ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 732/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 732/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 732/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 732 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 732/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 09 Μαρτίου 2026, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "EUROLIFE FFH Μονοπρόσωπη Ανώνυμος Εταιρεία Ασφαλίσεων Ζωής" (πρώην επωνυμία "EUROLIFE ERB ΑΕΑΖ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αθανάσιο Λάμπρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Μ. του Δ., χήρας Κ. Κ., κατοίκου ... η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπανικολάου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2075/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 2445/2024 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-11-2024 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 12.11.2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, με αριθμό 2445/2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς αυτή παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 9 παρ.1 και 27 παρ.1 του Ν. 2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις" συνάγεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση, που αποδεικνύεται με έγγραφο, που εκδίδεται από τον ασφαλιστή, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο συμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφαλίσεως) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) δηλαδή την αποζημίωση έως του τυχόν συμφωνημένο ανώτατο όριο (ασφαλιστικό ποσό) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει ο ζημιογόνος κίνδυνος, δηλαδή, το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστικός κίνδυνος ή ασφαλιστική περίπτωση) κατά την τυχόν συμφωνημένη διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης. Λήπτης της ασφάλισης είναι το πρόσωπο που καταρτίζει την ασφαλιστική σύμβαση με τον ασφαλιστή. Ασφαλισμένος δε, είναι το πρόσωπο που σχετίζεται με την ασφάλιση, αφού αυτή δικό του κίνδυνο αφορά. Ειδικότερα, είναι το πρόσωπο του οποίου το συμφέρον απειλείται από τον κίνδυνο (στις ασφαλίσεις ζημιών) ή το πρόσωπο τη ζωή ή την υγεία του οποίου αφορά η ασφάλιση (στις ασφαλίσεις προσώπων). Κατά κανόνα, οι ιδιότητες του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο. Αν όμως, οι άνω ιδιότητες δεν συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο, η ασφάλιση συνάπτεται για λογαριασμό άλλου και είναι γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, διεπόμενη από τα άρθρα 410 επ. ΑΚ. Στην ασφάλιση προσώπων ένα ασφαλιστήριο μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα φυσικά πρόσωπα, η διάρκεια ή τα συμβάντα της ζωής των οποίων έχουν συνδεθεί συμβατικά με την υποχρέωση του ασφαλιστή για ασφάλισμα. Στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για περισσότερους ασφαλισμένους σε μια ασφάλιση προσώπων, με την οποία ιδρύονται περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, έτσι ώστε, να υπάρχουν απέναντι στον ασφαλιστή ένας αντισυμβαλλόμενος και πολλοί ασφαλισμένοι, οι οποίοι, κάτω από τις ίδιες προϋποθέσεις, υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους. Το είδος αυτό ονομάζεται ομαδική ασφάλιση, θεσμός των συναλλαγών, για τον οποίο ο νόμος δεν δίδει ειδικά την έννοια του όρου, αλλά μόνον αποσπασματικά στο άρθρο 29 παρ. 3 του ΑσφΝ, όπου γίνεται λόγος για την εξαγορά της ασφάλισης επί ομαδικής ασφάλισης ζωής. Η ομαδική ασφάλιση αποτελεί γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, που διέπεται από τα άρθρα 410 επ. του ΑΚ, καθ' ο μέρος, τα άρθρα αυτά δεν τροποποιούνται από ειδικές διατάξεις του ν. 2496/1997 (ΑΠ 1895/2008). Σε αυτήν μετέχουν, κατά κανόνα, τρία πρόσωπα, ο ασφαλιστής, ο ασφαλισμένος και ο λήπτης της ασφάλισης (αντισυμβαλλόμενος), ο οποίος μπορεί να συνάψει ασφάλιση για λογαριασμό άλλου (του ασφαλισμένου), που είτε κατονομάζεται, είτε δεν κατονομάζεται στη σύμβαση (άρθρο 9 παρ. 1 του ΑσφΝ). Αυτός δεν ενεργεί ως αντιπρόσωπος του ασφαλισμένου, αφού εδώ έχουμε ειδική ρύθμιση διάφορη της αντιπροσωπείας του ΑΚ, αλλά στο όνομά του, γι' αυτό και στο πρόσωπό του, κρίνεται η ικανότητα για δικαιοπραξία, ο δόλος, η πλάνη, η συμφωνία με τον ασφαλιστή, ενώ, παράλληλα, βαρύνεται με διάφορα καθήκοντα, όπως το καθήκον πληρωμής του ασφαλίστρου, το καθήκον αποφυγής ή μείωσης της ζημίας κλπ (άρθρο 9 παρ. 2 εδάφ. α` του ως άνω νόμου). Ο ασφαλισμένος δεν είναι μεν ο αντισυμβαλλόμενος του ασφαλιστή, αλλά είναι ο δικαιούχος του ασφαλίσματος, το πρόσωπο, δηλαδή, που ορίστηκε στην ασφαλιστική σύμβαση ότι πλήττεται από την πραγματοποίηση του ασφαλιστικού κινδύνου. Ο προσδιορισμός του ως άνω δικαιούχου έχει σημασία, γιατί μόνον αυτός νομιμοποιείται να ζητήσει την πληρωμή του ασφαλίσματος και να ασκήσει τη σχετική αγωγή κατά του ασφαλιστή. Αν ο ασφαλισμένος δεν είναι ο ίδιος με το λήπτη της ασφάλισης, ο τελευταίος μπορεί να ασκήσει αγωγή με αίτημα την καταβολή στον ασφαλισμένο (ΑΠ 427/2021, ΑΠ 1144/2021).

2. Με το άρθρο 3 παρ.1 εδάφιο α` του Ν.2496/1997 ορίζεται, ότι "κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή". Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται ως ασφαλιστικό βάρος η δήλωση προς τον ασφαλιστή κάθε στοιχείου ή περιστατικού, που είναι γνωστό στον λήπτη της ασφάλισης και ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου. Το αν ένα περιστατικό είναι ουσιώδες από την άποψη αυτή, κρίνεται όχι κατά τις αντιλήψεις του συγκεκριμένου ασφαλιστή, αλλά σύμφωνα με τις αρχές της ενδεδειγμένης ασφαλιστικής τεχνικής, δηλαδή αντικειμενικά. Είναι δε, ουσιώδες, το περιστατικό αυτό, όταν συμβάλλει στην ορθή εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, δηλαδή της δυνατότητας να επέλθει η οικονομική ανάγκη που καλύπτει η ασφάλιση, πράγμα το οποίο στη συνέχεια είναι αναγκαίο για τον καθορισμό ενός δίκαιου ασφαλίστρου ή για τον περιορισμό της ζημίας, δηλαδή, το περιστατικό εκείνο που θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε μη κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης ή σε κατάρτιση με διαφορετικούς όρους (ΑΠ 673/2023, ΑΠ 1493/2021, ΑΠ 912/2020, ΑΠ 529/2018, ΑΠ 1759/2017, ΑΠ 170/2015, ΑΠ 1101/2010). Απαιτείται δηλαδή, γνώση του ασφαλισμένου για συγκεκριμένο γεγονός που απέκρυψε από τον ασφαλιστή κατά την κατάρτιση της σύμβασης, χωρίς να αρκεί αμέλεια στην απόκρυψη αυτήν, ενώ το περιστατικό που αποκρύφτηκε θα πρέπει να είναι αντικειμενικά ουσιώδες, άσχετα αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης ή στην έκταση της ζημίας που προκλήθηκε, έτσι ώστε όχι οποιαδήποτε απόκρυψη να δίνει στον ασφαλιστή το σχετικό δικαίωμα, αλλά μόνο εκείνου του γεγονότος που θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε μη κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης ή σε κατάρτισή της με διαφορετικούς όρους (ΑΠ 912/2020, ΑΠ 13/2018, ΑΠ 170/2015, ΑΠ 1093/2010).

Περαιτέρω, στην παρ.6 του ίδιου άρθρου ορίζεται, ότι "αν ο λήπτης της ασφάλισης παραβεί από δόλο την υποχρέωση που προβλέπεται στην παρ.1 ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος. Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή". Από τη σαφή διατύπωση της διάταξης αυτής προκύπτει ότι ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος, και αν έλαβε γνώση της από δόλο μη δήλωσης του λήπτη της ασφάλισης, μετά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου. Τα δικαιώματα αυτά παρέχονται στον ασφαλιστή, ανεξαρτήτως της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της από δόλο μη δήλωσης και της επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου, δεν έχει δηλαδή σημασία, αν η από δόλο μη ανακοίνωση ή καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γραπτές ερωτήσεις του ασφαλιστή συνέχονται με τον ασφαλισμένο κίνδυνο, διότι οι άνω κυρώσεις (καταγγελία, μη καταβολή του ασφαλίσματος) παρέχονται στον ασφαλιστή λόγω της υπαίτιας (με πρόθεση) παραβίασης της υποχρεώσεως του λήπτη της ασφάλισης να ανακοινώσει στον ασφαλιστή τις σχετικές πληροφορίες, απαντώντας στις γραπτές ερωτήσεις του τελευταίου, ο οποίος ακολούθως θα προέβαινε στην εκτίμηση του ασφαλισμένου κινδύνου, αποδεχόμενος ή όχι τη σχετική πρόταση για κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης, έναντι ορισμένου ποσού ασφαλίστρου (ΑΠ 1101/2010), ώστε, η σύνδεση της ασφαλιστικής περίπτωσης με το συγκεκριμένο ασφαλιστικό βάρος, δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή τού ασφαλιστή (AΠ 673/2023, ΑΠ 1951/2023, ΑΠ 770/2007).

3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε, παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 155/2016, ΑΠ 495/2013). Η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1288/2017). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τέλος, ο λόγος αναίρεσης είναι αλυσιτελής όταν πλήττει πλεοναστικές αιτιολογίες της αποφάσεως, αιτιολογίες δηλαδή, που δεν ήσαν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς (ΑΠ 1193/2025, ΑΠ 181/2024, ΑΠ 296/2016, ΑΠ 2020/2014, ΑΠ 1392/2014, ΑΠ 2035/2013, ΑΠ 543/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, δέχτηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης τα ακόλουθα: "Δυνάμει της με αριθμό .../2014 σύμβασης στεγαστικού τοκοχρεολυτικού δανείου, που υπογράφηκε μεταξύ της ενάγουσας και του αποβιώσαντος συζύγου της Κ. Κ. αφενός, και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "EUROBANK ERGASIAS AE" αφετέρου, η τελευταία χορήγησε σε αυτούς δάνειο ποσού 80.000 ευρώ για την αγορά κατοικίας. Στο πλαίσιο του ως άνω δανείου οι δανειολήπτες ζήτησαν με την με αριθμό ...2014 αίτησή τους την ένταξή τους στο με αριθμό ... ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο Ζωής Δανειοληπτών/ Εγγυητών Στεγαστικών Δανείων της δανείστριας τράπεζας (Πρόγραμμα Credit Life) του οποίου οι παρεχόμενες καλύψεις αφορούσαν τους κινδύνους της απώλειας ζωής ή της μόνιμης ολικής ανικανότητας δανειοληπτών της ως άνω τράπεζας-ασφαλισμένων, ώστε, σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, το ασφάλισμα να καταβάλλεται από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, προς τη δανείστρια τράπεζα "EUROBANK ERGASIAS" για την αποπληρωμή του αντιστοίχου δανείου. Προκειμένου οι δανειολήπτες να ενταχθούν στο ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο, κλήθηκαν από την ασφαλιστική εταιρεία να απαντήσουν ενυπόγραφα σε ειδικό ερωτηματολόγιο υγείας. Πράγματι, η ενάγουσα και ο αποβιώσας σύζυγός της, συμπλήρωσαν και υπέγραψαν στις 28.7.2014 και υπέβαλαν προς την εναγομένη το σχετικό ερωτηματολόγιο, απαντώντας στις περιλαμβανόμενες σε αυτό, κάτωθι ερωτήσεις: Α) Έχετε προσβληθεί ποτέ ή υποφέρετε από ασθένειες της καρδιάς ή του κυκλοφορικού συστήματος, το αναπνευστικού συστήματος, ή των πνευμόνων, των ματιών, αυτιών, των λεμφαδένων ή του αίματος, του σκελετού, των συνδέσμων ή των μυών, του δέρματος, του εγκεφάλου, του νευρικού συστήματος, των ενδοκρινών αδένων ή του ήπατος, της χοληδόχου κύστης ή του παγκρέατος (πχ. σακχαρώδη διαβήτη), έχετε κάποια δυσμορφία, ανικανότητα ή συγγενή κληρονομική πάθηση;". Στο ερώτημα αυτό αμφότεροι οι αιτούντες απήντησαν αρνητικά "ΟΧΙ". Β) Υποβάλλεστε τώρα ή έχετε υποβληθεί στο παρελθόν σε ιατρική ή νοσοκομειακή περίθαλψη ή χειρουργική επέμβαση ή φαρμακευτική αγωγή ή υποφέρετε από άλλες ασθένειες, ατυχήματα ή τραυματισμούς; Στο ερώτημα αυτό, αμφότεροι οι αιτούντες απήντησαν αρνητικά, "ΟΧΙ". Μετά τη συμπλήρωση του ως άνω ερωτηματολογίου, το οποίο, σημειωτέον, συμπληρώθηκε σε κατάστημα της δανείστριας τράπεζας, υπό τις οδηγίες και την επίβλεψη υπαλλήλου αυτής και όχι στα γραφεία της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, υπό τις οδηγίες και τις διευκρινίσεις ειδικού ασφαλιστικού συμβούλου, η εναγομένη αποδέχθηκε την αίτηση των δανειοληπτών και ενέταξε αυτούς στο ομαδικό ασφαλιστήριο, εκδοθέντος συναφώς του με αριθμό 1068041328 πιστοποιητικού ασφάλισης με ασφαλισμένο το ποσό της ως άνω σύμβασης στεγαστικού δανείου με ποσοστό 50% έκαστο των ασφαλισμένων επί του δανείου και με ημερομηνία ένταξης αυτών στο ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο στις 12.8.2014. Στις 23.7.2017 ο σύζυγος της ενάγουσας Κ. Κ. εισήχθη στο ΙΑΤΡΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΘΗΝΩΝ με συμπτώματα ανώδυνου ίκτερου. Στη συνέχεια υποβλήθηκε σε ιατρικές εξετάσεις, από τις οποίες διαπιστώθηκε ότι είχε προσβληθεί από καρκίνο του ήπατος, από τον οποίο τελικά κατέληξε στις 25.4.2018. Κληρονόμος του θανόντος είναι η ενάγουσα, δυνάμει της από 21.2.2018 ιδιόγραφης διαθήκης του θανόντος, η οποία δημοσιεύθηκε με το με αριθμό ...2018 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Επομένως, αφενός αυτή νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της κρινόμενης αγωγής, αφετέρου δε, απέμεινε η μοναδική οφειλέτιδα έναντι της τράπεζας EUROBANK για το σύνολο του ανεξόφλητου δανείου. Στις 23.5.2018 υποβλήθηκε στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, από τη διεύθυνση της τράπεζας EUROBANK ERGASIAS (δανείστριας) αίτημα αποζημίωσης λόγω του θανάτου του συζύγου της ενάγουσας, μαζί με την ληξιαρχική πράξη θανάτου αυτού. Προκειμένου η εναγομένη να διαπιστώσει σε ποιο βαθμό υπάρχει υποχρέωσή της για καταβολή αποζημίωσης, ζήτησε και έλαβε ιατρικά έγγραφα, μεταξύ αυτών, και το βιβλιάριο του ΙΚΑ του αποβιώσαντος. Εκεί, διαπίστωσε, ότι στο σημείο του βιβλιαρίου που καταχωρούνται οι παρακλινικές εξετάσεις, έχουν καταγραφεί τα εξής: Από το έτος 1998-1999 του χορηγείται τακτική αγωγή Asacol tbl, ενώ του 2000, σημειούται ότι πάσχει από ελκώδη κολίτιδα. Το 2003 υποβάλλεται σε κολονοσκόπηση στο νοσοκομείο Αλεξάνδρα. Ομοίως, στις 5.4.2006 και στις 4.9.2006 σημειούται ότι έγινε ολική κολονοσκόπηση- βλενογονικές αλλοιώσεις -βιοψίες. Επιπροσθέτως, η φαρμακευτική αγωγή Asacol tbl του χορηγείται τακτικά από το 1998 και εφεξής, έως το 2014. Έτσι στο αίτημα της δανείστριας τράπεζας, η εναγομένη, με την από 25.10.2018 επιστολή της, δήλωσε εγγράφως προς την ενάγουσα ότι ουδεμία υποχρέωση είχε να καταβάλει το συμφωνηθέν ασφάλισμα προς την δανείστρια τράπεζα, διότι συντρέχει περίπτωση απαλλαγής της από την ασφαλιστική κάλυψη, επειδή: α) από τον έλεγχο των ιατρικών εγγράφων που της προσκομίστηκαν και αφορούσαν στον αποβιώσαντα σύζυγό της προέκυψε, ότι, κατά τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου υγείας της αίτησης συμμετοχής του στην ομαδική ασφάλιση, δεν δηλώθηκε ουσιώδες στοιχείο για την εκ μέρους της εκτίμηση κινδύνου και συγκεκριμένα, δεν δηλώθηκε πρόβλημα της υγείας του που αφορούσε σε πάθηση (ελκώδη κολίτιδα) η οποία είχε διαγνωστεί κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης συμμετοχής στην ομαδική ασφάλιση και απαντήθηκε αρνητικά αντίστοιχη ερώτηση του ερωτηματολογίου της αίτησης και β) επειδή, το μη δηλωθέν στοιχείο ήταν τέτοιας φύσης, που η εναγομένη δεν θα αποδεχόταν την ασφάλιση αυτή, εάν ήταν σε γνώση της. Στο άρθρο 9 στοιχ. 11 του με αριθμό ... ομαδικού ασφαλιστηρίου, αναφέρεται ότι "Η Εταιρεία δεν καλύπτει γεγονός που προκαλεί την ασφαλιστική περίπτωση και οφείλεται άμεσα ή έμμεσα, ολικά ή μερικά, σε παθήσεις προϋπάρχουσες της έναρξης ισχύος της ασφάλισης". Από την διατύπωση του παραπάνω όρου και ιδίως την χρήση του ρήματος "οφείλεται" προκύπτει σαφώς, χωρίς αμφιβολία, ότι η προϋπάρχουσα πάθηση πρέπει να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τον θάνατο του ασφαλισμένου. Ο προαναφερόμενος όρος του ασφαλιστηρίου, είναι σαφής και δεν έχει ανάγκη ερμηνείας (ΑΠ 304/2017, ΑΠ 1503/2013) ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι ο θάνατος του ασφαλισμένου Κ. Κ., λόγω πρωτοπαθούς χολάγγειου καρκινώματος ήπατος, ήτοι καρκίνου του ήπατος τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προϋπάρχουσα από ετών χρόνια ελκώδη κολίτιδα, από την οποία έπασχε αυτός, πλην όμως η ασθένεια αυτή αντιμετωπιζόταν σε περιόδους έξαρσης, με φαρμακευτική αγωγή, ενώ δεν επηρέαζε την ποιότητα της ζωής του ασθενούς.

Εξάλλου, το σχετικό ερωτηματολόγιο που υποβλήθηκε στους αιτούντες να ασφαλιστούν, ήταν εξαιρετικά ελλιπές όσον αφορά παθήσεις του γαστρεντερικού συστήματος, γεγονός που καταδεικνύει ότι η εναγομένη δεν περιελάμβανε τις παθήσεις αυτές που θεωρούσε ουσιώδεις για την εκτίμηση του κινδύνου. Σε κάθε όμως περίπτωση, αποδείχθηκε από τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, ότι κατά τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου ο αποθανών δήλωσε στον υπάλληλο της τράπεζας, ενώπιον του οποίου συμπληρώθηκε αυτό, ότι έπασχε από χρόνια ελκώδη κολίτιδα, πλην όμως, ο υπάλληλος αυτός εκτίμησε ότι επρόκειτο για επουσιώδη πάθηση και δεν χρειαζόταν να αναφερθεί. Επομένως, δεν αποδείχθηκε ουσιαστικά βάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι ο ασφαλισμένος Κ. Κ. δολίως απέκρυψε την προϋπάρχουσα πάθησή του (ελκώδη κολίτιδα), ούτε ότι η πάθηση αυτή συνδέεται αιτιωδώς με τον θάνατο αυτού, συνεπεία καρκίνου του ήπατος.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το ασφάλισμα, για την περίπτωση θανάτου του οφειλέτη του δανείου, κατά το χρόνο θανάτου του Κ. Κ., ανερχόταν σε ποσοστό 50% του οφειλομένου άληκτου κεφαλαίου και συγκεκριμένα, στο ποσό των 27.447,99 ευρώ. Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias ΑΕ" το ως άνω ποσό των 27.447,99 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 50% του άληκτου κεφαλαίου κατά το χρόνο θανάτου του Κ. Κ. του Γ. στις 25.4.2018, του στεγαστικού δανείου που χορηγήθηκε με τη με αριθμό ..../2014 σύμβαση στεγαστικού δανείου με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής...". Με βάση τα παραπάνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 και 6 του ν. 2596/1997. Τούτο διότι, ορθώς ερμηνεύοντας τις παραπάνω διατάξεις, και διαλαμβάνοντας σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την εφαρμογή ή μη των ανωτέρω διατάξεων, διέλαβε ειδικότερα, ότι ο αποβιώσας στις 25.4.2018, Κ. Κ., σύζυγος εν ζωή, της ήδη αναιρεσίβλητης, και κληρονομηθείς από την τελευταία, είχε ενταχθεί κατόπιν αίτησής του, στο με αριθμό ... ομαδικό ασφαλιστήριο ζωής δανειοληπτών/εγγυητών στεγαστικών δανείων της δανείστριας τράπεζας "Eurobank Ergasias AE", οι καλύψεις του οποίου αφορούσαν τους κινδύνους της απώλειας ζωής ή της μόνιμης ολικής ανικανότητας των δανειοληπτών, ότι υποβλήθηκε σ' αυτόν ερωτηματολόγιο, στο οποίο αυτός απήντησε αρνητικά στις κρίσιμες ερωτήσεις της ασφαλιστικής εταιρείας, που τέθηκαν σ'αυτόν σχετικά με προϋπάρχοντα και υφιστάμενα προβλήματα υγείας του, ενώ δήλωσε αυτός, ρητώς, ότι έπασχε από ελκώδη κολίτιδα, για την οποία ελάμβανε τακτικά φαρμακευτική αγωγή, και συνεπώς ουδόλως δολίως απέκρυψε την πάθησή του αυτή, πλην όμως, τούτη, δεν αξιολογήθηκε ως ουσιώδης για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου από τον υπάλληλο της δανείστριας τράπεζας, ενώπιον του οποίου συμπληρώθηκε το ερωτηματολόγιο, και δεν συμπεριελήφθη σ' αυτό, ότι κατά τη διάρκεια της έγκυρης και ισχύουσας ασφαλιστικής σύμβασης, ο παραπάνω ασφαλισμένος απεβίωσε από άλλη αιτία και δη εξ αιτίας καρκίνου του ήπατος, νόσο, δηλαδή, διαφορετική από αυτήν που φέρεται ότι απέκρυψε, και ότι τέλος, επελθούσας της ασφαλιστικής περίπτωσης και μη αποδεικνυομένης, κατ'ουσίαν, περίπτωσης απαλλαγής από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος από την ήδη αναιρεσείουσα, αυτή όφειλε να καταβάλει στη πιστοδότρια τράπεζα, ποσό ίσο προς το 50% του οφειλομένου αλήκτου κεφαλαίου του στεγαστικού δανείου που αυτός είχε λάβει από την τελευταία. Οι παραπάνω αιτιολογίες ήσαν σαφείς και αρκούσαν για τη στοιχειοθέτηση του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλομένης, τα δε, αναφερόμενα σ' αυτή, ότι ο θάνατος του ασφαλισμένου Κ. Κ., δεν αποδείχθηκε ότι τελούσε σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προϋπάρχουσα από ετών χρόνια ελκώδη κολίτιδα, από την οποία αυτός έπασχε, συνιστούν πλεοναστικές αιτιολογίες, ενόψει του ότι έγινε ανελέγκτως δεκτό, ότι αυτός δεν προέβη σε δολία αποσιώπηση περιστατικού αντικειμενικά ουσιώδους για την εκτίμηση του κινδύνου από τον ασφαλιστή. Ως εκ τούτου, στην περίπτωση αυτή (των πλεοναστικών αιτιολογιών) δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο με την αναίρεση της προσβαλλομένης απόφασης, ακόμη και ως προς την τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της και κατά συνέπεια, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης (για να ανατραπεί δεδικασμένο) κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντιστοίχως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αποδίδει τις πλημμέλειες των παραπάνω διατάξεων είναι αβάσιμοι. 4. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, ΑΠ 232/2009). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενη, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του "πράγμα" μη προταθέν, και συγκεκριμένα, τον ουσιώδη ισχυρισμό περί ύπαρξης απαλλακτικής ρήτρας της ευθύνης της ασφαλιστικής εταιρείας, στη περίπτωση που το γεγονός που προκαλεί την ασφαλιστική περίπτωση, οφείλεται άμεσα ή έμμεσα, ολικά ή μερικά, σε παθήσεις προϋπάρχουσες της έναρξης ισχύος της ασφάλισης. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ως αλυσιτελής, καθόσον αφορά στην επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης, η οποία δεν επηρέασε το διατακτικό της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ.1 στοιχ. β`, 453 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1493/2021). Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008). Πρέπει, όμως, για την ίδρυση του προκειμένου λόγου, το αποδεικτικό μέσο να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση δια τεκμηρίων απόδειξη (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 1134/1993) γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή, που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 173/2015). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη, να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου του αυτού είδους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 155/2021, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 38/2019, ΑΠ 1349/2017,ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1078/2015, ΑΠ 1204/2008). Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για το λόγο, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφο που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα, την "αίτηση συμμετοχής σε ομαδική ασφάλιση" υπογεγραμμένο από τον ίδιο τον ασφαλισμένο, από το οποίο θα αποδεικνυόταν ως βάσιμος, ο νομίμως προβληθείς ισχυρισμός της, ότι ο Κ. Κ. έπασχε από του έτους 1989 από ελκώδη κολίτιδα, υποβαλλόμενος τακτικά σε σχετικές ιατρικές εξετάσεις (κολονοσκόπηση, βιοψίες κλπ) και ελάμβανε σχετική φαρμακευτική αγωγή, γεγονός που τον καθιστούσε "μη ασφαλίσιμο". Από τη βεβαίωση όμως του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη μεταξύ άλλων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και το φερόμενο ως αγνοηθέν ως άνω έγγραφο, του οποίου, μάλιστα, γίνεται ειδική ενάριθμη αναφορά (...2014 αίτηση), πλην όμως, αναιρετικώς ανελέγκτως, δέχθηκε μετά εκτίμηση αυτού μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αντιθέτως προς τον άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι κατά την συμπλήρωση του ειδικού ερωτηματολογίου υγείας που ακολούθησε την συμπλήρωση της εν λόγω αίτησης, η προϋπάρχουσα αυτή πάθηση του ασφαλισμένου δηλώθηκε ρητώς από τον ίδιο, πλην δεν θεωρήθηκε ουσιώδης για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου από τον υπάλληλο της πιστοδότριας τράπεζας ενώπιον του οποίου ο τελευταίος συμπλήρωσε τις απαντήσεις του σχετικού ερωτηματολογίου, και ως εκ τούτου δεν περιελήφθη σ' αυτό, χωρίς ο τελευταίος να απέκρυψε δολίως την πάθησή του αυτή. Επομένως, ο ανωτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που προκατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο, και να καταδικασθεί η τελευταία, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (αρθ. 176,183, 189 παρ.1,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.11.2024 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 2445/2024 τελεσίδικης απόφασης του Moνομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή