Απόφαση 751 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 751/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Απόστολο Φωτόπουλο, Αγγελική Καρδαρά και Αικατερίνη Φράγκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2026, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Π. του Ν., κατοίκου ..., 2. Χ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 3. Χ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 4. Β. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 5. Ε. Σ. του Ι., κατοίκου ..., 6. Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 7. Α. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 8. Κ. - Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., 9. Α. Κ. του Α., 10. Α. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 11. Μ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 12. Δ. Ν. του Β., κατοίκου ..., 13. Β. Κ. του Ε., κατοίκου ..., 14. Α. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 15. Μ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 16. Α. Ν. του Ι., κατοίκου ..., 17. Σ. Τ. του Π., κατοίκου ..., 18. Μ. Σ. του Π., κατοίκου ..., και 19. Ε. Β. του Ν., κατοίκου ... Η 9η δεν παραστάθηκε και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Περπατάρη, ο oποίος δήλωσε ότι η 9η (Α. Κ.) απεβίωσε και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η Β. Κ. του Σ. συζ. Α., η οποία εκπροσωπείται από τον ίδιο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ (ΟΑΕΔ)", που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Σαραμαντά, η οποία δήλωσε ότι το ως άνω νομικό πρόσωπο έχει μετονομασθεί σε "ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ (Δ.ΥΠ.Α.)" σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 και 82 παρ. 1 και 4 Ν. 4921/2022, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2015 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 83/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 7080/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-9-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ.3 του ιδίου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίδεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα και ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου μπορεί να δοθεί και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και εάν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως (ΑΠ 158/2024, ΑΠ 410/2023). Αν ο διάδικος δεν εκπροσωπείται με πληρεξούσιο δικηγόρο, όπου είναι υποχρεωτική η παράστασή του, ή παρίσταται με δικηγόρο και δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, που απαιτείται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την ύπαρξη της οποίας αυτεπαγγέλτως ερευνά το δικαστήριο, ο διάδικος αυτός θεωρείται δικονομικώς απών (ΟλΑΠ 14/2015).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 498 παρ.1, 568 παρ.1 και 2 και 576 παρ.1-3 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε, κατά το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παρ.3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά, ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 14/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης προκύπτει ότι, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η 5η και η 19η των αναιρεσειόντων, Ε. Σ. του Ι. και Ε. Β. του Ν., αντιστοίχως, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Περπατάρη.
Πλην όμως, από τα, παραδεκτώς επισκοπούμενα, στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, ουδόλως αποδεικνύεται χορήγηση πληρεξουσιότητας εκ μέρους των 5ης και 19ης αναιρεσειουσών προς τον ανωτέρω δικηγόρο, καθώς δεν προσκομίστηκε συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ή ιδιωτικό έγγραφο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των παραπάνω αναιρεσειουσών, από τα οποία να προκύπτει ότι παρείχαν στον ως άνω παραστάντα δικηγόρο την εντολή και πληρεξουσιότητα να τις εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Επομένως, εφόσον ο παραπάνω δικηγόρος στερείται πληρεξουσιότητας εκπροσώπησης των 5ης και 19ης αναιρεσειουσών ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης, αυτές θεωρούνται δικονομικώς απούσες.
Εξάλλου, δεν προκύπτει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, αφού δεν προσκομίζονται αποδεικτικά επίδοσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση αυτής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ούτε γίνεται μνεία αυτών στις προτάσεις που κατέθεσε μόνο το αναιρεσίβλητο, καθώς οι αναιρεσείοντες δεν κατέθεσαν προτάσεις. Επομένως, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης ως προς τις 5η και 19η αναιρεσείουσες, και μη υποκείμενης εν προκειμένω περίπτωσης αναγκαίας ομοδικίας, αλλά απλής, πρέπει η υπόθεση να χωριστεί και η συζήτηση να χωρήσει ως προς τους λοιπούς διαδίκους που εκπροσωπούνται και παρίστανται νόμιμα, κατά την παρούσα συζήτηση (άρθρο 576 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ).
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ιδίου Κώδικα και στην αναιρετική διαδικασία, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση. Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση για την επανάληψη και η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΟλΑΠ 22/2000, ΑΠ 21/2025, ΑΠ 3/2025).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα, παραδεκτώς επισκοπούμενα, διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, η 9η αναιρεσείουσα Α. Κ. του Α., απεβίωσε στις …2022 (βλ. το …2022 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιαρχείου Δ.Ε. Πατρέων), ήτοι μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 23.12.2021, και η μοναδική κληρονόμος της Β. σύζυγος Α. Κ., δυνάμει της από 27.6.2022 ιδιόγραφης διαθήκης που νόμιμα δημοσιεύθηκε με το ...2023 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Πάτρας, η οποία αποδέχθηκε την κληρονομία (βλ. το με αριθμό πρωτοκόλλου …/2026 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αχαΐας), με δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου Δ. Π., που έγινε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση και καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησε αφενός το γεγονός του θανάτου της δικαιοπαρόχου της και αφετέρου ότι συνεχίζει για εκείνη τη διακοπείσα δίκη. Ενόψει αυτών, νομίμως επαναλαμβάνεται ως προς την 9η αρχική αναιρεσείουσα και συνεχίζεται κανονικά η προκειμένη δίκη από τη μοναδική κληρονόμο της Β. σύζυγο Α. Κ.
ΙΙΙ. Με την κρινόμενη, από ...2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2021, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων 7080/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης, τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την από 27.7.2015 αγωγή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ισχυριζόμενοι ότι με δύο έγγραφες συμβάσεις κτήσης εργασιακής εμπειρίας, διάρκειας εκάστης δεκαοκτώ μηνών, που υπέγραψε ο καθένας, στα πλαίσια σχετικού προγράμματος (Stage), με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.)", ως υπεύθυνο φορέα και με το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.)" ως φορέα υλοποίησης, απασχολήθηκαν στα αναφερόμενα υποκαταστήματα του Ο.Ε.Κ., ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι οι συμβάσεις τους ήταν ψευδεπίγραφες συμβάσεις μαθητείας και στην πραγματικότητα υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο, κυρίως από τη σύμβαση εργασίας, την Κ.Υ.Α 2/7093/0022/2004, και τα άρθρα 3 και 7 του π.δ. 164/2004, επικουρικά με βάση την αρχή της ισότητας και ίσης αμοιβής κατά τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος και όλως επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ) σε περίπτωση που οι συμβάσεις εργασίας τους κριθούν άκυρες, να τους καταβάλει τις διαφορές μεταξύ των όσων έλαβαν και των αποδοχών που ελάμβαναν οι μόνιμοι υπάλληλοι του Ο.Ε.Κ., καθόσον παρείχαν την ίδια ποιοτικά και ποσοτικά εργασία με αυτήν που παρείχαν οι τελευταίοι. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663-676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015) η 83/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη τόσο κατά την κύρια βάση της όσο και κατά τις επικουρικές.
Κατά της πρωτόδικης απόφασης οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 29.10.2018 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 7080/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που κρίνοντας ομοίως μη νόμιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της και την πρώτη επικουρική, απέρριψε τους περί του αντιθέτου λόγους έφεσης, ενώ εξαφάνισε την εκκαλουμένη μόνο κατά το μέρος με το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η δεύτερη, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, επικουρική βάση της αγωγής, την οποία, αφού κράτησε και δίκασε, έκρινε νόμιμη και την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν με την αιτιολογία ότι οι επίδικες συμβάσεις των εναγόντων αποτελούν έγκυρες γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, οι οποίες, σε καμία περίπτωση, δεν θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως άκυρες συμβάσεις εργασίας - απλές σχέσεις εργασίας. Ήδη, με την κρινόμενη αίτηση οι ενάγοντες αιτούνται την αναίρεση της παραπάνω απόφασης για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους. Η αίτηση, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 23.12.2021, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση, στις 23.12.2019, της προσβαλλομένης, δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοσή της, γεγονός που δεν αμφισβητείται από την αντίδικη πλευρά (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).
IV. Α. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. AK και 6 του α.ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.
Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλομένους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλον τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κ.λπ. , οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας. Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός του πλαισίου της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.
Συνεπώς, επί της σύμβασης αυτής εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 927/2022, ΑΠ 66/2020).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17.4.2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του Ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί"), ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά μετατροπή της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου). Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.
Συνεπώς, διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από 17.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη. Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν. 2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού. Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής (ΑΠ 984/2024, ΑΠ 888/2023, 452/2020).
Εξάλλου, με το π.δ. 164/2004, που αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε κατ' αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του ως άνω π.δ. 164/2004, που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους, προβλέφθηκε μοναδική εξαίρεση από την προαναφερόμενη απόλυτη απαγόρευση για περιπτώσεις απασχολουμένων στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19.7.2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση πάγιων και διαρκών αναγκών. Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ.2 του π.δ. 164/2004 ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας και β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον Ο.Α.Ε.Δ. Την ίδια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της προβλέπει για τα προγράμματα αυτά και η 1999/70/ΕΚ Οδηγία στην παρ.2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος αυτής. Με το άρθρο 20 παρ.4 του Ν. 2738/1999 είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ.2 του Ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού [η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των παρ. 1 και 2 του άρθρου 14 του Ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 του Ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α' 234/28-12-2009)], η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ., η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας. Συγκεκριμένα, ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ., διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017). Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ.1 εδ. α' και β' και 15 εδ. α' και β' του Ν. 2639/1998, εκ των οποίων το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 8 Ν. 2956/2001, αντιστοίχως "1. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ., σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι. και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" και "15. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργατικής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου". Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ' εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΑΠ 896/2025, ΑΠ 641/2024, ΑΠ 336/2024, ΑΠ 186/2019). Εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο φορέα του προσλαμβανόμενου βάσει των διατάξεων σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ. προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδίκευσης αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, δεδομένου ότι η σύμβαση αυτή δεν μπορεί κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθεί ως έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας (απλή σχέση εργασίας), με συνέπεια ο εργαζόμενος, για την εργασία που προσέφερε, να δικαιούται να ζητήσει, κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, την αμοιβή που ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, με το ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας και της ίδιες συνθήκες. (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 927/2022, ΑΠ 452/2020).
Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, η ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2024, ΑΠ 23/2025). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 522/2024, ΑΠ 1575/2023, ΑΠ 1041/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 27.7.2015 αγωγή τους ισχυρίστηκαν, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, τα ακόλουθα : Ότι στο πλαίσιο προγράμματος εργασιακής εμπειρίας (Stage), έκαστος από αυτούς κατάρτισε εγγράφως κατά τους στην αγωγή αναγραφόμενους χρόνους με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.)", ως υπεύθυνο φορέα και το ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας (Ο.Ε.Κ.)" ως φορέα υλοποίησης, εντός του έτους 2006 οι 1η, 2η, 3η, 9η, 10η, 12η, 13η, 14ος, 15η, 16η, 17η και 18η και εντός του έτους 2007 οι 4η, 6η, 7η, 8η και 11η , δύο διαδοχικές συμβάσεις κτήσης εργασιακής εμπειρίας, δεκαοκτάμηνης διάρκειας η κάθε μία, αντί αμοιβής ύψους 25 ευρώ ημερησίως μικτά για τους απασχολούμενους αποφοίτους δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και 30 ευρώ ημερησίως μικτά για τους απασχολούμενους αποφοίτους πανεπιστημιακής ή τεχνολογικής εκπαίδευσης. Ότι βάσει των ανωτέρω συμφωνητικών, τοποθετήθηκαν σε υπηρεσίες των αναφερόμενων υποκαταστημάτων του Ο.Ε.Κ., όπου παρείχαν την στην αγωγή περιγραφόμενη εργασία τους κατά τα εκεί αναφερόμενα επί μέρους χρονικά διαστήματα ο καθένας, μέχρι τη λήξη της δεύτερης από τις πιο πάνω συμβάσεις, εντός του έτους 2010. Ότι οι επίδικες συμβάσεις ήταν ψευδεπίγραφες συμβάσεις μαθητείας και στην πραγματικότητα υπέκρυπταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, άλλως σχέσης εργασίας, αφού ο χαρακτηρισμός των ως άνω συμβάσεων ως συμβάσεων κτήσης εργασιακής εμπειρίας τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των προστατευτικών διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, καθότι μάλιστα ο χρόνος διάρκειας αυτών ως συμβάσεων μαθητείας ήταν υπερβολικός και δεν δικαιολογείτο ούτε από τα διδάγματα της κοινής πείρας για την απόκτηση μόνο εμπειρίας επί του αντικειμένου της εργασίας αυτών, ενώ δεν αφορούσαν την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, ασκούσαν δε τα ίδια καθήκοντα με τους μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους που απασχολούνταν στον Ο.Ε.Κ. Ότι άπαντες δικαιούνται τις αναφερόμενες αναλυτικά στην αγωγή μισθολογικές διαφορές μεταξύ των ποσών που πράγματι καταβλήθηκαν σε αυτούς και στα ποσά που λαμβάνει ο αντίστοιχος μόνιμος υπάλληλος με τα αντίστοιχα προσόντα που εργάζεται στις αναφερόμενες θέσεις εργασίας. Ότι, εκτός άλλων, στην επίδικη περίπτωση έλαβε χώρα από το εναγόμενο και παραβίαση της αρχής της ισότητας και ίσης αμοιβής (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος), επειδή ελάμβαναν μικρότερο μισθό από τους αντίστοιχους μόνιμους υπαλλήλους του, παρόλο που δεν διέφερε ποσοτικά και ποιοτικά η εργασία τους από την αντίστοιχη εργασία που εκτελούσαν οι μόνιμοι υπάλληλοι του εναγομένου. Ότι επικουρικότερα, δικαιούνται τα αναφερόμενα ποσά βάσει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, στην περίπτωση που οι ένδικες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρηθεί ότι είναι άκυρες και το εναγόμενο έχει πλουτίσει αδικαιολόγητα κατά τα ποσό που εξοικονόμησε, αν κατάρτιζε με διαφορετικούς εργαζομένους έγκυρες συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι με το εναγόμενο ν.π.δ.δ. με την επωνυμία Ο.Α.Ε.Δ., το οποίο, κατ' άρθρο 33 παρ. 1 του Ν. 4144/2013, κατέστη καθολικός διάδοχος του Ο.Ε.Κ και ήδη μετονομάσθηκε σε Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (Δ.ΥΠ.Α.) κατ' άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 4921/2022, συνδέονταν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με διάρκεια για κάθε ένα από αυτούς τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα, επικουρικώς για την περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ανωτέρω συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ήταν άκυρες να αναγνωριστεί ότι εξ αυτών προέκυψαν σχέσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε έκαστο από αυτούς, κυρίως βάσει της Κ.Υ.Α 2/7093/0022/ 2004 και των άρθρων 3 και 7 παρ. 2 του π.δ. 164/2004, άλλως βάσει των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ. 2 εδ. β' του Συντάγματος, άλλως βάσει των άρθρων 904 επ. ΑΚ, τα αναγραφόμενα στην αγωγή επί μέρους ποσά για διαφορές στις δεδουλευμένες αποδοχές αυτών μεταξύ των αποδοχών που έλαβαν στο πλαίσιο των εν λόγω συμβάσεων εργασιακής εμπειρίας (stage) που είχαν καταρτίσει με το εναγόμενο και των αποδοχών που λάμβαναν κατά τις ένδικες χρονικές περιόδους οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλου του εναγομένου, καθώς και για επιδόματα Πάσχα, αδείας και Χριστουγέννων, με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, ότι η ένδικη αγωγή, με βάση το ιστορούμενο περιεχόμενό της, είναι μη νόμιμη, κατά την κύρια βάση της, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στην ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, της οποίας ζητείται η αναγνώριση καθώς και κατά το συνδεόμενο με τη βάση αυτή αίτημα για επιδίκαση μισθολογικών διαφορών, διότι η συμβατική σχέση των εναγόντων καταρτίσθηκε υπό την ισχύ της συνταγματικής διάταξης του άρθρου 103 παρ.7 και 8 (όπως οι παράγραφοι αυτοί προστέθηκαν μετά τη συνταγματική αναθεώρηση της 19.4.2001), του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 και μάλιστα μετά την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 (19.7.2004) και, επομένως, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είτε ορισμένου χρόνου είτε αορίστου χρόνου, αφού κάτι τέτοιο προσκρούει στις παραπάνω διατάξεις, ενώ, περαιτέρω, και καθόσον αφορά τη θεμελιούμενη στην περί ύπαρξης έγκυρης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου βάση της αγωγής [της οποίας ζητείται η αναγνώριση], δεν συντρέχουν ούτε οι προϋποθέσεις για το έγκυρο αυτής, που προβλέπονται από τα άρθρα 3, 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004, με συνέπεια οι ενάγοντες να μην δικαιούνται τις αιτούμενες μισθολογικές διαφορές ούτε με βάση τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου των μονίμων υπαλλήλων του εναγομένου, αφού τούτο προϋποθέτει την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω παραδοχών το Εφετείο απέρριψε το λόγο έφεσης με τον οποίο οι ενάγοντες παραπονέθηκαν για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως προς την απόρριψη της αγωγής κατά την κύρια βάση της ως μη νόμιμης και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που και με αυτή είχε κριθεί μη νόμιμη η κύρια βάση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την κυρία βάση της, ορθώς ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επ. ΑΚ, 21 του Ν. 2190/1994, 20 παρ.1 και 15 του Ν. 2639/1998 και 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004, καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχείο IV.A μείζονα σκέψη, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι, με βάση τα στην αγωγή εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά κατά τα οποία οι επίδικες συμβάσεις καταρτίστηκαν υπό την ισχύ του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 και μάλιστα μετά την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004, δεν μπορεί να υπάρξει έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είτε ορισμένου είτε αορίστου χρόνου, ότι οι καταρτισθείσες στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος υποστηριζόμενου από τον Ο.Α.Ε.Δ., συμβάσεις μαθητείας, οι οποίες σε κάθε περίπτωση εκφεύγουν από το ρυθμιστικό πεδίο του π.δ. 164/2004, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ' εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου και ότι, ακόμη και εάν η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο φορέα του προσλαμβανόμενου βάσει των διατάξεων σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του Ο.Α.Ε.Δ. προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδίκευσης αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, η σύμβαση αυτή δεν μπορεί ούτε κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθεί ως έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού, υφισταμένης άκυρης σύμβασης. Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή νοηματική του εκτίμηση, προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια [και όχι και οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες από τους αριθμούς 8, 10 και 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλειες, εκ των οποίων η τελευταία προϋποθέτει και την ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, που, εν προκειμένω, δεν έλαβε χώρα διότι η κύρια βάση της αγωγής απορρίφθηκε ως μη νόμιμη], κρίνεται αβάσιμος. Τέλος, αβάσιμος είναι και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, ειδικότερα, ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή και κατά την από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεύτερη επικουρική βάση της, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, διότι ερείδεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και δη στην απόρριψη της βάσης αυτής ως μη νόμιμης, καθόσον εν προκειμένω με την προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω βάση της αγωγής κρίθηκε νόμιμη, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίστηκε κατά το μέρος που έκρινε τη βάση αυτή ως μη νόμιμη και, αφού κρατήθηκε και δικάστηκε η υπόθεση από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίθηκε η αγωγή νόμιμη κατά τη δεύτερη επικουρική βάση, στηριζόμενη στο άρθρο 904 ΑΚ και, εν συνεχεία, απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
VΙ. Κατ' ακολουθίαν όλων όσων προαναφέρθηκαν και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης ως προς τους 1η, 2η, 3η, 4η, 6η, 7η, 8η, 9η (στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε η προαναφερόμενη κληρονόμος της), 10η, 11η, 12η, 13η, 14ο, 15η, 16η, 17η και 18η αναιρεσείοντες και να καταδικαστούν αυτοί, κατ' ίσα μέρη, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 180 αρ. 1, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματός του, χωρίς αυτά να μειωθούν σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ.1 και 3 του Ν. 3693/1957, 52 αρ.18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ.12 του Ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992, καθόσον το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. δεν εκπροσωπήθηκε από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (ΑΠ 1758/2024, ΑΠ 410/2023), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τις 5η και 19η αναιρεσείουσες.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από ...2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2021 αίτησης για αναίρεση της 7080/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τις 5η και 19η αναιρεσείουσες.
Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς 1η, 2η, 3η, 4η, 6η, 7η, 8η, 9η (Α. Κ. του Α. και ήδη Β. σύζυγο Α. Κ.), 10η, 11η, 12η, 13η, 14ο, 15η, 16η, 17η και 18η αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει τους παραπάνω αναιρεσείοντες, κατ' ίσα μέρη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαρτίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ