθορισμό, αλλά και το αίτημα της αιτούσας ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, για τον οριστικό προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, του ανωτέρω συστατικού είχε διατυπωθεί σε ευρώ ανά κυβικό μέτρο, ενώ από το αναιρεσίβλητο δεν διατυπώθηκε αίτημα για τη μείωση της καθορισθείσας προσωρινής τιμής. Εξαιτίας των συγκεκριμένων ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου περί της πλήρους αποζημιώσεως, που εφαρμόσθηκαν, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση προσδιόρισε την αξία του επίδικου συστατικού στο ποσό των 382 ευρώ Χ 549 τ.μ., καταλήγοντας σε αποζημίωση σημαντικά υποδεέστερη της προσωρινής αποζημιώσεως (2.122 κ.μ. Χ 450 ευρώ το κ.μ.), αλλά και του μοναδικού αιτήματος της αιτούσας για τον καθορισμό οριστικής τιμής αποζημιώσεως (2.122 κ.μ. Χ 480 ευρώ το κ.μ). Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τους αριθμούς 1 και 19 (αληθώς μόνο από τον αριθμό 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 9 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να καθορίσει την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των κατωτέρω εννέα (9) συστατικών επί της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας, σε ποσά μικρότερα από αυτά που καθορίστηκαν προσωρινά και ζήτησε η ίδια με την υπ' αριθμ. 1669/4-5-2015 αίτησή της ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αν και το αναιρεσίβλητο, με την υπ' αριθμ. ...2015 αντίθετη αίτησή του, δεν διατύπωσε αίτημα για τον οριστικό καθορισμό αποζημιώσεως για τα παραπάνω συστατικά, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, συνεκδικάζοντας την υπ' αριθμ. 1669/4-5-2015 αίτηση της αναιρεσείουσας, με αίτημα τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως για τα κατωτέρω συστατικά του απαλλοτριωθέντος ακινήτου της σε ποσά μεγαλύτερα από εκείνα, που είχαν καθοριστεί με την υπ' αριθμ. 2335/10-11-2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως αυτή διορθώθηκε και την υπ' αριθμ. ...2015 αντίθετη αίτηση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, στην οποία δεν περιλαμβάνονταν αίτημα για τον οριστικό καθορισμό της αποζημιώσεως για τα κατωτέρω συστατικά, καθόρισε, μεταξύ άλλων, οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως στα εξής ποσά για τα παρακάτω συστατικά: "28) το ΚΠΑ-206 ακίνητο ... γ) για τον τσιμεντένιο τοίχο 0,20 Χ 0,40 μ., μήκους 270 μ., σε καλή κατάσταση, στο ποσό των 23,00 ευρώ ανά μ.μ., έναντι του ποσού των 25 ευρώ, ανά τ.μ. που είχε καθοριστεί ως προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης, δ) για τη συρματοπερίφραξη ύψους 1,80 μ. μήκους 270 μ., σε καλή κατάσταση, το ποσό των 12,00 ευρώ ανά μ.μ., έναντι του ποσού των 15 ευρώ, ανά τ.μ. που είχε καθοριστεί ως προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης,... η) για καγκελόπορτα ανοιγόμενη ύψους 2,20 μ., μήκους 1130 μ., σε καλή κατάσταση, το ποσό των 220,00 ευρώ κατ' αποκοπήν, έναντι του ποσού των 350 ευρώ, ανά μ.μ. που είχε καθοριστεί ως προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης, ιγ) για το μεταλλικό κιόσκι 4,00 Χ 4,00 μ., με μόνιμη επικάλυψη επί τσιμεντένιας βάσης 4,50 Χ 4,50 μ., πάχους 0,40 μ., το ποσό των 450,00 ευρώ κατ' αποκοπήν, έναντι του ποσού των 500 ευρώ, ανά τ.μ. που είχε καθοριστεί ως προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης, ιδ) για τη μεταλλική κατασκευή διαμονής σκύλων, 3,50 Χ 4,50 μ., με επικάλυψη και πλαγιοκάλυψη με panels, το ποσό των 800,00 ευρώ κατ' αποκοπή, έναντι του ποσού των 1000 ευρώ, κατ' αποκοπή που είχε καθοριστεί ως προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης, ιη) για τις δύο (2) μεσαίες βυσινιές, το ποσό των 80,00 ευρώ ανά δέντρο, έναντι του ποσού των 100 ευρώ η καθεμία που είχε καθοριστεί ως προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης, κ) για τις δύο (2) μεσαίες καστανιές, το ποσό των 70,00 ευρώ ανά δέντρο, έναντι του ποσού των 100 ευρώ η καθεμία που είχε καθοριστεί ως προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης, κβ) για τις τέσσερεις (4) μεσαίες αμυγδαλιές, το ποσό των 80,00 ευρώ ανά δέντρο, έναντι του ποσού των 100 ευρώ η καθεμία που είχε καθοριστεί ως προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης, κζ) για τις τρεις (3) μεσαίες φλαμουριές, το ποσό των 60,00 ευρώ ανά δέντρο, έναντι του ποσού των 100 ευρώ η καθεμία που είχε καθοριστεί ως προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης". Επομένως, το Εφετείο Θεσσαλονίκης με το να καθορίσει οριστικές τιμές μονάδας αποζημιώσεως για τα ανωτέρω συστατικά μικρότερες από τις προσωρινές, όπως προαναφέρθηκε, για τα ως άνω ακίνητα, χωρίς να έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα από την αναιρεσείουσα και το αναιρεσίβλητο, επιδικάζοντας έτσι κάτι που δεν ζητήθηκε, υπέπεσε στην παράβαση του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, όπως βάσιμα παραπονείται η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), "Η δικαστική δαπάνη, μαζί με τη νόμιμη, κατά την έννοια της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 6 του άρθρου 5 του ν. 3919/2011, αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων, βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου...". Από τη διάταξη αυτή, κατά την οποία τα δικαστικά έξοδα, στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημίωσης, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη αυτής, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του, αποτελούν σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος περί πλήρους αποζημιώσεως, παρακολούθημα της εν λόγω αποζημίωσης και προσαυξάνουν το ποσό αυτής, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης που αυτός δικαιούται (Ολ. Α.Π. 20/2005), προκύπτει ότι στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του ν. 2882/2001, ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και, συνεπώς, μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων. Έτσι σε περίπτωση εμπρόθεσμης αίτησης για τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημίωσης στο εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ. 1 ΚΠολΔ), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για την παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστό επί της καθοριζόμενης οριστικής αποζημίωσης και, συγκεκριμένα: Α) α) για τη σύνταξη αίτησης ή ανταίτησης με ιδιαίτερο δικόγραφο ή με τις προτάσεις ή κύριας παρέμβασης με ιδιαίτερο δικόγραφο ή με τις προτάσεις, ποσοστό 2% της αποζημίωσης, όταν το ύψος της ανέρχεται μέχρι το ποσό των 200.000 ευρώ, β) ποσοστό 1,5% της αποζημίωσης, όταν το ύψος της ανέρχεται από 200.001 ευρώ μέχρι 750.000 ευρώ, γ) ποσοστό 1% της αποζημίωσης, όταν το ύψος της ανέρχεται από 750.001 ευρώ μέχρι 1.500.000 ευρώ, δ) ποσοστό 0,5% της αποζημίωσης, όταν το ύψος της ανέρχεται από 1.500.001 ευρώ μέχρι 3.000.000 ευρώ, ε) ποσοστό 0,3% της αποζημίωσης, όταν το ύψος της ανέρχεται από 3.000.001 ευρώ μέχρι 6.000.000 ευρώ, στ) ποσοστό 0,2% της αποζημίωσης, όταν το ύψος της ανέρχεται από 6.000.001 ευρώ μέχρι 12.000.000 ευρώ, ζ) ποσοστό 0,1% της αποζημίωσης, όταν το ύψος της ανέρχεται από 12.000.001 ευρώ μέχρι 25.000.000 ευρώ, η) ποσοστό 0,05% της αποζημίωσης, όταν το ύψος της ανέρχεται από 25.000.001 ευρώ, και Β) το ήμισυ του κατά τα ανωτέρω καθοριζόμενου ποσοστού για τη σύνταξη των προτάσεων επί αίτησης ή ανταίτησης και κύριας παρέμβασης που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο, κατά τα άρθρα 63, 68 παρ. 1, 69 παρ. 3 του ν. 4194/2013. Σε περίπτωση που ο υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας, που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση, κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995, η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες υπολογίζεται αυτή με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των ως άνω νομίμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, σύμφωνα με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012, που αντικατέστησε το άρθρο 18 παρ. 4 εδ. γ' του ν. 2882/2001 και που εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 9 περ. δ' των μεταβατικών διατάξεων του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς απαλλοτριώσεις (Α.Π. 220/2025, Α.Π. 252/2024, Α.Π. 664/2022, Α.Π. 674/2022), δηλαδή, σε εκείνες που δεν είχε συζητηθεί κατά την δημοσίευση του άνω νόμου η αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης κατά την έναρξη ισχύος του (Α.Π. 1021/2015), η οποία συμπίπτει με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 10/4/2012 (ΦΕΚ A' /10.4.2012), κατά το άρθρο 188 του ίδιου νόμου. Ο προβλεπόμενος από τις εν λόγω διατάξεις υποχρεωτικός καθορισμός της επιδικαζόμενης από το δικαστήριο αμοιβής του πληρεξούσιου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης μέχρι το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, όταν αυτή υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης και όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του Ν. 2362/1995, όπως εν προκειμένω το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 και 20 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθόσον θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, ήτοι την εξοικονόμηση σημαντικών δαπανών των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης, αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν τη διαφορετική αυτή ρύθμιση (κατά το μέρος που εισάγει ανισότητα αμοιβής του Δικηγόρου στη δίκη προσδιορισμού της αποζημιώσεως των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων με υπόχρεους τους ως άνω φορείς, κατ' απόκλιση προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις), δεν εισάγει δε διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού, με τη ρύθμιση αυτή δεν θίγεται η πλήρης αποζημίωση, που δικαιούται ο δικαιούχος, αλλά, κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο, περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από τις εν λόγω απαλλοτριώσεις η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα των δικηγόρων και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους (Ολ. Α.Π. 14/2011, Α.Π. 15/2026, Α.Π. 1941/2024, Α.Π. 1061/2024, Α.Π. 554/2024, Α.Π. 1260/2023). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020,Α.Π.2038/2025). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 2038/2025).
Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσ-βαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την παρ. 4 του άρθρου 18 ΚΑΑΑ (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012), σε συνδυασμό με τα οριζόμενα στα άρθρα 63 και 68 του Κώδικα Δικηγόρων (για το ύψος της οφειλόμενης δικαστικής δαπάνης), καθόσον καθόρισε στην αναιρεσείουσα: α) μια ενιαία δικαστική δαπάνη για τρεις αυτοτελείς δίκες (της διαδικασίας του άρθρου 7Α ΚΑΑΑ, του προσωρινού καθορισμού του άρθρου 19 ΚΑΑΑ και της διαδικασίας του οριστικού καθορισμού της αποζημίωσης του άρθρου 20 ΚΑΑΑ), β) περιόρισε στο ήμισυ την επιδικαζόμενη δικηγορική αμοιβή και γ) καθόρισε ενιαίο (και όχι προοδευτικά κλιμακούμενο) ποσοστό δικηγορικής αμοιβής για το σύνολο της αποζημίωσης.
Από την παραδεκτή (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι, το Εφετείο, αφού καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αιτούντων - ανταιτούντων, μεταξύ των οποίων και της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας για το οποίο είχε προηγηθεί προσωρινός προσδιορισμός αποζημίωσης, καταδίκασε το αιτούν και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ως υπόχρεο καταβολής αποζημίωσης, στη δικαστική δαπάνη των αιτούντων - ανταιτούντων - παρεμβαινόντων - καθών η αίτηση δικαιούχων αποζημίωσης, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα, την οποία όρισε ως εξής: "...
Καταδικάζει το Ελληνικό Δημόσιο στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των παρασταθέντων καθών η υπό στοιχ. Α' αίτηση - ανταιτούντων και των αιτούντων στις υπό στοιχ. Β', Γ, Δ', Ε', ΣΤ', Ζ', Η', Θ', Γ, ΙΑ', IB', Ι... ΙΔ', ΙΕ', ΙΣΤ' αιτήσεις, τα οποία ορίζει: α) για την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του κάθε δικαιούχου ή κάθε ομάδας δικαιούχων, που παρίστανται με κοινό δικόγραφο, μαζί με τα έξοδα, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, στο ποσό των επτακοσίων πενήντα (750,00) ευρώ, β) για την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των καθών η απαλλοτρίωση: 1) για τη σύνταξη των αιτήσεων, ανταιτήσεων, παρεμβάσεων και των προτάσεών τους ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, σε ποσοστό 1,50% επί του ποσού της καθορισθείσας οριστικής αποζημίωσης, στις περιπτώσεις που ανέρχεται αυτή μέχρι του ποσού των 200.000,00 ευρώ και σε ποσοστό 1,125% στις περιπτώσεις που ανέρχεται αυτή από το ποσό των 200.001,00 ευρώ μέχρι 750.000,00 ευρώ, 2) για τη σύνταξη των απλών προτάσεων των καθών η υπό στοιχ. Α' αίτηση, ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, που δεν υπάγονται στις προαναφερθείσες περιπτώσεις, σε ποσοστό 1 % επί του ποσού της καθορισθείσας οριστικής αποζημίωσης, όταν αυτή ανέρχεται μέχρι του ποσού των 200.000,00 ευρώ και σε ποσοστό 0,75% όταν αυτή ανέρχεται από το ποσό των 200.001,00 ευρώ μέχρι 750.000,00 ευρώ, και γ) στην καταβολή του αναλογούντος ΦΠΑ". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή, καθορίζοντας, ως άνω, τη δικαστική δαπάνη που επιδικάσθηκε στον καθένα από τους αναιρεσείοντες, στο ήμισυ των άνω νομίμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων, ορθά εφάρμοσε το άρθρο 130 παρ. 2 του ν. 4070/2012, που αντικατέστησε το άρθρο 18 παρ. 4 εδ. γ' του ν. 2882/2001 και που ήταν εφαρμοστέο στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 146 παρ. 9 περ. δ' των μεταβατικών διατάξεων του ν. 4070/2012 (και δεν εφάρμοσε το άρθρο 18 § 4 εδ. γ' του ν. 2882/2001 όπως ίσχυε πριν από την κατά τα ως άνω αντικατάστασή του), δεδομένου ότι το αναιρεσίβλητο και υπόχρεο προς αποζημίωση Ελληνικό Δημόσιο υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση, κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995, ε-πιπροσθέτως, δε, η συζήτηση για τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης έγινε ενώπιον του Εφετείου στις 10/10/2019, δηλαδή μετά την ισχύ του ν. 4070/2012 (10/4/2012) (Α.Π. 2038/2025). Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη από 29-3-2021 αίτηση αναίρεσης γίνει εν μέρει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμων των παραπάνω λόγων της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο κατά τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα ανωτέρω αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ, περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σ' αυτή (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρον 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολο τους, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων, κατ' άρθρον 22 παρ. 2 εδάφιο β' ν. 3693/1957, που εφαρμόζεται στην παρούσα αναιρετική δίκη (Α.Π. 15/2026, Α.Π. 1941/2024, Α.Π. 1550/2023).
Β. Επί της από 22-11-2021 και με αύξοντα αριθμό καταθέσεως 3198/23-11-2021 αιτήσεως:
Η κρινόμενη από 22-11-2021 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 2304/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, κατ' άρθρον 22 του ανωτέρω νόμου (ΚΑΑΑ), ήτοι εντός ενός έτους από τη δημοσίευση στις ...2020 της προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου, δεδομένου ότι, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι έλαβε χώρα επίδοση της ανωτέρω αποφάσεως. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001, "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά, προκειμένου να διαγνωστεί η πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή αν λάβει υπόψη άλλα τέτοια. Το δικαστήριο μπορεί να στηρίξει την κρίση του, για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, αν ληφθεί υπόψη η χρησιμοποιούμενη στην παραπάνω διάταξη λέξη "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (Ολ. Α.Π. 8/2026, Α.Π. 15/2026, Α.Π. 1941/2024, Α.Π. 1235/2024, Α.Π. 1041/2021, Α.Π. 209/2019, Α.Π. 1221/2018, Α.Π. 2062/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ίδιου πιο πάνω νόμου 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/10-4- 2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (αρθρ. 146 παρ. 9 του ίδιου νόμου), "Εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο. Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριωμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του. Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε (Α.Π. 1221/2018, Α.Π. 365/2018). Με την προαναφερόμενη τροποποίηση επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής" μείωσης της αξίας του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971. Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του ακινήτου αυτού ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος, όμως, "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης και του ποσοστού της (Ολ. Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 12/2011, Ολ. Α.Π. 31/2005, Α.Π. 15/2026, Α.Π. 225/2025, Α.Π. 170/2025). Περαιτέρω, η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης θεωρείται ανεπαρκής αν: α) δεν ενέχει προσδιορισμό των τμημάτων που εναπέμειναν, ήτοι αναφορά για το εμβαδόν τους και τα λοιπά προσδιοριστικά τους στοιχεία και β) δεν αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των τμημάτων που απομένουν, καθώς και τη, μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση, δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποιες προϋποθέσεις. Επιπλέον, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, κατά την παραπάνω διάταξη, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του τμήματος αυτού που απομένει, να αποδεικνύεται, σωρευτικά, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις διατάξεις που ισχύουν, τους όρους δόμησης κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση και ότι το τμήμα αυτού που απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, δεν είναι πλέον άρτιο ούτε κατά παρέκκλιση ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο (Α.Π. 809/2023, Α.Π. 1941/2022, Α.Π. 1221/2018, Α.Π. 365/2018, Α.Π. 205/2017).
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Α.Π. 15/2026, Α.Π. 2112/2025, Α.Π. 1823/2025). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 15/2026, Α.Π. 2112/2025, Α.Π. 1823/2025). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 15/2026, Α.Π. 2112/2025, Α.Π. 1823/2025, Α.Π. 1628/2025). Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 15/2026, Α.Π. 2112/2025, Α.Π. 1823/2025, Α.Π. 1628/2025, Α.Π. 1626/2025).
Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ήτοι της ελλείψεως νόμιμης βάσης, εξ αιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών, αιτιώμενη ότι: α) στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν διευκρινίζεται ποια είναι η έκταση του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, δοθέντος ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, το ακίνητο φέρεται να έχει και μετά την απαλλοτρίωση την ίδια ακριβώς έκταση που είχε και πριν από αυτήν, ήτοι 24.761 τ.μ. και β) ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του καθορισμού ιδιαιτέρας αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα, μετά την απαλλοτρίωση, τμήματα του ακινήτου της, παραβιάζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1 του Πρόσθετου Πρωτόκολλου της Σύμβασης της Ρώμης και του άρθρου 6 παρ. 1 αυτής (ΕΣΔΑ), 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 13 παρ. 1 έως 3 και 4 του Ν. 28822001 και παρ. 1 έως 5 του Π.Δ. 24/31-5-1985.
Στην κρινόμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε, μεταξύ άλλων, την υπ' αριθμ. κατ. ...2015 αίτηση της αναιρεσείουσας με την υπ' αριθμ. κατ. ...2015 αίτηση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, έκρινε, αναφορικά με τον καθορισμό της αξίας του απαλλοτριούμενου ακινήτου της αναιρεσείουσας, καθώς και αναφορικά με τον καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης, για τα εναπομείναντα τμήματα του απαλλοτριούμενου ακινήτου που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Το Κ.Π. Β-159 ακίνητο είχε αρχικό εμβαδόν 24.761 τ.μ., ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο κατά κανόνα, είχε καλά γεωμετρικά χαρακτηριστικά με τραπεζοειδές σχήμα και είχε πρόσωπο 73,50 ...μ. επί της επαρχιακής ... και 203 επί της επαρχιακής οδού .... Μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση το εναπομείναν τμήμα εμβαδού 24.761 τ.μ., παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο, αλλά περιορίζεται η οικοδομησιμότητά του λόγω της τήρησης των αποστάσεων ασφαλείας από τους άξονες των οδών που περικλείουν το ακίνητο, έχει ακανόνιστο σχήμα, με πρόσωπο 73,50 ...μ. στην επαρχιακή οδό ... - ..., πρόσωπο 104,59 ...μ, στην επαρχιακή οδό ... και πρόσωπο 135,69 ...μ. στην οδική αρτηρία, στη χ/θ 6+400 της οποίας ευρίσκεται και η υψομετρική στάθμη της οποίας είναι κατά 6,30 μ. υψηλότερα από το επίπεδο του ακινήτου, ενώ δεν έχει υψομετρική διαφορά με την επαρχιακή οδό στην οποία, όπως προεκτέθηκε, εξακολουθεί να έχει πρόσωπο και πρόσβαση. Η απόστασή του από τον πλησιέστερο κόμβο είναι 500 μ. περίπου.
Συνεπώς, συντρέχουν οι όροι της μείωσης της αξίας του εναπομείναντος εδαφοτεμαχίου, κατά ποσοστό 5%, καθόσον η απαλλοτρίωση επιφέρει μεταβολές στη χρήση του από πλευράς πολεοδομικών παραμέτρων, δεν θίγεται όμως η γεωργική του χρήση, δεκτού γενομένου εν μέρει ως κατ' ουσίαν βασίμου του αιτήματος καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης. Εξάλλου, αναφορικά με τη φερόμενη ρύπανση λόγω του κονιορτού και της ηχορύπανσης θα πρέπει να επισημανθεί ότι ναι μεν οι οδικοί άξονες είναι επιβαρυμένοι κυκλοφοριακά και περιβαλλοντικά και, ως άμεσο επακόλουθο, προκαλούν ηχητική και χημική ρύπανση από τα διερχόμενα αυτοκίνητα στα παρακείμενα ακίνητα είτε προορίζονται αυτά για γεωργική εκμετάλλευση είτε για ανοικοδόμηση, ωστόσο, στην προκείμενη περίπτωση, το σύνολο του έργου της απαλλοτρίωσης έχει κατασκευαστεί κατόπιν σύνταξης μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων, αρμοδίως εγκεκριμένη και σύμφωνη με το νομοθετικό πλαίσιο που κατ' επιταγή των Οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης έγινε τμήμα της εθνικής νομοθεσίας, σε κάθε δε περίπτωση, αντικειμενικά κρίνοντας οι ρύποι και η ηχορύπανση σε οδό ταχείας κυκλοφορίας, όπως εν προκειμένω, είναι ασφαλώς μικρότεροι και λιγότεροι σε σχέση με οδό μέτριας κυκλοφορίας, εντός κατοικημένης ζώνης. Κατ' ακολουθίαν, πέραν της έμμεσης ωφέλειας που παρέχεται από την εκτέλεση του έργου της επίδικης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης τόσο στους περιοίκους της περιοχής όσο και στους χρήστες της οδού, η αιτούσα στην υπό στοιχ. ΣΤ' αίτηση ωφελήθηκε άμεσα από το έργο αυτής ως παρόδια ιδιοκτήτρια, αφού το ακίνητο απέκτησε πρόσωπο στην οδική αρτηρία. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου δεν αναιρείται από τη μη συνδρομή του στοιχείου της άμεσης πρόσβασης στην οδική αρτηρία, αφού δεν αποτελεί αυτή η μορφή εξυπηρέτησης υπολογίσιμο σημαντικό μειονέκτημα για το υπόψη ακίνητο δεδομένου ότι είναι ο κανόνας σε όλους τους κλειστούς αυτοκινητόδρομους, ενώ η διέλευση απεριορίστου αριθμού προσώπων από τη νόμιμη και ασφαλή πλέον, κατά τις διατάξεις του Κ.Ο.Κ., Οδό, παρέχει δυνατότητα ευρείας και ανέξοδης αναγνωρισιμότητας του γειτονικού σ' αυτήν ακινήτου, καθιστώντας το ιδιαίτερα πρόσφορο και προς εμπορική εκμετάλλευση και πολλαπλασιάζοντας έτσι την αγοραία αξία τους χωρίς μεγάλη επιβάρυνση τοπική και χρονική. Η ωφέλεια όμως αυτή εξουδετερώνεται κατά ένα μέρος και δη κατά ποσοστό 5%, καθόσον από την ανωτέρω απότμηση και το έργο της απαλλοτρίωσης έχει επηρεαστεί δυσμενώς το εν λόγω ακίνητο από πλευράς πολεοδομικών παραμέτρων. Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα, η υποχρέωση συμμετοχής της αιτούσας στις δαπάνες της επίμαχης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, ως μερικώς ωφελούμενης παρόδιας ιδιοκτήτριας, πρέπει ν' ανέλθει στην αξία του 95% της έκτασης 836 τ.μ., που θεωρήθηκε όπου συνεισφέρεται ως αυτοαποζημιούμενη, ενώ για το υπόλοιπο 5% το Ελληνικό Δημόσιο πρέπει να καταβάλει σ' αυτήν την αποζημίωση που της αναλογεί. Επί του ακινήτου έχει ανεγερθεί κτίριο, συνολικού όγκου 70,000 κ.μ., όπου στεγάζεται και λειτουργεί από το έτος 1976 επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας γαλακτοκομικών προϊόντων, λαχανικών και αλλαντικών. Ο ισχυρισμός της αιτούσας στην υπό στοιχ. ΣΤ' αίτηση περί μείωσης της αξίας του ανωτέρω κτιρίου κατά ποσοστό 40% κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον, δεν αποδείχθηκε ότι η απότμηση ή το έργο της απαλλοτρίωσης επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τη λειτουργία της επί του ακινήτου επιχείρησης και δη λόγω της μη άμεσης πρόσβασης στην οδική αρτηρία, για τους προαναφερθέντες λόγους, ενώ από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε η κατά συγκεκριμένο τρόπο δυσχερής χρήση του κτιρίου στη θέση στην οποία βρίσκεται ή ότι η παραπάνω απότμηση και η απόσταση 9,30 μ, του ορίου της απαλλοτρίωσης από τα γραφεία και τους χώρους παραγωγής της επιχείρησης επέδρασαν αρνητικά στη φυσιογνωμία ή στη δυνατότητα χρήσης και μάλιστα ακώλυτης του άνω κτιρίου, λαμβανομένης επιπλέον υπόψη της ύπαρξης δυνατότητας νέας κυκλοφοριακής σύνδεσης του ακινήτου...". Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με την έκταση του απαλλοτριουμένου ακινήτου, καθώς επίσης και αναφορικά με τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματα αυτού, τα οποία ακούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων. Ειδικότερα, ενώ το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι: 1) το επίδικο ακίνητο με Κ.Π.Β. 159, είχε αρχικό εμβαδό 24.761 τ.μ., μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση το εναπομείναν τμήμα είχε, επίσης, εμβαδό 24.761 τ.μ., δηλαδή έχει και μετά την απαλλοτρίωση την ίδια ακριβώς έκταση που είχε και πριν από αυτή, χωρίς να υπολογισθεί το απαλλοτριωθέν τμήμα του ακινήτου, 2) Το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι το απαλλοτριούμενο ακίνητο είχε ως προορισμό του την οικοδόμηση, δηλαδή ότι είχε οικοπεδική αξία και ότι "...μετά την απαλλοτρίωση...παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο, αλλά περιορίζεται η οικοδομησιμότητά του λόγω της τήρησης των αποστάσεων ασφαλείας από τους άξονες των οδών που περικλείουν το ακίνητο...", καθώς και ότι η απαλλοτρίωση "...επιφέρει μεταβολές στη χρήση του από πλευράς πολεοδομικών παραμέτρων", επίσης και ότι το ακίνητο λόγω της απαλλοτρίωσης "...έχει επηρεαστεί δυσμενώς...από πλευράς πολεοδομικών παραμέτρων..." και, τέλος, ότι "...Επί του ακινήτου έχει ανεγερθεί κτίριο, συνολικού όγκου 70.000 κ.μ., όπου στεγάζεται και λειτουργεί από το έτος 1976 επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας γαλακτοκομικών προϊόντων, λαχανικών και αλλαντικών", ωστόσο, προκειμένου να διαπιστωθεί ο βαθμός μείωσης της αξίας του ακινήτου, λόγω της απαλλοτρίωσης, διέλαβε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με τον καθορισμό της αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και της ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματα αυτού. Συγκεκριμένα, δεν διέλαβε αιτιολογίες αναφορικά: α) Με το ότι το απαλλοτριούμενο ακίνητο κρίθηκε ότι "...παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο...", δοθέντος ότι με την ένδικη αίτησή της η αιτούσα ισχυρίστηκε ότι το επίδικο ακίνητο "...είχε αρχικό εμβαδόν 24.761,00 τμ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 24-5-85 και του Νόμου 3212/2003, με την απαλλοτρίωση, όμως, απαλλοτριώνεται τμήμα εμβαδού 4.067 τ,μ. και απομένει εκτός της ζώνης απαλλοτρίωσης τμήμα εμβαδού 20.694,00 που είναι άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο. β) Ενώ το Εφετείο δέχθηκε ότι μετά την απαλλοτρίωση το απαλλοτριούμενο ακίνητο είναι "...οικοδομήσιμο..." και ότι η απαλλοτρίωση "...επιφέρει μεταβολές στη χρήση του από πλευράς πολεοδομικών παραμέτρων...", δεν διέλαβε περαιτέρω παραδοχές αναφορικά με τα λοιπά (πλην του εμβαδού) προσδιοριστικά στοιχεία της κατάστασης αυτής, στην οποία περιήλθε το επίδικο ακίνητο μετά την απαλλοτρίωση, γ) Περαιτέρω, ενώ το Εφετείο δέχθηκε ότι "...Επί του ακινήτου έχει ανεγερθεί κτίριο, συνολικού όγκου 70.000 κ.μ., όπου στεγάζεται και λειτουργεί από το έτος 1976 επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας γαλακτοκομικών προϊόντων, λαχανικών και αλλαντικών", εντούτοις, δεν διέλαβε περαιτέρω παραδοχές, αναφορικά με την κατά προορισμόν χρήση του τμήματος που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση καθώς και την, μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση, δυνατότητα ή μη πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποιες προϋποθέσεις, δ) Επίσης, το Εφετείο δεν διέλαβε παραδοχές περί του αν, με την απαλλοτρίωση, αφαιρέθηκε ζωτικός, για την λειτουργία της επιχείρησης, αύλειος χώρος στάθμευσης και ελιγμών μεγάλων επικαθήμενων και συρόμενων οχημάτων του εργοστασίου και αν η αφαίρεση αυτή θα έχει ως συνέπεια να μην υπάρχει δυνατότητα ορθής λειτουργίας της επιχείρησης στην σημερινή θέση και με την σημερινή της μορφή, ε) Ενώ δέχθηκε το Εφετείο ότι το απαλλοτριούμενο ακίνητο είχε ως προορισμό του την οικοδόμηση, περαιτέρω δέχθηκε ότι εξαιτίας της απαλλοτρίωσης "...δεν θίγεται...η γεωργική του χρήση...", χωρίς να διαλάβει καμία απολύτως παραδοχή για το αν θίγεται η χρήση του ως οικοδομήσιμου οικοπέδου, ούτε δε, σε κάθε περίπτωση, αν αυτό πριν την απαλλοτρίωση είχε ως προορισμό του τη γεωργική χρήση ή έφερε χαρακτηριστικά στοιχεία γεωργικού ακινήτου και ποια ήταν αυτά. στ) Αναφορικά με τις συνέπειες που έχει η απαλλοτρίωση ως προς τη σύνδεση του απαλλοτριούμενου ακινήτου με τον οδικό άξονα Θεσσαλονίκης - ..., το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι η απαλλοτρίωση έχει την ανωτέρω συνέπεια, αναφορικά με την αδυναμία σύνδεσης του απαλλοτριούμενου ακινήτου με τον ως άνω οδικό άξονα, δεν διέλαβε καμία παραδοχή αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα των δυσμενών συνεπειών που έχει για την λειτουργούσα επιχείρηση η δυσχέρεια της οδικής σύνδεσης του ακινήτου, αλλά περιορίσθηκε στο να δεχθεί ότι η "...μη συνδρομή του στοιχείου της άμεσης πρόσβασης στην οδική αρτηρία,... δεν αποτελεί αυτή η μορφή εξυπηρέτησης υπολογίσιμο σημαντικό μειονέκτημα για το υπόψη ακίνητο, δεδομένου ότι είναι ο κανόνας σε όλους τους κλειστούς αυτοκινητόδρομους, ενώ η διέλευση απεριορίστου αριθμού προσώπων από τη νόμιμη και ασφαλή πλέον, κατά τις διατάξεις του Κ.Ο.Κ., Οδό, παρέχει δυνατότητα ευρείας και ανέξοδης αναγνωρισιμότητας του γειτονικού σ' αυτήν ακινήτου, καθιστώντας το ιδιαίτερα πρόσφορο και προς εμπορική εκ-μετάλλευση και πολλαπλασιάζοντας έτσι την αγοραία αξία του, χωρίς μεγάλη επιβάρυνση τοπική και χρονική...", ζ) Σχετικώς με την μείωση της αξίας του ακινήτου λόγω ηχητικής και χημικής ρύπανσης, το Εφετείο δέχθηκε ότι πράγματι "...αναφορικά με τη φερόμενη ρύπανση λόγω του κονιορτού και της ηχορύπανσης θα πρέπει να επισημανθεί ότι ναι μεν οι οδικοί άξονες είναι επιβαρυμένοι κυκλοφοριακά και περιβαλλοντικά και, ως άμεσο επακόλουθο, προκαλούν ηχητική και χημική ρύπανση από τα διερχόμενα αυτοκίνητα στα παρακείμενα ακίνητα είτε προορίζονται αυτά για γεωργική εκμετάλλευση είτε για ανοικοδόμηση...". Ωστόσο, δέχθηκε, περαιτέρω, με αντιφατικές αιτιολογίες ότι το γεγονός αυτό δεν επιδρά στην αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου. Ενόψει των ανωτέρω, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ του Κ.Πολ.Δ, επικαλούμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα από αυτήν έγγραφα, σχετικά με την απόδειξη: α) του ισχυρισμού της αναφορικά με τις χρήσεις και την αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου και β) των ισχυρισμών της περί της μείωσης της αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου λόγω της αδυναμίας σύνδεσης αυτού με κόμβο κυκλοφοριακής σύνδεσης, καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του πρώτου λόγου, που έγινε δεκτός για τα ως άνω κεφάλαια της πληττομένης αποφάσεως και, επομένως, καθίσταται αλυσιτελής η έρευνά του.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 εδ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ο προβλεπόμενος από την παραπάνω διάταξη αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παράλειψε να ασχοληθεί με οποιοδήποτε τρόπο με την ενώπιον του κατατεθείσα προς κρίση αίτηση παροχής έννομης προστασίας Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτήν λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων, να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό, αλλά και στο διατακτικό (Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 331/2023, Α.Π. 21/2010, Α.Π. 69/2004) και όχι όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας, έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης (Α.Π. 111/2022, Α.Π. 1550/2021, Α.Π. 353/2020, Α.Π. 755/2019). Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οιαδήποτε μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία (Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1434/2022, Α.Π. 277/2021, Α.Π. 571/2021). Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 171/2020, Α.Π. 431/2016, Α.Π. 1004/2015), όπως και η αίτηση για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης σχετικά με την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους ή της ιδιαίτερης, κατ' άρθρον 13 παρ. 4 Ν. 2882/2001, αποζημίωσης ή της άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας (Α.Π. 1453/2025, Α.Π. 1843/2024, Α.Π. 681/2022, Α.Π. 171/2020, Α.Π. 209/2019, Α.Π. 365/2018, Α.Π. 2062/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, άφησε αδίκαστη την από 30-4-2015 αίτηση, με αριθμ. κατ. ...2015, που άσκησε η ήδη αναιρεσείουσα, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος αυτής με το οποίο ζητούσε τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, μεταξύ των άλλων και ως προς τα κατωτέρω επικείμενα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και με φερόμενη ιδιοκτήτρια την αιτούσα και ήδη αναιρεσείουσα και, συγκεκριμένα: "1) περ/ξη σε τοιχίο μπετόν Η=0,80μ. και οικοδομικό πλέγμα Η=1,10 μ., μήκους 110 με αξίας 150 ευρώ/μ., 2) ασφαλτοστρωμένη επιφάνεια για βαρέως τύπου οχήματα, εμβαδού 4067.00 τ.μ. αξίας 60€/τ.μ., 3) δύο δένδρα κουτσουπιές αξίας 200 €/τεμ......
Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο δεν έκρινε κατά τούτο την αίτηση και άφησε αδίκαστο το ανωτέρω αίτημα, δηλαδή δεν εχώρησε σε προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως αναφορικά προς τα ως άνω επικείμενα. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη από 22-11-2021 αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 2304/2020, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τα ανωτέρω κεφάλαιά της. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα που έχει καταθέσει αυτό (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της, το οποίο υπέβαλε με την αίτηση αναίρεσης και με τις προτάσεις της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατ' άρθρον 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 2882/2001, εφαρμόζεται και στην παρούσα αναιρετική δίκη (Α.Π. 1670/2023, Α.Π. 1066/2022, Α.Π. 687/2020, Α.Π. 1153/2019), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.
... Η κρινόμενη από 17-12-2021 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 3435/2021 αίτηση, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2304/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και 22 του Ν. 2882/2001). Επομένως, είναι παραδεκτή (577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε, αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1823/2025, Α.Π. 457/2025, Α.Π. 1076/2024, Α.Π. 94/2023). Εξάλλου, κατά την παρ. 3 εδάφ. β' του ιδίου άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ., σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Περαιτέρω, σύμφωνα, με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 22 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ): "4. Σε περίπτωση που ο αριθμός των αναιρεσιβλήτων υπερβαίνει τους είκοσι (20), η κλήτευσή τους στη δίκη μπορεί να διενεργηθεί κατά τις διατάξεις του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 19. Για την προθεσμία κλήτευσης ισχύουν οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 568 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. ... Σε κάθε περίπτωση, επί των υποθέσεων αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτων, δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 3 του άρθρου 576 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους έχουν κλητευθεί". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με την προαναφερθείσα παρ. 3 εδ. β' του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ., έχει και η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 εδ. τελ. του ν. 2882/2001. Η αναφορά, στην τελευταία αυτή διάταξη ότι "δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 3 του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ.", αφορούσε στην παρ. 3 εδάφ. β' του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, μετά, όμως, την αντικατάστασή της και οι δύο διατάξεις (παρ. 3 εδάφ. β' του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ και του άρθρου 22 παρ. 4 εδάφιο τελευταίο του ν. 2882/2001) έχουν τις ίδιες συνέπειες (Α.Π. 252/2024, Α.Π. 447/2022, Α.Π. 882/2020, Α.Π. 808/2020). Εξάλλου, με την παράγραφο 4 του άρθρου 19 του ν. 2882/2001, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 88 παρ.1 του ν. 4714/2020 (ΦΕΚ Α' 148/31-07-2020) ορίζεται ότι: "4. Όταν εκείνοι που φέρονται ως ιδιοκτήτες στον κτηματολογικό πίνακα υπερβαίνουν τους πενήντα (50), η κλήτευσή τους γίνεται σύμφωνα με την παρούσα. Η αίτηση, μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου, τοιχοκολλάται δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο στο κατάστημα του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, στα καταστήματα των δικηγορικών συλλόγων της περιφερειακής ενότητας ή των περιφερειακών ενοτήτων και στα καταστήματα των δήμων ή των κοινοτήτων στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα. Η τοιχοκόλληση πιστοποιείται με έκθεση που συν-τάσσεται από το γραμματέα του δικαστηρίου, το γραμματέα του οικείου δικηγορικού συλλόγου και το γραμματέα του οικείου δήμου ή της κοινότητας, αντίστοιχα. Η ειδοποίηση, στην οποία μνημονεύονται, το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, αναρτώνται στις επίσημες ιστοσελίδες του Υπουργείου Οικονομικών (Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων) και του αρμόδιου για την απαλλοτρίωση φορέα. Η ανάρτηση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας γι* αυτήν υπηρεσίας. Εάν η συζήτηση αναβληθεί για σοβαρό λόγο, σύμφωνα με την παρ. 6, δεν απαιτείται η επανάληψη της διαδικασίας, εκτός αν ο λόγος της αναβολής οφείλεται στην πλημμελή, ατελή ή εκπρόθεσμη πραγματοποίηση των παραπάνω δημοσιεύσεων". Στην προκειμένη περίπτωση, από την από ...2024 έκθεση τοιχοκόλλησης της αίτησης της υπαλλήλου του Αρείου Πάγου ..., την από ...2024 έκθεση τοιχοκόλλησης της αίτησης του υπαλλήλου του Δήμου ..., την από ...2024 έκθεση τοιχοκόλλησης της Σοφίας Δημαρέλου, Δικηγόρου του Δήμου ..., την από ...2024 έκθεση τοιχοκόλλησης της υπαλλήλου της Δημοτικής Ενότητας ... του Δήμου ..., ..., την από ...2024 έκθεση τοιχοκόλλησης του υπαλλήλου του Διευθυντή του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, ... και την από ...2024 έκθεση τοιχοκόλλησης του υπαλλήλου του Δικηγορικού Συλλόγου ..., ..., που με επίκληση προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει ότι αντίγραφα της κρινόμενης, από 17-12-2021, αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη προσδιορισμού συζητήσεώς της για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως (31-5-2025) και κλήση προς συζήτηση, τοιχοκολλήθηκαν, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στο κατάστημα του Δικαστηρίου τούτου (στις 29-4-2024), στο δημοτικό κατάστημα του Δήμου ... (στις ...2024), στο δημοτικό κατάστημα του Δήμου ... (στις ...2024), στο δημοτικό κατάστημα της Δημοτικής Ενότητας του Δήμου ... (στις ... 2024), στο κατάστημα του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (στις ... 2024), στο κατάστημα του Δικηγορικού Συλλόγου ... (στις ...2024), στην περιφέρεια του οποίου βρίσκονται τα απαλλοτριωμένα ακίνητα, ενώ, παράλληλα, ειδοποίηση - κλήση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου με τίτλο "ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ - ΚΛΗΣΗ", στην οποία μνημονεύονται το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, αναρτήθηκε, στις ... 2024, στον ιστότοπο του Υπουργείου Οικονομικών καθώς και στον ιστότοπο της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας Θράκης, όπως προκύπτει από τις, με τις ίδιες ημερομηνίες, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, απαντήσεις τους προς το αναιρεσείον. Κατά την προκειμένη δικάσιμο (31-5-2024), κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, παρέστησαν μόνο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, η 48η των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "... ΑΤΕ Εργοληπτική", ενώ οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίστηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτούς έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης. Επομένως, εφόσον οι ανωτέρω απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία τους, σύμφωνα με τα άρθρα 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και 22 παρ. 4 εδάφιο τελευταίο του ν. 2882/2001.
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. 1, στοιχ. α' και 290 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, συνδυαζόμενες και προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως. Η δίκη που διακόπηκε, μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως, ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, ακόμα και ταυτοχρόνως με την δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, αλλά και σιωπηρώς, με την κοινοποίηση κλήσεως για συζήτηση της υποθέσεως (Α.Π. 256/2026, ΑΠ 170/2025, Α.Π. 1067/2024, Α.Π. 1673/2023, Α.Π. 781/2022). Εξάλλου, στην ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί βίαιης διακοπής της δίκης των άρθρων 286 έως 297 του Κ.Πολ.Δ., αλλά η δίκη συνεχίζεται με τους κληρονόμους, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 18 παρ. 5 του Ν. 2882/2001, η οποία, ως ειδική, κατισχύει των γενικών, ως άνω, διατάξεων του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 170/2025, Α.Π. 447/2022, Α.Π. 895/2020, Α.Π. 1144/2019, Α.Π. 1259/2017).
Κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του 39ου των αναιρεσίβλητων, Γ. Γ. δήλωσε ότι ο ... (υπό στοιχείο 39) απεβίωσε στις ...2023 και ότι την δίκη συνεχίζει ο νόμιμος εκ διαθήκης κληρονόμος του .... Ο θάνατος του ανωτέρω αναιρεσίβλητου και η συγγενική σχέση που στηρίζει την κληρονομική διαδοχή, αποδεικνύονται από τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα (ληξιαρχική πράξη θανάτου, πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως και πιστοποιητικό περί δημοσιεύσεως διαθήκης), χωρίς να αμφισβητούνται από το αναιρεσείον. Επομένως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση της ιδιότητας του παρισταμένου κληρονόμου του ανωτέρω θανόντος αναιρεσίβλητου, ο οποίος προσήλθε αυτοβούλως, η αίτηση αναιρέσεως είναι έγκυρη και ισχυρή και κατά το μέρος που στρέφεται κατά του ανωτέρω 39ου των αναιρεσίβλητων, νομίμως δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τον εμφανισθέντα κληρονόμο του, του οποίου άλλωστε η κληρονομική ιδιότητα, όπως προαναφέρθηκε δεν αμφισβητείται. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του 39ου των αναιρεσίβλητων με δήλωσή του, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά και περιέχεται και στις από 31-5-2024 νόμιμα κατατεθείσες προτάσεις του, προέβη σε διόρθωση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης ως προς το όνομα του υπό στοιχεία του 39ου των αναιρεσίβλητων, ο οποίος εσφαλμένα αναγράφεται ως "...", ενώ το ορθό είναι "...".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 319 του Κ.Πολ.Δ., οι αποφάσεις που εκδίδονται σε αιτήσεις για διόρθωση ή ερμηνεία μιας απόφασης, μπορούν να προσβληθούν με όλα τα ένδικα μέσα, με τα οποία θα μπορούσε να προσβληθεί η απόφαση που ζητήθηκε να διορθωθεί ή ερμηνευθεί, με εξαίρεση την ανακοπή ερημοδικίας και, κατά συνέπειαν, αυτή προσβάλλεται και με αίτηση αναίρεσης (Α.Π. 409/2025, Α.Π. 1833/2012), ανεξαρτήτως αν η αίτηση διόρθωσης έγινε δεκτή ή απορρίφθηκε. Τα ανωτέρω ισχύουν και για τη διορθωτική απόφαση, που εκδόθηκε μετά από αυτεπάγγελτα κινηθείσα διαδικασία διόρθωσης (άρθρο 317 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. - Α.Π. 1119/2019). Από την αμέσως προηγούμενη διάταξη προκύπτει ότι η διορθωτική απόφαση δεν έχει αυτοτέλεια, αποτελεί τμήμα της υπό διόρθωση απόφασης, γι' αυτό, άλλωστε και η ενέργε- ιά της ανατρέχει στο χρόνο δημοσίευσης της απόφασης που διορθώνεται (άρθρο 320 του Κ.Πολ.Δ. - Α.Π. 409/2025, Α.Π. 1123/2022, Α.Π. 43/2007) και δεν παρέχει νέα προθεσμία προς άσκηση ενδίκου μέσου, εκτός αν προβάλλεται λόγος κατ' αυτής. Η ενότητα, επομένως, της διορθωτικής (ή της ερμηνευτικής) απόφασης, με την αρχική απόφαση που διορθώθηκε με αυτή, διασπάται, όσον αφορά τα ένδικα μέσα, έτσι, ώστε, κάθε μια από αυτές, να υπόκεινται και να προσβάλλεται αυτοτελώς για σφάλματα, τα οποία εμφιλοχώρησαν κατά τη διαδικασία της έκδοσής της (Α.Π. 409/2025, Α.Π. 695/2004, Α.Π. 643/1993). Ακολούθως των ανωτέρω, συνέπεια της άρσης της ενότητος των δύο αυτών αποφάσεων, σε σχέση με τα ένδικα μέσα, είναι ότι επί άσκησης αναίρεσης κατά τελεσίδικης απόφασης, που έχει διορθωθεί, για λογιστικά λάθη που περιείχε - όπως και οποιοδήποτε άλλο ένδικο μέσο εναντίον της - δεν είναι αναγκαίο η αίτηση αναίρεσης να στρέφεται και κατά της απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή αίτηση διόρθωσης, αφού η διόρθωση των γραφικών ή λογιστικών λαθών της απόφασης ουδόλως άπτεται της ουσίας της υπόθεσης, ούτε αλλοιώνει αυτήν, εφόσον με αυτήν (αίτηση αναίρεσης) δεν προβάλλεται πλημμέλεια κατά την έκδοσή της, πλημμέλεια, για την οποία, άλλωστε, χωρεί αυτοτελής αίτηση αναίρεσης κατά της διορθωτικής απόφασης. Δεν πρόκειται, συνεπώς, για ολοκληρωτική διάσπαση, αφού το επιτρεπτό των ενδίκων μέσων κατά της διορθωτικής απόφασης εξαρτάται από το επιτρεπτό προσβολής της διορθωτέας απόφασης. Όπως παραπάνω αναφέρθηκε, με τη διόρθωση της απόφασης δεν δημιουργείται νέα αυτοτελής απόφαση, αλλά διορθώνεται η ήδη υπάρχουσα η οποία, ως ενιαίο σύνολο, με τη διορθωτική παράγει έννομα αποτελέσματα αναδρομικά από τη δημοσίευσή της και όχι από τη διόρθωσή της (Α.Π. 409/2025, Α.Π. 1123/2022, Α.Π. 1112/2014, Α.Π. 643/1993). Κατά τις διατάξεις δε του άρθρου 20 παρ. 1, 2 και 4 του ν. 2882/2001, όπως οι παρ. 1 και 2 ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με την διάταξη του άρθρου 76 παρ. 13 του ν. 4146/2013, "1. Αρμόδιο να προσδιορίσει οριστικά την αποζημίωση είναι το Εφετείο, της παραγράφου 1 του άρθρου 19 με τριμελή σύνθεση. 2. Μέσα σε τριάντα ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης του Μονομελούς Εφετείου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, κάθε ενδιαφερόμενος δικαιούται και αν ακόμη δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης, να ζητήσει τον οριστικό προσδιορισμό αυτής. Εάν κάποιος από τους ενδιαφερόμενους είναι κάτοικος αλλοδαπής ή άγνωστης διαμονής, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης είναι για όλους τους ενδιαφερόμενους εξήντα ημέρες. Εάν η προαναφερόμενη απόφαση δεν επεδόθη, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης είναι σε κάθε περίπτωση έξι μήνες από τη δημοσίευση της απόφασης, με την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 9 ... Εάν η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης παρήλθε άπρακτη, η αποζημίωση που προσδιορίστηκε προσωρινά καθίσταται οριστική για τον ενδιαφερόμενο που δεν άσκησε αίτηση (παρ. 4)".
Κατά την διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 9 του νόμου αυτού "Όποιος δεν κλητεύτηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ασκήσει με αίτηση την αξίωσή του για καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης, κατά το άρθρο 21 του παρόντος νόμου, μέσα σε πέντε έτη από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και, σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έχει λάβει γνώση, μέσα σε έξι μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση", ενώ κατά την διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 του ίδιου νόμου "Η αίτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης δύναται να ασκηθεί και απευθείας ενώπιον του Εφετείου, εφόσον δεν εκκρεμεί αίτηση οποιουδήποτε ενδιαφερομένου για προσωρινό προσδιορισμό αυτής ή δεν έχει εκδοθεί απόφαση που να την προσδιορίζει προσωρινώς". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 14 παρ. 1, 16 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 19 του ίδιου νόμου συνάγονται τα ακόλουθα: 1) Για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, αλλά και την αξία των συστατικών του. 2) Στην περίπτωση αυτή (υπάρξεως συστατικών) ο ιδιοκτήτης αυτών δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή σχετικής αποζημιώσεως, 3) η αναφερόμενη παραπάνω εξάμηνη προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να υποβληθεί η αίτηση για οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου και των συστατικών του, δεσμεύει όλους τους ενδιαφερόμενους που κλήθηκαν ή έλαβαν μέρος στην δίκη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, ενώ δεν δεσμεύει εκείνους που δεν κλήθηκαν ή δεν έλαβαν μέρος στην άνω δίκη, οι οποίοι και μόνον δικαιούνται να ασκήσουν αίτηση απευθείας στο Εφετείο για οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως και μετά την πάροδο εξαμήνου από την δημοσίευση της αποφάσεως περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως μέσα σε προθεσμία πέντε ετών από την κατά το άρθρο 7 του ίδιου νόμου συντέλεση της απαλλοτριώσεως και πάντως εντός έξι μηνών από τότε που αποδεδειγμένα έλαβαν γνώση της συντελέσεως αυτής (Ολ. Α.Π. 17/2006, Ολ. Α.Π. 27/2006, Α.Π. 1266/2006) και 4) Αν κατά την δίκη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως που οφείλεται για την απαλλοτριούμενη εδαφική έκταση, δεν είχε υποβληθεί και αίτημα καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας για τα επικείμενα, με συνέπεια αυτό (αίτημα καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας για τα επικείμενα) να μην είχε αποτελέσει αντικείμενο της δίκης εκείνης, ο ιδιοκτήτης μπορεί να επιδιώξει με αίτησή του, απευθείας στο Εφετείο, τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος για τα επικείμενα και μετά την πάροδο της εξάμηνης προθεσμίας από την έκδοση της, μη επιδοθείσας, αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως για την απαλλοτριωθείσα εδαφική έκταση (πρβλ. Α.Π. 522/2207, που αφορά στον οριστικό καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το τμήμα του ακινήτου, που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση). Τούτο, άλλωστε, συνάγεται και από την προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 4 του ως άνω άρθρου 20 του ν. 2882/2001, σύμφωνα με την οποία η παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας για την άσκηση της αιτήσεως οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως έχει ως συνέπεια να καθίσταται οριστική η αποζημίωση που προσδιορίστηκε προσωρινά, πράγμα, βέβαια, το οποίο προϋποθέτει, κατά λογική αναγκαιότητα, ότι έχει προσδιοριστεί προσωρινή αποζημίωση, προϋπόθεση, όμως, που δεν συντρέχει, όταν δεν έχει υποβληθεί καν σχετικό αίτημα. Εξ άλλου, οι προθεσμίες του άρθρου 20 παρ. 2 του ν. 2882/2001 είναι αποσβεστικές, με την έννοια του άρθρου 279 του Α.Κ., και λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, κατά την διάταξη του άρθρου 280 του Α.Κ. (Α.Π. 501/2020, Α.Π. 61/2008, Α.Π. 597/2000). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο και όχι το ουσιαστικό. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διατάξεως, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της, ενώ ως έκπτωση από το δικαίωμα νοείται η κύρωση σε βάρος του διαδίκου που επέρχεται από δικονομική διάταξη, σε περίπτωση παρόδου νόμιμης προθεσμίας για ενέργεια, αν από την διάταξη του νόμου και τον σκοπό της συνάγεται ο αποκλεισμός ύστερης ενέργειας. Η διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2882/2001, με την οποία καθορίζονται οι προθεσμίες ασκήσεως της αιτήσεως προσδιορισμού αποζημιώσεως για αναγκαστική απαλλοτρίωση, είναι από την φύση της δικονομική. Η παραβίασή της δε από το δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, θεμελιώνει μόνο τον από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως (Α.Π. 501/2020, Α.Π. 428/2002, αντιθ. Α.Π. 1141/2014).
Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο και υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή το Εφετείο, παρά τον νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτες τις ένδικες υπ' αριθμ. κατ. ...26-5-2015 (ια' αίτηση) και υπ' αριθμ. κατ. ...11-9-2015 (ιβ αίτηση), αιτήσεις των αναιρεσίβλητων, επειδή ασκήθηκαν εκπρόθεσμα, μετά την παρέλευση εξαμήνου από την δημοσίευση της υπ' αριθμ. 2335/10-11-2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως διορθώθηκε παραδεκτά με τις 391, 392/2015 και 1355/2017 αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου, η οποία καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης και δεν επιδόθηκε στους μετέχοντες στη δίκη επί της οποίας αυτή εκδόθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη, με αριθμό 2304/2020, απόφασή του, το Εφετείο Θεσσαλονίκης έκρινε ότι οι υπ' αριθμ. κατ. ...26-5-2015 (ια' αίτηση) και υπ' αριθμ. κατ. ...11- 9-2015 (ιβ' αίτηση) αιτήσεις των αναιρεσίβλητων, που ασκήθηκαν μετά την παρέλευση εξαμήνου από τη δημοσίευση, την 10-11-2014, της υπ' αριθμ. 2335/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (την 26-5- 2015 και 11-9-2015 αντιστοίχως), η οποία καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης και δεν επιδόθηκε στους μετέχοντες στη δίκη, επί της οποίας αυτή εκδόθηκε, ασκήθηκαν εμπροθέσμως, δεδομένου ότι η υπ' αριθμ. 2335/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, διορθώθηκε παραδεκτώς με τις υπ' αριθμ. 391, 392/12-3-2015 και 1355/29-5-2017 αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου (47ο και 48ο φύλλα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης). Έτσι που έκρινε το Εφετείο, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, καθόσον παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτες τις ως άνω αιτήσεις των αναιρεσίβλητων ως προς τα αιτήματα αυτών, τα οποία είχαν αποτελέσει αντικείμενο της δίκης εκείνης, στην οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2335/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς τους. Και τούτο, διότι, όσον αφορά στις ως άνω 391, 392/2015 και 1355/2017 αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με τις οποίες διορθώθηκε η ανωτέρω υπ' αριθμ. 2335/2014 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, αναφορικώς με το ύψος της καθορισθείσας προσωρινώς τιμής μονάδας αποζημίωσης, δεν μπορεί αυτές να θεωρηθούν ως αφετηρία για την έναρξη της εξάμηνης προθεσμίας, εντός της οποίας πρέπει να υποβληθεί η αίτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου και των συστατικών του. Τούτο δε, διότι με την διόρθωση της υπ' αριθμ. 2335/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης δεν δημιουργήθηκε νέα αυτοτελής απόφαση, αλλά διορθώθηκε η ήδη υπάρχουσα, η οποία, ως ενιαίο σύνολο με τις διορθωτικές, παράγει έννομα αποτελέσματα ως προς όλα τα ζητήματα, μεταξύ των οποίων και αυτό της εξάμηνης προθεσμίας, αναδρομικώς από την διόρθωσή της. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί στην παρούσα περίπτωση, ότι από τις ελλείψεις και τα σφάλματα που διορθώθηκαν στη συνέχεια δεν δημιουργήθηκε κατάσταση ανώτερης βίας (άρθρ. 152 παρ. 1 ΚΠολΔ) στο πρόσωπο των αναιρεσίβλητων, η οποία τους εμπόδιζε να ασκήσουν εμπροθέσμως τις υπ' ...26-5-2015 (ια') και ...11-9-2015 (ιβ') αιτήσεις τους και έτσι να δικαιολογείται η πάροδος της σχετικής προθεσμίας. Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ότι οι ένδικες αιτήσεις των αναιρεσίβλητων ως προς τα αιτήματα αυτών, τα οποία είχαν αποτελέσει αντικείμενο της δίκης εκείνης, στην οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2335/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ασκήθηκαν εμπροθέσμως, παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και, ως εκ τούτου, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, όπως βασίμως παραπονείται το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Κατά την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 του Ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α710.4.2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρο 146 παρ. 9 του Ν. 4070/2012), "Εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά, σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο. Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης και ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας από την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος". Με την προαναφερθείσα τροποποίηση επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής" μειώσεως της αξίας του ακινήτου, που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο Ν.Δ. 797/1971. Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του τμήματος, που βρίσκεται εκτός απαλλοτριώσεως, ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος, όμως, "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικώς τον τρόπο υπολογισμού της μειώσεως και του ποσοστού αυτής (Α.Π. 809/2023, Α.Π. 1941/2022, Α.Π. 210/2019, Α.Π. 96/2015). Από την διάταξη αυτή, του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, προκύπτει ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει, όχι μόνον την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει μετά την απαλλοτρίωση, καθίσταται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του. Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει, υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, είτε κατά την δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνον την εκ της απαλλοτριώσεως της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (Ολ. Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 12/2011, Ολ. Α.Π. 31/2005, Α.Π. 1323/2024, Α.Π. 749/2024, Α.Π. 1550/2023, Α.Π. 1056/2023, Α.Π. 1941/2022, Α.Π. 96/2022). Άλλωστε, από τις διατάξεις του άρθρου 1 της Ε.Σ.Δ.Α., των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, 7 παρ. 1 και 13 παρ. 1, 2 και 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) προκύπτει: α) ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου συντελείται μόνο αφού καταβληθεί στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο η δικαστικώς προσδιορισθείσα αποζημίωση, η οποία πρέπει να είναι πλήρης, πρέπει δηλαδή να ανταποκρίνεται προς την αξία του απαλλοτριουμένου και, ειδικότερα, να επαρκεί για την αγορά άλλου ανάλογου ακινήτου και β) ότι εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για την χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημιώσεως για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο. Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι σε περίπτωση που σε χρόνο μεταγενέστερο απαλλοτριωθεί τμήμα ιδιοκτησίας, το οποίο έχει απομείνει από προγενέστερη απαλλοτρίωση, τότε, προκειμένου να είναι πλήρης η αποζημίωση, την οποία θα λάβει τελικώς ο δικαιούχος, θα πρέπει να καταβληθούν σε αυτόν τόσον η μείωση της αξίας του εναπομείναντος τμήματος, η οποία πρέπει να προσδιορισθεί ως ιδιαίτερη αποζημίωση στο πλαίσιο της πρώτης απαλλοτριώσεως, όσον και το υπόλοιπο της αξίας του τμήματος αυτού, το οποίο απαλλοτριώθηκε στο πλαίσιο της δεύτερης, μεταγενέστερης, απαλλοτριώσεως. Ειδικότερα, στην οριστική τιμή που θα καθορισθεί για το μεταγενεστέρως απαλλοτριωθέν εναπομείναν τμήμα, θα συνυπολογισθεί και η μείωση της αξίας που καθορίστηκε ως ιδιαίτερη αποζημίωση στο πλαίσιο προγενέστερης απαλλοτριωτικής δίκης, δηλαδή θα καθορισθεί οριστική τιμή, η οποία συμπεριλαμβάνει και την μείωση της αξίας του ακινήτου, η οποία καθορίσθηκε ως ιδιαίτερη αποζημίωση στο πλαίσιο της πρώτης απαλλοτριώσεως και την αξία του εναπομείναντος τμήματος, διότι τότε η οριστική αυτή τιμή ανταποκρίνεται πλέον αυτοτελώς στην πλήρη αξία του απαλλοτριωθέντος εναπομείναντος τμήματος και ικανοποιείται πλήρως η απορρέουσα από τις διατάξεις της Ε.Σ.Δ.Α., το Σύνταγμα και τον Κ.Α.Α.Α. απαίτηση για πλήρη ικανοποίηση του δικαιούχου (Α.Π. 1670/2023, Α.Π. 1277/2012). Εξάλλου, μείωση της αξίας του τμήματος που απομένει, σύμφωνα με τα παραπάνω, συνιστά η ανέφικτη κατά προορισμόν εκμετάλλευσή του, ανεξάρτητα από την έκτασή του, αφού ο νόμος δεν κάνει καμία διάκριση, είναι δε δυνατό να οφείλεται στο ότι αυτό κατέστη μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο ή κατέστη παράγωνο ή, ως υπόλοιπο αγρού, απέμεινε λωρίδα εδάφους μη εκμεταλλεύσιμη ή η εκμετάλλευσή του, λόγω της εκτάσεώς του ή και του σχήματος του, θα είναι πλέον αντιοικονομική, γιατί θα απαιτεί αυξημένες δαπάνες ή θα είναι ασύμφορη. Αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του αιτήματος περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως, λόγω μειώσεως της αξίας του τμήματος αυτού που απομένει, να αποδεικνύεται, σωρευτικώς, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις διατάξεις που ισχύουν, τους όρους δομήσεως κατά κανόνα ή κατά παρέκκλισιν και ότι το τμήμα αυτού, που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, δεν είναι πλέον άρτιο, ούτε κατά παρέκκλισιν ή είναι μεν άρτιο, αλλά όχι οικοδομήσιμο (Α.Π. 749/2024, Α.Π. 1056/2023, Α.Π. 1430/2022, Α.Π. 171/2020, Α.Π. 210/2019, Α.Π. 205/2017). Επίσης, στο Π.Δ. της 24/31-5-1985 (ΦΕΚ 270/Δ) "Τροποποίηση των όρων και περιορισμών δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων και εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών" και στο άρθρο 1 αυτού, ορίζεται ότι "Οι όροι και περιορισμοί δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων, κωμών και οικισμών ή εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών και στερουμένων ρυμοτομικού σχεδίου, που καθορίστηκαν με το από 6-10-1978 π.δ/γμα, ως ισχύει, τροποποιούνται ως εξής: 1. α) Ελάχιστο εμβαδόν γηπέδου 4.000 τ.μ. και πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο είκοσι πέντε (25) μέτρα..., β) Για γήπεδα που έχουν πρόσωπο σε διεθνείς, εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδούς, ως και σε εγκαταλειμμένα τμήματά τους και σε σιδηροδρομικές γραμμές απαιτούνται: ελάχιστο πρόσωπο 45 μ., ελάχιστο βάθος 50 μ., ελάχιστο εμβαδόν 4.000 τ.μ. 2. Κατά παρέκκλιση από την προηγούμενη παράγραφο θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα: α) τα κείμενα εντός της ζώνης των πόλεων κωμών και οικισμών, τα οποία είχαν κατά την 24-4-1977, ημέρα δημοσίευσης του από 5-4-1977 π.δ/τος (ΦΕΚ 133Δ), ελάχιστο εμβαδόν 2.000 τ.μ., β) τα γήπεδα που κατά την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος π.δ/τος έχουν πρόσωπο σε διεθνείς, εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδούς, καθώς και σε εγκαταλελειμμένα τμήματα αυτών και σε σιδηροδρομικές γραμμές και εφόσον έχουν: αα)..., γγ) τα γήπεδα που υφίστανται κατά την 17-10-1978, ημέρα δημοσίευσης του από 6-10-75 π.δ/τος (ΦΕΚ 538Δ), ελάχιστο πρόσωπο: 25 μέτρα, ελάχιστο βάθος: 40 μέτρα, ελάχιστο εμβαδόν: 2.000 τ.μ... γ) Άρτια και οικοδομήσιμα γήπεδα που απομειούνται συνεπεία απαλλοτριώσεων η διανοίξεως ... οδών θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα, εφόσον μετά την απομείωση αυτή έχουν τα όρια αρτιότητας και τις λοιπές προϋποθέσεις των γηπέδων των προηγούμενων περιπτώσεων α και β...". Με βάση τις διακρίσεις αυτές: 1) Εάν το μη απαλλοτριωθέν τμήμα του αρχικού γηπέδου είναι τουλάχιστον 4.000 τ.μ., δεν υπάρχει καμία απομείωση του απομένοντος τεμαχίου, 2) Εάν το μη απαλλοτριωθέν τμήμα είναι κάτω από 4.000 τ.μ., πρέπει να ερευνηθεί ο χρόνος δημιουργίας του αρχικού γηπέδου, ώστε: α) εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 12- 11-1962 θεωρείται άρτια και δομήσιμη ακόμη και έκταση 750 τ.μ., εφόσον συντρέχουν και οι πιο πάνω όροι δομήσεως, β) εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 12-9-1964, για την αρτιότητα αρκεί και έκταση 1.200 τ.μ., με τους λοιπούς ως άνω όρους δομήσεως, γ) εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 17-1 ΟΙ 978, αρκεί επιφάνεια 2.000 τ.μ., με τους πιο πάνω όρους δομήσεως. Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παρ. 5 του ίδιου άρθρου (1 του Π.Δ. της 24/31-5- 1985), οι αποστάσεις του κτιρίου από τα όρια του γηπέδου ορίζονται σε 15 μ. τουλάχιστον, κατά παρέκκλισιν δε οι πλάγιες ή οπίσθιες αποστάσεις των κατά παρέκκλιση αρτίων ή οικοδομήσιμων γηπέδων της περ. (Β) υποπερ. (αα) ορίζονται σε 2,5 μ., υπό την προϋπόθεση ότι τα μήκη προσώπου ή βάθους του γηπέδου είναι μικρότερη των 20 μ. για το πρόσωπο ή των 35 μ. για το βάθος. Εξάλλου, με το άρθρο 2 παρ. 1 β' του Π.Δ. 209/1998 (ΦΕΚ 169/Α/98) ορίζεται ότι η ελάχιστη απόσταση των κτιρίων από τους άξονες των οδών ή τα όριά τους, σε όσες περιπτώσεις προβλέπεται, τα οποία κτίρια βρίσκονται σε εκτός εγκεκριμένου σχεδίου περιοχές και εκτός ορίων οικισμών στο Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο 60 μ. από τον άξονα της οδού ή όχι λιγότερο των 40 μ. από το όριο αυτής και για κτίρια τα οποία βρίσκονται σε περιοχές μέσα στα όρια οικισμών προϋφισταμένων του 1923, χωρίς εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ή μέσα στα όρια οικισμών, κάτω των 2.000 κατοίκων, οριοθετημένων σύμφωνα με το από 24.04.1985 Π.Δ. (ΦΕΚ 181/Δ/85) όπως ισχύει στο Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο, 30 μ. από τον άξονα της οδού και όχι λιγότερο των 20 μ. από το όριο αυτής. Κριτήριο, συνεπώς, για την αρτιότητα ή μη ενός ακινήτου που απομένει εκτός απαλλοτριώσεως και για την εξ αυτής κρίση περί της απομειώσεως της αξίας αυτού, αποτελεί, προεχόντως, ο χρόνος δημιουργίας του αρχικού γηπέδου, ο οποίος θα προσδιορίσει το άρτιο και οικοδομήσιμο του εναπομένοντος εκτός απαλλοτριώσεως τμήματος, με βάση τα προεκτεθέντα κριτήρια του νόμου (Α.Π. 265/2026, Α.Π. 749/2024, Α.Π. 1430/2022, Α.Π. 553/2021).
Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του καθορισμού ιδιαιτέρας αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα, μετά την απαλλοτρίωση, τμήματα των ακινήτων τους, παραβιάζοντας, κατ' αυτόν τον τρόπο, εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 13 παρ. 1 έως 3 και 4 του Ν. 28822001 και παρ. 1 έως 5 του Π.Δ. 24/31-5-1985.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον, εν προκειμένω τον αναιρετικό έλεγχο, μέρος της (καθορισμός ιδιαιτέρας αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των αναφερομένων ακινήτων), προσδιόρισε την ιδιαίτερη αποζημίωση ως εξής: "...σε ποσοστό 90% επί της καθορισθείσας ανά τ.μ. αξίας του, για το ΚΠ Α-4β ακίνητο, σε ποσοστό 10% για το ΚΠ Α-8, 30% για το ΚΠ Α-43, 20% για το ΚΠ Α-50, 20% για το ΚΠ Α-63, 80% για το ΚΠ Α-68, 20% για το ΚΠ Α-69, 20% για το ΚΠ Α-71, 40% για το ΚΠ Α-74, 30% για το ΚΠ Α- 76, 40% για το ΚΠ Α-77, 70% για το ΚΠ Α-81, 80% και 70% για το ΚΠ Α-82, 30% για το ΚΠ Α-83, 80% και 50% για το ΚΠ Α-88, 50% για το ΚΠ Α-93, 50% για το ΚΠ Α-103, 10% για το ΚΠ Α-104, 40% για το ΚΠ Α-108, 20% για το ΚΠ Α-109, 80% για το ΚΠ Α-112, 10% και 40% για το ΚΠ Α-118, 5% και 5% για το ΚΠ Α-120, 10% για το ΚΠ Α-131, 30% για το ΚΠ Α-132, 30% για το ΚΠ Α-133, 80% και 60% για το ΚΠ Α-136, 30% για το ΚΠ Α-148, 80% το ΚΠ Α-149, 50% για το ΚΠ Α-160, 5% για το ΚΠ Α 163, 30% για το ΚΠ Α-165, 40% για τα ΚΠ Α- 170, Α-171, 10% για το ΚΠ Α-176, 60% για το ΚΠ Α 181, 10% για το ΚΠ Α- 195, 10% για το ΚΠ Α-197, 20% για το ΚΠ Α-198, 100% για το ΚΠ Α-199, 70% για το ΚΠ Α-205, 80% για το ΚΠ Α-206, 70% για το ΚΠ Β-2, 60% για το ΚΠ Β- 5, 98% για το ΚΠ Β-7, 70% για το ΚΠ Β-15, 30% για το ΚΠ Β-16, 50% για το ΚΠ Β-25, 60% για το ΚΠ Β-30, 50% για το ΚΠ Β-41, 10% για το ΚΠ Β-48, 10% για το ΚΠ Β-49, 50% για το ΚΠ Β-56, 70% και 90% για το ΚΠ Β-61, 20% για το ΚΠ Β-67, 20% για το ΚΠ Β-71,90% για το ΚΠ Β-72, 10% για το ΚΠ Β-101, 20% για το ΚΠ Β-108, 70% και 80% για το ΚΠ Β-109, 10% για το ΚΠ Β-113, 100% και 70% για το ΚΠ Β-114, 10% για το ΚΠ Β-115, 80% για το ΚΠ Β-118, 70% για το ΚΠ Β-121, 95% για το ΚΠ Β-123%, 10% για το ΚΠ Β-125, 10% για το ΚΠ Β-128, 10% για το ΚΠ Β-129, 10% για το ΚΠ Β-130, 30% για το ΚΠ Β- 133, 20% για το ΚΠ Β-135, 10% για το ΚΠ Β-140, 60% για το ΚΠ Β-145, 50% για το ΚΠ Β-150, 50% για το ΚΠ Β-151, 5% για το ΚΠ Β-159, 10% για το ΚΠ Β-172, 10% για το ΚΠ Α-99, 50% για το ΚΠ Α-209, 30% για το ΚΠ Α-70, 30% για το ΚΠ Β-6, 10% για το ΚΠ Α-139, 10% για το ΚΠ Β-112 και 50% για το ΚΠ Β-106". Κρίνοντας έτσι το δίκασαν Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος, περί της μείωσης της αξίας των εναπομεινάντων εδαφικών τμημάτων, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και, ειδικότερα, για το αν τα εναπομείναντα τμήματα των ως άνω ιδιοκτησιών υπέστησαν σημαντική ζημία μετά την απαλλοτρίωση και την απότμηση εδαφικών τμημάτων από τις αρχικές ιδιοκτησίες. Συγκεκριμένα, το Εφετείο: α) δεν προσδιορίζει ποιες από τις προβλεπόμενες στο νόμο προϋποθέσεις αρτιότητας και οικοδομησιμότητας έπαψαν να πληρούν μετά την απαλλοτρίωση και την απότμηση εδαφικών τμημάτων από τα αρχικά φερόμενα ως άρτια και οικοδομήσιμα, ως έχοντα εμβαδόν άνω των 4.000 τ.μ. απαλλοτριωθέντα ακίνητα των αναιρεσιβλήτων, τα τμήματα των ακινήτων τους που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, ώστε να καθίστανται μη άρτια και μη οικοδομήσιμα κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση, β) δεν αναφέρει, καθόσον αφορά τα εναπομείναντα τμήματα των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν, που έχουν εμβαδόν κάτω από 4.000 τ.μ., τον χρόνο δημιουργίας του αρχικού γηπέδου, ο οποίος προσδιορίζει το άρτιο και οικοδομήσιμο του εναπομένοντος εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος με βάση τα προεκτεθέντα κριτήρια του νόμου (ελάχιστο πρόσωπο, ελάχιστο βάθος κ.λπ.) και, αναλόγως του πιο πάνω χρόνου δημιουργίας του αρχικού γηπέδου, τη συνδρομή ή όχι κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις των απαιτούμενων από τον νόμο προϋποθέσεων αρτιότητας και οικοδομησιμότητας των εναπομενόντων εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων, γ) δεν διευκρινίζει, αναφορικά με τις εναπομείνασες εκτάσεις και όσες από αυτές έχουν εμβαδόν τουλάχιστον 2.000 τ.μ., αν ήταν ή όχι άρτιες και οικοδομήσιμες, υπό την προϋπόθεση ότι το αρχικό γήπεδο είχε δημιουργηθεί πριν από την 17-10-1978 και εφόσον συνέτρεχαν οι αναφερόμενοι πιο πάνω όροι δόμησης, δ) Για τα ΚΠ Α-4β και Α-5β ακίνητα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται απλώς ως προορισμός των ακινήτων ο "οικονομικός", χωρίς να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται ο οικονομικός αυτός προορισμός, ε) για τα ΚΠ Α-8, Α-43, Α-50, Α-63, Α-69, Α-71, Α-76, Α-77, Α-81, Α-82, Α83, Α-88, Α-93, Α-104, Α-108, Α-109, Α- 118α, Α-120, Α-131, Α-132, Α-133, Α-148, Α-160, Α-165, Α-170, Α-171, Α-176, Α-195, Α-197, Α-198, Β-5, Β-48, Β-49, Β-101, Β-113, Β-115, Β-125, Β-125, Β- 129, Β-130, Β-133, Β-140, Β-150, Β-151, Β-159, Β-172, Α-99, Α-139, Β-112 και Β-106α ακίνητα αναφέρεται ότι "η απαλλοτρίωση επιφέρει σημαντικές μεταβολές στη χρήση τους από πλευράς πολεοδομικών παραμέτρων, δεν θίγεται όμως η προεχόντως κατά προορισμό γεωργική τους χρήση διά της ταχείας, ασφαλούς και από πλήρως διαμορφωμένο δρόμο πρόσβασης σ' αυτό, μεταφοράς προσώπων και προϊόντων και κίνησης γεωργικών μηχανημάτων...", χωρίς να διευκρινίζεται, όμως, ποιες είναι οι πολεοδομικές παράμετροι οι οποίες επηρεάζονται από την απότμηση, στ) για τα ΚΠ Α-68, Α-103, Α-112, Α- 118β, Α-136, Α-205, Β-2, Β-25, Β-56, Β-61, 8-108, Β-109, Β-114, Β-118, Β- 123α Β-145 ακίνητα αναφέρεται ότι "η απαλλοτρίωση επιφέρει μεταβολές σημαντικές στη χρήση τους από πλευράς πολεοδομικών παραμέτρων, ενώ η προεχόντως κατά προορισμό χρήση τους (γεωργική εκμετάλλευση) κατέστη ιδιαίτερα δυσχερής και λιγότερο αποδοτική, λόγω της μικρής τους έκτασης και της επιδείνωσης των γεωμετρικών τους χαρακτηριστικών", χωρίς να διευκρινίζεται ποιες είναι οι πολεοδομικές παράμετροι οι οποίες επηρεάζονται από την απότμηση και σε τι συνίσταται η επιδείνωση των γεωμετρικών τους χαρακτηριστικών και για το ΚΠ Α-209 ακίνητο ότι "η απαλλοτρίωση επιφέρει μεταβολές σημαντικές στη χρήση του από πλευράς προσβασιμότητας και ευχερούς γεωργικής του χρήσης", χωρίς περαιτέρω αναφορά για ποιους συγκεκριμένους λόγους και κατά ποιο τρόπο η προσβασιμότητα και η ευχερής γεωργική χρήση επηρεάζονται από την απαλλοτρίωση, για το ΚΠ Α-74 ακίνητο ότι "η απαλλοτρίωση επιφέρει σημαντικές μεταβολές στην προεχόντως κατά προορισμό χρήση του λόγω της δυσχερούς και μη αποδοτικής εκμετάλλευσής του εξαιτίας της μικρής του έκτασης", χωρίς περαιτέρω αναφορά για ποιους συγκεκριμένους λόγους και κατά ποιο τρόπο η εκμετάλλευση καθίσταται δυσχερής, ζ) για τα ΚΠ Α-149, Β-41, Β-72, Β-121, Β-135 ακίνητα αναφέρεται ότι "η απαλλοτρίωση επιφέρει μεταβολές σημαντικές στη χρήση τους από πλευράς πολεοδομικών παραμέτρων και προσβασιμότητας", χωρίς περαιτέρω αναφορά στις πολεοδομικές αυτές παραμέτρους, για τα ΚΠ Α-181 και Α-206 ακίνητα ότι "η απαλλοτρίωση επιφέρει σημαντικές μεταβολές στη χρήση τους από πλευράς πολεοδομικών παραμέτρων, καθίσταται δε δυσχερής λόγω της μείωσης της έκτασής τους και η προεχόντως κατά προορισμό γεωργική τους χρήση", χωρίς, ομοίως, περαιτέρω αναφορά στις πολεοδομικές αυτές παραμέτρους, για το Β-15 ακίνητο ότι "η απαλλοτρίωση επιφέρει σημαντικές μεταβολές στη χρήση του από πλευράς πολεοδομικών παραμέτρων, αλλά και δυνατότητας αποδοτικής εκμετάλλευσής του", χωρίς περαιτέρω αναφορά στις πολεοδομικές αυτές παραμέτρους και θ) για τα Β-16, Β-25, Β-67, Α-70 ακίνητα ότι "η απαλλοτρίωση επιφέρει σημαντικές μεταβολές στη χρήση του από πλευράς πολεοδομικών παραμέτρων" χωρίς ομοίως περαιτέρω αναφορά στις πολεοδομικές αυτές παραμέτρους. Κατά συνέπειαν, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η από 17-12-2021 αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί, ως προς τα ανωτέρω κεφάλαιά της, η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια, πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές, από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 του ΚΠολΔ, και να επιβληθούν εις βάρος των αναιρεσίβλητων, που ηττήθηκαν (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος της παρούσας αναιρετικής δίκης, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1, 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 του Ε- ισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 29-3-2021, 22-11-2021 και 17-12-2021 (με αύξοντες αριθμούς καταθέσεως 807/5-4-2021, 3198/23-11-2021 και 3435/17-12- 2021, αντιστοίχως) αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2304/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Α) Δέχεται εν μέρει την από 29-3-2021 (αρ. κατ. 807/5-4-2021) αίτηση αναιρέσεως.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2304/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά τα κεφάλαια αυτής που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα.
Συμψηφίζει στο σύνολο τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης.
Β) Δέχεται την από 22-11-2021 (αρ. κατ. 3198/23-11-2021) αίτηση αναιρέσεως.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2304/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά τα κεφάλαια αυτής που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Γ) Δέχεται την από 17-12-2021 (αρ. κατ. 3435/17-12-2021) αίτηση αναιρέσεως.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2304/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά τα κεφάλαια αυτής που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα αναιρούμενα κεφάλαιά της, στο Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ