Απόφαση 747 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 747/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Απόστολο Φωτόπουλο, Ηλία Γιαρένη - Εισηγητή και Αγγελική Καρδαρά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ATTICA BANK A.E." και τον διακριτικό τίτλο "ATTICA BANK", που εδρεύει στον Δήμο Αθηναίων και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πίκουλα, ο oποίος ανακάλεσε την από 19-9-2025 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και δήλωσε ότι η ως άνω τραπεζική εταιρεία έχει ήδη την επωνυμία "CrediaBank Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "CrediaBank" και ήδη εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Γ. του Γ., κατοίκου ... Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Φιλιπποπούλου, η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2025 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2065/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 3449/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία με την από 30-7-2024 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη από …2024 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …2024) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 3449/2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η οποία, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο αναιρεσίβλητος άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 20-12-2015 αγωγή, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρη, για τους λόγους που διαλαμβάνονταν ειδικότερα στην αγωγή του, η από 1-10-2015 καταγγελία της σύμβασης εργασίας που τον συνέδεε με την αναιρεσείουσα, η οποία είχε προβεί στην καταγγελία της σύμβασης αυτής λόγω παράβασης της από 28-6-2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "Τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας" (ΦΕΚ Α' 65/28-6-2015) και ειδικότερα λόγω της επίσκεψης που είχε πραγματοποιήσει ο αναιρεσίβλητος στις 2-7-2015 στην τραπεζική θυρίδα, την οποία είχε αυτός μισθώσει και η οποία τηρούνταν στο κατάστημα Αγίας Παρασκευής της αναιρεσείουσας και να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα (α) να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ως υπαλλήλου και να τον απασχολεί πραγματικά σε αντίστοιχη θέση και με τους ίδιους όρους εργασίας, όπως πριν από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και (β) να καταβάλει σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 26.363 ευρώ, με τη μορφή μισθών υπερημερίας έξι μηνών, όπως επίσης και το ποσό των 15.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, η οποία προκλήθηκε σ' αυτόν από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της αναιρεσείουσας που συνιστά και προσβολή της προσωπικότητάς του, όλα δε τα ποσά αυτά, με τον νόμιμο τόκο. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε την αγωγή αυτή κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με τη με αριθμό 2065/2018 οριστική απόφασή του δέχθηκε την αγωγή ως νόμιμη και εν μέρει βάσιμη κατ' ουσίαν, δεχόμενο ειδικότερα ότι η αναιρεσείουσα προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας που συνέδεε τον αναιρεσίβλητο με την εργοδότριά του, ενεργώντας καταχρηστικά και καθ' υπέρβαση των ορίων που θέτουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η επιλογή της δε αυτή, δεν είναι σύμφωνη με την ορθή εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας και βρίσκεται σε προφανή αντίθεση προς την καλή πίστη. Σημειωτέον, ότι ο αναιρεσίβλητος με την αγωγή του επιχειρούσε να θεμελιώσει την ακυρότητα της καταγγελίας στους ακόλουθους λόγους: Α) Η απαγόρευση επίσκεψης της θυρίδας του προσβάλλει την οικονομική του ελευθερία και το δικαίωμά του στην ιδιοκτησία, που ερείδονται στα άρθρα 5 παρ. 1 και 17 παρ. 1 και παρ. 2 του Συντάγματος. Β) Η απαγόρευση επίσκεψης της θυρίδας του προσβάλλει την οικονομική του ελευθερία, υπό την ειδικότερη έκφανση της ελευθερίας των συμβάσεων, που ερείδεται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος. Γ) Η απόλυσή του δεν βρίσκει νομικό έρεισμα στην Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία δεν απαγορεύει την πρόσβαση στις τραπεζικές θυρίδες. Δ) Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν επέβαλε πρόστιμο στην αναιρεσείουσα, η επιβολή του οποίου κατά την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου συνιστά προϋπόθεση για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση, για την οποία έχει επιβληθεί πρόστιμο από την Τράπεζα της Ελλάδος. Ε) Στον αναιρεσίβλητο δεν δόθηκαν αντίθετες εντολές και οδηγίες, για τη μη πρόσβαση στις θυρίδες, από την αναιρεσείουσα. ΣΤ) Η καταγγελία της σύμβασης και ειδικότερα η υποχρεωτική καταγγελία αυτής, ως αποτέλεσμα της παράβασης της απαγόρευσης πρόσβασης στις τραπεζικές θυρίδες, είναι αντίθετη προς τα άρθρα 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 και παρ. 2, 25 παρ. 1 και 28 του Συντάγματος και Ζ) Η καταγγελία είναι άκυρη, κατά τα άρθρα 174, 281 ΑΚ και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, επειδή η Τράπεζα παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, άσκησε δε το δικαίωμα της καταγγελίας κατά τρόπο που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, τον κοινωνικό και τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Με την απόφαση εκείνη, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας που συνέδεε τον αναιρεσίβλητο με την εργοδότριά του, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να αποδέχεται τις υπηρεσίες του αναιρεσιβλήτου και να τον απασχολεί πραγματικά σε αντίστοιχη θέση και με τους ίδιους όρους εργασίας, όπως πριν από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και υποχρέωσε επίσης την αναιρεσείουσα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο, για τις πιο πάνω αναφερόμενες αιτίες, το συνολικό ποσό των 26.363 ευρώ και το ποσό των 5.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο. Μετά την άσκηση της από 14-9-2020 έφεσης από την αναιρεσείουσα κατά της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 30-7-2024, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών [άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου αυτού ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του νόμου 4335/2015 και εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1η-1-2016 ένδικα μέσα, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του άρθρου 1 του νόμου αυτού, πριν δε από την τροποποίηση της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού με το άρθρο 52 του νόμου 5221/2025 (ΦΕΚ Α' 133/28-7-2025)], από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης που έλαβε χώρα στις 10-7-2023, δεδομένου ότι από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει η επίδοση της απόφασης. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2. Σύμφωνα με το άρθρ. 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α' 84/17-4-2001): "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Η αναλογικότητα ίσχυε και πριν, ως γενική αρχή του δικαίου απορρέουσα από τη γενική αρχή του κράτους δικαίου και την αρχή της κατ' άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος ισότητας. Ήδη με το εδάφιο δ' της παρ. 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος κατοχυρώθηκε συνταγματικά και διέπει όλη τη δημόσια δράση, οπότε δεσμεύει τον νομοθέτη, τον δικαστή και τη διοίκηση, έτσι ώστε όλα τα μέσα άσκησης της κρατικής εξουσίας, ο νόμος, η δικαστική απόφαση και η διοικητική πράξη, να πληρούν τις τρεις κατωτέρω ειδικότερες εξ αυτής αρχές (ΟλΑΠ 3/2024, ΟλΑΠ 9/2015). Η αρχή βρίσκει εφαρμογή κατά τον έλεγχο της συνταγματικότητας των περιορισμών όχι μόνο των ατομικών, αλλά και των κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως αυτό της εργασίας, κατατείνοντας στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων σε αυτά της κρατικής εξουσίας (ΟλΑΠ 3/2024, ΟλΑΠ 5/2013). Μάλιστα, μέσω της αρχής της τριτενέργειας των θεμελιωδών δικαιωμάτων, που απορρέει από το ανωτέρω άρθρο 25 παρ. 1 εδ. γ' του Συντάγματος, η αρχή της αναλογικότητας χρησιμοποιείται από τα ελληνικά δικαστήρια και κατά την επίλυση των ιδιωτικών διαφορών, ως γενική αρχή που προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΟλΑΠ 3/2024, ΟλΑΠ 9/2015). Η αρχή της αναλογικότητας, όμως, προϋποθέτει ως αναγκαίο προστάδιο ελέγχου την ύπαρξη σοβαρών λόγων κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος ή κατ' άλλη διατύπωση την επιδίωξη θεμιτού σκοπού, αναλύεται δε σε τρεις ειδικότερες αρχές και συγκεκριμένα: (i) την αρχή της προσφορότητας, κατά την οποία το νομοθετικό (ή διοικητικό) μέτρο πρέπει να είναι κατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου θεμιτού σκοπού κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, (ii) την αρχή της αναγκαιότητας, κατά την οποία το νομοθετικό μέτρο πρέπει να είναι αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού αυτού, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέτρο ή κατ' άλλη διατύπωση το νομοθετικό μέτρο πρέπει να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό στον ιδιώτη ή το κοινό, υπό την έννοια όμως ότι πρέπει να είναι το λιγότερο επαχθές σε ένταση, έκταση ή διάρκεια, μεταξύ όλων των κατάλληλων και εξίσου αποτελεσματικών μέτρων για την επίτευξη του σκοπού αυτού και (iii) την αρχή της υπό στενή έννοια αναλογικότητας, κατά την οποία το νομοθετικό μέτρο πρέπει να τελεί σε εύλογη σχέση, δηλαδή να μην είναι δυσανάλογο (αυθαίρετο) προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα ή κατ' άλλη διατύπωση το νομοθετικό μέτρο πρέπει να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία με το τελευταίο, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται (ΟλΑΠ 3/2024, ΟλΑΠ 9/2015, ΟλΑΠ 43-45/2005, ΟλΣτΕ 990/2004).
Εξάλλου, από τις ισχύουσες για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αόριστου χρόνου διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 του νόμου 2112/1920 και 1, 5 του νόμου 3198/1955 [όπως ισχύουν και όπως ήδη το άρθρο 1 του νόμου 2112/1920 και το άρθρο 5 παρ. 1 και παρ. 2 του νόμου 3198/1955 κωδικοποιήθηκαν αντίστοιχα στα άρθρα 321 και 327 του π.δ/τος 80/2022 "Κώδικας Ατομικού Εργατικού Δικαίου" (ΦΕΚ Α' 222/4-12-2022)] συνάγεται ότι η καταγγελία αυτή συνιστά δικαίωμα του εργοδότη ή του εργαζομένου και είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ως εκ τούτου, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία γίνεται. Η άσκησή της όμως δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που διαγράφουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός αυτής (ΑΚ 281). Οπότε, σε περίπτωση τέτοιας υπέρβασης η καταγγελία καθίσταται απαγορευμένη ως καταχρηστική και κατά συνέπεια άκυρη (ΑΚ 174, 180). Πιο συγκεκριμένα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς τον σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη αλλά μη αρεστή στον εργοδότη συμπεριφορά του εργαζομένου. Δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτήν κάποια εμφανής ή αληθής αιτία, διότι λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της δεν είναι ο εργοδότης εκείνος που πρέπει να τη δικαιολογήσει, αλλά ο εργαζόμενος, επιδιώκοντας την αναγνώριση της ακυρότητάς της, πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει συγκεκριμένα περιστατικά, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που διαγράφει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ως εκ τούτου καθίσταται απαγορευμένη. Και αντιστρόφως, δεν μπορεί να θεωρηθεί καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως αληθινό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του εργαζομένου ή την από πλευράς εκείνου παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, διότι τότε κλονίζεται η σχέση εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει την καλή λειτουργία της σύμβασης. Αλλά και όταν ακόμη δεν συμβαίνει τούτο, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή εκείνη που δεν γίνεται για σοβαρούς λόγους, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης του εργοδότη, δεν είναι άνευ ετέρου καταχρηστική. Διότι, εάν ετίθετο τέτοια προϋπόθεση, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αόριστου χρόνου από αναιτιώδης δικαιοπραξία θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη. Εάν, όμως, στο πλαίσιο λειτουργίας της σύμβασης εργασίας αόριστου χρόνου προβλέπεται πειθαρχικός έλεγχος των εργαζομένων, το δικαίωμα του εργοδότη για καταγγελία δεν καταλύεται, διότι εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό και είναι ανεξάρτητο από την πειθαρχική διαδικασία, ακόμη και αν στο πλαίσιο αυτής μπορεί να επιβληθεί ποινή οριστικής παύσης, που εκτελείται με καταγγελία της σύμβασης (ΟλΑΠ 3/2024, ΟλΑΠ 43/2002). Παρά ταύτα, και στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας κατά παράλειψη της πειθαρχικής διαδικασίας ελέγχεται από τα δικαστήρια, ως προς την υπέρβαση των ορίων της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Ως εκ τούτου ερευνάται, εάν υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις η επιλογή της καταγγελίας, που έχει ως συνέπεια για τον εργαζόμενο την απώλεια της θέσης εργασίας, αντί της επιβολής άλλης, ηπιότερης, πειθαρχικής ποινής, βρίσκεται μέσα στα όρια της ορθής εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος). Εάν αυτό δεν συμβαίνει, η διενέργεια της καταγγελίας έρχεται σε αντίθεση προς την καλή πίστη, οπότε εφόσον η αντίθεση αυτή είναι προφανής, καθίσταται απαγορευμένη.
Περαιτέρω, η τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας προβλέφθηκε στην Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (εφεξής: ΠΝΠ) της 28ης Ιουνίου 2015 (ΦΕΚ Α' 65/28-6-2015), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του νόμου 4350/2015 (ΦΕΚ Α' 161/30-11-2015). Στο προοίμιο της πράξης αυτής αναφερόταν ως σκοπός της ρύθμισης, η "έκτακτη περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης να προστατευθεί το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα και η ελληνική οικονομία εν γένει από την έλλειψη ρευστότητας που προκάλεσε η απόφαση του Eurogroup της 27ης Ιουνίου 2015 να αρνηθεί την επέκταση της δανειακής συμφωνίας της Ελλάδας" και ακολούθως στο άρθρο πρώτο, υπό την αρχική του διατύπωση, προβλεπόταν ότι: "1. Η χρονική περίοδος από 28 Ιουνίου έως και 6 Ιουλίου κηρύσσεται τραπεζική αργία. [...] Κατά την τραπεζική αργία τα ιδρύματα θα παραμείνουν κλειστά για το κοινό και θα έχει πρόσβαση σε αυτά μόνον το προσωπικό που είναι αναγκαίο για την εφαρμογή της παρούσας πράξης και την προετοιμασία για την επανέναρξη των συναλλαγών με το κοινό μετά τη λήξη της τραπεζικής αργίας. Η καταβολή των συντάξεων εξαιρείται από τους περιορισμούς τραπεζικών συναλλαγών της παρούσας. Οι διοικήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων θα ανακοινώσουν τον τρόπο καταβολής των συντάξεων και τα συγκεκριμένα ανά περιοχή υποκαταστήματά τους, τα οποία θα λειτουργήσουν για το σκοπό αυτό. 2. Κατά την τραπεζική αργία δύνανται να πραγματοποιούνται: α) αναλήψεις μετρητών από τις αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές, υποκείμενες σε ημερήσιο όριο ανά κάρτα το οποίο ορίζεται σε 60 ευρώ, δυνάμενο να τροποποιείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Οι αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές, θα λειτουργήσουν εντός το πολύ δώδεκα (12) ωρών, κατά την πρώτη μέρα ισχύος της παρούσας. β) συναλλαγές άνευ περιορισμών, πέραν αυτών που ίσχυαν πριν την έκδοση της παρούσας, με πιστωτικές και χρεωστικές κάρτες για πληρωμές στο εσωτερικό της χώρας, δηλαδή για πληρωμές σε πίστωση λογαριασμού που τηρείται στην Ελλάδα. γ) πληρωμές με τη χρήση προπληρωμένων καρτών αποκλειστικά έως του ποσού που εμφανιζόταν ως υπόλοιπο πριν από την έναρξη της τραπεζικής αργίας. Νέες προπληρωμένες κάρτες δεν μπορούν να εκδοθούν, δ) συναλλαγές από απόσταση (ηλεκτρονικής τραπεζικής -Web Banking- ή συναλλαγές διά της τηλεφωνίας), για πληρωμές στο εσωτερικό της χώρας, δηλαδή για πληρωμές σε πίστωση λογαριασμού που τηρείται στην Ελλάδα. ε) αναλήψεις μετρητών μέσω καρτών που έχουν εκδοθεί στο εξωτερικό από τις αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές. Περιορισμοί στα όρια ανάληψης αυτών των καρτών δύναται να καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Κατά την τραπεζική αργία δεν μπορεί να διενεργηθεί καμία άλλη τραπεζική εργασία. [...] 3. [...]. 4. [...]. 5. [...]. 6. Η Τράπεζα της Ελλάδος επιβάλλει στα πιστωτικά ιδρύματα για κάθε παράβαση της παρούσας πρόστιμο ύψους έως του ενός δεκάτου του ποσού της αντίστοιχης συναλλαγής. Επιπλέον, το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση. 7. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζεται κάθε άλλο ζήτημα που αφορά την εφαρμογή των ρυθμίσεων της παρούσας". Με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΠΝΠ της 30ης Ιουνίου 2015 (ΦΕΚ Α' 66/30-6-2015), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του νόμου 4350/2015 (ΦΕΚ Α' 161/30-11-2015) και ανέφερε στο προοίμιό της ως σκοπό της ρύθμισης "Την έκτακτη περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης συμπλήρωσης της από 28 Ιουνίου 2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου "Τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας" (Α' 65) προς εξυπηρέτηση του σκοπού της να προστατευθεί το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα και η ελληνική οικονομία εν γένει από την έλλειψη ρευστότητας", αντικαταστάθηκαν τα τελευταία δύο εδάφια της παρ. 1 του άρθρου πρώτου της ΠΝΠ της 28-6-2015, όπως στη συνέχεια: "Η καταβολή των συντάξεων εξαιρείται από τους περιορισμούς της παρούσας. Οι διοικήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων θα ανακοινώσουν τον τρόπο καταβολής των συντάξεων και τα συγκεκριμένα ανά περιοχή υποκαταστήματά τους τα οποία θα λειτουργήσουν για το σκοπό αυτό. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται και αναπροσαρμόζεται το ύψος του εκάστοτε ημερησίως επιτρεπόμενου ποσού σύνταξης προς ανάληψη. Ομοίως, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών δύναται να εξαιρούνται από την εφαρμογή της παρούσας ειδικές κατηγορίες κοινωνικώς ευπαθών ομάδων για τις οποίες μπορούν να ορισθούν διαφορετικά όρια αναλήψεων". Επίσης, στο άρθρο 1 παρ. 2 της ίδιας ΠΝΠ προβλέφθηκε η προσθήκη των στοιχείων στ', ζ' και η' στην παρ. 2 του άρθρου πρώτου της ΠΝΠ της 28-6-2015, όπως στη συνέχεια: "στ) αποδοχή καταθέσεων σε αυτόματες ταμειολογιστικές μηχανές, καθώς και εν γένει αποδοχή καταθέσεων σε Υπηρεσία/σίες των πιστωτικών ιδρυμάτων και σύμφωνα με διαδικασία που θα ορισθεί από τις διοικήσεις αυτών, ζ) έκδοση νέων πιστωτικών και χρεωστικών καρτών σε Υπηρεσία/ίες των πιστωτικών ιδρυμάτων και σύμφωνα με διαδικασία που θα ορισθεί από τις διοικήσεις αυτών, η) εκτέλεση πληρωμών σε λογαριασμούς καταθέσεων στο εσωτερικό της χώρας με κεντρική εντολή (μη ηλεκτρονική), όπως όλως ενδεικτικά και όχι περιοριστικά μισθοδοσία προσωπικού, σε αρμόδια Υπηρεσία των πιστωτικών ιδρυμάτων και σύμφωνα με διαδικασία που θα ορισθεί από τις διοικήσεις αυτών".
Εξάλλου, στο άρθρο 1 της με αριθμό … … (ΦΕΚ …2015) απόφασης του Υπουργού Οικονομικών "Ρύθμιση θεμάτων συναλλαγών κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου πρώτου παρ. 7 της ΠΝΠ της 28 Ιουνίου 2015, προβλέφθηκαν τα εξής: "1. Το συνολικό εφάπαξ καταβλητέο ποσό συντάξεως σε καθέναν από τους δικαιούχους κατά το διάστημα της τραπεζικής αργίας μέσω των υποκαταστημάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων που θα λειτουργήσουν για το σκοπό αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου πρώτου της από 28 Ιουνίου 2015 ΠΝΠ (Α 65), ορίζεται σε 120 ευρώ. 2. Τα πιστωτικά ιδρύματα θα προβούν άμεσα στην έκδοση χρεωστικών καρτών στους δικαιούχους καταβολής συντάξεως, με τις οποίες αυτοί θα μπορούν να προβαίνουν σε αναλήψεις μετρητών, σύμφωνα με την περίπτωση α) της παραγράφου 2 του άρθρου πρώτου της ως άνω ΠΝΠ. 3. Κατά το διάστημα της τραπεζικής αργίας, πέραν των περιπτώσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου πρώτου της ως άνω ΠΝΠ, δύναται να πραγματοποιούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα και η εξής πράξη: καταβολή ημερησίας αποζημίωσης καθώς και των οδοιπορικών εξόδων στους δικαιούχους, σύμφωνα με την αρ. 21775/29.6.2015 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Οικονομικών "Καθορισμός του ύψους της ειδικής αποζημίωσης και των οδοιπορικών εξόδων των διοριζομένων, εφόρων, αντιπροσώπων της δικαστικής αρχής, γραμματέων κ.λπ. για τη διενέργεια του Δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου 2015, καθώς και του τρόπου καταβολής τους" (Β' 1290)".
Περαιτέρω, με την ΠΝΠ της 18 Ιουλίου 2015 (ΦΕΚ Α' 84/18-7-2015), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 4 του νόμου 4350/2015 (ΦΕΚ Α' 161/30-11-2015) και ανέφερε στο προοίμιό της ως σκοπό της ρύθμισης "την έκτακτη περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης να προστατευθεί το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα και η ελληνική οικονομία εν γένει από την έλλειψη ρευστότητας", προβλέφθηκαν, υπό την αρχική της διατύπωση, τα ακόλουθα: "Άρθρο πρώτο. Περιορισμός των αναλήψεων μετρητών και των μεταφορών κεφαλαίων: 1. Από τη Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015 λήγει η τραπεζική αργία η οποία κηρύχθηκε με την από 28 Ιουνίου 2015 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (…) όπως ισχύει και παρατάθηκε για τελευταία φορά με την αριθ. ...2015 (…) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών έως 19 Ιουλίου 2015 και επιβάλλεται περιορισμός στις αναλήψεις μετρητών και στην κίνηση κεφαλαίων, κατά τα προβλεπόμενα στην παρούσα. [...]. 2. [...]. 3. [...]. 4. [...]. 5. [...]. 6. [...]. 7. [...]. 8. [...]. 9. [...]. 10. [...]. 11. [...]. 12. [...]. 13. Η Τράπεζα της Ελλάδος πραγματοποιεί δειγματοληπτικούς ελέγχους για τη συμμόρφωση των ιδρυμάτων με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου για τα θέματα της αρμοδιότητάς της και επιβάλλει σε αυτά για κάθε παράβαση πρόστιμο ύψους έως του ενός δέκατου του ποσού της αντίστοιχης συναλλαγής. 14. Όποιος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή έως του ενός δεκάτου του ποσού της αντίστοιχης συναλλαγής. Επιπλέον, το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση. 14. [...]. 15. [...]. 16. [...]. 17. [...]. 18. Οι μη ρυθμιζόμενες από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δραστηριότητες των ιδρυμάτων διενεργούνται, υπό τους όρους και προϋποθέσεις της κείμενης νομοθεσίας. [...]. 19 [...]". Σημειώνεται, ότι στις ανωτέρω ΠΝΠ δεν γίνεται καμία αναφορά για τις τραπεζικές θυρίδες, η εκμίσθωση των οποίων αποτελεί ρητώς τραπεζική δραστηριότητα [άρθρο 4 παρ. 1 σημείο 1 του Κανονισμού (ΕΕ) με αριθμό 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 παρ. 1 σημείο 1 και το Παράρτημα Ι σημείο 14 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ και τα άρθρα 3 παρ. 1 εδ. 1 και 11 παρ. 1 εδ. ιδ' του νόμου 4261/2014, ο οποίος ενσωμάτωσε στο εσωτερικό δίκαιο την Οδηγία αυτή], οπότε προδήλως τέτοια είναι όχι μόνο η σύναψη της σύμβασης, αλλά και κάθε ενέργεια που γίνεται χάριν της λειτουργίας αυτής (όπως η πρόσβαση του μισθωτή σε αυτήν). Ωστόσο, από το περιεχόμενο της πρώτης, από 28 Ιουνίου 2015, ΠΝΠ που ενδιαφέρει εν προκειμένω, προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας απαγορεύθηκαν όλες οι τραπεζικές εργασίες, εκτός από αυτές που ρητά και περιοριστικά αναφέρονται σε αυτήν, στις δε επιτρεπόμενες τραπεζικές εργασίες - δραστηριότητες, εξ αντιδιαστολής, σαφώς δεν περιλαμβάνεται η πρόσβαση και το άνοιγμα των τραπεζικών θυρίδων, που βεβαίως έτσι απαγορευόταν. Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι η διάταξη σχετικά με τις κυρώσεις για παράβαση της ΠΝΠ της 28-6-2015, δηλαδή το άρθρο πρώτο παρ. 6 εδ. β' αυτής (όπως και το άρθρο 1 παρ. 14 εδ. β' της ΠΝΠ της 18-7-2015), προβλέπει την υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να καταγγείλουν τη σύμβαση εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση. Προϋπόθεση για την επιβολή της συγκεκριμένης κύρωσης είναι να έχουν οι παραβάτες υπάλληλοι υπαιτιότητα (δηλαδή δόλο ή αμέλεια, βαρεία ή ελαφρά) για κάθε συγκεκριμένη παράβαση. Από τον σκοπό θέσπισης και τη διατύπωση της διάταξης αυτής συνάγονται τα ακόλουθα: α) Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση της ΠΝΠ από το πιστωτικό ίδρυμα, δεν εξαρτάται από την προηγούμενη επιβολή προστίμου σε αυτό από την Τράπεζα της Ελλάδος, β) η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του μισθωτού που θεωρείται ότι παρέβη την ΠΝΠ, δεν αφέθηκε στη διακριτική ευχέρεια των πιστωτικών ιδρυμάτων, αλλά πραγματοποιείται σε εκπλήρωση νόμιμης και τεθείσας με τη διάταξη αυτή υποχρέωσης των τελευταίων, χωρίς να επιβάλλεται στα πιστωτικά ιδρύματα ο προηγούμενος πειθαρχικός έλεγχος, με κατάληξη την επιβολή κατά τους οικείους κανονισμούς αυτών πειθαρχικής ποινής, ηπιότερης ενδεχομένως από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση, γ) ενόψει του σκοπού προς επίτευξη του οποίου θεσπίστηκαν οι ρυθμίσεις της από 28-6-2015 πρώτης ΠΝΠ, αλλά και των λοιπών ΠΝΠ (δηλαδή "έκτακτη περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης να προστατευθεί το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα και η ελληνική οικονομία εν γένει από την έλλειψη ρευστότητας"), η αποτυχία του οποίου οδηγούσε σε κατάρρευση των τραπεζών και της ελληνικής οικονομίας, ασύντακτη χρεωκοπία και απώλεια όχι μερικών, αλλά εκατοντάδων χιλιάδων, θέσεων εργασίας με ανησυχητική διάρρηξη του κοινωνικού ιστού και των κρατικών δομών, καθώς επίσης με κίνδυνο πρόκλησης κοινωνικής αναταραχής, είναι σαφές ότι με το άρθρο πρώτο παρ. 6 εδ. β' της ΠΝΠ της 28-6-2015 (όπως και με το άρθρο 1 παρ. 14 εδ. β' της ΠΝΠ της 18-7-2015) εισήχθη μια προσωρινή μεν, πλην όμως εξαιρετική διάταξη, υπαγόμενη στο "δίκαιο των εξαιρετικών περιστάσεων" ή "δίκαιο της ανάγκης" (ΟλΣτΕ 668/2012), δ) παρά τα αμέσως προεκτεθέντα, ενώ οι γενικές διατάξεις του εργατικού δικαίου αρκούνται σε αναιτιώδη καταγγελία της σύμβασης εργασίας αόριστου χρόνου, εν τούτοις η διάταξη του άρθρου πρώτου παρ. 6 εδ. β' της ΠΝΠ της 28-6-2015, όπως και του άρθρου 1 παρ. 14 εδ. β' της ΠΝΠ της 18-7-2015, απαιτεί, αφενός μεν, αιτιολογημένη καταγγελία, το κύρος της οποίας συνεπώς εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία γίνεται, αφετέρου δε, υπαιτιότητα του παραβάτη υπαλλήλου, δηλαδή δόλο ή αμέλεια, έστω ελαφρά και πάντως δεν αρκείται σε αντικειμενική ευθύνη, ενώ ουδόλως απαγορεύει τη δικαστική άμυνα του εργαζομένου (βλ. περίπτωση ρητής ελβετικής νομοθετικής απαγόρευσης σε δικαστική προσφυγή στην καταδικαστική, για παραβίαση του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ, απόφαση του ΕΔΔΑ της 15-3-2022, αριθ. προσφ. …/2020, CGAS κατά Ελβετίας), ο οποίος σαφώς μπορεί να ενάγει την εργοδότρια τράπεζα που κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του στο αρμόδιο δικαστήριο, επικαλούμενος κατά περίπτωση ότι η καταγγελία δεν είναι έγκυρη (λ.χ. για μη τήρηση τύπου κ.λπ.) ή ότι η προβλεπόμενη αιτία είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική ή ότι ο ίδιος δεν φέρει καμία υπαιτιότητα για την παράβαση ή ότι οι περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης καθιστούν την απόλυση αντίθετη προς την καλή πίστη ή τον οικονομικό ή κοινωνικό σκοπό αυτής, συντρεχούσης έτσι καταχρηστικής άσκησης κατ' άρθρο 281 ΑΚ και επικουρικά ότι η κύρωση της απόλυσης είναι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις ακατάλληλη, μη αναγκαία ή δυσανάλογη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό προσβάλλοντας την αρχή της αναλογικότητας και ε) ενόψει του προεκτεθέντος σκοπού των, εξαιρετικών μεν, αλλά προσωρινών, ρυθμίσεων των προαναφερόμενων ΠΝΠ, για την επίτευξη του οποίου ήταν απολύτως αναγκαία η ευλαβική τήρηση των θεσπισθεισών ρυθμίσεων από τα άυλα νομικά πρόσωπα των τραπεζών και συνεπώς από τα φυσικά πρόσωπα της διοίκησης, των στελεχών αυτών και των υπαλλήλων τους, ο ρόλος των οποίων ήταν καθοριστικός, διότι η ηθελημένη παράβαση των ρυθμίσεων, η αμέλεια, η απρονοησία και η αδιαφορία στην τήρησή τους, μπορούσε να ματαιώσει τους προαναφερόμενους κρίσιμους σκοπούς του νομοθέτη, είναι σαφές ότι η υπόψη διάταξη δικαιολογημένα δεν άφησε στη διακριτική ευχέρεια την απόλυση ή μη του υπαίτιου παραβάτη υπαλλήλου και συνεπώς δικαιολογημένα εξαιρούσε την περίπτωση αυτή από τον τραπεζικό πειθαρχικό έλεγχο, προκειμένου να επιτευχθεί η ταχύτατη επιβολή της δραστικής κύρωσης που χρειαζόταν προς αντιμετώπιση της έκτακτης μεν, πλην όμως προσωρινής και βραχυχρόνιας ανάγκης, η οποία προδήλως δεν αντιμετωπιζόταν αποτελεσματικά με παραπομπή στις αργόσυρτες και μακροχρόνιες -πολλάκις ατελέσφορες- πειθαρχικές διαδικασίες, επισημαινομένου ότι υπό ομαλές κοινωνικοοικονομικές συνθήκες ο εργοδότης ουδόλως είναι υποχρεωμένος να καταφύγει στον πειθαρχικό έλεγχο, προκειμένου να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας.
Άλλωστε, η υπόψη διάταξη υποχρέωνε την εργοδότρια τράπεζα που κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, να θεμελιώσει όχι μόνο την παράβαση των απαγορεύσεων της ΠΝΠ από τον απολυόμενο υπάλληλο, αλλά και την υπαιτιότητα του τελευταίου. Τέλος, ενόψει του προαναφερόμενου εξαιρετικά σοβαρού διακυβεύματος, επίσης δικαιολογείται η αντιμετώπιση κάθε βαθμού υπαιτιότητας με την ίδια δραστική έσχατη αστική κύρωση της απόλυσης, διότι όπως ο δόλος, έτσι ακριβώς και η αμέλεια επιφέρει στις προαναφερόμενες έκτακτες συνθήκες τα ίδια δραματικά αποτελέσματα, ενώ σε κάθε περίπτωση ο απολυόμενος παραβάτης υπάλληλος, ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων, δεν στερούνταν την προαναφερθείσα δικαστική προστασία και άμυνα (ΟλΑΠ 3/2024, ΑΠ 1208/2025).
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς επίσης και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης ελέγχονται και τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, ΟλΑΠ 3/2022, ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 476/2024, ΑΠ 321/2024). Ελέγχεται, δηλαδή, μεταξύ άλλων και αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 550/2024, ΑΠ 738/2023).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στον νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 524/2024, ΑΠ 376/2024, ΑΠ 93/2024).
4. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο: "[...] Ο ενάγων, ήδη εφεσίβλητος (αναιρεσίβλητος), προσλήφθηκε από την εναγομένη, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία, ήδη εκκαλούσα (αναιρεσείουσα), δυνάμει της από 17-3-1994 σύμβασης ιδιωτικού δικαίου, εξαρτημένης εργασίας, ορισμένου χρόνου διάρκειας που, στη συνέχεια, σύμφωνα με την …/2012, μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως τραπεζικός υπάλληλος, αντί μικτών μηνιαίων αποδοχών, οι οποίες, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα είχαν ανέλθει στο ποσό των 4.393,99 ευρώ. Στο πλαίσιο της σύμβασης αυτής, ο ενάγων εργαζόταν κανονικά στην υπηρεσία της εναγομένης, μέχρι την 1-10-2015, οπότε η εργοδότριά του εταιρεία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του. Από το 2013 και εντεύθεν, ο ενάγων υπηρέτησε ως διευθυντής Επιχειρηματικής και Λιανικής Τραπεζικής. Με την έκδοση της από 28-6-2015 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, καθώς και της από 30-6-2015 τροποποιητικής αυτής Π.Ν.Π., κηρύχθηκε τραπεζική αργία για το χρονικό διάστημα 28-6-2015 έως 6-7-2015, το οποίο παρατάθηκε μέχρι την 20-7-2015 και επιβλήθηκαν κεφαλαιουχικοί έλεγχοι - περιορισμοί στις συναλλαγές όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων που δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα, μεταξύ των οποίων και η εναγομένη. Αυτό έγινε για να αντιμετωπιστεί έκτακτη περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης και συγκεκριμένα να προστατευτεί το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα και η ελληνική οικονομία εν γένει από την έλλειψη ρευστότητας [...]. Κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας, τις 29 & 30 Ιουνίου 2015, όλα τα τραπεζικά καταστήματα παρέμειναν κλειστά για τους συναλλασσομένους, από 1 έως και 19 Ιουλίου λειτούργησαν ορισμένα μόνο καταστήματα τραπεζών για τη διενέργεια ειδικότερων συναλλαγών που αναφέρονταν στην Π.Ν.Π, ενώ από 2 Ιουλίου έληξε η τραπεζική αργία, αλλά διατηρήθηκαν οι περιορισμοί στην ανάληψη μετρητών και τη μεταφορά κεφαλαίων. Η διοίκηση της εναγομένης τοποθέτησε τον ενάγοντα, προσωρινά, από 1 έως 2 Ιουλίου 2015, στο κατάστημά της στην Αγία Παρασκευή (που ήταν ένα από τα τρία δικά της καταστήματα τα οποία άνοιξαν και λειτούργησαν στο πλαίσιο της προβλεφθείσας περιορισμένης εξυπηρέτησης του κοινού που προαναφέρθηκε), προκειμένου να συμβάλει στην ειδική αυτή λειτουργία του. Προηγουμένως, δηλαδή, την 29-6-2015, η εναγομένη είχε κοινοποιήσει το πλήρες κείμενο της ανωτέρω Π.Ν.Π. σε όλο το προσωπικό της, μέσω της Εγκυκλίου με αριθμό 6 του Διευθύνοντος Συμβούλου της, που αναρτήθηκε την ίδια ημέρα (29-6-15) στο σύστημα ηλεκτρονικής ενημέρωσης της τράπεζας. Από το περιεχόμενο της Π.Ν.Π. [...], καθίσταται σαφές ότι απαγορεύτηκαν όλες οι τραπεζικές εργασίες, εκτός από αυτές οι οποίες ρητά αναφέρονται σ' αυτήν (ως μη απαγορευμένες), με ποινή την επιβολή από την Τράπεζα της Ελλάδος διοικητικών κυρώσεων (πρόστιμο "έως το 1/10 της αντίστοιχης συναλλαγής") σε κάθε τράπεζα η οποία θα διενεργούσε απαγορευμένες συναλλαγές, καθώς επίσης, την απόλυση του υπευθύνου για την παράβαση υπαλλήλου. Προϋπόθεση για την επιβολή της συγκεκριμένης κύρωσης είναι να τελούν οι υπάλληλοι εν πλήρη γνώση των επιτρεπόμενων και των μη επιτρεπόμενων πράξεων και ενεργειών (...). Ωστόσο, από το περιεχόμενο της Π.Ν.Π. δεν προκύπτει με σαφήνεια ότι, στην απαγόρευση διενέργειας τραπεζικών εργασιών εντασσόταν και η πρόσβαση των δικαιούχων πελατών των τραπεζών στις ήδη μισθωμένες από αυτούς θυρίδες. Και τούτο διότι, ναι μεν στις επιτρεπόμενες τραπεζικές εργασίες δεν περιλαμβανόταν σαφώς η πρόσβαση και το άνοιγμα τραπεζικών θυρίδων, αλλά, όπως ήδη εκτέθηκε στη νομική σκέψη, η εκμίσθωση - μίσθωση θυρίδας αποτελεί ιδιότυπη τραπεζική δραστηριότητα και όχι τραπεζική εργασία εν στενή έννοια [...]. Επομένως, εάν ο συντάκτης της ΠΝΠ ήθελε πράγματι να τη συμπεριλάβει στις απαγορευμένες πράξεις κατά την τραπεζική αργία και εφόσον επέτρεψε το άνοιγμα συγκεκριμένων τραπεζικών καταστημάτων, θα έπρεπε να αναφερθεί ρητά σε αυτές [...]. Το ερμηνευτικό αυτό κενό, το οποίο θα μπορούσε εύλογα να οδηγήσει σε παρερμηνείες, η εναγομένη τράπεζα το κάλυψε, το πρώτον, την 2 Ιουλίου 2015 και ώρα 17:15' (5:15 μμ) όταν απέστειλε το με αριθμό …2015 υπηρεσιακό σημείωμα με θέμα "Απαγόρευση χρήσης θυρίδων στο πλαίσιο λειτουργίας της …2015", στην οποία ανέφερε τα εξής: "για τη χρονική περίοδο από 28 Ιουνίου έως 6 Ιουλίου, η οποία έχει κηρυχθεί ως τραπεζική αργία και για όσο διάστημα αυτή συντμηθεί ή παραταθεί: Απαγορεύεται ρητώς η πρόσβαση στο χώρο των θυρίδων τόσο για τους μισθωτές όσο και για πληρεξούσια άτομα αυτών. Για την αποφυγή επιβολής κυρώσεων στην Τράπεζά μας, παρακαλούμε για την πιστή τήρηση των παραπάνω οδηγιών". Εντωμεταξύ, την προηγούμενη ημέρα (1-7-2015), η εναγομένη είχε αποστείλει στα καταστήματά της, τα οποία λειτουργούσαν υπό το ειδικό καθεστώς καθ' όλη τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας, έγγραφο με τον τίτλο "Οδηγίες καταστημάτων για την καταβολή συντάξεων", στο οποίο, η μόνη διευκρινιστική στο κείμενο της ΠΝΠ αναφορά που υπήρχε ήταν ότι, από την 1η Ιουλίου ημέρα Τετάρτη και μέχρι την 3η Ιουλίου ημέρα Παρασκευή, τα καταστήματα των τραπεζών που είχαν οριστεί, θα άνοιγαν μόνο για να εξυπηρετήσουν τους συνταξιούχους που δεν διέθεταν χρεωστική κάρτα. Όπως προαναφέρθηκε, ένα από τα καταστήματα της εναγομένης που άνοιξε προκειμένου να εξυπηρετήσει συνταξιούχους, κατά τα ανωτέρω, ήταν και αυτό της Αγίας Παρασκευής, στο οποίο είχε τοποθετηθεί ο ενάγων προσωρινά κατά τις κρίσιμες ημέρες. Τύχαινε δε, ο ίδιος, ως κάτοικος της περιοχής, να έχει συνάψει στο παρελθόν σύμβαση μίσθωσης θυρίδας στο εν λόγω κατάστημα. Την 2 Ιουλίου 2015, κατά τις μεσημβρινές ώρες, ο ενάγων, επικαλούμενος σοβαρό λόγο και έχοντας τη σύμφωνη γνώμη του Αναπληρωτή Διευθυντή του Κέντρου Επιχειρηματικής Τραπεζικής, Α. Π., μετέβη στη θυρίδα του, μαζί με τη Διευθύντρια Επιχειρηματικών Σχέσεων, Μ. Ζ., η οποία είχε τα κλειδιά για την πρόσβαση στις θυρίδες των πελατών. Τέτοια πρόσβαση στις θυρίδες τους είχαν, την ίδια ημέρα, και άλλοι συνάδελφοί του και πελάτες της εναγομένης. Μετά από αυτό το περιστατικό, αφού διενεργήθηκε ειδικός έλεγχος τήρησης της από 28-6-2015 Π.Ν.Π. στο Επιχειρηματικό Κέντρο Αγίας Παρασκευής, από τη Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου της εναγομένης, τα πορίσματα του οποίου έλαβε υπόψη της η τελευταία, θεωρώντας ότι η παραπάνω ενέργεια του ενάγοντος στοιχειοθετούσε τον όρο "ανεπίτρεπτη τραπεζική εργασία", η οποία απαγορευόταν από την επίμαχη ΠΝΠ, προέβη (η εναγομένη) την 1η Οκτωβρίου 2015 στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, επικαλούμενη το άρθρο 1 παρ. 6 της από 28-6-2015 ΠΝΠ, που επέβαλλε στα πιστωτικά ιδρύματα την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του υπαλλήλου που ευθύνεται για την παράβαση, επιδίδοντας σ' αυτόν το …2015 έγγραφο καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και προσφέροντάς του, ταυτόχρονα, τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Ωστόσο, με βάση όσα παραπάνω αποδείχθηκαν, υπό το φως όσων αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, η εναγομένη προέβη στην προκειμένη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ενεργώντας καταχρηστικά, δηλαδή, καθ' υπέρβαση των ορίων που θέτουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η δε άσκηση του επίδικου διευθυντικού δικαιώματος της κινούταν εκτός του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του. Πιο συγκεκριμένα, η επίδικη καταγγελία έγινε με επίκληση της διάταξης της ανωτέρω ΠΝΠ που επέβαλλε στα πιστωτικά ιδρύματα την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του προσώπου "που ευθύνεται για την παράβαση". Η ίδια αυτή διάταξη, δηλαδή, για την επέλευση της κύρωσης που προβλέπει (απόλυση) προϋποθέτει "ευθύνη" του προσώπου, η οποία (ευθύνη) με τη σειρά της και σύμφωνα με το νόμο (ΑΚ 330) προϋποθέτει υπαιτιότητα, δηλαδή, δόλο ή αμέλεια. Εφόσον δε, οι απαιτούμενες οδηγίες και διευκρινίσεις εκ μέρους της εναγόμενης προς τους υπαλλήλους της, σχετικά με το εάν η πρόσβαση στις θυρίδες εντασσόταν ή όχι στις απαγορευμένες τραπεζικές εργασίες (πράγμα για το οποίο, ήδη εκτενώς αναφέρθηκε ότι, υπήρχε εν προκειμένω, αντικειμενική ασάφεια και αβεβαιότητα), δόθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο από την επίδικη ενέργεια του ενάγοντος, ο τελευταίος δεν τελούσε σε πλήρη γνώση των επιτρεπόμενων και των μη επιτρεπόμενων πράξεων και ενεργειών, με συνέπεια να μην διαγιγνώσκεται δόλος στο πρόσωπό του. Εάν δε, ήθελε θεωρηθεί ότι μπορούσε να του αποδοθεί αμέλεια, δηλαδή, έλλειψη της προσοχής που μπορούσε και όφειλε να επιδείξει, σύμφωνα και με τη θέση ευθύνης που κατείχε στην τράπεζα, να ζητήσει ο ίδιος και να λάβει διευκρινιστικές οδηγίες για την επίμαχο ερμηνευτικό κενό της ΠΝΠ, τότε, το επιλεχθέν ως κύρωση για την αμελή συμπεριφορά του έσχατο μέτρο της απόλυσής του, είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου, υπέρμετρο και προφανώς δυσανάλογο με τα συμφέροντα της εναγομένης που φέρεται να προασπίζει. Ειδικότερα, στην περίπτωση αυτή, ήταν στη διακριτική ευχέρεια της εναγομένης να τηρήσει την πειθαρχική διαδικασία που προβλέπει ο Κανονισμός Εργασίας του Προσωπικού της [...], προκειμένου να επιβληθεί στον ενάγοντα η αντίστοιχη (ηπιότερη) πειθαρχική ποινή (επίπληξη, πρόστιμο ή ακόμη και προσωρινή αργία). Το Δικαστήριο αυτό κρίνει ότι, η επιβολή της οριστικής απόλυσης για την παραβίαση μίας παντελώς ασαφούς διάταξης Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, και, μάλιστα, από απλή αμέλεια του ενάγοντος, είναι υπέρμετρα επαχθής και προφανώς αντίθετη με την καλή πίστη εν γένει, αλλά και τα κρατούντα στην τραπεζική αγορά εργασίας συναλλακτικά ήθη. Επίσης, είναι προφανώς δυσανάλογη με τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα της εναγομένης, τα οποία (έπρεπε να) σκοπεί το ένδικο διευθυντικό της δικαίωμα να εξυπηρετήσει, ιδίως εφόσον δεν αποδείχθηκε καμία συγκεκριμένη, παρούσα και ενεργής (τότε, δηλαδή, είτε κατά το χρόνο της επίμαχης ενέργειας του ενάγοντος, είτε κατά το χρόνο της επίδικης καταγγελίας, τρεις μήνες μετά) κατάσταση σε βάρος της η οποία θα αποτρεπόταν με την επίδικη καταγγελία, ούτε τα οικονομικά της συμφέροντα διακινδύνευσαν, ούτε η φήμη και η αξιοπιστία της στις συναλλαγές, ιδίως ενόψει της γενικώς κρατούσας τότε πρωτόγνωρης και ιδιαίτερα αναστατωμένης κατάστασης στον τραπεζικό χώρο, στον οποίο η αμφισβήτηση για τον περιορισμό στη χρήση των τραπεζικών θυρίδων διήρκεσε για όλη σχεδόν την περίοδο της τραπεζικής αργίας. Από την άλλη πλευρά, όμως, η απώλεια της θέσης εργασίας του ήταν για τον ενάγοντα, ως γονέα τριών ανήλικων τότε παιδιών, ιδιαίτερα επαχθής, καθώς και επιζήμια, εφόσον ο μισθός του ήταν η μόνη του πρόσοδος. Επομένως, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του έγινε (και) κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και, σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, είναι άκυρη και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. [...]". Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, δεχόμενο ειδικότερα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε στις ίδιες αυτές κρίσεις και στη συνέχεια (το πρωτοβάθμιο δικαστήριο), αφού αναγνώρισε την ακυρότητα της από 1-10-2015 καταγγελίας, υποχρέωσε την αναιρεσείουσα στην καταβολή μισθών υπερημερίας για χρονικό διάστημα έξι μηνών (από 2-10-2015 μέχρι 1-4-2016), στην αποδοχή των υπηρεσιών του αναιρεσιβλήτου και στην καταβολή στον τελευταίο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ποσού 5.000 ευρώ, έστω και με εν μέρει λιγότερες αιτιολογίες, στη συμπλήρωση των οποίων, με αυτές που παρατίθενται ειδικότερα προηγουμένως, προέβη το Εφετείο (κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις.
5. Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως (α) τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 281 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, δεδομένου ότι δεν συνέτρεχαν στην προκείμενη περίπτωση οι νόμιμοι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών και (β) τις επίσης ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (i) του άρθρου πρώτου παρ. 1, παρ. 2 και παρ. 6 εδ. β' της ΠΝΠ της 28ης-6-2015 και (ii) των άρθρων (αα) 4 παρ. 1 σημείο 1 του Κανονισμού (ΕΕ) με αριθμό 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 26ης Ιουνίου 2013, (ββ) 3 παρ. 1 σημείο 1 και Παραρτήματος Ι σημείο 14 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 26ης Ιουνίου 2013 και (γγ) 3 παρ. 1 εδ. 1 και 11 παρ. 1 εδ. ιδ' του νόμου 4261/2014, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, παρά το γεγονός ότι συνέτρεχαν στην προκείμενη περίπτωση οι νόμιμοι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Τούτο δε, διότι κατ' ορθή ερμηνεία των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, το Εφετείο όφειλε να αχθεί στη συναγωγή των ακόλουθων ερμηνευτικών αξιολογικών πορισμάτων: (Α) Στην ΠΝΠ της 28ης-6-2015 δεν γίνεται μεν καμία αναφορά στις τραπεζικές θυρίδες, πλην όμως η εκμίσθωση των τελευταίων αποτελεί ρητά τραπεζική δραστηριότητα, τέτοια δε συνιστά όχι μόνο η κατάρτιση της σύμβασης, αλλά και οποιαδήποτε ενέργεια λαμβάνει χώρα χάριν της λειτουργίας της σύμβασης αυτής, περιλαμβανομένης και της πρόσβασης του μισθωτή στην τραπεζική θυρίδα. (Β) Από το περιεχόμενο της ΠΝΠ αυτής προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας απαγορεύθηκαν όλες οι τραπεζικές εργασίες, εκτός από αυτές που ρητά και περιοριστικά αναφέρονται σε αυτήν, στις δε επιτρεπόμενες τραπεζικές εργασίες - δραστηριότητες, εξ αντιδιαστολής, σαφώς δεν περιλαμβάνεται η πρόσβαση και το άνοιγμα των τραπεζικών θυρίδων και για τον λόγο αυτό οι προπαρατιθέμενες ενέργειες - δραστηριότητες (η πρόσβαση και το άνοιγμα των τραπεζικών θυρίδων) ασφαλώς απαγορεύονταν. (Γ) Προϋπόθεση για την επιβολή της κύρωσης, σε περίπτωση παράβασης της ΠΝΠ αυτής, της υποχρεωτικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για τη συγκεκριμένη παράβαση, είναι η συνδρομή υπαιτιότητας οποιασδήποτε μορφής (δόλου ή αμέλειας, βαριάς ή και ελαφράς ακόμη) στο πρόσωπο του παραβάτη υπαλλήλου. (Δ) Η επιβολή της κύρωσης αυτής δεν εξαρτάται από την προηγούμενη επιβολή προστίμου στο πιστωτικό ίδρυμα από την Τράπεζα της Ελλάδος για τη συγκεκριμένη παράβαση. (Ε) Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εργαζομένου που θεωρείται ότι παρέβη την ΠΝΠ, δεν αφέθηκε στη διακριτική ευχέρεια των πιστωτικών ιδρυμάτων, αλλά πραγματοποιείται σε εκπλήρωση νόμιμης, τεθείσας με διάταξη της ΠΝΠ (άρθρο πρώτο παρ. 6 εδ. β') υποχρέωσης των τελευταίων, χωρίς να επιβάλλεται στα πιστωτικά ιδρύματα ο προηγούμενος πειθαρχικός έλεγχος, με κατάληξη την επιβολή κατά τους οικείους κανονισμούς αυτών πειθαρχικής ποινής, ηπιότερης ενδεχομένως από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας ή έργου του προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση. (ΣΤ) Ενόψει του σκοπού προς επίτευξη του οποίου θεσπίστηκαν οι ρυθμίσεις της ΠΝΠ αυτής, είναι σαφές ότι με το άρθρο πρώτο παρ. 6 εδ. β' της ΠΝΠ εισήχθη μια προσωρινή, εξαιρετική διάταξη, υπαγόμενη στο δίκαιο των εξαιρετικών περιστάσεων ή δίκαιο της ανάγκης. (Ζ) Ενώ οι γενικές διατάξεις του εργατικού δικαίου αρκούνται σε αναιτιώδη καταγγελία της σύμβασης εργασίας αόριστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου πρώτου παρ. 6 εδ. β' της ΠΝΠ αυτής απαιτεί, αφενός μεν, αιτιολογημένη καταγγελία, το κύρος της οποίας συνεπώς εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας, για την οποία αυτή λαμβάνει χώρα, αφετέρου δε, υπαιτιότητα του παραβάτη υπαλλήλου, δηλαδή δόλο ή αμέλεια, έστω ελαφρά και πάντως δεν αρκείται σε αντικειμενική ευθύνη. (Η) Ενόψει του σκοπού των, εξαιρετικών μεν, πλην όμως προσωρινών, ρυθμίσεων της ΠΝΠ αυτής, είναι σαφές ότι η διάταξη του άρθρου πρώτου παρ. 6 εδ. β' αυτής δικαιολογημένα δεν κατέλειπε διακριτική ευχέρεια στα πιστωτικά ιδρύματα για την απόλυση ή μη του υπαίτιου παραβάτη υπαλλήλου και συνεπώς δικαιολογημένα εξαιρούσε την περίπτωση αυτή από τον τραπεζικό πειθαρχικό έλεγχο, προκειμένου να επιτευχθεί η ταχύτατη επιβολή της δραστικής κύρωσης που χρειαζόταν προς αντιμετώπιση της έκτακτης μεν, πλην όμως προσωρινής και βραχυχρόνιας ανάγκης. (Θ) Τέλος, ενόψει του εξαιρετικά σοβαρού διακυβεύματος, δικαιολογείται η αντιμετώπιση κάθε βαθμού υπαιτιότητας με την ίδια δραστική έσχατη αστική κύρωση της απόλυσης, διότι όπως ο δόλος, έτσι ακριβώς και η αμέλεια επιφέρει στις προαναφερόμενες έκτακτες συνθήκες τα ίδια δραματικά αποτελέσματα, ενώ σε κάθε περίπτωση ο απολυόμενος παραβάτης υπάλληλος, ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων, δεν στερούνταν δικαστική προστασία και άμυνα.
Περαιτέρω, υπό τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου και ειδικότερα ότι δεν διαγιγνώσκεται δόλος στο πρόσωπο του αναιρεσιβλήτου, εάν δε, ήθελε θεωρηθεί ότι μπορούσε να αποδοθεί σ' αυτόν αμέλεια, δηλαδή έλλειψη της προσοχής που ο ίδιος μπορούσε και όφειλε να επιδείξει, σύμφωνα και με τη θέση ευθύνης που κατείχε στην τράπεζα, τότε το μέτρο της απόλυσης που επιλέχθηκε από την αναιρεσείουσα ως κύρωση για την αμελή συμπεριφορά του, ως έσχατο μέτρο, είναι υπέρμετρο και προφανώς δυσανάλογο σε σύγκριση με τα συμφέροντα της αναιρεσείουσας που φέρονται να προασπίζονται, λαμβανομένου υπόψη ότι η επιβολή της οριστικής απόλυσης για την παραβίαση της παντελώς ασαφούς διάταξης της ΠΝΠ και μάλιστα από απλή αμέλεια του αναιρεσιβλήτου, είναι υπέρμετρα επαχθής, προφανώς αντίθετη με την καλή πίστη γενικά, αλλά και ειδικότερα κατά τα συναλλακτικά ήθη που κρατούν στην τραπεζική αγορά εργασίας και προφανώς δυσανάλογη με τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της αναιρεσείουσας, με αποτέλεσμα η καταγγελία της σύμβασης εργασίας να έχει λάβει χώρα και κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις με εσφαλμένη εφαρμογή ή, κατά περίπτωση, μη εφαρμογή αυτών, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Τούτο δε, διότι για τους λόγους, οι οποίοι εκτενώς παρατίθενται στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, ακόμη και η συνδρομή αμέλειας [οποιασδήποτε κλίμακας, ακόμη και ελαφράς], στην κατάφαση της οποίας [αμέλειας, έστω με τον χαρακτηρισμό της ως "απλής"] οδηγήθηκε τελικά το Εφετείο, ήταν αρκετή για την ενεργοποίηση της υποχρέωσης της αναιρεσείουσας που ευθέως απέρρεε από τον νόμο, να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας που τη συνέδεε με τον αναιρεσίβλητο, ως υπαίτιο, για την οικεία παράβαση της οριζόντιας απαγόρευσης της ΠΝΠ, υπάλληλό της και ειδικότερα για την ανεπίτρεπτη πρόσβαση του τελευταίου στη μισθωμένη από τον ίδιο τραπεζική θυρίδα, η οποία -ενέργεια- κατά τρόπο σαφή και αναμφίβολο απαγορευόταν, ως ενέργεια υπαγόμενη στη γενική απαγόρευση διενέργειας όλων των τραπεζικών εργασιών και δραστηριοτήτων κατά τη διάρκεια της τραπεζικής αργίας, πλην εκείνων που ρητά και περιοριστικά αναφέρονταν στην ΠΝΠ, στις οποίες -κατ' εξαίρεση επιτρεπόμενες εργασίες και δραστηριότητες- δεν συγκαταλεγόταν η πρόσβαση σε τραπεζική θυρίδα.
Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου πρώτου παρ. 6 της ΠΝΠ αυτής δεν παραβιάζει την κατά το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος, αρχή της αναλογικότητας, διότι η διάταξη αυτή (α) ήταν κατάλληλη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου θεμιτού σκοπού κοινωνικού και δημόσιου συμφέροντος, το οποίο εκτίθεται στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, (β) ήταν αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού, αφού το ίδιο αποτέλεσμα δεν μπορούσε να επιτευχθεί με το ηπιότερο μέτρο της πρόβλεψης της προσφυγής στις μακροχρόνιες και συχνά ατελέσφορες τραπεζικές πειθαρχικές διαδικασίες, μάλιστα δε, ενόψει του όλως εξαιρετικού και έκτακτου διακυβεύματος, τυχόν ρύθμιση που θα προέβλεπε την παραπομπή του υπαίτιου παραβάτη υπαλλήλου στον τραπεζικό πειθαρχικό έλεγχο, θα αποτελούσε παράδειγμα διάταξης απρόσφορης, αναποτελεσματικής και σαφώς υπολειπόμενης της ενδεικνυόμενης αναγκαίας και τελικά γ) ουδόλως ήταν δυσανάλογη και αυθαίρετη προς το προαναφερόμενο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, διότι πραγματικά το νομοθετικό μέτρο της υποχρεωτικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του παραβάτη υπαίτιου τραπεζικού υπαλλήλου ήταν δραστικό μεν, περιορίζοντας σοβαρά τους φορείς του δικαιώματος της καταγγελίας, δηλαδή τις τράπεζες, πλην όμως μόνο επειδή υπήρχαν ισχυρότατοι λόγοι δημόσιου συμφέροντος, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη (ΟλΑΠ 3/2024). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, δηλαδή την ευθεία παραβίαση των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου που επήλθε με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ή, κατά περίπτωση, μη εφαρμογή τους, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διακρίσεις, τυγχάνει βάσιμος.
6. Μετά ταύτα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου (πρώτου) λόγου της. Ενόψει δε τούτου, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων (δεύτερου, τρίτου, τέταρτου και πέμπτου) αυτής, με τους οποίους αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ (δεύτερος λόγος), από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' και 11 περ. γ' ΚΠολΔ (τρίτος λόγος), από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ (τέταρτος λόγος) και από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ (πέμπτος λόγος), δεδομένου ότι η αναιρετική εμβέλεια του λόγου που έγινε δεκτός, καλύπτει το σύνολο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, στο σύνολό της, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού νόμιμου αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με τον αριθμό 3449/2023.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο προαναφερόμενο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την απόφαση, η οποία αναιρέθηκε.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων ευρώ (2.300,00 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαϊου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ