ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 730/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 730/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 730/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 730 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 730/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Ψαράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 08 Δεκεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …, 2) Α. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 3) Λ. Γ. του Β., κατοίκου ... και 4) Α. Ζ. του Ι., κατοίκου .... Άπαντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Μίστρα.

Της αναιρεσίβλητης: "Συνεταιριστικής Τράπεζας Θεσσαλίας ΣΥΝ ΠΕ", που εδρεύει στα Τρίκαλα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Σοφία Αλεξίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2018 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 234/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 577/2021 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-01-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειότων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 577/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση των ανακοπτόντων και ήδη αναιρεσειόντων και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 234/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία είχε απορριφθεί η ανακοπή σε βάρος της καθής και ήδη αναιρεσίβλητης με την οποία οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες, ζητούσαν να ακυρωθεί η με αριθ. …/2018 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν, εις ολόκληρο έκαστος στην καθής το ποσό των 209.784,68€, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, για απαίτηση που πηγάζει από σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 KΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 KΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρ. 1247 και 1248 του ΑΚ συνάγεται ότι η σύσταση ενεχύρου απαίτησης γίνεται με συμφωνία ενεχυράζοντος και δανειστή, η οποία καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με ιδιωτικό βέβαιης χρονολογίας και γνωστοποιείται στον οφειλέτη από τον ενεχυραστή. Το ενέχυρο αυτό, αν μεν το ασφαλιζόμενο χρέος δεν έληξε, χορηγεί, κατά το άρθρ. 1253 του ΑΚ, στο δανειστή το δικαίωμα να εισπράξει από κοινού με τον ενεχυραστή την απαίτηση που είναι χρηματική, ενώ αν το ασφαλιζόμενο χρέος έληξε, ο δανειστής δικαιούται, κατά το άρθρ. 1254 του ΑΚ, είτε να εισπράξει την ενεχυρασθείσα απαίτηση κατά το ποσό, όμως, μόνον που απαιτείται για την ικανοποίησή του είτε να απαιτήσει να του εκχωρηθεί αυτή κατά το ίδιο ποσό αντί καταβολής. Παρόμοιο ενέχυρο προβλέπεται και από τα άρθρ. 36 και 39 του ν.δ/τος της 17.7/ 13.8.1923, που διατηρήθηκε σε ισχύ αρχικά με το άρθρ. 41 του ΕισΝΑΚ και ακολούθως με το άρθρ. 52§3 του ΕισΝΚΠολΔ. Το τελευταίο αυτό ενέχυρο διαφέρει από το πρώτο κατά το ότι (α) το συστατικό του ενεχύρου έγγραφο μπορεί να είναι απλό, δηλαδή να μη φέρει βέβαιη χρονολογία, (β) η ενεχύραση γνωστοποιείται στον τρίτο από οποιονδήποτε από τους συμβαλλομένους και όχι μόνον από τον ενεχυραστή, (γ) η γνωστοποίηση αυτή συντελείται με ειδικό τρόπο, ήτοι με την επίδοση αντιγράφου της σύμβασης ενεχύρασης ή με άλλον ισοδύναμο τρόπο, όπως είναι η επίδοση αγωγής ή η αναγγελία σε πλειστηριασμό και (δ) από την επίδοση αυτή επέρχεται από το νόμο εκχώρηση της ενεχυρασθείσας απαίτησης στο δανειστή, που σημαίνει ότι αποκόπτεται έκτοτε κάθε δεσμός του ενεχυραστή με την ενεχυρασθείσα απαίτηση, την οποία, στην έκταση που εκχωρήθηκε, δεν μπορεί ούτε να εισπράξει, αν καταστεί ληξιπρόθεσμη πριν από την ασφαλισμένη απαίτηση, ούτε να την μεταβιβάσει περαιτέρω (ΑΠ 988/2004). Παράλληλα ο ενεχυρούχος δανειστής θεωρείται νομέας της ενεχυρασθείσας απαίτησης και δικαιούται κατά το άρθρ. 44 του ως άνω ν.δ/τος να την εισπράξει (ΑΠ 1362/2003), υποχρεούμενος όμως κατά τις διατάξεις των άρθρ. 1224 και 1256 ΑΚ, να τη διαφυλάττει μέχρι τότε, ώστε να μη επέλθει μερική ή ολική απόσβεση ή αποδυνάμωσή της, αν δε από πταίσμα του προκαλέσει την απόσβεση ή αποδυνάμωση της απαίτησης πριν από την είσπραξή της και συνεπώς ζημία στον ενεχυραστή, δικαιούται ο τελευταίος αποζημίωσης (ΑΠ 512/2008). Σε κάθε περίπτωση η ως άνω από το νόμο εκχώρηση της ενεχυρασθείσας απαίτησης δεν πρέπει να υπερακοντίζει το σκοπό για τον οποίο συμφωνήθηκε και με την έννοια αυτή αφενός μεν είναι επιτρεπτή η κατάσχεση της ενεχυρασθείσας απαίτησης από δανειστή του ενεχυραστή στα χέρια του ενεχυρούχου δανειστή ως τρίτου (ΑΠ 1576/2014, ΑΠ 1065/2009), αφετέρου δε αν αποσβεσθεί το ασφαλιζόμενο χρέος πριν από την είσπραξη της απαίτησης, δικαιούται ο ενεχυραστής να ζητήσει την επανεκχώρηση σ’ αυτόν της απαίτησης, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρ. 1232 του ΑΚ (ΑΠ 108/1997). Κατά το άρθρο 27 παρ.1 έως 9 του Ν. 3867/2010 "Εξόφληση προμηθειών νοσοκομείων και ρυθμίσεις θεμάτων σχετικών διαγωνισμών" (ΦΕΚ 128/Α/3.8.2010) ορίσθηκαν τα εξής: "1. Οφειλές των νοσοκομείων του ΕΣΥ, του Ωνάσειου Καρδιοχειρουργικού Κέντρου, του ΠΓΝ Παπαγεωργίου, του Αιγινήτειου Νοσοκομείου Αθηνών, του Αρεταίειου Νοσοκομείου Αθηνών και του ΟΚΑΝΑ, που έχουν προκύψει από την προμήθεια φαρμάκων, υγειονομικού υλικού, χημικών αντιδραστηρίων και ορθοπεδικού υλικού, και για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα προβλεπόμενα κατά περίπτωση τιμολόγια και δελτία αποστολής από 1.1.2007 έως και 31.12.2009, δύναται να εξοφληθούν άμεσα με την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών εκκαθάρισης, έκδοσης και θεώρησης των σχετικών τίτλων πληρωμής, σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά περίπτωση διατάξεις, ως ακολούθως: α) Οφειλές των ετών 2007, 2008 και 2009 και μέχρι συνολικού ποσού τιμολογίων 200.000 ευρώ ανά προμηθευτή, εξοφλούνται με την έκδοση χρηματικού εντάλματος, β) Λοιπές οφειλές του έτους 2007 και μέχρι συνολικού ποσού τιμολογίων 1.100.000.000 ευρώ, εξοφλούνται με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου ετήσιας διάρκειας και μηδενικού επιτοκίου, που θα εκδοθούν εντός του τρέχοντος έτους, γ) Λοιπές οφειλές του έτους 2008 και μέχρι συνολικού ποσού τιμολογίων 2.200.000.000 ευρώ, εξοφλούνται με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου διετούς διάρκειας και μηδενικού επιτοκίου, που θα εκδοθούν εντός του τρέχοντος έτους, δ) Λοιπές οφειλές του έτους 2009 και μέχρι συνολικού ποσού τιμολογίων 2.040.000.000 ευρώ, εξοφλούνται με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου τριετούς διάρκειας και μηδενικού επιτοκίου, που θα εκδοθούν εντός του έτους 2010. Τα ανωτέρω όρια μειώνονται με τα ποσά των βεβαιωμένων υπέρ του Δημοσίου και των Ασφαλιστικών Φορέων οφειλών, καθώς και με τα ποσά των κατά περίπτωση υπέρ τρίτων κρατήσεων. 2. Ο τρόπος εξόφλησης των ανωτέρω οφειλών εφαρμόζεται εφόσον οι προμηθευτές υποβάλλουν μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος: α) Αίτηση προς την αρμόδια Οικονομική Υπηρεσία των φορέων της προηγούμενης παραγράφου για την εξόφληση των απαιτήσεών τους που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της με τον τρόπο που ορίζεται ανωτέρω. Η αίτηση περιλαμβάνει επί ποινή απαραδέκτου της, όλες τις απαιτήσεις του προμηθευτή έναντι του φορέα στον οποίο υποβάλλει την αίτηση για καθένα από τα έτη που προβλέπονται στις περιπτώσεις α', β', γ' και δ' της προηγούμενης παραγράφου, β) Υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 (ΦΕΚ 75 Α) με την οποία ο αιτών προμηθευτής παραιτείται χωρίς επιφύλαξη από οποιαδήποτε άλλη αξίωση η οποία πηγάζει από την ίδια αιτία συμπεριλαμβανομένης και της αξίωσης για την καταβολή οποιουδήποτε είδους τόκων, για τα ως άνω έτη και μέχρι την εξόφληση κατά τα οριζόμενα ανωτέρω. 3. Το ακριβές ύψος των οφειλών προς κάθε προμηθευτή, που εξοφλείται με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, καθορίζεται με βάση τα χρηματικά εντάλματα πληρωμής ή άλλων κατά περίπτωση τίτλων πληρωμής θεωρημένων από τα αρμόδια όργανα και αφορούν το πληρωτέο στον δικαιούχο ποσό. 4. Η εξόφληση των οφειλών προς τους προμηθευτές πραγματοποιείται με τη σύνταξη από τους φορείς της παραγράφου 1, καταστάσεων ανά δικαιούχο και έτος έκδοσης των τιμολογίων και δελτίων αποστολής, στις οποίες περιλαμβάνονται όλες οι ρυθμιζόμενες απαιτήσεις, με βάση τις οποίες διενεργείται και η παράδοση των ομολόγων. Οι καταστάσεις υπογράφονται από τους δικαιούχους κατά την παραλαβή των ομολόγων και επέχουν θέση εξοφλητικής απόδειξης των σχετικών χρηματικών ενταλμάτων ή των τυχόν άλλων τίτλων πληρωμής. 5. α) Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, ο τύπος, η διαδικασία και κάθε σχετικό θέμα που αφορά την έκδοση των χρηματικών ενταλμάτων και την έκδοση και διάθεση των ομολόγων των περιπτώσεων α', β', γ' και δ' της παραγράφου 1, καθώς και ο φορέας απόδοσης, η διαδικασία, ο τρόπος και κάθε σχετικό θέμα για την απόδοση των κρατήσεων υπέρ του Δημοσίου, των Ασφαλιστικών Φορέων και τρίτων και την κάλυψη της σχετικής δαπάνης, β) Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης μπορεί να καθορίζονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία με την οποία δύναται να ανατίθεται σε τράπεζες το έργο της συγκέντρωσης και εξόφλησης των, κατά τις προηγούμενες παραγράφους, οφειλών με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου. 6. Η αξία των ομολόγων που εκδίδονται σύμφωνα με τους όρους και τη διαδικασία των προηγούμενων παραγράφων, αποτελεί έσοδο των φορέων της παραγράφου 1 και εγγράφεται ως ισόποση πίστωση στον προϋπολογισμό του έτους έκδοσης των ομολόγων χωρίς να απαιτείται τροποποίηση του προϋπολογισμού του φορέα. 7. Το κόστος της προεξόφλησης των ανωτέρω ομολόγων εντάσσεται στα φορολογικώς εκπιπτόμενα έξοδα από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων των προμηθευτών, κατά τη διαχειριστική περίοδο προεξόφλησης τους. 8. Οι απαιτήσεις των φορέων της παραγράφου 1 έναντι του ΙΚΑ, του ΟΑΕΕ, του ΟΠΑΔ, του ΟΓΑ και του Οίκου Ναύτη οι οποίες έχουν προκύψει από υγειονομική περίθαλψη ασφαλισμένων τους μέχρι 31.12.2009, εκχωρούνται από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου προς το Δημόσιο. Το ύψος των εν λόγω οφειλών και η διαδικασία της εκχώρησης προσδιορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης. 9. Για λόγους διασφάλισης του δημοσίου συμφέροντος και προστασίας της δημόσιας υγείας, θεωρούνται νόμιμες οι δαπάνες που απαιτούνται για την εξόφληση υποχρεώσεων που απορρέουν από προμήθειες των νοσοκομείων του Εθνικού Συστήματος Υγείας, συμπεριλαμβανομένων των ψυχιατρικών και των πανεπιστημιακών κλινικών, των Νοσοκομείων "Αρεταίειο" και "Αιγινήτειο", του Ωνάσειου Καρδιοχειρουργικού Κέντρου και του Νοσοκομείου "Παπαγεωργίου" της Θεσσαλονίκης και των νοσοκομείων και των υγειονομικών μονάδων ΙΚΑ, οι οποίες προμήθειες διενεργήθηκαν μέχρι την κατάθεση του παρόντος νόμου στη Βουλή, δυνάμει απευθείας αναθέσεων λόγω επειγουσών αναγκών ή παρατάσεων των συμβάσεων μεταξύ των ανωτέρω φορέων και των προμηθευτών, καθώς και δυνάμει των κοινών υπουργικών αποφάσεων που εκδόθηκαν βάσει των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του Ν. 2955/2001 (ΦΕΚ 256 Α), μέχρι την κατάργησή της από το άρθρο 37 του Ν. 3784/2009 (ΦΕΚ 137 Α). Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, προκειμένου να εξοφληθούν υποχρεώσεις των πιο πάνω νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Ε.Σ.Υ. για προμήθειες ιατροτεχνολογικού, υγειονομικού και φαρμακευτικού υλικού, καθώς και χημικών αντιδραστηρίων, που πραγματοποιήθηκαν κατά τα έτη 2007, 2008 και 2009, και να εκκαθαριστούν οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις τους, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις, που θέτει το πιο πάνω άρθρο 27 του Ν. 3867/2010, δεν ελέγχεται αν τηρήθηκε προηγουμένως η διαδικασία, που προβλέπεται για την ανάληψη υποχρεώσεων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, με συνέπεια να νομιμοποιούνται εκ των υστέρων οι συμβάσεις, που καταρτίστηκαν και εκτελέστηκαν χωρίς την τήρηση της διαδικασίας αυτής (ΑΠ 1213/2015). Ακολούθως, με τη με αριθμό 2/78600/0023Α/16.11.2010 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομικών, Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΦΕΚ Β 1805/17.11.2010), με τίτλο "Ανάθεση στην Εθνική Τράπεζα του έργου της συγκέντρωσης και εξόφλησης από το Ελληνικό Δημόσιο οφειλών των νοσοκομείων προς τους προμηθευτές τους, με Ομόλογα", καθορίστηκαν, στη συνέχεια, ο τρόπος συγκέντρωσης και επεξεργασίας των οικονομικών στοιχείων των νοσοκομείων, που αφορούν οφειλές προς τους προμηθευτές τους για τα έτη 2007, 2008 και 2009, καθώς και η εξόφληση αυτών με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου. Με το δεύτερο άρθρο της με αριθμό …/2010 (ΦΕΚ …2010) απόφασης του Υφυπουργού Οικονομικών με τίτλο "Έκδοση ειδικών ομολογιακών δανείων για την ανάληψη από το Ελληνικό Δημόσιο οφειλών των νοσοκομείων προς τους προμηθευτές τους", ορίστηκε ότι "Σκοπός των ομολογιακών δανείων είναι η εξόφληση από το Ελληνικό Δημόσιο, οφειλών των νοσοκομείων προς τους προμηθευτές τους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27... του ν. 3867/2010...", ενώ με τα άρθρα 5 έως 7 τα εξής: "Άρθρ.5. Τα ανωτέρω ομόλογα εκδίδονται στο άρτιο, δηλαδή στο 100% της ονομαστικής τους αξίας. Άρθρ.6. Οι τίτλοι των ομολόγων είναι ονομαστικής αξίας ενός λεπτού του ευρώ(0,01€). Άρθρ.7. Η εξόφληση των τίτλων θα γίνει στην ονομαστική τους αξία...". Επομένως, το Ελληνικό Δημόσιο αναδέχθηκε τα πιο πάνω αναφερόμενα χρέη των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. προς τους προμηθευτές των ιατροφαρμακευτικών προϊόντων, τα οποία αγόρασαν και παρέλαβαν σε εκτέλεση σύμβασης, το περιεχόμενο της οποίας προβλεπόταν από τη ρύθμιση του άρθρου 27 του Ν. 3867/2010, ώστε το Δημόσιο να υπεισέλθει στη θέση των αρχικών οφειλετών - νοσοκομείων, με αποτέλεσμα τα τελευταία να απαλλαγούν από τη σχετική υποχρέωσή τους για την καταβολή των οικείων χρεών, καθόσον, τόσο από το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 27 του Ν. 3867/2010 προκύπτει ότι οι οφειλές των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. για τα έτη 2007 - 2009 εξοφλούνται με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία εκδίδονται από αυτό, όσο και από το περιεχόμενο των σχετικών υπουργικών αποφάσεων, συνάγεται ότι σκοπός της από το Δημόσιο έκδοσης των ομολογιακών δανείων είναι η απόσβεση των πιο πάνω αναφερόμενων οφειλών τους προς τους προμηθευτές τους, με την υπεισέλευση του Ελληνικού Δημοσίου στη θέση αυτών και τη χορήγηση των πιο πάνω ομολόγων σ' αυτούς, αντί καταβολής.

Περαιτέρω, περί τις αρχές του έτους 2012, συνήφθη, μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ) η "Σύμβαση Διευκόλυνσης Διαχείρισης Υποχρεώσεων Συμμετοχής του Ιδιωτικού Τομέα" (ΣΙΤ) (PSI LM Facility Agreement). Οι λόγοι, που οδήγησαν τους συμβαλλομένους στην κατάρτιση αυτής της σύμβασης ήταν, η επιβεβλημένη ανάγκη για μία ουσιαστική αναδιάταξη του δημόσιου χρέους της Ελλάδος, προκειμένου αυτό να καταστεί βιώσιμο, διότι, σε αντίθετη περίπτωση, θα μπορούσαν να υπάρξουν απρόβλεπτες συνέπειες στην Ελληνική Οικονομία, τους πιστωτές και το ευρύτερο διεθνές χρηματοοικονομικό σύστημα (βλ. αιτ. εκθ. του ν. 4046/2012). Το σχέδιο της Σύμβασης PSI περιλάμβανε τρεις επιμέρους συμβάσεις και δη: α. Τη "Σύμβαση Διευκόλυνσης για τη Διαχείριση Υποχρεώσεων Συμμετοχής του Ιδιωτικού Τομέα (ΣΙΤ)" για τη χρηματοδοτική ενίσχυση, ύψους μέχρι 30 δις ευρώ, β. τη "Σύμβαση Πιστωτικής Ενίσχυσης ΕΚΤ", ύψους μέχρι 35 δις ευρώ, προκειμένου να μπορέσει η Ελλάδα να χρηματοδοτήσει την προσφορά επαναγοράς, με την οποία η ΕΚΤ, ενεργώντας, ως εκπρόσωπος της Ελλάδας, προσφέρεται να επαναγοράσει, από εθνικές κεντρικές τράπεζες (ΕΟΚΤ) του Συστήματος του ευρώ, ορισμένα κρατικά ομόλογα έκδοσής της και γ. τη "Σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης", ύψους 5,7 δις ευρώ του ΕΤΧΣ προς την Ελλάδα για τη "Διευκόλυνση αποπληρωμής Τόκων Ομολόγων". Το σχέδιο της συνολικής Σύμβασης επικύρωσε ο ν. 4046/2012 περί "Έγκρισης των Σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης". Ακολούθησε ο ν. 4050/2012, που έθεσε τους "Κανόνες τροποποιήσεως τίτλων, εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, με συμφωνία των Ομολογιούχων" ενώ, με ΠΝΠ, εγκρίθηκε το Σχέδιο της Κυρίας Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης, η οποία κυρώθηκε με το ν. 4060/2012. Πιο συγκεκριμένα, με την παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4050/2012, εξουσιοδοτήθηκε ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (ΟΔΔΧ) να εκδώσει μία ή περισσότερες προσκλήσεις, εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου προς τους Ομολογιούχους. Η υπ’ αριθ. …2012 ΠΥΣ έθεσε την 24.2.2012, ως ημέρα έναρξης της διαδικασίας τροποποίησης των επιλέξιμων τίτλων και καθόρισε τους όρους ανταλλαγής τους. Μετά, δε, την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανταλλαγής (από 24.2 έως 8.3.2012) εκδόθηκε, στις 9.3.2012, σχετική βεβαίωση της ΤτΕ, ως Διαχειριστή της Διαδικασίας, "περί συναινέσεως και αποδοχής των ομολογιούχων να τροποποιήσουν και ανταλλάξουν τους επιλέξιμους τίτλους τους", η οποία εγκρίθηκε με την ΠΥΣ …2012, κατ` εφαρμογή της παρ. 8 του άρθρου 1 του ν. 4050/2012. Με την παραπάνω διαδικασία, η Ελληνική Δημοκρατία, διά του ΟΔΔΧ και, μέσω ηλεκτρονικής πρόσκλησης, κάλεσε τους ομολογιούχους των Επιλέξιμων Τίτλων, με την επιφύλαξη των όρων και προϋποθέσεων των σχετικών προσκλήσεων είτε να συναινέσουν στις προϋποθέσεις των Επιλέξιμων Τίτλων είτε να απορρίψουν τις προταθείσες τροποποιήσεις των Επιλέξιμων Τίτλων, η, δε, ανταλλαγή ή το επικαλούμενο "κούρεμα" προέβλεπε, για κάθε 1.000,00 ευρώ ανταλλάξιμων τίτλων, να λάβουν οι ομολογιούχοι: 315,00 ευρώ σε νέα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου (διαφόρων σειρών, επιτοκίων και λήξεων έως το έτος 2042), 315,00 ευρώ σε τίτλους λογιζόμενου ποσού, η απόδοση των οποίων, θα συνδέεται με το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν ("τίτλοι ΑΕΠ"), 150,00 ευρώ Ομόλογα Πληρωμής PSI, εκδόσεως του ΕΤΧΣ και καταβολή δεδουλευμένων τόκων μέχρι 24.2.2012 από την Ελληνική Δημοκρατία. Από το συνολικό ανεξόφλητο κεφάλαιο όλων των Επιλέξιμων Τίτλων, ποσού 177.218.697.615,45 ευρώ, επετεύχθη η απαιτούμενη απαρτία, αφού συμμετείχαν, ψηφίζοντας είτε υπέρ είτε κατά, ομολογιούχοι με ανεξόφλητο Κεφάλαιο 161.350.946.065,54 ευρώ, δηλαδή, ποσοστό 91,05% (δηλ. ποσοστό μεγαλύτερο του 50%, που εξασφάλισε την ύπαρξη απαρτίας), ενώ, επιτεύχθηκε η λήψη απόφασης με την απαιτούμενη ενισχυμένη πλειοψηφία, αφού απέρριψαν τις προταθείσες τροποποιήσεις Ομολογιούχοι με κεφάλαιο 9.308.013.293,14 ευρώ. Ακόμη, συνήνεσαν στις προταθείσες τροποποιήσεις Ομολογιούχοι, με κεφάλαιο 52.042.932.772,40 ευρώ, δηλ. ποσοστό 94,23%, το οποίο υπερβαίνει τα προβλεπόμενα και απαιτούμενα 2/3 της αυξημένης πλειοψηφίας, ενώ, παράλληλα, προβλεπόταν και η προϋπόθεση ύπαρξης ελάχιστης συμμετοχής του 90% του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου. Στην πραγματικότητα, όμως, το σύνολο ανεξόφλητου κεφαλαίου ομολογιούχων, που είτε ρητά αρνήθηκαν να συναινέσουν (9.308.013.293,14 ευρώ) είτε δεν συμμετείχαν στη διαδικασία (15.867.751. 549,91 ευρώ) και, άρα, αρνήθηκαν σιωπηρώς την ανταλλαγή, ανήλθε σε 25.175.764.843,05 ευρώ ή ποσοστό 14,2%. Ωστόσο, προϋπόθεση, για την εκταμίευση του ανώτατου ποσού χρηματοδοτήσεων με βάση τη Σύμβαση, ήταν, η αποδοχή των ομολογιούχων να είναι καθολική, οπότε και ενεργοποιήθηκαν οι ρήτρες συλλογικής δράσης, οι οποίες εφαρμόσθηκαν για τους μη συμμετέχοντες ή ρητώς μη συναινέσαντες ομολογιούχους, που εξέφραζαν ποσοστό 14,2% του συνολικού κεφαλαίου, με αποτέλεσμα το ποσοστό της "φαινομενικής" αποδοχής να είναι 100%. Συμπερασματικά, πρόκειται για τη μεγαλύτερη διαχρονικά αναδιάρθρωση κρατικού χρέους, στην οποία συμπεριελήφθησαν τίτλοι ονομαστικής αξίας 200 δις ευρώ, ποσό ανώτερο από το ύψος του ημεδαπού ΑΕΠ, ταυτόχρονα, δε, η πρώτη αναδιάρθρωση χρέους ευρωπαϊκού κράτους μετά τη δεκαετία του 1950. Η σύμβαση του PSI εφαρμόσθηκε σε όλους τους κατόχους επιλέξιμων τίτλων και δη, σε φυσικά και νομικά πρόσωπα, που ήταν, κατά την κρίσιμη περίοδο, κάτοχοι ομολογιακών τίτλων έκδοσης ή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίοι αντικαταστάθηκαν με νέους τίτλους έκδοσης του ίδιου του Δημοσίου και του ΕΤΧΣ, σημαντικά μειωμένης (κατά 53,5%) ονομαστικής αξίας (ΑΠ 1281/2023, ΣτΕ 1095/2016, ΣτΕ 1116/2014).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 416 ΑΚ η απόσβεση της ενοχής επέρχεται με καταβολή. Η καταβολή η οποία καθεαυτή είναι υλική πράξη, δηλαδή πραγματικό γεγονός και όχι σύμβαση ή μονομερής δικαιοπραξία, για να έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση της ενοχής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 419 του ΑΚ προκύπτει ότι, για να επέλθει απόσβεση της ενοχής με δόση αντί καταβολής, απαιτείται συμφωνία δανειστή και οφειλέτη, ότι η άλλη παροχή δίδεται αντί καταβολής, συνάμα δε, να συνοδεύεται η συμφωνία αυτή και με έμπρακτη ή άμεση εκτέλεση της άλλης παροχής, που δίδεται αντί της οφειλομένης. Ειδικότερα, κατά τις βασικές διατάξεις των άρθρων 287 και 316 του ΑΚ, ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει στο δανειστή, ακριβώς το οφειλόμενο. Με την καταβολή, η ενοχή του αποσβέννυται (άρθρο 416 ΑΚ). Εάν, όμως, ο οφειλέτης καταβάλει κάτι άλλο, αντί του οφειλομένου (άρθρο 419 του ΑΚ) και ο δανειστής δεχθεί την άλλη αυτή παροχή, η ενοχή αποσβέννυται αμέσως με την ικανοποίηση του δανειστή. Με την πιο πάνω αποδοχή του δανειστή, συνάπτεται επαχθής καταβολή, άλλης, αντί της οφειλόμενης παροχής, η οποία σύμβαση και εκτελείται, ταυτοχρόνως, με την παράδοση του -αντί καταβολής- διδόμενου. Αντικείμενο της δόσης αντί καταβολής μπορεί να είναι κάθε άλλη παροχή αντί της οφειλομένης, δηλαδή, δύναται να συνίσταται στην οιαδήποτε προσπόριση αγαθού και, επομένως, αντί των οφειλόμενων χρημάτων, μπορεί να δοθεί πράγμα, κινητό ή ακίνητο (ΑΠ 653/2022, ΑΠ 1285/2017, ΑΠ 66/2013).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 KΠολΔ αναίρεση -επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβεια, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, (ανέλεγκτα), ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτό ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ’ αυτόν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 4/2006, ΑΠ 1706/2014, ΑΠ 159/2004). Ειδικότερα, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1525/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 1285/ 2021). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του KΠολΔ (ΑΠ 23/ 2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 52/2019).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018,Ολ. ΑΠ 1/1999). Για την πληρότητα των άνω λόγων, πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010) και το περιεχόμενο αυτής (ΑΠ 182/2021), 2) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 1373/2019), 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 284/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη 577/2021 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 14-11-2018 ανακοπή τους οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες ζήτησαν την ακύρωση της …/2018 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην καθ' ης, η πρώτη ανακόπτουσα ως πρωτοφειλέτρια και οι λοιποί ως εγγυητές, το ποσό των 209.784,68 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, για το κατάλοιπο σύμβασης παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Ειδικότερα, με τον τρίτο λόγο της ανακοπής οι ανακόπτοντες ανέφεραν ότι η καθ' ης όφειλε να καταχωρήσει σε πίστωση του λογαριασμού το ποσό ομολόγου του Ελληνικού Δημοσίου, ύψους 96.978,08 ευρώ, που έλαβε από την πρώτη ανακόπτουσα. Η ανακοπή απορρίφθηκε στο σύνολό της με την 234/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και οι ανακόπτοντες άσκησαν έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με την ακόλουθη, κρίσιμη για την έρευνα των αναιρετικών λόγων, αιτιολογία: " Η πρώτη ανακόπτουσα έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την εμπορίας πάσης φύσεως ιατρικών ειδών και υγειονομικού-ορθοπεδικού υλικού, στο πλαίσιο δε άσκησης της ως άνω επιχειρηματικής της δραστηριότητας συμβάλλεται με δημόσια νοσοκομεία,στα οποία πωλεί,αντί του εκάστοτε συμφωνηθέντος τιμήματος, προιόντα εμπορίας της. Μεταξύ αυτής και της καθής, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, καταρτίσθηκε στη Λάρισα η υπ' αριθ. ...2008 σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, δυνάμει της οποίας η καθ' ης χορήγησε στην αντισυμβαλλομένη της, πίστωση μέχρι του ποσού των 120.000€, το οποίο αυξήθηκε κατά το ποσό των 180.000€, δυνάμει της επακολουθήσασας υπ' αριθ. ...2008 πρόσθετης πράξης, ανερχομένου έτσι του ορίου της πίστωσης στο ποσό των 300.000€. Οι λοιποί ανακόπτοντες εγγυήθηκαν εγγράφως προς την πιστώτρια, υπέρ της πιστούχου, την τήρηση όλων των όρων της ανωτέρω σύμβασης και ιδίως την καταβολή του χρεωστικού καταλοίπου κατά το κλείσιμο του λογαριασμού και μέχρι του συνολικού ποσού της πίστωσης, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με την πιστούχο, παραιτηθέντες από την ένσταση δίζησης και τα δικαιώματα που απορρέουν από τα άρθρα 853επ. ΑΚ. Η πιστούχος έκανε χρήση της πίστωσης, προς εξυπηρέτηση της οποίας τηρήθηκε ο υπ' αριθ. ... λογαριασμός. Προς εξασφάλιση της απαίτησης της καθής από την ανωτέρω σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, καταρτίσθηκαν εν συνεχεία, μεταξύ αυτής και της πρώτης ανακόπτουσας, οι από …2008 και …2009 συμβάσεις ενεχύρασης απαιτήσεων που διατηρούσε η τελευταία σε βάρος του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας, συνολικού ποσού 173.003€ και 67.164,80€, αντίστοιχα, και οι οποίες (απαιτήσεις) προέρχονταν από πωλήσεις σε αυτό, ιατρικών ειδών και υγειονομικού-ορθοπεδικού υλικού, για τις οποίες εκδόθηκαν, εντός του έτους 2008, τα αντίστοιχα τιμολόγια που αναγράφονται αναλυτικά σε κάθε μία εκ των συμβάσεων αυτών. Στις ως άνω συμβάσεις, αναγράφονται, επιπλέον, και τα εξής: "Συνεπεία της ενεχυρίασης αυτής, η οφειλέτρια συνεκχωρεί με την παρούσα και μεταβιβάζει στην Τράπεζα και άπαντα τα σχετικά δικαιώματά της, προσωπικά και πραγματικά, και τις σχετικές αγωγές, και υπόσχεται την εκχωρούμενη απαίτησή της, ελεύθερη πάσης άλλης εκχώρησης, ενεχυρίασης, συμψηφισμού, απαιτήσεως τρίτων ή κατασχέσεως. Για τους παραπάνω λόγους, η οφειλέτρια εξουσιοδοτεί ανέκκλητα την Τράπεζα όπως εισπράξει χωρίς άλλη διατύπωση λόγω του με την παρούσα συσταθέντος υπέρ αυτής ενεχύρου, την κατά του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας απαίτησή της, σε οποιοδήποτε ποσό και αν ανέρχεται αυτή, παραγγέλλει δε το Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας όπως κάθε ποσό που οφείλει ή μέλλει να οφείλει στην εκχωρήτρια, από την ανωτέρω αιτία, να καταβάλει στην Τράπεζα. Το προιόν αυτών των απαιτήσεων της εκχωρήτριας κατά του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας εξουσιοδοτείται ανέκκλητα η Τράπεζα, όπως χωρίς μεσολάβηση ή σύμπραξη της οφειλέτριας και χωρίς άλλη ειδικότερη εντολή, φέρη μετά την κατά τα ως άνω είσπραξη και την αφαίρεση παντός εν γένει εξόδου, σε πίστωση του λογαριασμού της με την παρούσα σύμβαση ασφαλιζόμενης ως άνω απαίτησης". Μετά την κατάρτιση των ανωτέρω συμβάσεων και συγκεκριμένα, το έτος 2010, λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης στην οποία βρίσκονταν τα νοσοκομεία της χώρας και της αδυναμίας πληρωμής των οφειλών τους προς τους προμηθευτές, εξαιτίας της οποίας υπήρχε κίνδυνος διακοπής της τροφοδοσίας τους, το Ελληνικό Δημόσιο ανέλαβε την εξόφληση κατά την προβλεπόμενη στο άρθρο 27 του Ν.3867/2010, διαδικασία. Ειδικότερα, με το άρθρο 27 παρ.1 του ανωτέρω νόμου, ορίστηκε ότι οι οφειλές των νοσοκομείων του ΕΣΥ, που έχουν προκύψει από την προμήθεια φαρμάκων, υγειονομικού υλικού, χημικών αντιδραστηρίων και ορθοπεδικού υλικού, και για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα προβλεπόμενα κατά περίπτωση τιμολόγια και δελτία αποστολής από 1.1.2007 έως και 31.12.2009, δύναται να εξοφληθούν άμεσα με την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών εκκαθάρισης, έκδοσης και θεώρησης των σχετικών τίτλων πληρωμής. Μεταξύ των τίτλων πληρωμής που αναφέρονταν στη διάταξη αυτή, προβλεπόταν (περ.γ' του ανωτέρω άρθρου) ότι οφειλές του έτους 2008 και μέχρι του συνολικού ποσού τιμολογίων 2.200.000.000€, εξοφλούνται με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου διετούς διάρκειας και μηδενικού επιτοκίου. Σύμφωναμε την παρ.4 του ανωτέρω νόμου, η εξόφληση των οφειλών προς τους προμηθευτές πραγματοποιείται με τη σύνταξη από τους αρμόδιους φορείς καταστάσεων ανά δικαιούχο και έτος έκδοσης των τιμολογίων και δελτίων αποστολής, στις οποίες περιλαμβάνονται όλες οι ρυθμιζόμενες απαιτήσεις, με βάση τις οποίες διενεργείται και η παράδοση των ομολόγων. Οι καταστάσεις υπογράφονται από τους δικαιούχους κατά την παραλαβή των ομολόγων, και επέχουν θέση εξοφλητικής απόδειξης των σχετικών χρηματικών ενταλμάτων, ή των τυχόν άλλων τίτλων πληρωμής. Η πρώτη ανακόπτουσα, ως προμηθεύτρια του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας, προέβη στις απαιτούμενες ενέργειες, προκειμένου να εκδοθούν ομόλογα σε εξόφληση των απαιτήσεών της σε βάρος του ως άνω νοσηλευτικού ιδρύματος, οι οποίες είχαν ήδη εκχωρηθεί, κατά τα ανωτέρω, στην καθής η ανακοπή. Σημειωτέον ότι, σύμφωνα με τον ως άνω νόμο, μόνο η πρώτη ανακόπτουσα, ως προμηθεύτρια δημόσιου νοσοκομείου, είχε τη δυνατότητα να επιλέξει, εάν επιθυμούσε, οι αντίστοιχες απαιτήσεις της να εξοφληθούν με τον αναφερόμενο σάυτόν τρόπο, ακόμα και αν οι απαιτήσεις αυτές είχαν εκχωρηθεί σε τρίτο πρόσωπο, όπως εν προκειμένω, αφού η υπαγωγή στο νόμο αυτό είχε προαιρετικό, και όχι υποχρεωτικό χαρακτήρα, δηλαδή εξαρτιόταν από την ελεύθερη βούληση του συμβληθέντος με το νοσοκομείο, προμηθευτή, ο οποίος, επιλέγοντας την υπαγωγή της απαίτησής του κατά του νοσοκομείου στην ως άνω ρύθμιση, προκειμένου αυτή να εξοφληθεί άμεσα, αποδεχόταν τις προβλεπόμενες από το νόμο αυτό, απομειωτικές της απαίτησής του συνέπειες, αλλά και την εξόφληση του συνόλου των απαιτήσεών του, καθώς η αίτηση για υπαγωγή σε αυτόν έπρεπε να περιλαμβάνει, επί ποινή απαραδέκτου, όλες τις απαιτήσεις του έναντι του φορέα στον οποίο υποβάλλει την αίτηση, αφετέρου ο ως άνω νόμος δεν εξαιρούσε από τη ρύθμισή του τις απαιτήσεις που οι προμηθευτές είχαν εκχωρήσει σε τρίτους, αντιθέτως προέβλεπε την εξόφληση για το σύνολο αυτών μετά από αίτηση των δικαιούχων προμηθευτών και μόνο, και όχι τρίτων δικαιούχων αυτών... Ακολούθως, εκδόθηκε επ' ονόματι της καθής η ανακοπή, ομόλογο του Ελληνικού Δημοσίου, .... αξίας 96.978,08€, λήξεως την 23η -12-2012, το οποίο παραδόθηκε στην καθής την 4η-1-2011. Εν συνεχεία, στο πλαίσιο των μέτρων αναδιάρθρωσης της ελληνικής οικονομίας και δημοσιονομικής εξυγίανσης και εν όψει του κινδύνου μη εξυπηρέτησης του χρέους του Ελληνικού Δημοσίου, εξεδόθη ο Ν.4050/2012, που θέσπισε τη διαδικασία τροποποίησης τίτλων εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου με τη συμφωνία των ομολογιούχων, οπότε με βάση αυτόν και σχετικές πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου, το Ελληνικό Δημόσιο προέβη στην απομείωση ("κούρεμα") όλων των επιλεγέντων από αυτό ομολόγων, μεταξύ των οποίων και το ένδικο και την αντικατάστασή τους με άλλα, μικρότερης αξίας και πολύ μεταγενέστερης λήξης. Ειδικότερα, το προαναφερθέν ομόλογο που είχε εκδοθεί στο όνομα της καθής, αντικαταστάθηκε με 24 νέα ομόλογα, συνολικής αξίας 75.590 ευρώ, η είσπραξη των οποίων προσδιορίσθηκε σταδιακά, εως και το έτος 2042. Ενόψει αυτής της εξέλιξης, η καθής δεν καταχώρησε ως πιστωτικό κονδύλιο το ποσό του αρχικού ομολόγου, στο λογαριασμό που τηρούσε προς εξυπηρέτηση της μεταξύ αυτής και της πρώτης ανακόπτουσας, σύμβασης πίστωσης. Στις 12-10-2008 η καθής προέβη σε καταγγελία της ως άνω σύμβασης και στο οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού που τηρούνταν προς εξυπηρέτησή της και εν συνεχεία πέτυχε την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής....Οσον αφορά τον τρίτο και τελευταίο λόγο της ανακοπής,ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος,ως ουσία αβάσιμος. Ειδικότερα, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρθηκαν ανωτέρω, η καθής η ανακοπή είχε μεν το δικαίωμα να εισπράξει τις εκχωρηθείσες απαιτήσεις, πλην όμως , με το Ν.3867/2010, που έδινε στην προμηθεύτρια-πρώτη ανακόπτουσα το δικαίωμα υπαγωγής σε αυτόν, όπως προαναφέρθηκε, η καθής δεν είχε τη δυνατότητα να προβάλει οποιαδήποτε εναντίωση στην απόφαση της αντιδίκου της να υπαχθεί στο νόμο αυτό.

Εξάλλου, ...η εκ του νόμου εκχώρηση, που συνεπαγόταν εν προκειμένω η ενεχύραση των απαιτήσεων, κατ' άρθρο 39 του Ν.Δ. της 17.7/13.8.1923, δεν φτάνει μέχρι του σημείου να υπερακοντίζει τον σκοπό για τον οποίο συνομολογείται η ενεχύραση, που είναι η εξασφάλιση της καθής-πιστώτριας τράπεζας, και με την έννοια αυτή δεν συνεπάγεται μία τέλεια, απόλυτη και οριστική διάθεση της απαίτησης προς την τράπεζα, με την έννοια της διάταξης του άρθρου 455ΑΚ, όπως αβάσιμα επικαλούνται οι ανακόπτοντες, αλλά "πλασματική", "περιορισμένη", που τα αποτελέσματά της ρυθμίζονται κατά πρώτο λόγο από το ενεχυρικό δίκαιο. Από το περιεχόμενο δε των ένδικων συμβάσεων ενεχύρασης, προκύπτει σαφώς ότι τα μέρη επεδίωκαν την εξασφάλιση της απαίτησης της καθής, που απέρρεε από τη μεταξύ τους σύμβαση παροχής πίστωσης με αλληλόχρεο λογαριασμό και, συνακόλουθα, απέβλεπαν στην εξόφληση των εκχωρηθεισών απαιτήσεων με πραγματική καταβολή του τιμήματος των τιμολογίων, και όχι με παράδοση ομολόγου, το οποίο παρείχε τη δυνατότητα μεταγενέστερης εξόφλησης.

Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι μεταξύ των διαδίκων έλαβε χώρα συμφωνία ότι η παράδοση του ομολόγου επιφέρει απόσβεση της παλαιάς ενοχής εκ των τιμολογίων, αντικαθιστάμενης από τη νέα εκ του ομολόγου. Πέραν αυτού, από την κίνηση του λογαριασμού που τηρήθηκε στο πλαίσιο της ένδικης πίστωσης, προκύπτει ότι οι ανακόπτοντες εξακολουθούσαν, και μετά την παράδοση του ομολόγου στην καθής, που έλαβε χώρα την 4η-1-2011, να καταβάλουν τόκους (βλ.καταχωρίσεις στον τηρούμενο προς εξυπηρέτηση της σύμβασης λογαριασμό, την 18η-1-2011 και την 19η-7-2011) αναγνωρίζοντας ουσιαστικά ότι ουδεμία εξόφληση των απαιτήσεων έχει λάβει χώρα στις μεταξύ αυτών και της καθής η ανακοπή σχέσεις. Επομένως, εν προκειμένω η παράδοση του ομολόγου στην καθής θεωρείται ότι έγινε χάριν καταβολής, κατά το άρθρο 421ΑΚ, με την οποία δεν επέρχεται απόσβεση της παλαιάς ενοχής παρά μόνο εφόσον ο δανειστής ικανοποιηθεί για την αρχική με την εκπλήρωση της νέας υποχρέωσης. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι είναι τελείως διαφορετικό το ζήτημα ότι η παραλαβή του ομολόγου επέφερε απόσβεση της ενοχής μεταξύ της πρώτης ανακόπτουσας-προμηθεύτριας και του οφειλέτη της-Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Λάρισας, καθώς στην περίπτωση αυτή η απόσβεση της ενοχής έγινε δυνάμει νομοθετικής πρόβλεψης, ήτοι κατ' άρθρο 27 παρ.4 Ν.3867/2010, και όχι δυνάμει δικαιοπρακτικής βούλησης των μερών. Συνακόλουθα, η καθής συννόμως δεν καταχώρησε, ως πιστωτικό κονδύλιο, στο λογαριασμό που τηρήθηκε προς εξυπηρέτηση της σύμβασης πίστωσης το ποσό των 96.978,08€, ήτοι την αξία του αρχικού ομολόγου. Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής, ως ουσία αβάσιμο, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και συνακόλουθα, ο σχετικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο οι ανακόπτοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα της ύπαρξης ή μη υποχρέωσης της καθ' ης να πιστώσει την αξία των 96.978,08 ευρώ του ομολόγου του Ελληνικού Δημοσίου στην οφειλή της πρώτης ανακόπτουσας εταιρίας, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 27 του Ν. 3867/2010, και των άρθρων 1243, 416, 421 του ΑΚ, 111, 112 ΕισΝΑΚ, 35, 36, 39 και 44 του ΝΔ 17-7/13.8.1923, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε αυτές των άρθρων 419 και 453 Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθόσον, με βάση τις ως άνω ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Επίσης, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτή σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων, με τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν επαρκώς το αποδεικτικό του πόρισμα, σύμφωνα με το οποίο συννόμως η καθ' ης δεν καταχώρησε ως πιστωτικό κονδύλιο, στο λογαριασμό που τηρήθηκε προς εξυπηρέτηση της σύμβασης πίστωσης με τους ανακόπτοντες, ολόκληρο το ποσό του ομολόγου, και ειδικότερα με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή παραδοχές, ότι: α) οι απαιτήσεις της πρώτης αναιρεσείουσας προμηθεύτριας έναντι του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας, που εκχωρήθηκαν στην αναιρεσίβλητη Τράπεζας, δυνάμει των από …2008 και …2009 συμβάσεων ενεχύρου προς εξασφάλιση απαίτησης της τελευταίας από σύμβαση παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, αφορούσαν πωλήσεις (τιμολόγια) του έτους 2008, β) η πρώτη αναιρεσείουσα, η οποία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 27 του Ν. 3867/2010 είχε, μόνη αυτή, τη δυνατότητα να επιλέξει, αν επιθυμούσε, την εξόφληση των αντίστοιχων απαιτήσεών της με ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, ακόμη και αν οι σχετικές απαιτήσεις είχαν εκχωρηθεί σε τρίτους, όπως εν προκειμένω, υπέβαλε την αίτηση και τα σχετικά δικαιολογητικά για την υπαγωγή των ανωτέρω απαιτήσεων στο νόμο αυτό, γ) η χορήγηση του ομολόγου επέφερε άμεση απόσβεση της ενοχής μόνο μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας προμηθεύτριας και του οφειλέτη της νοσοκομείου, και δ) δεν υπήρξε ειδική συμφωνία των συμβαλλόμενων μετά την έκδοση και λήψη του ομολόγου από την καθ' ης, από την οποία να προκύπτει ότι η χορήγηση αυτού αποσβένει την ενοχή από τα τιμολόγια, αντιθέτως, ενώ το ανωτέρω ομόλογο είχε παραδοθεί στην αναιρεσίβλητη Τράπεζα και δεν είχε ακόμη πιστωθεί η αξία του στο λογαριασμό της αναιρεσείουσας, η τελευταία εξακολουθούσε να καταβάλει τόκους αναγνωρίζοντας ουσιαστικά το χρέος της. Ορθά δε και με επαρκή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία εξήγαγε από τις ανωτέρω παραδοχές το συμπέρασμα ότι η καθ' ης νομίμως δεν πίστωσε στο λογαριασμό της τελευταίας με την αξία του ομολόγου που αφορούσε τα τιμολόγια του έτους 2008, εφόσον το ομόλογο δεν χορηγήθηκε προς εξόφληση των απαιτήσεων της καθ' ης, αλλά προς εξασφάλιση αυτών, ούτε περαιτέρω είχε λάβει χώρα πραγματική εξόφληση των ανωτέρω τιμολογίων κατά τη λήξη τους, με συνέπεια να εξακολουθεί να υφίσταται η ασφαλιζόμενη οφειλή της πρώτης αναιρεσείουσας προμηθεύτριας προς την Τράπεζα, και απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, χωρίς να είναι απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας να περιλαμβάνεται σε αυτήν και κρίση για τη νομιμότητα και βασιμότητα της από 12-12-2016 αγωγής των ανακοπτόντων κατά της καθ' ης, με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας βάσει των περιστατικών που συνιστούν τον τρίτο λόγο της ανακοπής. Επομένως, οι πρώτος έως και έκτος λόγοι από τους αρ. 1 και 19 (όχι 14, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 KΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 KΠολΔ και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 KΠολΔ), όπως ορίζονται αυτά ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18.1.2021 αίτηση των "..." κ.λπ. για αναίρεση της με αριθ. 577/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή