Απόφαση 750 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 750/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Απόστολο Φωτόπουλο, Αγγελική Καρδαρά και Αικατερίνη Φράγκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2026, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 2. Ε. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 3. Κ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 4. Μ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., και 5. Ε. Κ. και Κ. Μ., ως από κοινού ασκούντων τη γονική μέριμνα επί του ανηλίκου τέκνου τους Μ. Μ., κατοίκων ομοίως ως άνω. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ευθυμίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Κ. του Β., κατοίκου ... και 2. Α. Κ. του Δ., κατοίκου .... Αμφότεροι παραστάθηκαν για τον εαυτό τους με την ιδιότητα των δικηγόρων, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-7-2020 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων κατά της …/2020 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 539/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 37/2025 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-2-2025 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.3 αντικαταστάθηκε από την παρ.2 του άρθρου 35 του Ν. 4446/2016, προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση την οποία συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ένδικου μέσου ως απαράδεκτου. Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της ως άνω διάταξης, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ άλλων, για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 5 του ΚΠολΔ, που αφορούν αμοιβές, αποζημιώσεις και έξοδα δικηγόρων.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την κατάθεση της υπό κρίση, από …2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …2025, αίτησης αναίρεσης, παρότι η προσβαλλόμενη 37/2025 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας έχει αντικείμενο διαφορά από αμοιβές δικηγόρων, οι αναιρεσείοντες προέβησαν στην επισύναψη του …/2025 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Όμως η ένδικη διαφορά, ως διαφορά από αμοιβές δικηγόρων, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και, κατά συνέπεια, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στους αναιρεσείοντες, ανεξάρτητα από την έκβαση της παρούσας δίκης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 18/2025, ΑΠ 197/2023).
ΙΙ. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων 37/2025 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης, τα ακόλουθα: Κατόπιν της με αριθ. καταθ. …2020 αίτησης των αναιρεσιβλήτων, δικηγόρων του Δικηγορικού Συλλόγου Βόλου, εκδόθηκε η …/2020 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία διατάχθηκαν να καταβάλουν ο πρώτος αναιρεσείων τα ποσά των 18.580,99 ευρώ στον πρώτο αναιρεσίβλητο και των 54.893,61 ευρώ στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ως ελάχιστες προβλεπόμενες από τον Κώδικα Δικηγόρων αμοιβές για την εκτέλεση των αναφερόμενων στη διαταγή πληρωμής δικαστικών πράξεων (σύνταξη και κατάθεση δικογράφων), καθώς και για την ίδια αιτία η δεύτερη αναιρεσείουσα το ποσό των 3.720 ευρώ, ο τρίτος αναιρεσείων το ποσό των 992 ευρώ, η τέταρτη αναιρεσείουσα το ποσό των 1.488 ευρώ και η πέμπτη αναιρεσείουσα το ποσό των 1.488 ευρώ στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων.
Κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής οι αναιρεσείοντες, εκ των οποίων η τέταρτη και η πέμπτη ανήλικες, εκπροσωπούμενες από τους ασκούντες από κοινού τη γονική τους μέριμνα Κ. Μ. και Ε. Κ., άσκησαν την από 26.7.2020 ανακοπή κατ' άρθρο 632 ΚΠολΔ, επί της οποίας εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 και 632 ΚΠολΔ), η 539/2022 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ανακοπή μόνο ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα αναφορικά με την έναντι αυτού απαίτηση της δεύτερης αναιρεσίβλητης και ακυρώθηκε μερικώς ως προς αυτόν η διαταγή πληρωμής κατά το ποσό των 39.817,27 ευρώ, ενώ, κατά τα λοιπά, απορρίφθηκε η ανακοπή και επικυρώθηκε η διαταγή πληρωμής. Κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκαν η από 14.12.2022 έφεση των ανακοπτόντων-ήδη αναιρεσειόντων και η από 17.7.2024 αντέφεση των καθ' ων η ανακοπή-ήδη αναιρεσιβλήτων, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που, αφού συνεκδίκασε αυτές, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, δέχθηκε την αντέφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά το μέρος που ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής, κράτησε και δίκασε την ανακοπή ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα και απέρριψε και ως προς αυτόν την ανακοπή στο σύνολό της. Ήδη με την κρινόμενη αίτηση οι αναιρεσείοντες, εκ των οποίων η τέταρτη, λόγω πλέον της ενηλικίωσής της, ασκεί η ίδια την αίτηση αναίρεσης και, κατά τη συζήτησή της, παραστάθηκε στο Δικαστήριο ατομικώς με το δικό της όνομα (ΑΠ 1828/2025, ΑΠ 1542/2025), αιτούνται την αναίρεση της παραπάνω απόφασης για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους. Η αίτηση, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 4.3.2025, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση στις 17.1.2025 της προσβαλλομένης, δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοσή της, γεγονός που δεν αμφισβητείται από την αντίδικη πλευρά (άρθρα 552, 553 παρ.1 περ. β', 556 παρ.1, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 632 ΚΠολΔ η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου Κώδικα και έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι, που στρέφονται κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019), ώστε να μπορεί ο μεν καθ' ου η ανακοπή να αμυνθεί κατ' αυτής, το δε δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 196/2020). Μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής και εκείνο των τυχόν ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής (ΑΠ 531/2022, ΑΠ 196/2020). Με την από την ανωτέρω διάταξη ανακοπή ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγους ακύρωσης της σε βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης (ΑΠ 649/2025, ΑΠ 1782/2022), μεταξύ των οποίων και αυτή της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, κατά το άρθρο 281 ΑΚ (ΑΠ 389/2024). Ειδικότερα, κατά την τελευταία αυτή διάταξη η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές και, γενικώς, στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθέμενη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και, μάλιστα, ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επιπλέον, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού, πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσής του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και, της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με την παραπάνω διάταξη της ΑΚ 281 (ΟλΑΠ 2/2019). Όμως, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την άσκηση δικαιώματος όταν αυτή υπερβαίνει τα στη διάταξη αυτή αναφερόμενα όρια, έχει εφαρμογή στην περίπτωση άσκησης δικαιώματος από τον δικαιούχο, όταν δηλαδή αυτός επιδιώκει την παροχή έννομης προστασίας για να επιτύχει την πραγματοποίηση της κατάστασης που αρμόζει στο δικαίωμά του και όχι όταν ο αντίδικός του αρνείται, απλά ή αιτιολογημένα να δεχθεί την ύπαρξη ή άσκηση δικαιώματος του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 721/2022) ή όταν επικαλείται απλώς νομική αβασιμότητα του αγωγικού δικαιώματος, αποκρούοντας δηλαδή την εφαρμογή του ως μη αναγνωριζόμενου από το νόμο (ΑΠ 567/2023), καθόσον, ειδικότερα, εάν μεν το δικαίωμα αυτό είναι νόμιμο, μπορεί να ενασκηθεί και εναντίον της βούλησης του υπόχρεου, οπότε ελέγχεται ενδεχόμενη καταχρηστικότητα της άσκησής του, εάν, όμως, είναι ανυπόστατο ή αντίκειται στο νόμο, δεν μπορεί εκ μέρους του αμφισβητούντος αυτό να γίνει λόγος περί κατάχρησης. Επομένως, ο ισχυρισμός του εναγομένου περί καταχρηστικής άσκησης "υποτιθέμενου" δικαιώματος, σε κάθε περίπτωση, δεν αποτελεί ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ, αλλά άρνηση της αγωγής, η δε διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ δεν έχει εφαρμογή όταν ο διάδικος αρνείται την ύπαρξη του δικαιώματος του αντιδίκου του, καθόσον είναι λογικώς αδύνατη η καταχρηστική άσκηση ανύπαρκτου δικαιώματος (ΑΠ 567/2023, ΑΠ 894/2007). Επίσης, περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση άλλης ένστασης, καταλυτικής του τελευταίου, δεν μπορεί να θεμελιώσουν κατά νόμο την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 17/1995, ΑΠ 18/2025, ΑΠ 567/2023).
Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, η ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2024, ΑΠ 23/2025).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι οι ανακόπτοντες - ήδη αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο της ανακοπής τους ζήτησαν την ακύρωση της, εκδοθείσας σε βάρος τους, …/2020 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, ισχυριζόμενοι ότι οι καθ' ων - ήδη αναιρεσίβλητοι όλως καταχρηστικά άσκησαν το δικαίωμά τους να διεκδικήσουν την επιδίκαση των απαιτήσεών τους, ενώ από τη συμπεριφορά τους δημιούργησαν σ' αυτούς την πλήρη και δικαιολογημένη πεποίθηση ότι δεν τους οφείλουν, διότι έχουν εισπράξει τις αμοιβές τους και όσα έξοδα απαιτήθηκαν και ότι δεν θα διεκδικούσαν κάτι επιπλέον. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, ότι: "Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος της ανακοπής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, μη δυνάμενος να θεμελιώσει τον ισχυρισμό καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, διότι με αυτόν πλήττεται η ύπαρξη του δικαιώματος των καθών η ανακοπή (αναιρεσιβλήτων) και αμφισβητείται η ύπαρξη της οφειλής τους -ουσιαστικά ισχυρίζονται (οι αναιρεσείοντες) ότι οι αιτούντες τη διαταγή πληρωμής δεν έχουν το ασκούμενο δικαίωμα- και δεν εισφέρει κάτι νέο, για να στοιχειοθετήσει υπέρβαση (και μάλιστα προφανή) των ορίων που επιβάλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός ενός πράγματι υφισταμένου δικαιώματος, όπως αυτό το οποίο ασκείται με την έκδοση της διαταγής πληρωμής". Με την αιτιολογία αυτή το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό λόγο της έφεσης, με τον οποίο επαναφέρθηκε προς δευτεροβάθμια κρίση ο λόγος αυτός ανακοπής, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη κατά το κεφάλαιο με το οποίο είχε απορριφθεί ομοίως ως μη νόμιμος ο ως άνω περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος λόγος ανακοπής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον τα προαναφερόμενα περιστατικά που επικαλέστηκαν οι ανακόπτοντες -εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες δεν θεμελιώνουν τον εν λόγω ισχυρισμό τους, δεν πληρούν το πραγματικό της προαναφερόμενης διάταξης και δικαιολογούν τη νομική αβασιμότητα της, εκ του άρθρου αυτού, προβληθείσας ένστασης. Ειδικότερα, η επίκληση από μέρους των αναιρεσειόντων ότι δεν υφίσταται οφειλή διότι οι αναιρεσίβλητοι έχουν εισπράξει τις αμοιβές τους και όσα έξοδα απαιτήθηκαν, με την οποία (επίκληση) αμφισβητούνται οι απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων για τις οποίες εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, συνιστά άρνηση του δικαιώματος των τελευταίων να αξιώνουν τις ελάχιστες εκ του νόμου αμοιβές για την εκτέλεση των κατ' εντολή των αναιρεσειόντων δικαστικών πράξεων (σύνταξη και κατάθεση δικογράφων), ενώ η προβολή της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασης προϋποθέτει κατάφασή του, τα δε επικαλούμενα με τον τέταρτο λόγο ανακοπής περιστατικά περί απόσβεσης, με εξόφληση, των απαιτήσεων για τις οποίες εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής δεν μπορούν να θεμελιώσουν καταχρηστικότητα, όπως αβάσιμα διατείνονται οι αναιρεσείοντες, αφού, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση άλλης ένστασης, καταλυτικής του δικαιώματος, όπως εν προκειμένω η ένσταση εξόφλησης, δεν μπορούν να θεμελιώσουν κατά νόμο την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ. Κατόπιν τούτων το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή της, και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο της αίτησης είναι αβάσιμα.
IV. Από τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 262 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στοιχεία, για την πληρότητα του σχετικού περί εξόφλησης ισχυρισμού, είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος της καταβολής (ΑΠ 972/2025, ΑΠ 649/2025, ΑΠ 56/2024).
Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κλπ.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανίσχυρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης του εισαγωγικού δικογράφου (αγωγής, ανακοπής κλπ.), όπως π.χ. αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στο δικόγραφο των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός του (ποσοτική αοριστία), έκρινε αυτό ορισμένο κατά παράβαση της δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, θεωρώντας ότι τα στοιχεία αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των εν λόγω στοιχείων, απέρριψε το δικόγραφο ως αόριστο (ΑΠ 649/2025, ΑΠ 49/2024).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο κηρύχθηκε απαράδεκτος ως αόριστος ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων περί απόσβεσης, με εξόφληση, των απαιτήσεων για τις οποίες εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, τον οποίο είχαν προβάλλει με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής τους και επανέφεραν στο Εφετείο με λόγο έφεσης. Ειδικότερα, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της ανακοπής, προκύπτει ότι οι ανακόπτοντες-ήδη αναιρεσείοντες ζήτησαν την ακύρωση της …/2020 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, επικαλούμενοι εξόφληση κάθε υποχρέωσής τους προς τους αναιρεσιβλήτους σχετικά με τις αμοιβές και τα έξοδά τους. Ειδικότερα, ισχυρίστηκαν ότι κάθε φορά που επρόκειτο να διενεργηθεί κάποια δικαστική πράξη προέβαιναν σε καταβολή μετρητών για τις αιτούμενες από τους αναιρεσιβλήτους αμοιβές και έξοδα παράστασης και μετακίνησης, λαμβάνοντας τη διαβεβαίωση ότι με την καταβολή, για την οποία δεν εκδιδόταν απόδειξη, εξοφλούνταν πλήρως οι απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων, στις δε περιπτώσεις που ήταν αδύνατη η συνάντησή τους για καταβολή μετρητών, προέβαιναν σε καταθέσεις χρημάτων σε τραπεζικούς λογαριασμούς που οι αναιρεσίβλητοι τους υπεδείκνυαν, όπως, ενδεικτικά, σε κατάθεση ποσού 500 ευρώ την 18.10.2016, ποσού 640 ευρώ την 9.2.2018, ποσού 2.000 ευρώ την 28.3.2018, ποσού 1.780 ευρώ την 17.5.2018 και ποσού 450 ευρώ την 18.9.2019. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, ότι ο λόγος αυτός ανακοπής περί απόσβεσης, με εξόφληση, των απαιτήσεων για τις οποίες εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι "δεν γίνεται καμία περαιτέρω εξειδίκευση των περιστατικών που κατά νόμο στηρίζουν την ένσταση εξόφλησης, ήτοι δεν αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος με τον οποίο οι ανακόπτοντες - εκκαλούντες (αναιρεσείοντες) εξόφλησαν τους καθ' ων η ανακοπή (αναιρεσιβλήτους), δηλαδή με μία ή περισσότερες καταβολές, πότε έγιναν αυτές και ποια ποσά αφορούσαν, ούτε την αιτία καταβολής εκάστου επί μέρους χρηματικού ποσού, ήτοι για ποια εκ των πλειόνων αντικειμενικά σωρευομένων στη διαταγή πληρωμής κονδυλίων των αξιώσεών τους, που γεννήθηκαν από τις νομικές πράξεις των καθ' ων, εκάστη των οποίων γεννούσε διαφορετικό χρέος κατ' είδος και ποσό, έχει λάβει χώρα κάθε καταβολή, ως απαιτείται για το ορισμένο του σχετικού ισχυρισμού...". Με την αιτιολογία αυτή, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την εκδοθείσα επί της ανακοπής των αναιρεσειόντων 539/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας κατά το μέρος που δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμο κατ' ουσίαν τον προβαλλόμενο με τον τέταρτο λόγο ανακοπής ισχυρισμό περί απόσβεσης με εξόφληση των απαιτήσεων για τις οποίες εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, ο οποίος επαναφέρθηκε με λόγο τόσο της έφεσης όσο και της αντέφεσης, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε το λόγο αυτό της ανακοπής ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αφού ο περί εξόφλησης ισχυρισμός, με το ως άνω περιεχόμενο που διατυπώθηκε, ήταν αόριστος και, ως εκ τούτου, ανεπίδεκτος δικαστικής εκτίμησης, δεδομένου ότι δεν περιείχε τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη στοιχεία που καθιστούσαν εφικτό τον δικαστικό έλεγχο της βασιμότητάς του αλλά και την άμυνα των καθ' ων η ανακοπή. Ειδικότερα, δεν εξειδικεύονται τα ποσά, ο χρόνος και η αιτία καταβολής τους, χωρίς να αρκεί η γενικόλογη αναφορά ότι κάθε φορά που επρόκειτο να διενεργηθεί κάποια δικαστική πράξη οι ανακόπτοντες - αναιρεσείοντες προέβαιναν σε καταβολή μετρητών για τις αιτούμενες από τους καθ' ων η ανακοπή -αναιρεσιβλήτους αμοιβές και έξοδα παράστασης και μετακίνησης, για δε τις αναφερόμενες καταθέσεις χρημάτων σε τραπεζικούς λογαριασμούς, επίσης δεν γίνεται μνεία του καταθέτη, του δικαιούχου και της αιτίας κατάθεσης, καθόσον η διαταγή πληρωμής αφορά πλείονες απαιτήσεις εκάστου αναιρεσιβλήτου έναντι κάθε αναιρεσείοντος, με συνέπεια να μην εξειδικεύεται έναντι ποιας επιμέρους οφειλής έλαβαν χώρα οι τραπεζικές καταθέσεις. Επομένως, ο δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.
V. Κατ' ακολουθίαν όλων όσων προαναφέρθηκαν και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, κατ' ίσα μέρη, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 180 παρ.1, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματός τους, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από …2025 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …2025, αίτηση για αναίρεση της 37/2025 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος για την αίτηση αναίρεσης …/2025 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ.
Καταδικάζει του αναιρεσείοντες, κατ' ίσα μέρη, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαϊου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ