ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 729/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 729/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 729/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 729 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 729/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 08 Δεκεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Α. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Τριανταφυλλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Λ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "THETIS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων" και το διακριτικό τίτλο "THETIS ΑΕΔΑΚ", όπως μετονομάσθηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "INTERNATIONAL Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων" και το διακριτικό τίτλο "INTERNATIONAL ΑΕΔΑΚ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Γ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε το ακροατήριο. Η δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Εμμανουήλ Καπετανάκη. Ο τρίτος αναιρεσίβλητος και η τέταρτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Φραγκανδρέα και η πέμπτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ηλία Αρβανιτόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-09-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 170/2018 μη οριστική, 11/2022 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 115/2024 του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-01-2025 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, και υπό τον όρο ότι επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται σαν να είναι παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Αντίθετα, αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης, ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπομένου διαδίκου, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 524/2025, ΑΠ 1298/2025, ΑΠ 437/2024, ΑΠ 1087/2023, ΑΠ 1308/2022, ΑΠ 1357/2021, ΑΠ 110/2020). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1087/2023, ΑΠ 992/2020, ΑΠ 306/2020, ΑΠ 1389/2019), δηλαδή, σε περίπτωση που απολείπεται ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση προκύπτει από το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ή της κλήσης με την οποία αυτή φέρεται προς συζήτηση), με την πράξη ορισμού δικασίμου και την πρόσκληση παράστασης κατ' αυτήν, το οποίο ο επισπεύδων επέδωσε προς τον αντίδικό του. Το αντίγραφο αυτό, με την επ' αυτού σημείωση του δικαστικού επιμελητή που διενήργησε την επίδοση, οφείλει να προσκομίσει ο παριστάμενος αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση. Αντιθέτως, σε περίπτωση που απολείπεται ο αντίδικος του διαδίκου που επισπεύδει τη συζήτηση, η επίσπευση της συζήτησης προκύπτει από την έκθεση επίδοσης του αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης προς τον αντίδικο, την οποία οφείλει να προσκομίσει ο επισπεύδων, που μετέχει στη συζήτηση (ΑΠ 310/2023, ΑΠ 1130/2020, ΑΠ 24/2016, ΑΠ 1695/2011).

Στη προκειμένη περίπτωση, εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η υπό κρίση από 27.1.2025 αίτηση αναίρεσης με την οποία προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, με αριθμό 115/2024 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Από τον έλεγχο των προσκομιζομένων διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως, και τα ταυτάριθμα με την παρούσα, πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, αποδεικνύεται, ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, Λ. Κ., δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ούτε υποβλήθηκε από αυτόν, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (αρθ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) δήλωση, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Από την προσκομιζόμενη δε, με επίκληση από τον αναιρεσείοντα, με αριθμό ...2025 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια του Εφετείου … Π.- Τ. Ν. Χ., αποδεικνύεται ότι αυτή επέδωσε στον πρώτο αναιρεσίβλητο, νόμιμα και εμπρόθεσμα, ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης, με την κάτω από αυτή πράξη, με την οποία ορίζεται δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, και κλήση για να παραστεί αυτός κατά τη δικάσιμο αυτή.
Συνεπώς, και σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ , η υπόθεση πρέπει να ερευνηθεί παρά την απουσία του πρώτου αναιρεσιβλήτου, δεδομένου ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και συνεπώς, είναι παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ), και ερευνητέα περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ), μόνον όμως ως προς τους πρώτο, δεύτερη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, καθόσον ως προς τον τρίτο αυτών (Γ. Σ.) και τέταρτη αυτών (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ) ο αναιρεσείων είναι νικήσας διάδικος, ώστε απαραδέκτως στρέφεται η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά μη νικήσαντος με την προσβαλλομένη απόφαση διαδίκου κατ' άρθρο 558 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 42/2005, ΑΠ 157/2018, ΑΠ 40/2005).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται με μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές, είτε με κατάθεση σε προσωπικό του τραπεζικό λογαριασμό. Γι' αυτό σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 του ΠΚ (ΑΠ 589/2017, ΑΠ 487/2017, ΑΠ 2049/2014) και, βάσει των διατάξεων των άρθρων, 298, 299, 330, 914 και 932 ΑΚ, ευθύνεται σε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση του εντολέα, εφόσον βεβαίως υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εντολοδόχου και της ζημίας του εντολέα (ΑΠ 404/2020). Ειδικότερα, κατά την άνω διάταξη του άρθρου 375 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν το ν. 4619/2019, ''όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 2 ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους''. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι εν όλω ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι αυτό βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον αστικό κώδικα, τέτοια δε περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου (ως εντολοδόχος, διαχειριστής ξένης περιουσίας κ.λπ.), β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στο δράστη, δηλαδή, είτε με τη θέληση του ιδιοκτήτη που γίνεται, είτε με σύμβαση (εντολής, μίσθωσης, παρακαταθήκης, κ.λπ.), είτε χωρίς τη θέληση ή εν αγνοία αυτού, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, η οποία συντρέχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή δίχως άλλη νόμιμη αιτία και δ) δόλια προαίρεση του δράστη, περιλαμβάνουσα τη συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, η οποία εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση απόδοσής του στον ιδιοκτήτη, δηλαδή με οποιαδήποτε ενέργεια του, που εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να το ενσωματώσει στην περιουσία του (ΑΠ 1424/2017), ενώ ο άμεσος ή απλός συνεργός σε αξιόποινη πράξη υπεξαίρεσης, που τέλεσε άλλος, διαπράττει και αυτός αδικοπραξία κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Κατά δε την παρ. 2 της ίδιας διάταξης, ''αν πρόκειται για αντικείμενο (της υπεξαίρεσης) ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών''. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι, η κακουργηματική μορφή της υπεξαίρεσης προϋποθέτει πάντοτε ότι το αντικείμενό της είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, την οποία εκτιμά το δικαστήριο της ουσίας με βάση τις συνθήκες της αγοράς από τις οποίες διαμορφώνεται κάθε φορά η αντικειμενική αξία των πραγμάτων και επιπλέον ότι συντρέχει μία από τις περιοριστικά πλέον προβλεπόμενες περιπτώσεις εμπιστοσύνης, όπως είναι και εκείνη του εντολοδόχου.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία, που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της ως άνω διάταξης προϋποθέτει: 1) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, αναφορικά με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, όπως συμβαίνει στην περίπτωση υπαλλήλου, απλού ή διευθυντικού, τράπεζας, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του είχε ανατεθεί, ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνα πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, υπό την προϋπόθεση όμως ότι μεταξύ της ζημιογόνας ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας του υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να τελεσθεί χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για τη διάπραξή της. Δηλαδή, ο προστήσας ευθύνεται και για κάθε πράξη του προστηθέντος, της οποίας η εκτέλεση κατέστη δυνατή στον τελευταίο, λόγω ακριβώς της θέσης του, των ευκαιριών τις οποίες αυτή (πρόστηση) του παρείχε να χρησιμοποιήσει για άλλο σκοπό τα τεθέντα στη διάθεσή του μέσα και γενικότερα όταν η υπηρεσία του προστηθέντος αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της ζημιογόνου πράξης. Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ (ΑΚ 780/2019, ΑΠ 1198/2009). Εφόσον η δραστηριότητα του ενδιαμέσου προσώπου εντάσσεται στον επιχειρησιακό, επαγγελματικό, ή κοινωνικό κύκλο δράσης του κυρίου της υπόθεσης, τότε δικαιολογείται να εμπίπτει και στο πεδίο κινδύνου κατά την έννοια του άρθρου 922 του ΑΚ η μετάθεση της ευθύνης σ'αυτόν. Η ανάπτυξη από τον προστηθέντα πρωτοβουλίας και δικής του σφαίρας δράσης μέσα στα πλαίσια του πεδίου δράσης του προστήσαντος, δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου (ΟλΑΠ 20/2009, ΑΠ 1764/2023, ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 1440/2014). Από την ίδια διάταξη προκύπτει ότι εάν ο προστήσας παρέσχε την εξουσία στον προστηθέντα να χρησιμοποιεί τρίτους (υποπροστηθέντες) στην διεκπεραίωση των υποθέσεών του, αυτός (αρχικώς προστήσας) ευθύνεται και για τις αδικοπραξίες του υποπροστηθέντος, χωρίς να προσαπαιτείται να ασκεί έλεγχο ή να δίνει οδηγίες ή εντολές σε αυτόν (ΑΠ 1764/2023, ΑΠ 1856/2023, ΑΠ 9/2011). Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρον, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481,486 και 926 του ΑΚ (ΑΠ 1764/2023, ΑΠ 698/2012).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 17 και 18 του ν. 1969/1991, όπως ίσχυσαν, συνάγεται ότι, μεταξύ των κινητών αξιών, οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαχείρισης χαρτοφυλακίου από εταιρείες επενδύσεων, είναι και οι τίτλοι μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων. Το συνιστώμενο δε αμοιβαίο κεφάλαιο, δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο, αλλά ομάδα περιουσίας, η οποία αποτελείται από κινητές αξίες και μετρητά, που ανήκουν, εξ αδιαιρέτου, σε περισσότερα πρόσωπα και καθίστανται, ύστερα από απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, αντικείμενο διαχειρίσεως από ανώνυμη εταιρεία, που συνιστάται για το σκοπό αυτό. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1, 2 και 20 παρ. 1 και 5 του ιδίου νόμου, προκύπτει, ότι η περιουσία του αμοιβαίου κεφαλαίου, διαιρείται σε ισάξια μερίδια ή κλασματικά μερίδια, η δε συμμετοχή αποδεικνύεται με ονομαστικό τίτλο, ο οποίος εκδίδεται από τη διαχειρίστρια ΑΕ και προσυπογράφεται από το θεματοφύλακα, που στην περίπτωση αυτή, είναι η τράπεζα. Σχέση πρόστησης υπάρχει και μεταξύ της εταιρείας διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων και της αντιπροσώπου αυτής τραπεζικής (ή ασφαλιστικής) εταιρείας αφενός, και του συνεργάτη της τελευταίας (ασφαλιστικού συμβούλου ή πράκτορος) αφετέρου, εφόσον αυτές διατηρούν το δικαίωμα να δίνουν οδηγίες στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του και να προβαίνουν σε έλεγχο αυτού. Και ναι μεν από τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 4 του ν. 1969/1991, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του π.δ. 433/1993 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 113 παρ. 5 του v.2533/1997, ως προς το οποίο, μετά την κατάργησή του με το άρθ. 47 παρ. 2 και 3 ν.3283/2004 εφαρμόζονταν οι αντίστοιχες, ως προς το περιεχόμενο των καταργημένων διατάξεων, διατάξεις του νόμου αυτού, συνάγεται, ότι ως αντιπρόσωποι των εταιριών διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου κινητών αξιών κατά τη διάθεση τίτλων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων μπορούν να ενεργούν μόνον τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες και επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ), όχι δε, και φυσικά πρόσωπα, πλην όμως τούτο δεν σημαίνει, ότι τα πρόσωπα αυτά αποκλείονται οπωσδήποτε από το δίκτυο διαθέσεως των τίτλων. Απλώς η ανάμειξή τους δεν επιτρέπεται να γίνει κατ` εκπροσώπηση της εταιρείας διαχείρισης, αφού τούτο αντίκειται στην ανωτέρω δημόσιας τάξης διάταξη του άρθρου 20 παρ. 4 του ν.1969/1991 και, συνεπώς, η τελευταία δεν ευθύνεται συμβατικώς έναντι του τρίτου, που συνήψε σύμβαση αγοράς τέτοιων τίτλων με φυσικό πρόσωπο, ευθύνεται όμως, κατά το άρθρο 922 ΑΚ, εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω αναφερόμενες προϋποθέσεις (ΑΠ 1359/2019, AΠ 188/2015, ΑΠ 1440/2014, ΑΠ 1671/2013). Αυτή η αντιπροσώπευση είναι, κατά κάποιο τρόπο, σε δεύτερο βαθμό, πλην όμως δημιουργείται σχέση πρόστησης μεταξύ της εταιρείας διαχείρισης και του προστηθέντος από την αντιπρόσωπό της εταιρεία, εφόσον μάλιστα η πρώτη ελέγχει με οποιοδήποτε τρόπο την αντιπρόσωπό της και δια μέσου αυτής τον προστηθέντα. Και τούτο διότι ως νομικό πρόσωπο η αντιπρόσωπος εταιρεία είναι αναγκασμένη να αναθέσει την υπηρεσία διαθέσεως αμοιβαίων κεφαλαίων σε φυσικά πρόσωπα, που στην προκειμένη περίπτωση θεωρούνται, κατ’ άρθρο 922 AK προστηθέντες της εταιρείας διάθεσης, εφόσον είναι προστηθέντες της αντιπροσώπου της. Στην πράξη ακολουθείται αυτό το πλέγμα των συμβάσεων αντιπροσώπευσης σε δύο βαθμούς, διότι διευρύνεται έτσι το δίκτυο διάθεσης των μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, χωρίς να υφίσταται πεδίο αμφισβήτησης της εγκυρότητας των σχετικών συμβάσεων. Η εταιρεία διαχείρισης που αποτελεί τον τελικό αποδέκτη των αιτήσεων συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο οφείλει να ασκεί εποπτεία του συνολικού δικτύου διάθεσης, επιβάλλοντας και στον αντιπρόσωπό της την ενάσκηση αυστηρού ελέγχου στη δραστηριότητα των αντιπροσώπων σε δεύτερο βαθμό. Η εταιρεία διαχείρισης, όμως, δεν δικαιούται να επέμβει άμεσα στη σφαίρα της δραστηριότητας των τελευταίων αυτών προσώπων.

Στην πράξη, εξάλλου, οι εταιρείες διαχείρισης απαγορεύουν στους αντιπροσώπους σε δεύτερο βαθμό να αναλαμβάνουν χρήματα ή άλλες αξίες από τους επενδυτές σε μερίδια αμοιβαίου κεφαλαίου, υπαγορεύοντας στην αίτηση συμμετοχής συγκεκριμένους τρόπους καταβολής του αντιτίμου για την απόκτηση μεριδίων. Επιπρόσθετα, απαιτούν την προσυπογραφή της αίτησης συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφάλαιο από εκπρόσωπο του αντιπροσώπου τους σε πρώτο βαθμό, ως διασφάλιση ενός ελάχιστου ελέγχου της δραστηριότητας των αντιπροσώπων σε δεύτερο βαθμό από τον ίδιο τον αντιπρόσωπο της εταιρείας διαχείρισης. Η αντιπροσώπευση για τη διάθεση μεριδίων, κατά την έννοια που προεκτέθηκε, είναι ευρέως διαδεδομένη στην περίπτωση διάθεσης μεριδίων δια μέσου ασφαλιστικών δικτύων. Σε αυτή την περίπτωση, η ασφαλιστική εταιρεία (αντιπρόσωπος της εταιρείας διαχείρισης) συνάπτει χωριστές συμβάσεις με ορισμένα πρόσωπα που χρησιμοποιεί ως πράκτορες ή παραγωγούς της για τη διάθεση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου. Οι πράκτορες ή οι παραγωγοί διαθέτουν τα μερίδια ως αντιπρόσωποι της ασφαλιστικής εταιρείας. Με την εταιρεία, όμως, διαχείρισης δεν συνδέονται με άμεση συμβατική σχέση, πλην όμως, όπως προαναφέρθηκε, συνδέονται με αυτήν δια μέσου της εργοδότιδάς τους ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία με τη σειρά της συνδέεται με σχέση πρόστησης με αυτήν. Ο παραγωγός δεν συνδέεται με την ασφαλιστική εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά με σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, η οποία προσδίδει στον παραγωγό και την εμπορική ιδιότητα. Το άρθρο 922 AK είναι δυνατό συνεπώς, να εφαρμοσθεί στην περίπτωση διάθεσης μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου από τον ασφαλιστικό σύμβουλο (AΠ 1198/2009). Η έννοια της πρόστησης είναι νομική και η ύπαρξη ή μη ευθύνης του προστήσαντος, υπό τα ανελέγκτως από το ουσιαστικό δικαστήριο δεκτά γενόμενα περιστατικά, ελέγχεται αναιρετικά εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ ( ΑΠ 1764/2023, ΑΠ 686/2008).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού. Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (ΟλΑΠ 2/2021, ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 390/2025, ΑΠ 175/2020, ΑΠ 1103/2011). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1882/2024, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).
Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση είναι κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 15.9.2014 αγωγή του, ο ήδη αναιρεσείων επικαλούμενος την εις βάρος του τέλεση αξιοποίνων πράξεων (υπεξαίρεση, πλαστογραφία) εκ μέρους του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, προστηθέντος της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, ΑΕΔΑΚ (η οποία είχε αναλάβει το έργο της διάθεσης μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της τρίτης των εναγομένων ασφαλιστικής εταιρείας, τεθείσας ήδη σε καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης) με την συνέργεια του τρίτου των αναιρεσιβλήτων, προστηθέντος της τέταρτης των αναιρεσιβλήτων τραπεζικής εταιρείας, της πέμπτης και τελευταίας των αναιρεσιβλήτων, τραπεζικής εταιρείας, ευθυνομένης κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, εξ αιτίας της παράνομης πληρωμής στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, δίγραμμων επιταγών, ζήτησε να υποχρεωθούν οι τελευταίοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον να του καταβάλουν τα στην αγωγή χρηματικά ποσά καθώς και αυτό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική του ικανοποίηση, λόγω ηθικής του βλάβης, αμφοτέρων των ποσών νομιμοτόκως από της επομένης που έγινε η επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 170/2018 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που ανέστειλε την έκδοση οριστικής απόφασης, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της ποινικής δίκης κατά του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, και δη επί της με αριθμό 166/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ρόδου. Μετά την έκδοση της με αριθμό 63/2019 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, η υπόθεση εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, το οποίο εξέδωσε τη με αριθμό 11/2022 οριστική απόφασή του, επί δε της από 31.8.2022 έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος, εκδόθηκε η με αριθμό 115/2024 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (αναιρεσιβαλλομένη), η οποία απέρριψε την από 31.8.2022 έφεση του ήδη αναιρείοντος, διαλαμβάνοντας τις κάτωθι, ως προς ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος τους, παραδοχές: "" ..Ο πρώτος εναγόμενος Λ. Κ. του Ν. συνδεόταν, ήδη από το έτος 1982, με την τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία "INTERNATIONAL LIFE AEAZ" με σύμβαση έργου ως ασφαλιστικός σύμβουλος αυτής, ιδιότητα που διατήρησε μέχρι το έτος 2004, οπότε και προήχθη σε συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων δυνάμει της από 1.3.2004 μεταξύ τους σύμβασης έργου. Η δεύτερη των εναγομένων ανώνυμη εταιρεία "INTERNATIONAL ΑΕΔΑΚ" και ήδη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "THETIS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "THETIS ΑΕΔΑΚ" εντάχθηκε στον οργανισμό πωλήσεων της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας, ως ανεξάρτητος επαγγελματίας, με αντικείμενο της δραστηριότητάς της την επιδίωξη και προώθηση στην εταιρεία αυτή, αιτήσεων ενδιαφερομένων για τη σύναψη συμβάσεων ασφάλισης, οι οποίες θα καταρτίζονταν με την διαμεσολάβησή της.

Εξάλλου, δυνάμει της από 3.5.1996 πρόσθετης μεταξύ της "INTERNATIONAL LIFE AEAZ" και του πρώτου εναγομένου αυτός ανέλαβε την διαμεσολάβηση για τη διάθεση και μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της δεύτερης εναγομένης, της οποίας αντιπρόσωπος ήταν η "ΙNTERNATIONAL LIFE AEAZ"... Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο πρώτος εναγόμενος ενεργούσε για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης, σύμφωνα με την φύση και τον σκοπό της δραστηριότητάς της, εντός του κύκλου της επιχειρηματικής της δράσης, στο πλαίσιο της οποίας είχε διαπλασθεί ένα πλέγμα δεσμευτικών γι' αυτόν καθηκόντων, από τα οποία δεν μπορούσε να αποκλίνει. Επομένως, τον συνέδεε με αυτή σχέση πρόστησης...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων Κ. Α. του Ι., τύγχανε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα εκπαιδευτής οδηγών και διατηρούσε σχολή οδηγών στη Ρόδο και επί της οδού ..., στην ίδια δε, οικοδομή, διατηρούσε γραφείο και ο πρώτος εναγόμενος, Λ. Κ., o οποίος δραστηριοποιείτο ως ασφαλιστικός πράκτορας στην ασφαλιστική εταιρεία "INTERNATIONAL LIFE AEAZ" και έτσι γνωρίστηκε με τον ενάγοντα. Η γνωριμία τους εξελίχθηκε σε φιλία αλλά και σε συνεργασία επαγγελματική... Από το έτος δε, 1997 οπότε ο πρώτος εναγόμενος είχε δραστηριοποιηθεί επιπροσθέτως και ως πράκτορας της δεύτερης εναγομένης, ο ενάγων και η σύζυγός του, έχοντας εμπιστοσύνη στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος εμφανιζόταν ότι είχε εμπειρία σε χρηματοοικονομικά και επενδυτικά θέματα και τους συμβούλευσε ότι οι επενδύσεις σε αμοιβαία κεφάλαια είναι ασφαλείς και συμφέρουσες ως προς τις αποδόσεις τους, κατέβαλαν διάφορα χρηματικά ποσά με την εντολή να τα επενδύσει σε αμοιβαία κεφάλαια, χωρίς ωστόσο, να συγκεκριμενοποιήσουν το ακριβές επενδυτικό προϊόν, καθώς δεν είχαν τις εξειδικευμένες προς τούτο γνώσεις. Σε εκτέλεση της ανωτέρω εντολής, ο πρώτος εναγόμενος πράγματι επένδυσε τα καταβληθέντα χρηματικά ποσά σε αμοιβαία κεφάλαια της εταιρείας "INTERNATIONAL AΕΔΑΚ" στο όνομα και για λογαριασμό αμφοτέρων των συζύγων, οι οποίοι, γι' αυτές τις επενδύσεις που απέβαιναν επιτυχείς, ελάμβαναν περιοδικά ενημερώσεις από την εν λόγω εταιρεία, στη διεύθυνση της κατοικίας τους. Εν συνεχεία και δη περί το έτος 2000, ο ενάγων αποφάσισε να επενδύσει έτερα (σε σχέση με τα προαναφερθέντα) χρηματικά ποσά σε αμοιβαία κεφάλαια της δεύτερης εναγομένης, στο όνομα του ιδίου και της συζύγου του, χωρίς την γνώση της τελευταίας με διεύθυνση ως προς τις ενημερώσεις την διεύθυνση του πρώτου εναγομένου, έχοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στον τελευταίο για τις επιλογές του είδους των επενδύσεων σε αμοιβαία κεφάλαια. Έτσι, μεταξύ του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου είχε δημιουργηθεί σχέση εμπιστοσύνης, τόσο σε φιλικό, όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο, σχέση, την οποία ωστόσο εκμεταλλεύθηκε προς ίδιον όφελος ο πρώτος εναγόμενος, τελώντας σε βάρος του ενάγοντος αδικοπραξία και συγκεκριμένα, υπεξαίρεση εμπιστευμένων σε αυτόν χρηματικών ποσών, υπό την ιδιότητα του επενδυτικού αυτού συμβούλου. Η αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά τελέστηκε με δύο διαφορετικούς τρόπους, είχε δε ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας στον ενάγοντα, ύψους 50.100 ευρώ και 19.683,07 ευρώ, αντίστοιχα, συνολικά δε, του επέφερε ζημία ποσού 69.783,07 ευρώ.

Ειδικότερα : ... (Β) Περαιτέρω, η δεύτερη αδικοπραξία (υπεξαίρεση) που κατ' εξακολούθηση τέλεσε ο πρώτος εναγόμενος σε βάρος του ενάγοντος, είχε σε περιεχόμενο και μεθοδολογία ως εξής: Η ατύπως και προφορικώς καταρτισθείσα σύμβαση μεταξύ ενάγοντος και πρώτου εναγομένου είχε ως περιεχόμενο την για λογαριασμό του πρώτου επενδυτική τοποθέτηση από τον τελευταίο χρηματικών ποσών σε αμοιβαία κεφάλαια της δεύτερης εναγομένης, της οποίας προστηθείς ήταν ο πρώτος εναγόμενος. Ο τελευταίος ωστόσο, αντί να προβεί για λογαριασμό του ενάγοντος σε επενδυτικές τοποθετήσεις των χρημάτων του σε αμοιβαία κεφάλαια της δεύτερης εναγομένης, προέβη σε διαφορετικό επενδυτικό, σε σχέση με την εντολή που του είχε χορηγηθεί από τον ενάγοντα, χειρισμό. Συγκεκριμένα, κατήρτισε μερικότερες αιτήσεις προς την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "INTERNATIONAL LIFE AEAZ" στο όνομα του ενάγοντος για σύναψη συμβάσεων ασφαλίσεως ζωής συνδεδεμένων με επενδύσεις αμοιβαίων κεφαλαίων, τις οποίες και υπέγραψε για λογαριασμό του ενάγοντος, θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του τελευταίου εν αγνοία του. Των αιτήσεων αυτών έκανε χρήση, καθώς τις απέστειλε στην ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία, με αποτέλεσμα, η τελευταία να εκδώσει ασφαλιστήρια ζωής συνδεδεμένα με επενδύσεις αμοιβαίων κεφαλαίων στο όνομα του ενάγοντος, τα οποία ελάμβανε ο πρώτος εναγόμενος στο πλαίσιο της συμφωνίας του με τον ενάγοντα, χωρίς ωστόσο ο τελευταίος να γνωρίζει ότι πρόκειται για συμβάσεις ασφάλειας ζωής συνδεδεμένες με επενδύσεις αμοιβαίων κεφαλαίων και όχι για επενδύσεις σε αμοιβαία κεφάλαια, όπως ήταν και το πραγματικό περιεχόμενο της μεταξύ τους συμφωνίας. Στη συνέχεια, έχοντας την διαχείριση των ως άνω ασφαλιστηρίων ζωής, που ο ίδιος κατείχε στο γραφείο του, ο πρώτος εναγόμενος κατήρτισε αιτήσεις προς την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "INTERNATIONAL LIFE AEAZ" στο όνομα του ενάγοντος προς εξαγορά των άνω ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής, αλλά και ακύρωσης της με αριθμό ... ασφάλισης ζωής, θέτοντας κατ' απομίμηση την υπογραφή του ενάγοντος, χωρίς να το γνωρίζει ο τελευταίος, των αιτήσεων δε, αυτών έκανε χρήση, καθώς τις απέστειλε στην εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία, με αποτέλεσμα η τελευταία να εκδώσει ιδιωτικά συμφωνητικά εξαγοράς, να προβεί στην ακύρωση του με αριθμό ... ασφαλιστηρίου συμβολαίου και να εκδώσει ισάριθμες δίγραμμες επιταγές στο όνομα του ενάγοντος, τις οποίες ωστόσο, εισέπραξε ο πρώτος εναγόμενος και ιδιοποιήθηκε παρανόμως τα ποσά που αυτές ενσωμάτωναν. Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος... Συνολικά δηλαδή, με την υπό στοιχείο Β αδικοπραξία του, ο πρώτος εναγόμενος ζημίωσε τον ενάγοντα κατά το ποσό των 19.683,07 ευρώ, το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο που στην ίδια κρίση κατέληξε ως προς το κονδύλιο αυτό, ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε απορριπτομένου του δευτέρου λόγου της Β' έφεσης (από 31.8.2022)... Δεν αποδείχθηκε ωστόσο, από το προσκομισθέν αποδεικτικό υλικό ότι ο ενάγων παρέδωσε στον πρώτο εναγόμενο άλλα χρηματικά ποσά ή ότι ο τελευταίος ενθυλάκωσε στην περιουσία του έτερα ποσά πλην των προμνημονευθέντων, απορριπτομένης της ετέρας αιτίασης του περί του αντιθέτου δευτέρου λόγου της Β' έφεσης..." Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την από 31.8.2022 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη.

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, και με αυτά που δέχθηκε με τη προσβαλλομένη απόφασή του, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις των άρθρων 298,914 και 922 του ΑΚ καθόσον δέχθηκε την, εκ μέρους του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, τέλεση των παρανόμων, υπαιτίων (και συνάμα αξιοποίνων) πράξεων της υπεξαίρεσης χρηματικών ποσών της κυριότητος του αναιρεσείοντος, και πλαστογραφίας, και δη κατ' εξακολούθηση, και κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σ'αυτόν (πρώτο των αναιρεσιβλήτων) υπηρεσίας, ως συνεργάτη -ασφαλιστικού συμβούλου, της ήδη τελούσας σε εκκαθάριση ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας "INTERNATIONAL LIFE AEAZ", υπό την ιδιότητα της τελευταίας, ως αντιπροσώπου της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων εταιρείας διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, δημιουργουμένης συνεπώς σχέσης πρόστησης μεταξύ πρώτου και δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, και υφισταμένης εσωτερικής συνάφειας μεταξύ της αδικοπραξίας του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και των υπηρεσιών που του είχαν ανατεθεί από την άνω ασφαλιστική εταιρεία, υπό την έννοια ότι δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει αυτή (αδικοπραξία) χωρίς την υπηρεσία, η οποία, έτσι, αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την τέλεσή της, και θεμελιουμένης συνεπώς, της αντικειμενικής ευθύνης της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και της εξ αιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του πρώτου των αναιρεσιβλήτων προκληθείσας ζημίας του αναιρεσείοντος, ανερχομένης στο άθροισμα της ονομαστικής αξίας των διγράμμων επιταγών που αυτός εισέπραξε.

Εξάλλου, το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, από το αιτιολογικό της προσβαλλομένης προκύπτουν όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των παραπάνω διατάξεων, έχει δε, τις παρατιθέμενες παραπάνω σαφείς, επαρκείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό πόρισμα. Συγκεκριμένα, δέχθηκε, ότι η επικαλούμενη ζημία του αναιρεσείοντος, υπό την ιδιότητά του ως επενδυτή, προήλθε από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ασφαλιστικού/επενδυτικού συμβούλου -υποπροστηθέντος της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμης εταιρείας διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, ο οποίος διαδοχικώς εισέπραττε διάφορα χρηματικά ποσά από τον αναιρεσείοντα με αληθή συμβατικό σκοπό την επένδυσή τους σε αμοιβαία κεφάλαια, πλην όμως, αυτός (πρώτος των αναιρεσιβλήτων), ενεργών εντός των πλαισίων της διεκπεραίωσης των ανατεθειμένων σε αυτόν καθηκόντων, όμως, παρανόμως και υπαιτίως, χρησιμοποίησε τα χρηματικά αυτά ποσά, εν αγνοία του αναιρεσείοντος και χωρίς εντολή προς τούτο, για την κατάρτιση άλλης, διάφορης σύμβασης και δη την κατάρτιση ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής στο όνομα του τελευταίου, συνδεδεμένων με επενδύσεις σε αμοιβαία κεφάλαια, ακολούθως δε, και μετά την κατάρτιση αυτών, κάνοντας χρήση πλαστογραφημένων από τον ίδιο αιτήσεων, ζήτησε από την εκδότρια των ασφαλιστηρίων συμβολαίων ασφαλιστική εταιρεία, την εξαγορά τους, τις δε δίγραμμες επιταγές που η ασφαλιστική εταιρεία εξέδωσε προς τούτο εις διαταγήν του αναιρεσείοντος, εισέπραξε ο ίδιος πλαστογραφώντας τα στοιχεία της οπισθογράφησης. Οι αιτιάσεις δε, που διαλαμβάνονται στους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, από τους αρ. 19 και 1 αντιστοίχως, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 298,914 και 922 του ΑΚ, για το λόγο ότι (α) ενώ η προσβαλλομένη δέχεται ότι ο αναιρεσείων κατέβαλε προς επενδυτικό σκοπό στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, χρηματικό ποσό μεγαλύτερο των 50.000 ευρώ, εν τούτοις όλως αντιφατικώς, κατέγνωσε ως ζημία του αναιρεσείοντος το μικρότερο ποσό των 19.683,07 ευρώ και (β) ότι εσφαλμένως δεν συμπεριέλαβε στην αποκαταστατέα ζημία του αναιρεσείοντος την απώλεια του ποσού που προέκυψε από την εξαγορά των ασφαλιστικών συμβολαίων, ως διαφορά μεταξύ της αξίας τους κατά το χρόνο κατάρτισής τους και αυτής κατά το χρόνο εξαγοράς τους, είναι απαράδεκτες καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και δη, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που εξάγεται από αυτές, το οποίο διατυπώνεται επαρκώς και με σαφήνεια στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με αποτέλεσμα να παρίσταται δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των άνω διατάξεων, υπό την επίφαση δε, των επικαλούμενων πλημμελειών, επιχειρεί ο αναιρεσείων ανεπίτρεπτα να πλήξει την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Σε κάθε δε, περίπτωση, αβάσιμοι, ως στηριζόμενοι στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι τα χρήματα που ο αναιρεσείων κατέβαλε στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων στα πλαίσια της υπό στοιχείο (Β) αδικοπραξίας, δηλαδή, προς αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων, τα οποία δόθηκαν εν συνεχεία από τον τελευταίο για την κατάρτιση ασφαλιστηρίων συμβολαίων, ήσαν υπέρτερα των ποσών που ενσωματώνονταν στις υπόψη δίγραμμες επιταγές, παραδοχή όμως που δεν υφίσταται στη προσβαλλομένη απόφαση, το δε ποσό των 50.100 ευρώ, που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, συνιστά ζημία του αναιρεσείοντος, αφορά την υπό στοιχεία (Α) αδικοπραξία του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, συνεργούντος του τρίτου αυτών, περί ης δεν υφίσταται εν προκειμένω λόγος αναίρεσης. Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 37 εδ. α-δ του ν. 5960/1933 "περί επιταγής" ο εκδότης ή ο κομιστής επιταγής μπορεί να τη διγραμμίσει. Η διγράμμιση γίνεται με δύο παράλληλες γραμμές που τίθενται στο εμπρόσθιο μέρος της επιταγής και μπορεί να είναι γενική ή ειδική. Η διγράμμιση είναι γενική, αν αυτή δεν φέρει οποιαδήποτε σημείωση ή αν φέρει τη μνεία "τραπεζίτης" ή ισοδύναμο όρο, και ειδική, αν μέσα στις δύο γραμμές αναγράφεται το όνομα τραπεζίτη. Κατά την έννοια της διάταξης, του άρθρου 38 παρ. 1 του ίδιου νόμου, επιταγή με γενική διγράμμιση μπορεί να πληρωθεί από τον πληρωτή μόνο σε τραπεζίτη ή σε πελάτη του πληρωτή, τραπεζίτης δε, μπορεί να αποκτήσει δίγραμμη επιταγή, μόνον από κάποιον από τους πελάτες του, ή από άλλον τραπεζίτη και δεν μπορεί να εισπράξει αυτήν για λογαριασμό άλλων προσώπων, πλην αυτών. Για να αποκτήσει κάποιος την ιδιότητα του πελάτη τραπέζης αρκεί το άνοιγμα λογαριασμού, εφόσον η τράπεζα προβεί στις απαιτούμενες προηγούμενες επαληθεύσεις Εξάλλου, κατά την παρ. 5 του ίδιου άρθρου ο πληρωτής ή ο τραπεζίτης που δεν τηρεί τις ανωτέρω διατάξεις ευθύνεται για την εντεύθεν ζημία, μέχρι το ποσό της επιταγής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί επιταγής με γενική διγράμμιση, αν αυτή δεν πληρωθεί σε τραπεζίτη ή σε πελάτη του πληρωτή, δεν επέρχεται ακυρότητα της επιταγής, αλλά μόνο γεννάται υποχρέωση του πληρωτή ή του τραπεζίτη προς αποζημίωση, εφόσον προκλήθηκε ζημία. Κατά τα λοιπά η δίγραμμη επιταγή κυκλοφορεί όπως η κοινή επιταγή, δεν απαιτείται δε, για τη μεταβίβασή της η τήρηση οποιασδήποτε άλλης ειδικής διατύπωσης (ΑΠ 1224/2021, ΑΠ 1423/2019, ΑΠ 1344/2017, ΑΠ 1874/2013, ΑΠ 659/2011).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 6/2022, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 55/2023). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής, ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019, ΑΠ 55/2023). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 39/2023, ΑΠ 5/2023, ΑΠ 133/2022, ΑΠ 46/2022). Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης). Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 917/2017). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, ιδρύει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 133/2022). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 5/2023, ΑΠ 1381/2022). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή, ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν (ΑΠ 385/2023, ΑΠ 39/2023), ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 385/2023, ΑΠ 133/2022). Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως, και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 18/2018). Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας για να ιδρυθεί ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, που δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1165/2019).
Με τον τρίτο (όπως αυτός παραδεκτώς διορθώθηκε με το υπόμνημα του αναιρεσείοντος) και τον ταυτοσήμου περιεχομένου, τέταρτο, λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (αληθώς από τον αρ. 1 αυτού) επικαλούμενος εσφαλμένη απόρριψη ως αόριστης της αγωγής του, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της πέμπτης των αναιρεσιβλήτων τραπεζικής εταιρείας "Alpha Bank AE", με την αιτιολογία ότι δεν εξετίθετο στην ένδικη αγωγή η ιδιότητα του νόμιμου κομιστή των δίγραμμων επιταγών, ως πελάτη της πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, πληρώτριας των επιταγών τράπεζας. Επί του ζητήματος αυτού, από την παραδεκτή επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, προέκυψε, ότι ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων, εξέθετε, ότι η τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, προκειμένης της εξαγοράς των ασφαλιστηρίων συμβολαίων από τον αναιρεσείοντα, μετά πλαστογράφηση των σχετικών αιτήσεων από τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, εξέδωσε τις αναφερόμενες στην αγωγή δίγραμμες επιταγές, εις διαταγήν του τελευταίου, σε κάποιες από τις οποίες έθεσε την ρήτρα "μη μεταβιβάσιμη", τις οποίες εισέπραξε ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, εμφανιζόμενος ως λήπτης αυτών, θέτοντας στη θέση της πρώτης οπισθογράφησης κατ' απομίμηση, την υπογραφή του αναιρεσείοντος και τον αριθμό δελτίου ταυτότητος της συζύγου του, το δε Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, διέλαβε συναφώς, τις εξής παραδοχές : "Επί πλέον, ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, κατά το αίτημά της που στρέφεται σε βάρος της έκτης των εναγομένων, Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Alpha Bank AE" περί αποζημίωσης του ενάγοντος για τη ζημία που υπέστη από τη πληρωμή των αναφερομένων σε αυτή δίγραμμων επιταγών, το οποίο επιχειρείται να θεμελιωθεί στην αδικοπρακτική ευθύνη της ανωτέρω εναγομένης διά των προστηθέντων υπαλλήλων της, τυγχάνει αόριστο και εντεύθεν απορριπτέο ως απαράδεκτο, καθόσον σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, δεν γεννάται ευθύνη της τράπεζας από την πληρωμή της δίγραμμης επιταγής, παρά μόνον, εάν η εξόφληση δεν γίνει σε τραπεζίτη ή δεν γίνεται σε πελάτη του, χωρίς ωστόσο στη προκειμένη περίπτωση, να μνημονεύεται στην αγωγή, αν ο τελευταίος νόμιμος κομιστής-υπέρ ου η οπισθογράφηση ήταν πελάτης της πληρώτριας τράπεζας, ώστε να θεμελιωθεί ευθύνη της τελευταίας, απορριπτομένου του πρώτου λόγου της Β έφεσης...".

Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, δεν αξίωσε στοιχεία περισσότερα από εκείνα, που ο παραπάνω κανόνας δικαίου απαιτεί για τη γένεση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος έναντι της πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, καθόσον αναγκαία προϋπόθεση της υποχρέωσης της τελευταίας, ως πληρώτριας διγράμμων επιταγών, σε αποζημίωση, είναι η πληρωμή αυτών να έγινε σε μη πελάτη αυτής, στοιχείο που δεν διαλαμβάνεται στο αγωγικό δικόγραφο. Τούτο δε, ανεξαρτήτως της ύπαρξης ή μη ρήτρας "ουχί εις διαταγήν" ή άλλης συναφούς ρήτρας, ζήτημα που ουδεμία ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι, σύμφωνα με εκτιθέμενα στην αγωγή, ο φερόμενος ως λήπτης των δίγραμμων επιταγών ήταν και αυτός που εισέπραξε αυτές, της ρήτρας περί μη μεταβίβασής τους περαιτέρω, ούσης αλυσιτελούς.
Συνεπώς, οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που προκατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο, και να καταδικασθεί ο τελευταίος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των παρόντων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (αρθ. 176,183, 189 παρ.1,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.1.2025 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 115/2024 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης των παρόντων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή