ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 722/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 722/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 722/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α1)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 722 / 2026    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 722/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Στυλιανή Μπλέτα, Δέσποινα Βασιλοδημητράκη και Δήμητρα Σίσκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία " ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Γεωργίου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "…", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καλοκύρη, που ανακάλεσε την από 5/9/2025 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Σ. Π. του Ι., για λογαριασμό του οποίου συνεχίζει τη παρούσα δίκη η μοναδική κληρονόμος αυτού, Ε. Ρ. του Κ., κάτοικος ..., 3) Ε. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., α) ως εκ διαθήκης μοναδικής και με το ευεργέτημα της απογραφής κληρονόμου των αποβιωσάντων Α. Ο. του Α. και Α. χήρας Α. Ο., το γένος Κ. Μ., β) ως προσωρινής εκκαθαρίστριας της Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "…", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θωμά Καλοκύρη, που ανακάλεσε την από 5/9/2025 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της Προσθέτως Παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "DOVALUE GREECE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και το διακριτικό τίτλο "DOVALUE GREECE", πρώην με την επωνυμία "EUROBANK FPS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και τον διακριτικό τίτλο "EUROBANK FINANCIAL PLANNING SERVICES", που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής Εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "FRONTIER
ΙΙ ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που εδρεύει στην Ιρλανδία και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γιαννόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/5/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4059/2014 μη οριστική και 1164/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 384/2023 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/9/2023 αίτησή της και η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 19/12/2024 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική διαδικασία, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση. Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΟλΑΠ 22/2000,ΑΠ 3/2025, 373/2022, ΑΠ 2030/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της υπ' αριθμ. …/2024 από …2024 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Θεσσαλονίκης, στις …2024 απεβίωσε ο δεύτερος ενάγων της από …2007 αγωγής και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος Σ. Π. του Ι., ο οποίος, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα α) της υπ' αριθμ. …2009 δημόσιας Διαθήκης ενώπιον της συμβολαιογράφου … Κ. Β., β) του υπ' αριθμ. …2024 πρακτικού του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης περί της δημοσίευσης αυτής, γ) του υπ' αριθμ. …2024 πιστοποιητικού του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, περί μη αποποίησης δ) του υπ' αριθμ. …2024 πιστοποιητικού εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Θεσσαλονίκης, κληρονομήθηκε νομίμως εκ διαθήκης από την Ε. Ρ. του Κ. Η τελευταία, υπό την ιδιότητά της αυτή, για την οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, νομίμως δήλωσε το θάνατο του προαναφερόμενου δεύτερου αναιρεσίβλητου και την εκούσια στο όνομά της επανάληψη της δίκης και δεδομένου ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση της ιδιότητάς της η δίκη συνεχίζεται αμέσως, υπεισελθούσα στη δικονομική θέση του ως άνω αποβιώσαντος αναιρεσίβλητου. Με την κρινόμενη από …2023 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 384/2023 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 13-6-2019 και με αριθ. καταθ. …/2019 έφεση της αναιρεσείουσας, κατά της 1164/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 25-5-2007 αγωγή της πρώτης ενάγουσας εταιρίας ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, του αποθανόντος μετά την άσκηση της υπό κρίση αναίρεσης δεύτερου ενάγοντος ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου Σ. Π. του Ι. για τον οποίο συνεχίζει νόμιμα τη δίκη η κληρονόμος του Ε. Ρ. και των αποθανόντων μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης τρίτης και τέταρτης εναγουσών Α. Ο. του Α. και Α., χήρας Α. Ο., το γένος Κ. Μ., για τους οποίους συνεχίζει νόμιμα τη δίκη η κληρονόμος τους τρίτη αναιρεσίβλητη, και αναγνωρίσθηκε ότι οι απαιτήσεις της εναγομένης τραπεζικής εταιρίας από την με αριθ. …1976 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό υπάγονται στις ρυθμίσεις των διατάξεων του άρθρου 39 §1 ν. 3259/2004, επανακαθοριζόμενες δε με βάση τις διατάξεις αυτές, έχουν εξοφληθεί ολοσχερώς, με πιστωτικό υπέρ των εναγόντων υπόλοιπο ποσού 259.759,62 ευρώ και αναγνωρίστηκε επίσης, η ανυπαρξία οφειλής των εναγόντων προς την αντίδικό τους τράπεζα εκ της συμβάσεως αυτής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή, μεταξύ άλλων, δίκη, πρόσθετη παρέμβαση, για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς, για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 του ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου, που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση, προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78 ΚΠολΔ. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι αποφασιστικό κριτήριο, για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς, είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή, των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής, στις έννομες σχέσεις του τρίτου, προς τον αντίδικό του. Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται, όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών, που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος, προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας. Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί, για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη, κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ, αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαστική ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο, υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο, που ο παρεμβαίνων θεωρείται, κατά πλάσμα δικαίου, ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως, να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες, που προσιδιάζουν, αποκλειστικά, στο πρόσωπο του κύριου διαδίκου (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 177/2011, ΑΠ 1485/2006). Ως αυτοτελής, δε, πρόσθετη παρέμβαση, πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός, που έγινε διάδοχος του διαδίκου στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ' αυτού, κατά το άρθρο 325 αριθμ.2 ΚΠολΔ (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 παρ.1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις, που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή, με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του Δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας και ολοκληρώνεται, με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται, για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους, μέχρι της άσκησής της, διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες, πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1736/2017).

Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ του ν. 4354/2015, ''Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων ...'', ''τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις''. Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου, ''οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης''. Τέλος, κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των ν. 4354/2015 και 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ' εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας, προς είσπραξη των, υπό διαχείριση, απαιτήσεων, και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 3156/2003, για την τιτλοποίηση απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ 742/2023, ΑΠ 753/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, η εδρεύουσα στο Μοσχάτο Αττικής ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" (πρώην "EUROBANK FPS Α.Ε.Δ.Α.Δ.Π."), με το από 19-12-2024 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 23-12-2024 και επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην αναιρεσείουσα και στους αναιρεσίβλητους (βλ. τις με αριθμούς …2025 και …2025, …2025 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών Επιμελητών, στο Εφετείο … και …, Α. Γ. Ζ. και Π. Β. αντίστοιχα), ασκεί το πρώτον, ενώπιον του Αρείου Πάγου, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", επικαλούμενη, ως έννομο συμφέρον να παρέμβει, ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος στην εκκρεμή αυτή κύρια δίκη, την ιδιότητά της, ως νόμιμης διαχειρίστριας της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού, με την επωνυμία "FRONTIER II ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY" (ΦΡΟΝΤΙΕΡ 2 ΙΣΣΟΥΕΡ ΝΤΕΖΙΓΚΝΕΙΤΙΝΤ AKTIBITI ΚΟΜΠΑΝΙ), που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, με αριθμό καταχώρισης στο μητρώο εταιρειών …, ειδικής διαδόχου της αναιρεσείουσας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 ΚΠολΔ). Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει, ότι η προσθέτως παρεμβαίνουσα εταιρεία, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί και ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει, υπό την προηγούμενη επωνυμία της ''EUROBANK FPS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις'' (απόφαση …2017 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος ΦΕΚ Β' 880/16-3-2017), είναι διαχειρίστρια απαιτήσεων, που ανήκαν στην αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία και προέκυψαν από χορηγήσεις δανείων και πιστώσεων προς οφειλέτες, που οι οφειλές τους έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες και έχουν καταγγελθεί από την αναιρεσείουσα, η οποία στο πλαίσιο τιτλοποίησής τους, δυνάμει της από 16-02-2024 σύμβασης πώλησης και εκχώρησης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο … με αυξ. αριθ. … και υπ' αριθ. πρωτ. …2024, έχει μεταβιβάσει τις απαιτήσεις αυτές, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003, στην άνω αλλοδαπή ανώνυμη εταιρεία ειδικού σκοπού, με την επωνυμία, ''FRONTIER ΙΙ ISSUER DESIGNATED ACTIVITY COMPANY'', που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε τη διαχείριση των ως άνω απαιτήσεων, από δάνεια και πιστώσεις, στην παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, δυνάμει της από 16-02-2024 σύμβασης ανάθεσης διαχείρισης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών στον τόμο … με αυξ. αριθ. … και υπ' αριθ. πρωτ. …2024. Στις ως άνω μεταβιβασθείσες απαιτήσεις περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι απαιτήσεις της αναιρεσείουσας - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση Τράπεζας, που απορρέουν από την, μεταξύ αυτής και των αναιρεσίβλητων, με αριθ. …1976 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό. Επομένως, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει σαφώς χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη, κατ' άρθρα 80 και 83 ΚΠοΔ, με αποτέλεσμα, μεταξύ της κύριας διαδίκου αναιρεσείουσας και της προσθέτως, υπέρ αυτής, παρεμβαίνουσας να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, ορίζεται ότι : "1. Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31.12.2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο. Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση : α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτήν, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000. Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού".

Περαιτέρω με το άρθρο 39 του ν. 3259/2004 ορίζεται: α) Στην παράγραφο 1: "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί, πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του, κατά περίπτωση, ληφθέντος κεφαλαίου, εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε, κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 (που εξαιρεί από τη ρύθμιση τις μεγάλες οφειλές και τα δάνεια πάνω από ένα ορισμένο ποσό) και 5 του παρόντος άρθρου", β) στην παράγραφο 2: " Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεών τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου. Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να μην προχωρήσουν σε έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξή τους ούτε σε συνέχιση διαδικασιών που έχουν ήδη αρχίσει, μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ή εφόσον εκκρεμεί η αίτηση του επόμενου εδαφίου για τη συνομολόγηση της ρύθμισης ή για όσο χρόνο ο οφειλέτης είναι ενήμερος. Μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 οι οφειλέτες ή οι εγγυητές πρέπει να υποβάλουν στα πιστωτικά ιδρύματα αίτηση για την υπαγωγή τους στη ρύθμιση. Η αποπληρωμή της προκύπτουσας κατά τα ως άνω οφειλής πρέπει να έχει διάρκεια πέντε (5) έως επτά (7) ετών, εκ των οποίων δύο (2) έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος και η αποπληρωμή θα γίνεται με ισόποσες περιοδικές δόσεις, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Η οφειλή θα είναι έντοκη με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της ενήμερης οφειλής για όμοιες χρηματοδοτήσεις", γ) στην παράγραφο 5: "Προκειμένου περί οφειλών κατά κύριο επάγγελμα αγροτών, σχετικών με την επαγγελματική τους αυτή δραστηριότητα, που υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 30 του Ν.2789/2000, όπως ισχύει, το συνολικό ύψος τους δεν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών το διπλάσιο του ποσού της οφειλής, όπως διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση...Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να υπολογίζουν το ύψος της οφειλής της παρούσας παραγράφου, να τη γνωστοποιούν στον οφειλέτη και να συνομολογούν τη ρύθμιση εντός προθεσμίας ενενήντα ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης, η οποία πρέπει να υποβληθεί, μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2004 το αργότερο", δ) στην παράγραφο 8: "Καταβολές που έγιναν οποτεδήποτε από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτο και αφορούν σε οφειλές ρυθμιζόμενες με τις ανωτέρω παραγράφους, αφαιρούνται από το συνολικό ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώνεται με βάση τις διατάξεις του παρόντος", και ε) στην παράγραφο 12: "Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο, κατά περίπτωση, του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, και όπως το ως άνω πολλαπλάσιο ορίστηκε με το άρθρο 30 παρ.1 του ν. 2789/2000, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, σε συνδυασμό και με τη διάταξη της παρ.12 του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, προκύπτει ότι με το άρθρο 39 του ν. 3259/2004 βελτιώθηκαν οι ρυθμίσεις του ως άνω άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000, όπως αυτό αντικαταστάθηκε, και περιορίστηκε μόνο το οριζόμενο, ως ανώτατο όριο, του τετραπλασίου της απαίτησης από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής (και εξαιρετικά για τις οφειλές των αγροτών στο διπλάσιο), δεν καταργήθηκαν δε οι ως άνω διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού. Το ως άνω πολλαπλάσιο των απαιτήσεων, όπως αυτό ορίστηκε με την αρχική διάταξη του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 και στη συνέχεια με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ.1 του ν. 2912/2001, εξακολουθεί να ισχύει παράλληλα με το ν. 3259/2004, διότι η διάταξη αυτή δεν έχει χρονικά όρια εφαρμογής και εξακολουθεί να ισχύει και να εφαρμόζεται αναλόγως κατά τα λοιπά και μετά τη νέα ρύθμιση του ν. 3259/2004, σύμφωνα με την παρ.12 του ίδιου άρθρου 39 του νόμου αυτού (ΑΠ 780/2023, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 1101/2021, ΑΠ 488/2017, ΑΠ 1433/2015). Η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη τόσο με τη γραμματική διατύπωση των εν λόγω διατάξεων, όσο και με το σκοπό και τη βούληση του νομοθέτη, εγκειμένων, σύμφωνα και με την αιτιολογική έκθεση του νεότερου παραπάνω νόμου, στη βελτίωση των ισχυουσών ρυθμίσεων με τον περιορισμό της επιβάρυνσης των οφειλετών από πολλαπλάσια χρέη σε σχέση με την αρχική οφειλή τους, λόγω του συνδυασμού υψηλών επιτοκίων και συχνότητας ανατοκισμού των ληξιπρόθεσμων οφειλών, όχι δε και στη μεταβολή προς το χειρότερο της υφιστάμενης ευνοϊκότερης ρύθμισης, ως προς τον συντελεστή πολλαπλασιασμού του άρθρου 39 παρ.1 του Ν.2789/2000, όπως και ισχύει (ΑΠ 753/2024, ΑΠ 1002/2019, ΑΠ 1433/2015, ΑΠ 132/2014, ΑΠ 1224/2014). Ειδικότερα, όσον αφορά στην περίπτωση του αλληλόχρεου λογαριασμού ο προσδιορισμός της συνολικής οφειλής γίνεται με διαφορετικά κριτήρια από αυτά που εφαρμόζονται για τις οφειλές από τοκοχρεωλυτικά δάνεια. Η συνολική οφειλή υπολογίζεται ως το τριπλάσιο του ποσού της οφειλής κατά την τελευταία εκταμίευση, δηλαδή ως το τριπλάσιο του χρεωστικού υπολοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού κατά το χρόνο της τελευταίας εκταμίευσης. Η διαφοροποίηση της ρύθμισης στην περίπτωση του αλληλόχρεου λογαριασμού οφείλεται στη φύση της πίστωσης αυτής. Στα τοκοχρεολυτικά δάνεια οι καταβολές αποσβένουν τόσο τόκους όσο και χρέος και σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο ο λογαριασμός του δανείου εμφανίζει υπόλοιπο, το οποίο περιλαμβάνει τόσο τους συμβατικούς τόκους όσο και το κεφάλαιο. Ο αλληλόχρεος λογαριασμός όμως, κατά το τακτικό περιοδικό του κλείσιμο ανά τρίμηνο, εμφανίζει το χρεωστικό του υπόλοιπο, το οποίο αφορά το κεφάλαιο, τους δεδουλευμένους τόκους από την τελευταία κεφαλαιοποίηση των μη καταβληθέντων τόκων, τα έξοδα και κάθε άλλη χρέωση ή πίστωση. Το χρεωστικό υπόλοιπο του αλληλόχρεου, λογαριασμού είναι το αποτέλεσμα της πρόσθεσης όλων των χρεώσεων και όλων των πιστώσεων και την αφαίρεση των δεύτερων από τις πρώτες, δηλαδή από την οφειλή έχουν ήδη αφαιρεθεί όλες οι καταβολές ή άλλες πιστώσεις. Για τον λόγο αυτό ως συνολική οφειλή ορίζεται το τριπλάσιο του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού και όχι το τριπλάσιο του ποσού του κεφαλαίου, ήτοι του ποσού του δανείου που ο πιστούχος έχει αναλάβει. Με το άρθρο 39 του ν.3259/2004 προβλέφθηκε νέος τρόπος υπολογισμού των οφειλών, ώστε να είναι άμεσα και με απλό μαθηματικό υπολογισμό γνωστό το ποσό της οφειλής κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου αυτού (4-8-2004) με υπολογισμό δηλαδή του χρεωστικού υπολοίπου κατά το χρόνο της τελευταίας εκταμίευσης επί τον αντίστοιχο συντελεστή 2 ή 3 μείον τις καταβολές πλέον τόκων χωρίς ανατοκισμό από 4-8-2004 και εφεξής, και δεν διατηρήθηκε παράλληλα ο υπολογισμός με βάση το άρθρο 30 του ν.2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν.2912/2001, υπολογισμός που βασιζόταν στο ύψος του χρεωστικού υπολοίπου ένα έτος μετά την τελευταία χορήγηση. Ο μη υπολογισμός τόκων εξ ανατοκισμού που προέβλεπε ο ν.2912/2001 αφορούσε το διάστημα του έτους μετά την χορήγηση και δεν διατηρήθηκε σε ισχύ για τον νέο υπολογισμό του άρθρου 39 του ν.3259/2004, το οποίο προέβλεψε ως βάση οφειλής το χρεωστικό υπόλοιπο κατά την ημέρα της τελευταίας χορήγησης-εκταμίευσης από την Τράπεζα. Από τα ανωτέρω παρέπεται ότι :α] στην περίπτωση του αλληλόχρεου λογαριασμού από τη συνολική οφειλή θα πρέπει να αφαιρεθούν μόνο οι καταβολές που έλαβαν χώρα μετά την τελευταία εκταμίευση αφού οι προηγούμενες έχουν ήδη αφαιρεθεί καθώς σε διαφορετική περίπτωση θα αφαιρούνταν δύο φορές, μια κατά τον υπολογισμό του χρεωστικού υπολοίπου και μία για τον υπολογισμό της συνολικής οφειλής (ΑΠ 397/2024, ΑΠ 696/2021) και β] για την, εξεύρεση (επανακαθορισμό) της νόμιμης τελικής συνολικής (ανώτατο όριο), προς το πιστωτικό ίδρυμα, οφειλής του πιστούχου, λαμβάνεται ως βάση εκκίνησης του υπολογισμού το πραγματικό χρεωστικό (σε βάρος του πιστούχου) κατάλοιπο (ή επί λειτουργίας πλειόνων αλληλόχρεων λογαριασμών το σύνολο των καταλοίπων), όπως είχε διαμορφωθεί, κατά την τελευταία εκταμίευση - χορήγηση κεφαλαίου πίστωσης, στο οποίο (κατάλοιπο) είναι ενσωματωμένα, κατά τη φύση και το περιεχόμενο της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού, όπως αυτά αναλύθηκαν παραπάνω, τόσο κονδύλια δανειακού κεφαλαίου και τόκων όσο, ενδεχομένως και κεφαλαιοποιημένων τόκων (τόκων από ανατοκισμό), καθώς και λοιπών συμβατικών και νόμιμων επιβαρύνσεων (ΑΠ 1561/2008).

Περαιτέρω η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 39 του Ν. 3259/2004, που θέτει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την υπαγωγή της οφειλής στη ρύθμιση του νόμου, τελεί υπό τη ρητή επιφύλαξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει σαφώς ότι η πρώτη ως άνω διάταξη δεν εφαρμόζεται επί απαιτήσεων, το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα 2.201.000 ευρώ, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί την 31/12/1999 με το κεφάλαιο, τους συμβατικούς τόκους, χωρίς ανατοκισμό και λοιπά έξοδα, ή το αρχικό κεφάλαιο κάθε δανείου ή πιστώσεως 400.000 ευρώ, δηλαδή θέτει τις αρνητικές προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων. Ενώ, δηλαδή, με την παρ.1 θεσπίστηκε ορισμένο ποσοτικό όριο μέχρι του οποίου είναι δυνατός ο επανακαθορισμός και η ρύθμιση των οφειλών από λόγους γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, δηλαδή της προστασίας των οφειλετών μεσαίων επιχειρήσεων ή των οφειλετών που ήταν σχετικώς συνεπείς στις υποχρεώσεις τους και δεν άφησαν τα χρέη τους να διογκωθούν, με την παρ. 4, αποκλείσθηκαν από την ευνοϊκή ρύθμιση για επανακαθορισμό της οφειλής τους κατά την παρ. 1 του ως άνω άρθρου οι λεγόμενοι "μεγαλοοφειλέτες", δηλαδή εκείνοι των οποίων το συνολικό ύψος της οφειλής υπερβαίνει το ποσόν των 2.201.000 ευρώ ή το κεφάλαιο κάθε δανείου ή πίστωσης υπερβαίνει τις 400.000 ευρώ. Αντίστοιχη ρύθμιση ως προς το ύψος της οφειλής, που απέβλεπε στον αποκλεισμό από την ευνοϊκή ρύθμιση των μεγαλοοφειλετών, είχε περιληφθεί στο άρθρο 30 παρ. 9 περ. δ' ν. 2789/2000 για οφειλές που υπερέβαιναν το ποσόν των 750.000.000 δραχμών ή 2.201.000 ευρώ. Επομένως, στην περίπτωση που συντρέχει οποιαδήποτε από τις δύο αρνητικώς διατυπωμένες περιπτώσεις της παρ. 4 δεν έχει εφαρμογή η παρ. 1 και το εδ. α' της παρ. 2 του άρθρου 3259/2004 (ΑΠ 663/2024, ΑΠ 1318/2022, ΑΠ 244/2021, AΠ 1009/2019, ΑΠ 45/2016, ΑΠ 1549/2013, ΑΠ 117/2005).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 8 του ν. 2789/2000, η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ με τη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 12 του ν. 3259/2004, "οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν επηρεάζουν όσα είτε κρίθηκαν, οποτεδήποτε, τελεσίδικα, εκτός αν εκκρεμούν κατά την ημερομηνία ψήφισης του παρόντος στον Άρειο Πάγο, είτε ρυθμίστηκαν με διάταξη νόμου ή με συμβιβασμό, αναγνώριση χρέους ή άλλη συμφωνία μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και οφειλετών για συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος και οι σχετικές συμφωνίες εξακολουθούν να δεσμεύουν τα μέρη. Σε όσες, όμως, από τις παραπάνω περιπτώσεις, πλην εκείνων που ρυθμίστηκαν με διατάξεις νόμου, υφίσταται ανεξόφλητο υπόλοιπο μετά τις 31-12-2000 και τα ποσά που καταβλήθηκαν ή πρόκειται να καταβληθούν κατά τις ισχύουσες συμφωνίες ή με βάση τις τελεσίδικες αποφάσεις υπερβαίνουν το ποσό της συνολικής οφειλής με βάση τον υπολογισμό της παραγράφου 1 του παρόντος, από το ανεξόφλητο αυτό υπόλοιπο διαγράφεται το υπερβάλλον" (το δεύτερο εδάφιο προστέθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 42 του ν. 2912/2001). Ως προς την έννοια του πρώτου εδαφίου της παραπάνω διάταξης, θα πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα : α) με τον όρο "τελεσιδίκως" κριθέντα εννοούνται εκείνα τα θέματα, για τα οποία υπάρχει ήδη δεδικασμένο κατά την κύρωση του Ν. 2789/2000, δηλαδή μέχρι τις 11-2-2000 και στην έκταση που ισχύει αυτό β) με τη λέξη "οποτεδήποτε" εννοούνται όσα κρίθηκαν τελεσίδικα βάσει των κειμένων διατάξεων, με την αναφορά των οποίων αρχίζει το άρθρο 30, η ισχύς των οποίων άρχισε στις 8-12-1980, με την έναρξη ισχύος της απόφασης της Ν.Ε. του έτους 1980. Όσον αφορά στην έννοια του δεύτερου εδαφίου, όπως προκύπτει από τη ρητή επιταγή του νομοθέτη, ακόμη και στις περιπτώσεις που έχουν εκδοθεί τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, εφόσον υφίσταται ανεξόφλητο υπόλοιπο της οφειλής μετά τις 31-12-2000, οι οφειλέτες απαλλάσσονται από την καταβολή του υπερβάλλοντος ποσού της συνολικής οφειλής με βάση τον, επιβαλλόμενο από το νόμο, υποχρεωτικό επανυπολογισμό της, δηλαδή επιβάλλεται εμμέσως η κατά το υπερβάλλον μέρος της οφειλής αναδρομική ισχύς του νόμου.

Εξάλλου, στην εξαίρεση αυτή (της παρ. 8 του άρθρου 30 του ως άνω νόμου) εμπίπτει όχι μόνο η έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης για την απαίτηση, αλλά και η επιδίκαση της απαίτησης με διαταγή πληρωμής, εφόσον αυτή απέκτησε ισχύ δεδικασμένου αφού, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 631, 632 παρ. 1, 633 παρ. 2, 904 παρ. 2, 933 παρ. 3 και 330 ΚΠολΔ, η κατά τα άρθρα 623 επ. του ΚΠολΔ εκδιδόμενη διαταγή πληρωμής, μολονότι δε φέρει χαρακτήρα δικαστικής απόφασης, αλλά αποτελεί απλώς τίτλο εκτελεστό, αποκτά ισχύ δεδικασμένου και ισοδυναμεί, συνεπώς, με τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης, μετά την τελεσίδικη απόρριψη της ανακοπής που ασκήθηκε κατ’ αυτής ή μετά την άπρακτη πάροδο των προθεσμιών, προς άσκηση ανακοπής των άρθρων 632 παρ. 1 και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ, οπότε δεν μπορεί να προσβληθεί πλέον, παρά μόνο με αναψηλάφηση (ΑΠ 1846/2005, ΑΠ 902/2005).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 11/2017, ΑΠ 675/2014). Εσφαλμένη εφαρμογή σημαίνει εσφαλμένη υπαγωγή, η οποία υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού ορθώς η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόσθηκε ο ίδιος στη δικαζόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, που δέχθηκε, ανελέγκτως, ο δικαστής της ουσίας, υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντιστρόφως εφαρμόσθηκε ο κανόνας αυτός, καίτοι τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ’ αυτόν. Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός, που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και που συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό) (ΑΠ 736/2025, ΑΠ 1555/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατά το άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα: "Δυνάμει της …/1976 σύμβασης πίστωσης διά ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού και των συναφών προσθέτων πράξεων, που καταρτίστηκε μεταξύ της πρώτης ενάγουσας ΟΕ και της ΕΤΕ, η τελευταία χορήγησε στην πρώτη, πίστωση έως του ποσού των 795.304,48 €. Την εκπλήρωση των όρων της συμβάσεως, εγγυήθηκαν ως αυτοφειλέτες ο δεύτερος ενάγων Σ. Π. και οι, ήδη αποβιώσαντες, Α. Ο. και Α. χήρα Α. Ο., η τελευταία έως του ποσού των 223.037,417 € (76.000.000 δρχ). Για την εξυπηρέτηση της συμβάσεως τηρήθηκαν από την ΕΤΕ, οι ακόλουθοι λογαριασμοί: … , … , …, …, …, …, … , … και … Η ανωτέρω σύμβαση καταγγέλθηκε μονομερώς από την ΕΤΕ, η οποία την 1/4/1991 έκλεισε τους …, …, … και … λογαριασμούς και επέδωσε στην ΟΕ και τους εγγυητές την από 1/4/1991 επιστολή, με την οποία τους καλούσε να καταβάλουν το ανεξόφλητο κατά την ανωτέρω ημερομηνία υπόλοιπο, το οποίο, και όπως αυτό αποτυπώθηκε στην …/1991 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ανήρχετο στο ποσό των 796.335,51 € για τους πρώτη, δεύτερο και τρίτο των εναγόντων και στο ποσό των 223.037,41 € για την τέταρτη εξ αυτών. Ακολούθως, με την από 15-9-2004 αίτησή τους, οι ενάγοντες ζήτησαν από την ΕΤΕ να επαναπροσδιορίσει την οφειλή τους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3259/2004. Επί της παραπάνω αιτήσεως η εναγόμενη απάντησε ότι η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από την επίμαχη σύμβαση, αποτελούμενη αυτή από κεφάλαιο, τόκους συμβατικούς και υπερημερίας και λοιπές επιβαρύνσεις ανερχόταν την 04.08.2004 στο ποσό των 3.209.451,56 ευρώ και επομένως εφόσον υπερβαίνει το ποσό των 400.000 ευρώ δεν υπαγόταν στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 39 παρ. 1 του Ν. 3259/2004, ενώ ως προς την αρχικώς τέταρτη ενάγουσα, η οποία είχε εγγυηθεί μέχρι του ποσού των 223.037,41 ευρώ, ποσού δηλαδή που υπολειπόταν του ποσού των 400.000 ευρώ, επαναπροσδιόρισε την οφειλή στο ποσό των 669.112,26 ευρώ, όπως το εν λόγω προέκυπτε μετά τον πολλαπλασιασμό του ποσού των 223.037,41 ευρώ με το συντελεστή τρία (3). Μετά ταύτα, η εναγόμενη αρνήθηκε τον επαναπροσδιορισμό της οφειλής των εναγόντων, πλην της αρχικώς τέταρτης εξ αυτών, την οποία επαναπροσδιόρισε στο προαναφερθέν ποσό. Ωστόσο, αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη, κατά τους ως άνω υπολογισμούς έλαβε ως βάση οφειλής το ποσό των 3.209.451,56 ευρώ και ημερομηνία υπολογισμού την 4.8.2004, πλην όμως εσφαλμένως, διότι αφενός το εν λόγω ποσό προέκυπτε κατόπιν ανατοκισμού τόκων και κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 39 του ν. 3259/2004, σε συνδυασμό με τα άρθρα 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000 και 42 παρ. 1 του ν. 2912/2001, αφετέρου διότι ο υπολογισμός δεν έγινε με βάση "το ποσό της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού". Ειδικότερα, από την προσκομιζόμενη έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του οικονομολόγου - λογιστή, Χ. Λ., αποδεικνύεται ότι το πραγματικό υπόλοιπο κατά την ημέρα της τελευταίας χορήγησης εκ ποσού 1.584,73 € (540.000 δρχ), που έλαβε χώρα την 29.03.1990 δίχως ανατοκισμό των τόκων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην διάταξη του άρθρ. 30 §1 του ν. 2789/2000, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 42 του ν. 2912/2001 και παρέμεινε σε ισχύ με την §12 του άρθρου 39 ν. 3259/2004, ανερχόταν στο ποσό των 113.225,45 € (=38.581.575 δραχμών). Συγκεκριμένα και αναφορικά με το θέμα του ανατοκισμού, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη ΕΤΕ, καταλόγισε σε βάρος της πρώτης ενάγουσας ΟΕ και τόκους τόκων. Αυτό προέκυψε από το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της κίνησης όλων των τηρηθέντων λογαριασμών, ο εκτοκισμός γινόταν επί του εκάστοτε διαμορφούμενου "χρεωστικού" υπολοίπου, δηλαδή υπολοίπου που συμπεριελάμβανε και τους λογισθέντες τόκους του τριμήνου. Ο δε καταλογισμός των τόκων, όπως προκύπτει από τις καρτέλες της εναγομένης, καταχωρείτο στις 16/3 για τους τόκους Α' τριμήνου, στις 16/6 για τους τόκους Β' τριμήνου, στις 16/9 για τους τόκους Γ' τριμήνου και στις 16/12 για τους τόκους Δ' τριμήνου εκάστου έτους. Ακολούθως και σύμφωνα με την λογιστική πραγματογνωμοσύνη, το ανωτέρω υπόλοιπο, όπως διαμορφώθηκε με βάση τις διατάξεις του άρθρου 39 ν. 3259/2004, πολλαπλασιαζόμενο με το συντελεστή τρία (3) ανέρχεται στο ποσό των 339.676,37 € (=115.744.725 δραχμών). Από το εν λόγω ποσό, ωστόσο, πρέπει να αφαιρεθούν οι καταβολές που έλαβαν χώρα μετά την τελευταία χορήγηση και οι οποίες ανέρχονται, σύμφωνα με τις αιτιολογημένες σκέψεις του ως άνω πραγματογνώμονα, στο ποσό των 599.435,99 € (=204.257.816 δραχμών), υπερκαλύπτουν δηλαδή το ως άνω υπόλοιπο. Επομένως, η αρνητική διαφορά που προκύπτει από την αφαίρεση του ποσού των 599.435,99 € από το ποσό των 339.676,37 € ήτοι 259.759,62 €, αποτελεί πιστωτικό υπόλοιπο για τους ενάγοντες και, επομένως, αυτοί ουδέν οφείλουν στην εναγομένη. Επομένως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι, βάσει των διατάξεων του άρθρου 39 ν.3259/2004, η …/1976 σύμβαση πίστωσης διά ανοιχτού αλληλόχρεου λογαριασμού, εμφανίζει πιστωτικό υπόλοιπο υπέρ των εναγόντων εκ ποσού 259.759,62 € και ότι οι ενάγοντες ουδέν οφείλουν στην εναγόμενη.....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει όμοια. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι, που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε, ευθέως, τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 1 Ν. 2798/2000, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 Ν. 2912/2001 και 39 παρ.1 και 12 Ν. 3259/2004, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε και επανακαθόρισε την οφειλή των αναιρεσίβλητων, λαμβάνοντας εσφαλμένα ως βάση (αφετηρία) εκκίνησης, για τον υπολογισμό της επανακαθοριστέας οφειλής, το ποσό των 1.584,73 ευρώ (540.000 δρχ) ως σε βάρος της πιστούχου εταιρίας υπόλοιπο της …/1976 σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού κατά την ημέρα της τελευταίας χορήγησης (…1990), το οποίο προέκυπτε δίχως να συνυπολογίζονται και οι ενσωματωμένοι στη διάρκεια κίνησης του λογαριασμού, από ανατοκισμό, ανά τρίμηνο, τόκοι, τους οποίους εσφαλμένως δεν συνυπολόγισε αλλά εξαίρεσε, με συνέπεια να εμφανίζεται πιστωτικό υπόλοιπο υπέρ των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, ύψους 259.759,62 €, ενώ, αν η προσβαλλομένη απόφαση ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά τις ανωτέρω διατάξεις, έπρεπε να λάβει, ως βάση εκκίνησης του υπολογισμού της οφειλής, το πραγματικό χρεωστικό σε βάρος της πιστούχου υπόλοιπο, που προέκυπτε με βάση τους τηρούμενους λογαριασμούς για την εξυπηρέτηση της ως άνω σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού, όπως είχαν διαμορφωθεί, κατά την 29-3-1990, τελευταία εκταμίευση - χορήγηση (κεφαλαίου πιστώσεως), στο οποίο, κατάλοιπο λογαριασμού, κατά τη φύση και το περιεχόμενο της σύμβασης του αλληλόχρεου λογαριασμού είναι ενσωματωμένα τόσο κονδύλια δανειακού κεφαλαίου-πιστώσεων και τόκων όσο και οι κεφαλαιοποιημένοι τόκοι ανά τρίμηνο, υπολογιζόμενοι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 112 Εισ.Ν.Α.Κ και το άρθρο 2 της επίμαχης σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού. Το ποσό αυτό δηλαδή το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού κατά την ημέρα της τελευταίας χορήγησης, κατά τον επανακαθορισμό της οφειλής την 4-8-2004, έπρεπε να πολλαπλασιάσει με τον συντελεστή 3, δεδομένου ότι η λήψη της τελευταίας χορήγησης εμπίπτει στο εδάφιο β' της παρ. 1 του άρθρου 42 Ν 2912/2001 και μετά την αφαίρεση από το προκύπτον γινόμενο, των γενομένων, μετά την τελευταία χορήγηση, εκ μέρους των αναιρεσίβλητων καταβολών, να διαπιστωθεί, αν πράγματι η συνολική οφειλή, υπολογιζόμενη, σύμφωνα με το άρθρο 39 παρ.1 Ν. 3259/2004 με βάση την σύμβαση, όπως αυτή εξελίχθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, υπερβαίνει το ανώτατο αυτό ποσοτικό όριο (τριπλάσιο) της οφειλής, μέχρι του οποίου είναι δυνατός ο επανακαθορισμός ώστε να κριθεί αν απέμεινε ή όχι υπόλοιπο της συνολικής οφειλής που θα προκύψει σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 39. Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο τα αυτά υποστηρίζονται και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατόπιν αυτού, χωρίς να ερευνηθεί ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 59 ΚΠολΔ, η εξέταση του οποίου παρέλκει γιατί καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού (πρώτου λόγου) που κρίθηκε βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που κατατέθηκε από αυτήν για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας και της αυτοτελώς προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας, οι οποίες παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους. (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 384/2023 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση, στην αναιρεσείουσα, του παραβόλου, που κατατέθηκε από αυτήν για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας και της αυτοτελώς προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή