ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 744/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 744/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 744/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση (Google Translate)
Σύνδεσμος απόφασης - link


Επιστροφή - Back


Απόφαση 744 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 744/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Απόστολο Φωτόπουλο, Ηλία Γιαρένη - Εισηγητή και Αγγελική Καρδαρά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Α. του Σ., κατοίκου ..., 2) Α. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 3) Α. Β. του Ε., κατοίκου ..., 4) Α. Α. του Π., κατοίκου ..., 5) Α. Χ. -Δ. του Κ., κατοίκου ..., 6) Α. Ε. του Κ., κατοίκου ..., 7) Α. Α. του Λ., κατοίκου ..., 8) Α. Χ. του Ν., κατοίκου ..., 9) Α. Σ. του Β., κατοίκου ..., 10) Α. Φ. του Ι., κατοίκου ..., 11) Β. Λ. του Ν., κατοίκου ..., 12) Β. Σ., κατοίκου ..., 13) Β. Ι. του Ν., κατοίκου ..., 14) Β. Ε. του Χ., κατοίκου ..., 15) Β. Χ. του Κ., 16) Γ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 17) Γ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 18) Γ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 19) Γ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 20) Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 21) Γ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 22) Γ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 23) Γ. Δ. του Σ., κατοίκου ..., 24) Γ. Ε. του Ε., κατοίκου ..., 25) Γ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 26) Γ. Α. του Α., κατοίκου ..., 27) Γ. Ε., κατοίκου ..., 28) Γ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 29) Γ. Θ. του Ε., κατοίκου ..., 30) Γ. Μ. του Π., κάτοικος ..., 31) Γ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 32) Δ. Π. του Χ., κατοίκου ..., 33) Δ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., 34) Δ. Α. του Χ., κατοίκου ..., 35) Δ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 36) Δ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 37) Δ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 38) Δ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 39) Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 40) Δ. Ε. του Ι., κατοίκου ..., 41) Ε. Ε. του Ι., κατοίκου ..., 42) Ε. Α. του Σ., κατοίκου ..., 43) Ζ. Ε. του Α., κατοίκου ..., 44) Ζ. Χ. του Β., κατοίκου ..., 45) Ζ. Α. του Α., κατοίκου ..., 46) Ζ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 47) Ζ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 48) Ζ. Ε. του Κ., κατοίκου ..., 49) Θ. Β. του Γ., κατοίκου ..., 50) Θ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 51) Θ. Α. - Ε. του Ε., κατοίκου ..., 52) Ι. Ι. του Π., κατοίκου ..., 53) Κ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 54) Κ. Β. του Γ., κατοίκου ..., 55) Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 56) Κ. Α. του Β., κατοίκου ..., 57) Κ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 58) Κ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 59) Κ. Α. του Χ., κατοίκου ..., 60) Κ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 61) Κ. Ε. του Δ., κατοίκου ..., 62) Κ. Π. του Α., κατοίκου ..., 63) Κ. Α. του Α., κατοίκου ..., 64) Κ. Β. του Κ., κατοίκου ..., 65) Κ. Α. του Χ., κατοίκου ..., 66) Κ. Α. του Π., κατοίκου ..., 67) Κ. Ρ. του Θ., κατοίκου ..., 68) Κ. Μ. του Β., κατοίκου ..., 69) Κ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 70) Κ. Ο. του Δ., κατοίκου ..., 71) Κ. Δ. του Π., κατοίκου ..., 72) Κ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 73) Κ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., 74) Κ. Σ. του Β., κατοίκου ..., 75) Κ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 76) Κ. Ν. του Π., κατοίκου ..., 77) Κ. Σ. του Λ., κατοίκου ..., 78) Κ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 79) Κ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 80) Κ. Γ. του Β., κατοίκου ..., 81) Κ. Β. του Δ., κατοίκου ..., 82) Κ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 83) Κ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 84) Κ. Ν. του Π., κατοίκου ..., 85) Κ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 86) Κ. Μ. - Χ. του Α., κατοίκου ..., 87) Κ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 88) Κ. Χ. του Ζ., κατοίκου ..., 89) Κ. Χ. του Ν., κατοίκου ..., 90) Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 91) Κ. Ν. του Θ., κατοίκου ..., 92) Λ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 93) Λ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 94) Λ. Χ. του Σ., κατοίκου ..., 95) Λ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 96) Λ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 97) Λ. Δ. - Σ., κατοίκου ..., 98) Λ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., 99) Μ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 100) Μ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 101) Μ. Δ. του Π., κατοίκου ..., 102) Μ. Ν. του Δ., κατοίκου ..., 103) Μ. Ι. του Ε., κατοίκου ..., 104) Μ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 105) Μ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 106) Μ. Ε. του Δ., κατοίκου ..., 107) Μ. Σ. του Δ., κατοίκου ..., 108) Μ. Τ. του Φ., κατοίκου ..., 109) Μ. Σ. του Χ., κατοίκου ..., 110) Μ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 111) Μ. Α. του Β., κατοίκου ..., 112) Μ. Δ. του Π., κατοίκου ..., 113) Μ. Β. του Ι., κατοίκου ..., 114) Μ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 115) Μ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 116) Μ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 117) Μ. Ι. του Ν., κατοίκου ..., 118) Μ. Ε. του Α., κατοίκου ..., 119) Ν. Ε. του Π., κατοίκου ..., 120) Ν. Ε. του Θ., κατοίκου ..., 121) Ν. Μ. - Α. του Ν., κατοίκου ..., 122) Ν. Δ. του Α., κατοίκου ..., 123) Ν. Ε. - Α. του Α., κατοίκου ..., 124) Ν. -Π. Α. του Χ., κατοίκου ..., 125) Ν. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 126) Ν. Κ. του Α., κατοίκου ..., 127) Ν. Ε. του Κ., κατοίκου ..., 128) Ο. Π. του Ι., κατοίκου ..., 129) Π. Ε. του Ι., κατοίκου ..., 130) Π. Α. του Ι., κατοίκου ..., 131) Π. Π. του Ν., κατοίκου ..., 132) Π. Ο. του Δ., κατοίκου ..., 133) Π. Α. του Α., κατοίκου ..., 134) Π. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 135) Π. Ε. του Π., κατοίκου ..., 136) Π. Π. του Μ., κατοίκου ..., 137) Π. Α. του Σ., κατοίκου ..., 138) Π. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 139) Π. Ε. του Ε., κατοίκου ..., 140) Π. Μ. του Β., κατοίκου ..., 141) Π. Π. του Δ., κατοίκου ..., 142) Π. Ε. του Κ., κατοίκου ..., 143) Π. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 144) Π. Ε. του Α., κατοίκου ..., 145) Ρ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 146) Ρ. Ι. του Α., κατοίκου ..., 147) Ρ. Β. του Ε., κατοίκου ..., 148) Σ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., 149) Σ. Σ. του Θ., κατοίκου ..., 150) Σ. Ε. του Μ., κατοίκου ..., 151) Σ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 152) Σ. Π. του Ι., κατοίκου ..., 153) Σ. Λ. του Χ., κατοίκου ..., 154) Σ. Ι. του Ε., κατοίκου ..., 155) Σ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 155) Σ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 157) Σ. Α. του Μ., κατοίκου ..., 158) Σ. Υ. του Γ., κατοίκου ..., 159) Σ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 160) Σ. Ε. του Π., κατοίκου ..., 161) Σ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., 162) Σ. Α. του Χ., κατοίκου ..., 163) Σ. Η. του Α., κατοίκου ..., 164) Τ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 165) Τ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 166) Τ. Δ. του Ι., κατοίκου ..., 167) Τ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 168) Τ. Ν. του Π., κατοίκου ..., 169) Τ. Ι. του Χ., κατοίκου ..., 170) Τ. Κ. του Β., κατοίκου ..., 171) Τ. Ο. του Β., κατοίκου ..., 172) Τ. Μ. του Ι., κατοίκου ... , 173) Τ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 174) Τ. Μ. του Η., κατοίκου ..., 175) Τ. Α. του Α., κατοίκου ..., 176) Τ. Ι. του Α., κατοίκου ..., 177) Τ. Α. του Α., κατοίκου ..., 178) Φ. Β. του Β., κατοίκου ..., 179) Φ. Α. του Δ., κατοίκου ..., 180) Φ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 181) Χ. Β. του Α., κατοίκου ..., 182) Χ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 183) Χ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 184) Χ. Β. του Ν., κατοίκου ..., 185) Χ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 186) Χ. Α. του Β., κατοίκου ..., 187) Χ. Ε. του Π., κατοίκου ..., 188) Χ. Α. - Μ. του Γ., κατοίκου ..., 189) Χ. Π. του Κ., κατοίκου ..., 190) Χ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 191) Χ. Α. του Δ., κατοίκου ..., 192) Ψ. Α. του Η., κατοίκου ..., 193) Σ. Α. του Λ., κατοίκου ..., 194) Μ. Α. του Α., κατοίκου ..., 195) Π. Σ. του Α., κατοίκου ..., 196) Κ. Β. του Γ., κατοίκου ..., 197) Δ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 198) Ι. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 199) Ν. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 200) Π. Π. - Α. του Γ., κατοίκου ..., 201) Κ. Π. του Α., κατοίκου ... Οι 14η (Β. Ε. του Χ.) και 134ος (Π. Ε. του Γ.) δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βερβεσό, ο οποίος ανακάλεσε την από 19-9-2025 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως, δήλωσε ότι η 75η (Κ. Σ. του Δ.) παραιτείται από το δικόγραφο και δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (Δ.ΥΠ.Α.)", όπως μετονομάσθηκε ο "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού" (Ο.Α.Ε.Δ.), που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Σαραμαντά, η oποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2022 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 530/2023 του ίδιου Δικαστηρίου και 1098/2024 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-6-2024 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ο ίδιος ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτός παρών, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του νόμου 4509/2017 (ΦΕΚ Α' 201/22-12-2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 ΚΠολΔ, με την οποία ορίστηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, αν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ για τη συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003).

Στην περίπτωση αυτή, αν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολειπόμενου ή μη προσηκόντως παριστάμενου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 446/2020, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 1374/2017). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013 και εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 αυτού και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βεβαίως αυτές δεν είχαν συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (20-3-2013), σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1777/2024, ΑΠ 939/2024, ΑΠ 2108/2022). Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 97, 98 περ. β', 294, 295 παρ. 1, 297, 299 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης χωρίς την ύπαρξη (τουλάχιστον γενικής) πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτούμενου αναιρεσείοντος, είναι ανίσχυρη, μη συνεπαγόμενη έννομα αποτελέσματα (ΑΠ 969/2025, ΑΠ 1714/2023).

2. Στην προκείμενη περίπτωση, τη συζήτηση της ένδικης από 26-6-2024 αίτησης αναίρεσης, η οποία στρέφεται κατά του αναιρεσίβλητου νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου, επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες, με επιμέλεια των οποίων και μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Δημητρίου Βερβεσού επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 14ης Ιανουαρίου 2025, κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε, λόγω αποχής του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσειόντων από την άσκηση των καθηκόντων του, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (…2025), όπως προκύπτει από τη με αριθμό …2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου … με έδρα το Πρωτοδικείο … Π. Ν.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, κατά την οποία αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι 14η και 134ος αναιρεσείοντες, η δε 75η αναιρεσείουσα παρέστη μεν, εκπροσωπούμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βερβεσό, χωρίς εν τούτοις να αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας της διαδίκου αυτής προς τον ανωτέρω δικηγόρο, ενώ οι λοιποί αναιρεσείοντες παρέστησαν, εκπροσωπούμενοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βερβεσό. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο δικηγόρος αυτός, ο οποίος έδωσε την παραγγελία για την επίδοση της αίτησης αναίρεσης στο αναιρεσίβλητο, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης και από τους προαναφερόμενους απολειπόμενους αναιρεσείοντες (14η, 75η και 134ο), αφού δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις των συγκεκριμένων διαδίκων προς τον δικηγόρο τους αυτόν, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή, ή συμβολαιογραφικά προς αυτόν πληρεξούσια έγγραφα. Επομένως, οι απόντες αναιρεσείοντες ακύρως επέσπευσαν τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ενώ δεν προκύπτει κλήτευσή τους από το αναιρεσίβλητο, προκειμένου να παραστούν αυτοί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Κατά συνέπεια, εφόσον οι απολειπόμενοι αναιρεσείοντες δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και δεν παρέστησαν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κατά τη συζήτηση αυτής, θεωρούνται δικονομικά απόντες. Επομένως ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ενώ για τους παριστάμενους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσείοντες πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης. Τέλος, η καταχωρισθείσα στα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προφορική δήλωση του ως άνω αναφερόμενου δικηγόρου περί παραίτησης της 75ης αναιρεσείουσας από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, είναι ανίσχυρη, μη συνεπαγόμενη έννομα αποτελέσματα καθόσον, όπως προεκτέθηκε, δεν προκύπτει ότι έχει προηγηθεί διορισμός του δικηγόρου αυτού ως πληρεξουσίου της εν λόγω αναιρεσείουσας.

3. Με την κρινόμενη από …2024 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …2024) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 1098/2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, η οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αναιρεσείοντες, όπως επίσης και άλλα φυσικά πρόσωπα, μη διάδικα μέρη στην αναιρετική δίκη, άσκησαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 30-5-2022 αγωγή τους κατά του νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.)", με την οποία εξέθεταν ότι είναι μόνιμοι τακτικοί υπάλληλοι δημόσιου δικαίου του εναγόμενου νομικού προσώπου -το οποίο με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του νόμου 4921/2022 μετονομάστηκε σε "Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης [Δ.ΥΠ.Α.]"-, διορισμένοι δυνάμει των ειδικότερα αναφερόμενων στην αγωγή αποφάσεων που δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις ειδικότερα αναφερόμενες κενές οργανικές θέσεις των κλάδων ΔΕ και ΤΕ Διοικητικού - Λογιστικού και ΠΕ Διοικητικού - Οικονομικού αυτού, πλην της ενενηκοστής τέταρτης από αυτούς, η οποία στις 23-8-2008 παραιτήθηκε από το εναγόμενο λόγω διορισμού της ως τακτικής υπαλλήλου στο ΙΚΑ. Ότι καθένας από αυτούς, πριν από τον διορισμό του, είχε κατά το παρελθόν απασχοληθεί στην υπηρεσία του εναγομένου, πλην της πέμπτης από αυτούς, η οποία απασχολήθηκε στην Κοινωφελή Επιχείρηση του Δήμου Νέας Φιλαδέλφειας (ΝΠΙΔ - ΟΤΑ), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, με τις ειδικότερα αναφερόμενες σε αυτήν (αγωγή) ειδικότητες καθένας, δυνάμει των ειδικότερα αναφερόμενων συμβάσεων, τις οποίες κατ' επίφαση το εναγόμενο χαρακτήρισε ως συμβάσεις μίσθωσης έργου. Ότι με τη λήξη των συμβάσεων αυτών και μέχρι τον διορισμό τους, έλαβαν χώρα είτε διαδοχικές ανανεώσεις/παρατάσεις αυτών, είτε μεταγενέστερα συνάφθηκαν ιδιωτικού δικαίου συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να διαφοροποιηθεί το καθεστώς και το αντικείμενο της εργασίας τους, μέχρι τις ειδικότερα αναφερόμενες στην αγωγή ημεροχρονολογίες, κατά τις οποίες το εναγόμενο συνήψε με αυτούς συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου και τους ενέταξε σε προσωποπαγείς οργανικές θέσεις δημόσιου δικαίου. Ότι από την αρχική πρόσληψή τους μέχρι την ένταξή τους στο μόνιμο προσωπικό του εναγομένου, η μεταξύ αυτών και εκείνου έννομη σχέση είχε τον χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και όχι της σύμβασης έργου, ενόψει της νομικής και προσωπικής εξάρτησής τους από το εναγόμενο ως εργοδότη τους, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα και της κάλυψης πάγιων και διαρκών, λειτουργικών και υπηρεσιακών αναγκών του τελευταίου (εναγομένου) σε προσωπικό. Ειδικότερα, ότι η εκάστοτε διάρκεια των συμβάσεων αυτών δεν ταυτιζόταν, αντιστοίχως, με τη διάρκεια κάποιου συγκεκριμένου έργου, αλλά ότι η έννομη σχέση που συνέδεε καθέναν από αυτούς με το εναγόμενο ήταν ανέκαθεν αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αφού καθ' όλο το χρονικό διάστημα απασχόλησής τους για λογαριασμό του εναγομένου μέχρι τον διορισμό τους, αυτοί παρείχαν την εργασία τους υπό τις οδηγίες, τις εντολές και τον έλεγχο του εναγομένου, το οποίο μέσω των προστηθέντων υπαλλήλων του καθόριζε κυριαρχικά τον τόπο, τον χρόνο, το είδος καθώς και τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών τους, οι οποίες, ποσοτικά αλλά και ποιοτικά, ήταν ίδιες με αυτές που παρείχε το μόνιμο προσωπικό του εναγομένου και ότι εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς λειτουργικές ανάγκες του τελευταίου, χωρίς το καθεστώς ή το αντικείμενο της εργασίας αυτών να διαφοροποιούνται από τον διαφορετικό, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, τυπικό χαρακτηρισμό των οικείων συμβάσεων.

Περαιτέρω, ότι τις υπηρεσίες τους αυτές οι ενάγοντες παρείχαν επί οκτάωρο ημερησίως και επί πέντε ημέρες εβδομαδιαίως, σύμφωνα με τα καθήκοντά τους, τα οποία καθορίζονταν από το εναγόμενο, το οποίο μέσω των προστηθέντων υπαλλήλων του απέβλεπε στην παροχή της αντίστοιχης εργασίας, καθ' εαυτήν και όχι σε ένα τελικό αποτέλεσμα. Ότι για τις υπηρεσίες τους αυτές οι ενάγοντες ελάμβαναν ως αντιπαροχή συγκεκριμένο ποσό, περιοδικώς ανά μήνα που, παρά τον χαρακτηρισμό του ως εργολαβικού ανταλλάγματος, συνιστούσε μισθό, με τον οποίο αμείβεται ένας μισθωτός. Ισχυρίστηκαν ακόμη οι ενάγοντες ότι, παρ' όλα αυτά, το εναγόμενο αρνείται να αναγνωρίσει ότι και κατά το χρονικό διάστημα που παρείχαν σε αυτό τις υπηρεσίες τους με τις ένδικες κατ' επίφαση χαρακτηριζόμενες ως συμβάσεις έργου, στην πραγματικότητα τους συνέδεε με το εναγόμενο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, άλλως σε περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης, υφίστατο μεταξύ καθενός από αυτούς με το εναγόμενο απλή σχέση εργασίας, με συνέπεια, από την άρνηση αυτή του εναγομένου, να υφίστανται δυσμενείς επιπτώσεις στα απορρέοντα από την παροχή της εξαρτημένης εργασίας τους, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, δικαιώματά τους, όπως είναι η αναγνώριση της προϋπηρεσίας τους, η οποία δεν προσμετρήθηκε από το εναγόμενο κατά τον διορισμό τους για τη μισθολογική, αλλά και τη βαθμολογική τους εξέλιξη, καίτοι οι υπηρεσίες τους κατά τα ένδικα χρονικά διαστήματα ήταν συναφείς με το αντικείμενο των υπηρεσιών που παρέχουν στο εναγόμενο. Επικαλούμενοι ακολούθως, αφενός μεν, ότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μίας σχέσης ως σύμβασης έργου ή σύμβασης εξαρτημένης εργασίας -ορισμένου ή αόριστου χρόνου- είναι κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, αφετέρου δε, ότι σύμφωνα με το άρθρο 35 του νόμου 4484/2017, που τροποποίησε τον νόμο 4354/2015, σε συνδυασμό με τη με αριθ. …2016 ερμηνευτική εγκύκλιο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, είναι δυνατή η αναγνώριση προϋπηρεσίας των δημόσιων υπαλλήλων (ανεξαρτήτως τυπικού προσόντος με το οποίο διανύθηκε) που έχει προσφερθεί σε φορείς που αναφέρονται στο άρθρο 7 του νόμου 4354/2015 (Δημόσιο, ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ και ΔΕΚΟ κεφ. Α' του νόμου 3429/2005) των κρατών-μελών της Ε.Ε. με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου αόριστου ή ορισμένου χρόνου προκειμένου να λάβουν τις μισθολογικές παροχές και ότι αυτοί [ενάγοντες] έχουν έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί δικαστικά ο αληθής (ορθός) νομικός χαρακτηρισμός των συμβάσεών τους αυτών ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, προκειμένου να αναγνωριστεί από το εναγόμενο η προϋπηρεσία τους σε αυτό για όλες τις απορρέουσες έννομες συνέπειες στην υπηρεσιακή τους κατάσταση, ζητούσαν να αναγνωριστεί (κατά λέξη) "... ότι ο αληθής χαρακτήρας της συμβατικής σχέσης εκάστης/εκάστου εξ ημών με το εναγόμενο, που είχε ονομαστεί ψευδεπίγραφα ως σύμβαση έργου για τα αναφερόμενα για εκάστη/έκαστο εξ ημών χρονικά διαστήματα, αναγραφέντα αναλυτικά στο ιστορικό της παρούσης, ως εν τοις πράγμασι σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, άλλως ως (απλή) σχέση εξαρτημένης εργασίας". Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε την αγωγή αυτή κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών διαφορών), με τη με αριθμό 530/2023 απόφασή του (α) απέρριψε την αγωγή ως παθητικά ανομιμοποίητη στο μέτρο που ασκούνταν από την πέμπτη ενάγουσα (μη διάδικο στην προκείμενη αναιρετική δίκη), η οποία, όπως αναφερόταν στο αγωγικό δικόγραφο, απασχολήθηκε κατά τα ένδικα χρονικά διαστήματα που την αφορούν με σύμβαση έργου στην Κοινωφελή Επιχείρηση του Δήμου Νέας Φιλαδέλφειας που αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου - ΟΤΑ και η οποία δεν εναγόταν, δεν απασχολήθηκε δε στο εναγόμενο, όπως μετονομάστηκε, το οποίο δεν ήταν ο εργοδότης της και (β) κατά τα λοιπά, δέχθηκε την αγωγή ως ορισμένη, νόμιμη και περαιτέρω ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή αναγνωρίστηκε ότι όλοι οι ενάγοντες, πλην της πέμπτης από αυτούς, συνδέονταν με το εναγόμενο από την αρχική πρόσληψή τους, στις παρατιθέμενες στο σκεπτικό της απόφασης ημερομηνίες καθένας από αυτούς, με συμβάσεις που είχαν τον χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Μετά την άσκηση της από 31-7-2023 έφεσης από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο κατά της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, (α) απέρριψε την έφεση, στο μέτρο που στρεφόταν κατά των λοιπών, πλην των αναιρεσειόντων, εργαζομένων, των οποίων οι επικαλούμενες συμβάσεις έργου είχαν αρχικά καταρτιστεί με το εναγόμενο πριν από τις 18-4-2001, ενώ κατά τα λοιπά (β) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, στο μέτρο που στρεφόταν κατά των λοιπών εφεσιβλήτων (στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ήδη παριστάμενοι αναιρεσείοντες), εξαφάνισε την εκκαλούμενη οριστική απόφαση, στο μέτρο που αφορούσε τους διαδίκους αυτούς, κράτησε και δίκασε την αγωγή ως προς αυτούς, την οποία απέρριψε ως μη νόμιμη. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 28-6-2024, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών [άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου αυτού ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του νόμου 4335/2015 και εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1η-1-2016 ένδικα μέσα, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του άρθρου 1 του νόμου αυτού, πριν δε από την τροποποίηση της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού με το άρθρο 52 του νόμου 5221/2025 (ΦΕΚ Α' 133/28-7-2025), δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 126 παρ. 4 εδ. β' του ίδιου νόμου, ως προς τις δημοσιευόμενες μέχρι τις 31-12-2025 αποφάσεις που είχαν εκδοθεί κατ' αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η διετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με έφεση ή αναίρεση], από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης που έλαβε χώρα στις 19-3-2024, δεδομένου ότι από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει η επίδοση της απόφασης. Είναι, συνεπώς, η αίτηση παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του μοναδικού λόγου της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

4. Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, ο οποίος έχει κυρωθεί με την ΠΥΣ …/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υφίσταται όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία, είναι η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο (ΑΠ 1155/2025, ΑΠ 660/2025), αφορά δε κυρίως το εργατοϋπαλληλικό προσωπικό (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 28/2005). Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την προβλεπομένη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, κυρίως διότι με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο από τον μισθωτό, ενώ με τη σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης (ΑΠ 1155/2025, ΑΠ 1950/2024, ΑΠ 1542/2024, ΑΠ 1455/2023).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 1325/2025, ΑΠ 1056/2025, ΑΠ 589/2025, ΑΠ 460/2025).

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α' και παρ. 3 του νόμου 2112/1920, συνάγεται ότι σε περίπτωση σύναψης αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν δεν δικαιολογείται η συνομολογηθείσα διάρκεια αυτών από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων των σχετικών με την υποχρεωτική καταγγελία των αόριστου χρόνου συμβάσεων εργασίας, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι έχει καταρτιστεί ενιαία σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου. Οι διατάξεις αυτές, όπως προκύπτει από αυτές, έχουν εφαρμογή μόνο σε περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή άλλων συμβάσεων που υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας, ως ειδικοί κανόνες του εργατικού δικαίου που θεσπίστηκαν ενόψει της ανάγκης μείζονος προστασίας, την οποία έχουν κατά τεκμήριο αυτοί που παρέχουν εξαρτημένη εργασία (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 20/2007). Ο χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και που δεν αφορά μόνο τον χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου, αλλά και τον χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αόριστου χρόνου, δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος (ή ο κανονισμός που έχει ισχύ νόμου), διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 8/2011, ΟλΑΠ 7/2011). Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της ουσίας της έννομης σχέσης ως ορισμένου ή αόριστου χρόνου δεν αποκλείεται στις περιπτώσεις των εργασιακών σχέσεων με εργοδότη το Δημόσιο (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006).

Εξάλλου, με τις διατάξεις των παρ. 1, παρ. 2, παρ. 3 του άρθρου 21 του νόμου 2190/1994, όπως ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο και πριν από την κατάργηση των άρθρων 1-13, 14Α και 15-24 καθώς και των παραγράφων 1-5 και 9-11 του άρθρου 14 του νόμου αυτού με το άρθρο 61 παρ. 1α του νόμου 4765/2021 (ΦΕΚ Α' 6), ορίστηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αόριστου χρόνου. Ο ίδιος νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ. 3 του άρθρου 14 αυτού ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες ειδικότερα θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτούμενων κατά την κείμενη νομοθεσία τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).

Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και παρ. 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημόσιου δικαίου, ορίζονται τα ακόλουθα: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α' 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7 που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (σημ. : περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει. Νόμος μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής". Επίσης, στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους, και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Έτσι, με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους αρχικά διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του π.δ/τος 410/1988 και στη συνέχεια του νόμου 2190/1994 και του νόμου 2527/1997 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και παρ. 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και παρ. 8 του Συντάγματος. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου ορισμένης διάρκειας που υποκρύπτουν σχέσεις εξαρτημένης εργασίας συναπτόμενες για πρώτη φορά με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και παρ. 8 του Συντάγματος (δηλαδή, από τις 18-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη. Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης με βάση τις πιο πάνω διατάξεις δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού. Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής (ΑΠ 1310/2025, ΑΠ 896/2025, ΑΠ 589/2025, ΑΠ 460/2025). Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός φαινομένου που αποδοκιμάστηκε από τον αναθεωρητικό νομοθέτη (ΟλΑΠ 19/2007, ΟλΑΠ 20/2007, ΑΠ 1324/2025, ΑΠ 589/2025, ΑΠ 460/2025).

Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 28ης-6-1999 που δημοσιεύθηκε στις 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από τις 10-7-2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών-μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση, έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη-μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής). Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη με το π.δ. 164/2004, που ήδη εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς του οποίου άρχισε από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 19-7-2004. Ειδικότερα, για το π.δ.164/2004, επειδή οι διατάξεις του άρχισαν να ισχύουν από τις 19 Ιουλίου 2004, αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10 Ιουλίου 2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Έτσι με τη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 περ. α', παρ. 2 εδ. α' και εδ. β', παρ. 3 και παρ. 5 του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος, που κρίθηκε συνταγματικώς ανεκτή ως μεταβατική διάταξη τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων (ΟλΑΠ 16/2017), ρυθμίστηκε το ζήτημα του χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του διατάγματος αυτού (δηλαδή διαδοχικών συμβάσεων με αντικείμενο την ίδια ή παρεμφερή εργασία μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί διάστημα μικρότερο των τριών μηνών), που είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του διατάγματος και ήταν ενεργοί έως την έναρξη ισχύος αυτού (19-7-2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγούμενου τριμήνου, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο, υπό τις τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, με απόφαση του αρμόδιου οργάνου του φορέα απασχόλησης και έλεγχο από το ΑΣΕΠ. Επομένως, εάν η τελευταία από τις διαδοχικές σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου έληξε πριν από τις 19 Απριλίου 2004 ή δεν συντρέχουν οι τιθέμενες από το πιο πάνω π.δ. λοιπές προϋποθέσεις, η διάταξη του άρθρου 11 του π.δ/τος 164/2004 δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής και μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου δεν μπορεί να λάβει χώρα (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 589/2025, ΑΠ 460/2025). Ενόψει δε των προαναφερόμενων συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις της με αριθ. 1999/70/ΕΚ Οδηγίας που δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και παρ. 3 του νόμου 2112/1920 δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής, για το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του π.δ/τος 164/2004 (19-7-2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 896/2025, ΑΠ 589/2025, ΑΠ 460/2025).

5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς επίσης και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης ελέγχονται και τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 476/2024, ΑΠ 321/2024, ΑΠ 93/2024). Ελέγχεται, δηλαδή, μεταξύ άλλων και αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 550/2024, ΑΠ 738/2023).

6. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο: "[...] Ωστόσο, συνεπεία του μεταβιβαστικού αποτελέσματος και εντός των ορίων του, το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο το οποίο[...], επειδή η από …2022 (με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης: …2022 και ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης: …2022) αγωγή, όπως παραδεκτώς διορθώθηκε πρωτοδίκως, έγινε εν όλω δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς όλους τους ενάγοντες -πλην της πέμπτης εξ αυτών- και εκκαλεί ο εναγόμενος, έχει ως προς την ανωτέρω αγωγή την ίδια εξουσία την οποία είχε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμω βάσιμο της ανωτέρω αγωγής πρέπει, χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, να την απορρίψει ως μη νόμιμη ως προς τους κατωτέρω ενάγοντες:

Α/Α Ονοματεπώνυμο ενάγουσας/ενάγοντος με επικαλούμενη σύμβαση μίσθωσης έργου 1η Α. Α. από …2006 έως …2008 3η Α. Μ. από …2006 έως …2008 4η Α. Β. από …2006 έως …2008 6η Α. Α. από …2006 έως …2008 7η Α. Χ.- Δ. από …2006 έως …2008 8η Α. Ε. από …2006 έως …2008 10η Α. Α. από …2006 έως …2008 11η Α. Χ. από …2006 έως …2008 12η Α. Σ. από …2006 έως …2008 13η Α. Φ. από …2006 έως …2008 14η Β. Λ. από …2006 έως …2008 15η Β. Σ. από …2006 έως …2008 16ος Β. Ι. από …2006 έως …2008 17η Β. Ε. από …2006 έως …2008 18η Β. Χ. από …2006 έως …2008 19° Γ. Α. από …2006 έως …2008 20η Γ. Μ. από …2006 έως …2008 21° Γ. Γ. από …2006 έως …2008 22η Γ. Μ. από …2006 έως …2008 23η Γ. Π. από …2002 έως …2002 24η Γ. Α. από …2006 έως …2008 25° Γ. Γ. από …2006 έως …2008 26ο Γ. Δ. από …2006 έως …2008 27η Γ. Ε. από …2006 έως …2008 28ο Γ. Γ. από …2006 έως …2008 30η Γ. Α. από …2006 έως …2008 31η Γ. Ε. από …2006 έως …2008 32η Γ. Α. από …2006 έως …2008 33° Γ. Θ. από …2006 έως …2008 34η Γ. Μ. από …2006 έως …2008 36η Γ. Σ. από …2006 έως …2008 37η Δ. Π. από …2006 έως …2008 38η Δ. Χ. από …2006 έως …2008 39η Δ. Α. από …2006 έως …2008 41η Δ. Κ. από …2006 έως …2008 42° Δ. Κ. από …2006 έως …2008 43η Δ. Μ. από …2006 έως …2008 44η Δ. Α. από …2006 έως …2008 45η Δ. Μ. από …2006 έως …2008 46η Δ. Ε. από …2006 έως …2008 48η Ε. Ε. από …2006 έως …2008 49η Ε. Α. από …2006 έως …2008 51η Ζ. Ε. από …2006 έως …2008 52° Ζ. Χ. από …2006 έως …2008 53η Ζ. Α. από …2006 έως …2008 54η Ζ. Π. από …2006 έως …2008 56ο Ζ. Δ. από …2006 έως …2008 57η Ζ. Ε. από …2006 έως …2008 58η Θ. Β. από …2006 έως …2008 59° Θ. Σ. από …2006 έως …2008 60η Θ. Α. από …2006 έως …2008 61η Ι. Ι. από …2006 έως …2008 63η Κ. Γ. από …2006 έως …2008 64η Κ. Β. από …2002 έως …2002 65η Κ. Κ. από …2006 έως …2008 66η Κ. Α. από …2002 έως …2002 67η Κ. Μ. από …2006 έως …2008 69° Κ. Δ. από …2006 έως …2008 70η Κ. Α. από …2006 έως …2008 71ο Κ. Σ. από …2006 έως …2008 72° Κ. Ε. από …2006 έως …2008 73ο Κ. Π. από …2006 έως …2008 74η Κ. Α. από …2006 έως …2008 75η Κ. Β. από …2006 έως …2008 76η Κ. Α. από …2006 έως …2008 77η Κ. Α. από …2006 έως …2008 79η Κ. Ρ. από …2006 έως …2008 80η Κ. Μ. από …2006 έως …2008 81η Κ. Σ. από …2006 έως …2008 82η Κ. Ο. από …2006 έως …2008 83η Κ. Δ. από …2006 έως …2008 84η Κ. Σ. από …2006 έως …2008 85η Κ. Δ. από …2006 έως …2008 86η Κ. Σ. από …2006 έως …2008 88ο Κ. Ν. από …2006 έως …2008 89η Κ. Σ. από …2006 έως …2008 90° Ν. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 91η Α. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 92η Γ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 93η Β. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 95° Κ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 96η Α. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 97ο Ν. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 98η Ε. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 99η Μ. - Χ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 100η Σ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 101η Χ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 102η Χ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 103η Κ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 104η Ν. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 105η Κ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 106η Κ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 107η Χ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 109η Π. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 110η Μ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 112° Δ. - Σ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 113° Δ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 114η Α. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 115° Μ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 116η Δ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 117ο Ν. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 118° Ι. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 120η Κ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 121η Μ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 122η Ε. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 123η Σ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 124ο Τ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 125η Σ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 127η Μ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 128η Α. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 130η Δ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 131° Β. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 132η Μ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 133° Σ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 135η Γ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 138η Ι. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 139η Ε. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 140η Ε. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 141η Ε. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 142η Μ. - Α. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 143° Δ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 144η Ε. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 145η Α. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 146η Κ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 147° Κ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 148η Ε. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 149η Π. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 150η Ε. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 152η Α. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 153η Π. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 157° Ο. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 158η Α. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 159° Ε. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 160η Ε. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 161° Π. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 162η Α. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 163η Μ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 164η Ε. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 165η Μ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 166η Π. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 167η Ε. - Ν. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 168η Χ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 169η Ε. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 171η Α. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 172η Ι. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 173η Β. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 174° Ζ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 175η Σ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 176η Ε. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 177η Π. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 178η Π. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 179° Λ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 180° Ι. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 181η Σ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 182η Ε. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 183η Α. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 184η Υ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 185° Γ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 186η Ε. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 187η Μ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 188η Α. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 189° Η. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 190η Κ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 191η Π. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 192ο Δ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 193° Σ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 194η Ν. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 195η Ι. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 197° Κ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 198η Ο. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 199η Μ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 200η Μ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 201η Μ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 202η Α. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 203° Ι. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 204η Α. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 206η Β. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 208η Α. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 209° Δ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 210η Β. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 211η Μ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 212° Α. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 213η Β. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 214η Ε. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 216η Α. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 217η Ε. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 218η Α. - Μ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 220η Π. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 221η Σ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 222η Α. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 223η Α. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 225° Α. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 226η Α. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 229η Σ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 230η Β. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 233° Γ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 236η Μ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 237η Κ. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 238η Π. - Α. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 239η Π. Κ. από ...-2006 έως ...-2006 των οποίων [εναγόντων] οι επικαλούμενες συμβάσεις έργου καταρτίσθηκαν με το εναγόμενο ΝΠΔΔ μετά την 18-4-2001, οπότε καταλαμβάνονται υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 §§ 7 και 8 του Συντάγματος (δηλαδή από την 17-4-2001 και εφεξής) και [...], δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εναγομένου, που προέβη στην πρόσληψή τους. Ούτε καταλείπεται, πλέον, πεδίο καταλείπεται, πλέον, πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς τη τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι οι συμβάσεις έργου αυτές με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες, μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση του αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου [...]. Υπό τα εκτιθέμενα δε στην αγωγή ότι δηλ. οι ενάγοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, δεν καταλείπεται εν προκειμένω πεδίο ούτε για την εκτίμηση των συμβάσεων αυτών ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ακριβώς επειδή τούτο κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς δεν δικαιολογείται από το είδος και το σκοπό της σύμβασης.
Συνεπώς, στις ως άνω συναφθείσες μετά την 18-4-2001 συμβάσεις έργου, που υπό τα εκτιθέμενα στην ως άνω αγωγή υποκρύπτουν συμβάσεις εργασίας στο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν ΝΠΔΔ, δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 §§ 1 και 3 του ν. 2112/1920, διότι οποιαδήποτε άλλη, αντίθετη, ερμηνεία συνιστά contra legem ερμηνεία της ως άνω συνταγματικής διάταξης του άρθρου 103 § 8 του ισχύοντος Συντάγματος. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε, νόμιμη την αγωγή, ως προς τους ανωτέρω 1η, 3η, 4η, 6η, 7η, 8η, 10η, 11η, 12η, 13η, 14η, 15η, 16°, 17η, 18η, 19°, 20η, 21°, 22η, 23η, 24η, 25°, 26°, 27η, 28°, 30η, 31η, 32η, 33°, 34η, 36η, 37η, 38η, 39η, 41η, 42°, 43η, 44η, 45η, 46η, 48η, 49η, 51η, 52ο, 53η, 54η, 56ο, 57η, 58η, 59ο, 60η, 61η, 63η, 64η, 65η, 66η, 67η, 69ο, 70η, 71ο, 72ο, 73°, 74η, 75η, 76η, 77η, 79η, 80η, 81η, 82η, 83η, 84η, 85η, 86η, 88°, 89η, 90ο, 91η, 92η, 93η, 95ο, 96η, 97ο, 98η, 99η, 100η, 101η, 102η, 103η, 104η, 105η, 106η, 107η, 109η, 110η, 112ο, 113ο, 114η, 115ο, 116η, 117°, 118ο, 120η, 121η, 122η, 123η, 124ο, 125η, 127η, 128η, 130η, 131ο, 132η, 133ο, 135η, 138η, 139η, 140η, 141η, 142η, 143ο, 144η, 145η, 146η, 147ο, 148η, 149η, 150η, 152η, 153η, 157ο, 158η, 159ο, 160η, 161°, 162η, 163η, 164η, 165η, 166η, 167η, 168η, 169η, 171η, 172η, 173η, 174ο, 175η, 176η, 177η, 178η, 179ο, 180ο, 181η, 182η, 183η, 184η, 185ο, 186η, 187η, 188η, 189ο, 190η, 191η, 192ο, 193ο, 194η, 195η, 197°, 198η, 199η, 200η, 201η, 202η, 203ο, 204η, 206η, 208η, 209°, 210η, 211η, 212ο, 213η, 214η, 216η, 217η, 218η, 220η, 221η, 222η, 223η, 225ο, 226η, 229η, 230η, 233ο, 236η, 237η, 238η, 239η ενάγοντες, και την έκανε δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη κι αναγνώρισε ότι συνδέονταν με το εναγόμενο νομικό πρόσωπο από την αρχική πρόσληψή τους, στις παρατιθέμενες στο σκεπτικό της απόφασης ημερομηνίες ο καθένας τους, με συμβάσεις που είχαν τον χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και λόγω του κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, πρέπει, ενόψει του υφιστάμενου στην προκειμένη περίπτωση δεσμού της απλής ομοδικίας (υποκειμενικής σώρευσης αγωγών), ο οποίος [...], υπάρχει όταν ενάγουν όπως εν προκειμένω περισσότεροι του ενός και ενώνονται σε κοινή διαδικασία πλείονες έννομες σχέσεις δίκης, οι οποίες συνδέουν διάφορα υποκείμενα, χωρίς να επηρεάζεται η ανεξάρτητη δικονομική θέση καθενός από αυτούς έναντι των λοιπών: Α] Να γίνει δεκτή η ένδικη από …2023 (με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης: …2023 και ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης: …2023) έφεση ως προς τους ανωτέρω ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητους, να εξαφανισθεί ως αυτούς η εκκαλουμένη απόφαση και αφού κρατηθεί μόνο ως προς αυτούς η από …2022 (με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης: …2022 και ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης: …2022) αγωγή, όπως αυτή παραδεκτώς συμπληρώθηκε/διορθώθηκε πρωτοδίκως, να απορριφθεί αυτή [αγωγή] ως προς τους ανωτέρω 1η, 3η, 4η, 6η, 7η, 8η, 10η, 11η, 12η, 13η, 14η, 15η, 16°, 17η, 18η, 19°, 20η, 21°, 22η, 23η, 24η, 25°, 26°, 27η, 28°, 30η, 31η, 32η, 33°, 34η, 36η, 37η, 38η, 39η, 41η, 42°, 43η, 44η, 45η, 46η, 48η, 49η, 51η, 52ο, 53η, 54η, 56ο, 57η, 58η, 59ο, 60η, 61η, 63η, 64η, 65η, 66η, 67η, 69ο, 70η, 71ο, 72ο, 73°, 74η, 75η, 76η, 77η, 79η, 80η, 81η, 82η, 83η, 84η, 85η, 86η, 88°, 89η, 90ο, 91η, 92η, 93η, 95ο, 96η, 97ο, 98η, 99η, 100η, 101η, 102η, 103η, 104η, 105η, 106η, 107η, 109η, 110η, 112ο, 113ο, 114η, 115ο, 116η, 117°, 118ο, 120η, 121η, 122η, 123η, 124ο, 125η, 127η, 128η, 130η, 131ο, 132η, 133ο, 135η, 138η, 139η, 140η, 141η, 142η, 143ο, 144η, 145η, 146η, 147ο, 148η, 149η, 150η, 152η, 153η, 157ο, 158η, 159ο, 160η, 161°, 162η, 163η, 164η, 165η, 166η, 167η, 168η, 169η, 171η, 172η, 173η, 174ο, 175η, 176η, 177η, 178η, 179ο, 180ο, 181η, 182η, 183η, 184η, 185ο, 186η, 187η, 188η, 189ο, 190η, 191η, 192ο, 193ο, 194η, 195η, 197°, 198η, 199η, 200η, 201η, 202η, 203ο, 204η, 206η, 208η, 209°, 210η, 211η, 212ο, 213η, 214η, 216η, 217η, 218η, 220η, 221η, 222η, 223η, 225ο, 226η, 229η, 230η, 233ο, 236η, 237η, 238η, 239η ενάγοντες, ως μη νόμιμη. [...]".

7. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεχόμενο ειδικότερα ότι στην προκείμενη περίπτωση (i) οι επικαλούμενες από τους παρισταμένους αναιρεσείοντες συμβάσεις έργου καταρτίστηκαν με το αναιρεσίβλητο μετά την 18η-4-2001, με αποτέλεσμα να καταλαμβάνονται από την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και παρ. 8 του Συντάγματος, για τον λόγο δε αυτό δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του αναιρεσιβλήτου που προέβη στην πρόσληψή τους, (ii) δεν καταλείπεται, πλέον, πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης από το δικαστήριο, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης, με βάση τις προαναφερόμενες διατάξεις, δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού, (iii) τυχόν αντίθετη ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία οι συμβάσεις έργου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες, είναι δυνατό να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου και μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός φαινομένου που αποδοκιμάστηκε από τον αναθεωρητικό νομοθέτη, (iv) υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δηλαδή ότι οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου, δεν καταλείπεται πεδίο ούτε για την εκτίμηση των συμβάσεων αυτών ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ακριβώς επειδή τούτο, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, δεν δικαιολογείται από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης και (v) στις συμβάσεις έργου που καταρτίστηκαν μετά τις 18-4-2001 και οι οποίες υποκρύπτουν, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, συμβάσεις εργασίας στο αναιρεσίβλητο, δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 1 και παρ. 3 του νόμου 2112/1920, διότι οποιαδήποτε άλλη, αντίθετη, ερμηνεία θα συνιστούσε contra legem ερμηνεία της συνταγματικής διάταξης του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, για τους λόγους δε αυτούς, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη οριστική απόφαση, στο μέτρο που αφορούσε τους παριστάμενους αναιρεσείοντες και ακολούθως κράτησε και δίκασε την αγωγή ως προς τους διαδίκους αυτούς, την οποία στη συνέχεια απέρριψε ως μη νόμιμη, παραβίασε ευθέως (α) τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και παρ. 8 του Συντάγματος, 8 παρ. 1 και παρ. 3 του νόμου 2112/1920, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, δεδομένου ότι δεν συνέτρεχαν στην προκείμενη περίπτωση οι νόμιμοι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών και (β) τις επίσης ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, παρά το γεγονός ότι συνέτρεχαν στην προκείμενη περίπτωση οι νόμιμοι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Τούτο δε, διότι τα περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ότι προκύπτουν από το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής δεν κρίνονται μεν ικανά και πρόσφορα, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, για την πλήρωση του πραγματικού των διατάξεων των άρθρων 103 παρ. 7 και παρ. 8 του Συντάγματος, 8 παρ. 1 και παρ. 3 του νόμου 2112/1920 και συνακόλουθα για την απόρριψη, κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών, της αγωγής των παριστάμενων αναιρεσειόντων ως μη νόμιμης, παρίστανται όμως επαρκή για την πλήρωση του πραγματικού των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, δεδομένου ότι κατ' ορθή κρίση έπρεπε να εκτιμηθεί από το δικαστήριο της ουσίας ότι οι διατάξεις αυτές στην προκείμενη περίπτωση καλούνται πραγματικά σε εφαρμογή. Ειδικότερα, από την ορθή ανάγνωση του δικογράφου της ένδικης αγωγής και την επίσης ορθή αξιολόγηση των διαλαμβανόμενων σε αυτό πραγματικών περιστατικών, προκύπτει με σαφήνεια ότι στην προκείμενη περίπτωση το κρίσιμο ζήτημα δεν συνίστατο στη μετατροπή -ή στον χαρακτηρισμό- διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, ακριβέστερα δε, ως μίας ενιαίας -για καθέναν από τους παριστάμενους αναιρεσείοντες- σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου που συνέδεε καθέναν από αυτούς με το αναιρεσίβλητο, ούτε τούτο ζητούνταν με την ένδικη αγωγή, αλλά αληθώς -πρόκειται- για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων έργου, με τις οποίες, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, κατ' επίφαση συνδέονταν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες με το αναιρεσίβλητο, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και μάλιστα για το αντίστοιχο, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και για καθέναν από τους παριστάμενους αναιρεσείοντες, χρονικό διάστημα. Κατά συνέπεια, με βάση τα περιστατικά που εκτίθενται ειδικότερα στο δικόγραφο της αγωγής, προκύπτει ότι η αγωγή παρίσταται νομικά βάσιμη. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, δηλαδή την ευθεία παραβίαση των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου που επήλθε με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ή, κατά περίπτωση, μη εφαρμογή τους, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, τυγχάνει βάσιμος.

8. Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου της. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 31-7-2023 έφεση του αναιρεσιβλήτου ως προς τους παριστάμενους αναιρεσείοντες, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσειόντων, οι οποίοι δεν κατέθεσαν προτάσεις και είχαν κοινή εκπροσώπηση από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατόπιν σχετικού νόμιμου αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Δεν ορίζεται, ωστόσο, η δικαστική δαπάνη μειωμένη, διότι στην υπόθεση αυτή το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ εκπροσωπήθηκε από ιδιώτη δικηγόρο που παρέχει υπηρεσίες σ' αυτό ως πληρεξούσιος δικηγόρος, σύμφωνα με το με αριθμό …2025 επικαλούμενο και προσκομιζόμενο πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου … Χ. Δ. και όχι από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΑΠ 1726/2025, ΑΠ 702/2025, ΑΠ 307/2025, ΑΠ 863/2024).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει τον χωρισμό της δίκης ως προς τους 14η, 75η και 134ο αναιρεσείοντες.

Κηρύσσει απαράδεκτη, ως προς τους διαδίκους αυτούς (14η, 75η και 134ο αναιρεσείοντες), τη συζήτηση της από 26-6-2024 αίτησης για την αναίρεση της απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με τον αριθμό 1098/2024.

Αναιρεί, ως προς τους λοιπούς διαδίκους, την απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με τον αριθμό 1098/2024, κατά το μέρος που δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 31-7-2023 έφεση του αναιρεσιβλήτου ως προς τους παριστάμενους αναιρεσείοντες.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο προαναφερόμενο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την απόφαση, η οποία αναιρέθηκε.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων (πλην της 14ης, της 75ης και του 134ου από αυτούς), τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων ευρώ (1.500,00 €).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαϊου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή