ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 724/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 724/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 724/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 724 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 724/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Αριστέα Τσαμαδιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Τζαμακλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: ΟΤΑ Α' βαθμού με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ", που εδρεύει στην Κατερίνη και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του πρώην Δήμου Παραλίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Καρρά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2014 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος και του Γ. Φ. του Χ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 122/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 888/2019 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-7-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αριστέα Τσαμαδιά, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 552, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 49 παρ. 1 του ν. 5134/2024, 553 παρ. 1 β', 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1, 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκεινται οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων, που έχουν καταστεί τελεσίδικες, εκείνες δηλαδή οι οποίες, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με τα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και έφεσης. Ο χαρακτήρας των αποφάσεων ως τελεσίδικων ή μη κρίνεται κατά τον χρόνο άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, ενεργοποιείται αμέσως με την έκδοσή της η δυνατότητα άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας, σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 55/2025), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης κατ’ αυτής, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου, αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. β περ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ’ αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 55/2025, ΑΠ 211/2023), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε γιατί παρήλθε άπρακτη η, κατ` άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεκαπενθήμερη, για την άσκησή της, προθεσμία από την επίδοση της απόφασης, είτε γιατί ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην και δικαιούται σε άσκησή της παραιτήθηκε νόμιμα από το ένδικο αυτό μέσο ή από το δικαίωμα άσκησής του, καθόσον έκτοτε καθίσταται η απόφαση αυτή τελεσίδικη και, επομένως, προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 17/2013, ΑΠ 55/2025), ενώ αν η ερήμην απόφαση του δευτέρου βαθμού δεν επιδοθεί, επειδή δεν προβλέπεται καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, δεν αρχίζει η προθεσμία της αναίρεσης, η οποία, αν παρ’ όλα αυτά ασκηθεί, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 55/2025, ΑΠ 792/2022, ΑΠ 530/2018). Η απόδειξη δε της τελεσιδικίας γίνεται με την προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην απόφαση που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 17/2013, ΟλΑΠ 18/2001, ΟλΑΠ 9/1996).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 553 ΚΠολΔ με εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι, στην απλή ομοδικία, η οριστική απόφαση γίνεται τελεσίδικη αυτοτελώς για κάθε ομόδικο και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους. Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 55/2025, ΑΠ 211/2023).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1 και 501 ΚΠολΔ, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας, κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του, έχει ο αναγκαίος ομόδικος που ήταν απών στη δίκη, έστω και αν αυτός, σύμφωνα με την πρώτη από τις ανωτέρω διατάξεις, θεωρήθηκε ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες αναγκαίους ομοδίκους του (ΑΠ 55/2025, ΑΠ 211/2023). Το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο θα κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων της, ενώ δεν μπορεί να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 55/2025, ΑΠ 211/2023). Έτσι, σε περίπτωση που αποδεικνύεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς έναν των αναγκαίων ομοδίκων, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη ως προς όλους και όχι μόνο ως προς αυτόν, ως προς τον οποίο δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία (ΑΠ 55/2025, ΑΠ 865/2023, ΑΠ 583/2023). Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 847, 850, 851 επ. ΑΚ και 328 ΚΠολΔ συνάγεται ότι από δίκη που έχει διεξαχθεί μεταξύ του δανειστή και είτε του πρωτοφειλέτη είτε του εγγυητή προκύπτει δεδικασμένο υπέρ του ετέρου μόνο επωφελές και μόνο αν η αγωγή του δανειστή απορρίφθηκε λόγω ανυπαρξίας του χρέους. Από αυτήν την περιορισμένη και συγκυριακή καθ’ υποκείμενο επέκταση του ευμενούς μόνο δεδικασμένου δεν έπεται ότι μεταξύ τους, δηλαδή μεταξύ πρωτοφειλέτη και εγγυητή, υπάρχει γενικώς και εκ προοιμίου δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας υπό την έννοια του άρθρου 76 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ (επέκταση της ισχύος της εκδιδομένης απόφασης και στους δύο). Αντίθετη εκδοχή θα διεύρυνε κατ` αποτέλεσμα το άρθρο 328 ΚΠολΔ και θα υπερέτεινε αδικαιολογήτως το γράμμα και τον σκοπό της διάταξης του άρθρου 76 παρ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ, θα ήταν δε και ασυμβίβαστη προς την κατά το ουσιαστικό δίκαιο αυτοτέλεια της άμυνας του καθενός (άρθρο 853 ΑΚ). Επιπλέον η απόλυτη αυτή άποψη θα κατέληγε συχνά σε διαδικαστικές δυσχέρειες και θα επέφερε εκ προοιμίου και γενικώς αδικαιολόγητες καθυστερήσεις και απαράδεκτα (ΑΠ 55/2025). Εκ τούτων παρέπεται ότι, όταν ασκείται κοινή αγωγή παθητικώς κατά του πρωτοφειλέτη και του εγγυητή, υφίσταται αναγκαία ομοδικία μεταξύ τους καθ’ ο μέρος αντικείμενο της δίκης, ως προς τον καθένα, είναι η ύπαρξη της κύριας οφειλής, όντας αδιάφορο αν η επέκταση του δεδικασμένου είναι περιορισμένη, εξαρτώμενη από τη νίκη ή ήττα του διαδίκου, όπως στην περίπτωση κατά την οποία δημιουργείται μόνον επί της ανυπαρξίας του χρέους (ΑΠ 1783/2025, ΑΠ 802/2025, ΑΠ 55/2025).

Εξάλλου, με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία υπόκειται και στη ρύθμιση των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ, προβάλλονται λόγοι είτε κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης, είτε κατά της ύπαρξης της απαίτησης (ΟλΑΠ 10/1997). Όταν δε με τον λόγο της ανακοπής αμφισβητείται η ύπαρξη ή το ύψος της απαίτησης, ο λόγος αυτός έχει αρνητικό χαρακτήρα, αφού ο καθ` ου η ανακοπή, ο οποίος επέχει θέση ενάγοντος, έχει το υποκειμενικό βάρος, κατά τον γενικό δικονομικό κανόνα του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, για την απόδειξη, με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, της ύπαρξης και του ύψους της απαίτησής του. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον ο πρωτοφειλέτης και ο εγγυητής ασκούν ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε σε βάρος τους υφίσταται αναγκαία ομοδικία μεταξύ τους καθ’ ο μέρος αντικείμενο της δίκης, ως προς τον καθένα, είναι η ύπαρξη και η έκταση της κύριας σε βάρος τους οφειλής (ΑΠ 1783/2025, ΑΠ 802/2025, ΑΠ 55/2025).

Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος της τελεσιδικίας της, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη με αριθμό 888/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος Γ. Φ. και με την απόφαση αυτή, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (μισθωτικών) διαφορών, απορρίφθηκε, λόγω της ερημοδικίας του ως άνω εκκαλούντος, η έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Με την έφεση ο ως άνω εκκαλών στρεφόταν κατά της υπ' αριθ. 122/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, που είχε απορρίψει την από 20-01-2014 ανακοπή του ιδίου και του Ε. Κ. και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. …/2013 διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου ακινήτου και πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, με την οποία υποχρεώθηκαν ο πρώτος να αποδώσει τη χρήση του μισθίου ακινήτου και οι δύο ανακόπτοντες να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, ως μισθωτής και εγγυητής, αντιστοίχως, το ποσό των 45.449,18 ευρώ ως οφειλόμενα λόγω δυστροπίας μισθώματα.
Συνεπώς, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, αλλά και του ήδη αναιρεσείοντος, στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μπορεί αυτή να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας. Από τις υπ’ αριθ. ...2020 και ...2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου …, με έδρα το Πρωτοδικείο …, Ν. Κ. και το υπ’ αριθ. …2020 πιστοποιητικό του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που προσκομίζει με επίκληση ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο και στον εκκαλούντα και κατ` αυτής δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας.
Συνεπώς, με την παρέλευση απράκτου της δεκαπενθήμερης προθεσμίας, κατ’ άρθρο 144 ΚΠολΔ, από την επομένη της επίδοσης, με την οποία (επίδοση) αποτρέπεται ο αιφνιδιασμός και η παγίδευση του διαδίκου, ο οποίος διαφορετικά θα έπρεπε να επαγρυπνεί για να πληροφορηθεί πότε εκδόθηκε η ερήμην απόφαση, ώστε να μην απωλέσει την προθεσμία αναίρεσης κατ` αυτής (ΑΠ 197/2020), εντός της οποίας ο προαναφερθείς εκκαλών είχε δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, εκδοθείσας ερήμην του (άρθρο 503 παρ.1 ΚΠολΔ), αλλά και ο αναγκαίος ομόδικος αυτού, και ήδη αναιρεσείων, καθόσον με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής προβάλλονται λόγοι που αφορούν την οφειλή του εκκαλούντος ως μισθωτή και του αναιρεσείοντος ως εγγυητή, η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη ως προς τον τελευταίο τελεσίδικη στις 11.7.2020, δηλαδή πριν από τον χρόνο άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με την κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 17.7.2020. Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα ανωτέρω και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της συζήτησής της ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης δικογράφου ενώπιον του εκδώσαντος Δικαστηρίου και την πράξη ορισμού δικασίμου της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου για την αρχική δικάσιμο της 4ης-4-2025, οπότε η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη σημειούμενη στην αρχή της προκειμένης απόφασης δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ' αυτήν επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και στον αναγκαίο ομόδικο του αναιρεσείοντος Γ. Φ., όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ...2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου …, με έδρα το Πρωτοδικείο …, Ν. Κ., καθόσον από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1 και 4, 110, 558 εδ. β και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η άσκηση αίτησης αναίρεσης από έναν αναγκαίο ομόδικο θεωρείται ως άσκηση και από τους λοιπούς αναγκαίους ομόδικους, οι οποίοι, παρότι αδράνησαν και δεν άσκησαν αίτηση αναίρεσης, θεωρούνται αναιρεσείοντες και πρέπει να καλούνται κατά τη σχετική συζήτηση. Εάν οι αναγκαίοι ομόδικοι που κλητεύθηκαν νόμιμα δεν εμφανιστούν στη συζήτηση θεωρούνται σαν να είναι παρόντες και η υπόθεση συζητείται παρά την απουσία τους (ΑΠ 802/2025, ΑΠ 171/2022, ΑΠ 1437/2019), ενώ σε περίπτωση μη κλήτευσης ή μη αυτόκλητης εμφάνισης τούτων, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης ως προς όλους τους διαδίκους, κατ’ εφαρμογή της παρ. 3 εδ. α του άρθρου 576 ΚΠολΔ (ΑΠ 1783/2025, ΑΠ 802/2025, ΑΠ 1290/2022).
Με τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται, πλην των άλλων περιπτώσεων, ότι, όταν, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις εκάστου εξ αυτών ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους, οι δε ομόδικοι, οι οποίοι μετέχουν νομίμως στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από τους παρισταμένους. Αναγκαστική ομοδικία, κατά την τελευταία διάταξη, υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία ο πρωτοφειλέτης και ο εγγυητής ασκούν ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε σε βάρος τους, καθ’ ο μέρος αντικείμενο της δίκης, ως προς τον καθένα, είναι η ύπαρξη και η έκταση της κύριας σε βάρος τους οφειλής, όπως προαναφέρθηκε.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 517 ΚΠολΔ, η έφεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Επίσης, με την παράγραφο 4 του άρθρου 76 ΚΠολΔ ορίζεται ότι η άσκηση των ένδικων μέσων από κάποιον από τους ομοδίκους επάγεται αποτελέσματα και για τους λοιπούς, αυτό δε υπό την έννοια ότι, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος άσκησε ένδικο μέσο, θεωρούνται εκ του νόμου ότι άσκησαν αυτό και οι ομόδικοι εκείνου, μολονότι αυτοί δεν το άσκησαν.
Συνεπώς, δεν απαιτείται από το νόμο η έφεση που ασκείται από κάποιον από τους αναγκαίους ομοδίκους να απευθύνεται, με ποινή το απαράδεκτο, και κατά των ίδιων των ομοδίκων, αφού σε αντίθετη περίπτωση ο αναγκαστικός ομόδικος του εκκαλούντος θα εμφανιζόταν να έχει ταυτόχρονα την ιδιότητα του εφεσιβλήτου και του εκκαλούντος, πράγμα που είναι λογικά και νομικά απαράδεκτο (ΟλΑΠ 63/1981, ΑΠ 197/2020). Ωστόσο στις περιπτώσεις αυτές της πλασματικής άσκησης του ένδικου μέσου ο αναγκαίος ομόδικος του εκκαλούντος πρέπει να καλείται για να μετάσχει στη συζήτηση του ενδίκου μέσου. Αλλιώς, σε περίπτωση μη κλήτευσης τούτου ή μη αυτόκλητης εμφάνισής του, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση του ενδίκου μέσου ως προς όλους τους διαδίκους (ΑΠ 197/2020, ΑΠ 223/2018).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο, δηλαδή στις δικονομικές ακυρότητες, που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικής διάταξης (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΟλΑΠ 2/2001). Έτσι, σε περίπτωση παράλειψης της κήρυξης προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζήτησης, ο πιο πάνω λόγος ιδρύεται όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξης που προηγήθηκε ή προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 197/2020), όπως είναι πρωτίστως το απορρέον από τη διάταξη του άρθρου 110 παρ. 2 ΚΠολΔ θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπεράσπισης, εκατέρωθεν ακρόασης, δημοσιότητας και ισότητας των διαδίκων, που εφαρμόζεται και στην αναγκαστική ομοδικία, η οποία αποκλείει τη χωριστή εκδίκαση της διαφοράς ως προς ορισμένους μόνο ομοδίκους (ΑΠ 197/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το αναιρετικά ενδιαφέρον μέρος της, έχει ως ακολούθως: Ο Γ. Φ. και ο αναιρεσείων άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης την από 20-01-2014 και με αριθ. εκθ. καταθ. …2014 ανακοπή κατά του αναιρεσίβλητου και της υπ' αριθ. …/2013 διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου ακινήτου και πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, με την οποία υποχρεώθηκαν ο πρώτος να αποδώσει τη χρήση του μισθίου ακινήτου και οι δύο ανακόπτοντες να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, ως μισθωτής και εγγυητής, αντιστοίχως, το ποσό των 45.449,18 ευρώ ως οφειλόμενα λόγω δυστροπίας μισθώματα. Η ανακοπή αυτή συζητήθηκε ερήμην των ανακοπτόντων και με την υπ’ αριθ. 122/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης απορρίφθηκε. Κατά της ανωτέρω οριστικής απόφασης αυτής μόνο ο Γ. Φ., όχι και ο αναγκαίος ομόδικός του και ήδη αναιρεσείων, άσκησε την από …2017 και με αριθ. εκθ. καταθ. …2017 έφεση, τη συζήτηση της οποίας επέσπευσε ο εφεσίβλητος - καθ' ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητος για τη δικάσιμο της 17ης-12-2018, κατά την οποία ο εκκαλών δεν παραστάθηκε και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 888/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, απέρριψε την ως άνω έφεσή του. Σύμφωνα με τα παραπάνω, εφόσον πρόκειται για πρωτοφειλέτη και εγγυητή και οι λόγοι ανακοπής κατά της διαταγής πληρωμής των οφειλομένων μισθωμάτων, ως προς τον καθένα, είναι η ύπαρξη και η έκταση της κύριας σε βάρος τους οφειλής, δημιουργήθηκε αναγκαστική ομοδικία μεταξύ των δύο ανακοπτόντων και, συνεπώς, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, έναντι των ομοδίκων αυτών δεν είναι νοητή η έκδοση αντιθέτων αποφάσεων. Επομένως, ενόψει του ότι στο ένδικο μέσο της ασκηθείσας από τον πρώτο των ανακοπτόντων από 02-6-2017 έφεσης δεν ήταν διάδικος ο έτερος, αναγκαίος ομόδικος αυτού, έπρεπε ο τελευταίος, κατ’ άρθρο 76 παρ. 3 ΚΠολΔ, να κλητευθεί κατά τη συζήτηση της έφεσης στη δικάσιμο της 17ης-12-2018, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ’ αριθ. 888/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, γεγονός, όμως, το οποίο ουδόλως προκύπτει από την ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση και τα διαδικαστικά έγγραφα ότι έλαβε χώρα. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης, το οποίο όμως δεν έπραξε, αλλά αντιθέτως, αφού συζήτησε την υπόθεση ερήμην του εκκαλούντος, χωρίς προηγούμενη κλήση του ανωτέρω αναγκαίου ομοδίκου του και ήδη αναιρεσείοντος, απέρριψε την έφεση. Συνακόλουθα το Εφετείο, το οποίο με την ως άνω αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, η οποία πλημμέλεια προκύπτει και από την προσβαλλόμενη απόφαση και, συνεπώς, ο μοναδικός λόγος της αίτησης, με τον οποίον ο αναιρεσείων, επικαλούμενος την ως άνω παράλειψη του Εφετείου, προσάπτει ότι υπέπεσε στην πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Μετά τα παραπάνω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί, στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την ανωτέρω απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή διαφορετικό από αυτόν που εξέδωσε αυτή. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος από αυτόν για το παραδεκτό της αίτησης παραβόλου. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τέλος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατ' άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 888/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος από αυτόν παραβόλου.

Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Μαΐου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή