Απόφαση 753 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 753/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ελένη-Παναγιώτα Λεβεντέλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ιωάννη Ποντίκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων : 1) του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΡΥΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ", με έδρα στην Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπούμενου και 2) Ν. Τ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν αμφότεροι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φίλιππο Σπυρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου : ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ιερά Μονή Κομνηνείου Κοιμήσεως Θεοτόκου και Αγίου Δημητρίου", που εδρεύει στο Στόμιο Λαρίσης και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διαμαντή Παπανικολάου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-07-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 483/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 410/2020 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 08-12-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. , ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, όπως ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Επίσης, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 13/2008, ΑΠ 220/2021, ΑΠ 165/2020). Το πληρεξούσιο (ή το προσηκόντως βεβαιωμένο έγγραφο) πρέπει να υπάρχει κατά την συζήτηση της υπόθεσης, ενώ αν αυτό συνταχθεί εκ των υστέρων, δηλαδή αν φέρει ημερομηνία μεταγενέστερη της δικασίμου, δεν λαμβάνεται υπόψη (ΑΠ 206/2017, ΑΠ 210/2007, ΑΠ 1402/2003).
Εξάλλου, εάν ο πληρεξούσιος του διαδίκου εμφανίζεται στο ακροατήριο, αλλά δεν αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του (κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 96 παρ. 1 ΚΠολΔ), την οποία, όπως προεκτέθηκε, οφείλει αυτεπαγγέλτως να εξετάσει το Δικαστήριο, θεωρείται δικονομικώς απών. (ΑΠ 787/2023,ΑΠ ΑΠ 2169/2013, ΑΠ 462/2009). Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με αυτήν της παρ. 2 του ιδίου άρθρου, όπως ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο αντίδικος που απολειπομένου ή μη παρισταμένου με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διαδίκου, τότε ερευνάται αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα και σε καταφατική περίπτωση το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 878/2022). Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 94 και 96 ΚΠολΔ και εκείνης του ως άνω άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, που καθιερώνει την αρχή ότι, για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο, πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005), συνάγεται ότι, εάν ο αναιρεσίβλητος είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ή δεν παρίσταται κανονικά ο αναιρεσείων, χωρίς να αποδεικνύεται περαιτέρω ότι ο φερόμενος ως εκπροσωπών αυτόν δικηγόρος ήταν εφοδιασμένος με πληρεξούσιο για την άσκησή της αίτησης αναίρεσης, τότε (και υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων είχε κλητευθεί νομίμως από τον αναιρεσίβλητο, ώστε να είναι έγκυρη η συζήτηση της αναίρεσης κατ' άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ), η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη, εφόσον ασκήθηκε χωρίς τη συνδρομή της κατά νόμο απαιτούμενης πληρεξουσιότητας. (ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 119/2019,ΑΠ 334/2017).
Περαιτέρω σχέση απλής ομοδικίας υφίσταται και στη περίπτωση που ενάγονται περισσότεροι του ενός, ως εις ολόκληρον υπόχρεοι, για αποζημίωση σε αδικοπραξία ή εκ του νόμου στο πλαίσιο της πρόστησης. (άρθρα 481, 922, 926 Α.Κ) (ΑΠ 365/2020, ΑΠ 292/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης από 8-12-2020 αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθ. 410/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία έγινε με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 17-3-2025), από το φάκελο της δικογραφίας προκύπτει, ότι ο δικηγόρος του δικηγορικού συλλόγου Αθηνών Φίλιππος Σπυρόπουλος, με την από 10-3-2025 δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. , ως πληρεξούσιος δικηγόρος όλων των αναιρεσειόντων δήλωσε ότι θα παραστεί χωρίς να εμφανιστεί στο ακροατήριο ως πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων και συμφωνεί στη συζήτηση αυτής χωρίς την παρουσία του. Όμως ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα Ν. Τ. , ο ως άνω παρασταθείς ως πληρεξούσιος αυτού, προς απόδειξη του διορισμού του ως πληρεξουσίου αυτού, προσκομίζει το υπ' αριθ. …2025 πληρεξούσιο ενώπιον της συμβολαιογράφου Πυργετού Ισμήνης ΠΑΖΑΡΑ, από το οποίο όμως δεν προκύπτει ότι τον διορίζει ως πληρεξούσιο δικηγόρο του να τον εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη. Ειδικότερα αναφέρεται στο ως άνω πληρεξούσιο επί λέξει "ο ανωτέρω ζήτησε τη σύνταξη του παρόντος, με το οποίο δήλωσε ότι διορίζει ειδικούς πληρεξούσιους δικηγόρους και αντίκλητους του τους δικηγόρους Αθηνών 1) Φίλιππο Σπυρόπουλο, 2) ..., όπως, ενεργούντες από κοινού ή χωριστά έκαστος, εκπροσωπήσουν τον ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΡΥΘΡΟ ΣΤΑΥΡΟ ενώπιον του Αρείου Πάγου..". Επομένως, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση, η προαναφερόμενη δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ του πιο πάνω δικηγόρου ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα δεν είναι έγκυρη, αφού δεν είχε την ιδιότητα του νομίμως διορισθέντος πληρεξουσίου καθόσον δεν προκύπτει ότι τον διορίζει να τον εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη και, κατ' ακολουθίαν, ο δεύτερος αναιρεσείων δεν παραστάθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όπως ο νόμος ορίζει, θεωρουμένου, για το λόγο αυτό, ως μη παρασταθέντος (ΑΠ 580/2018). Όπως δε προκύπτει από την υπ' αριθ. …2024 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου … με έδρα το Πρωτοδικείο … Θ. Σ. που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Α2 Τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, με την επιμέλεια του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσίβλητου νομίμως και εμπροθέσμως στον Ευριπίδη Κωνσταντίνου, δικηγόρο και νόμιμο αντίκλητο των αναιρεσειόντων, ο οποίος υπέγραψε και κατέθεσε την ένδικη αναίρεση (143 παρ. 3 ΚΠολΔ). Στη συνέχεια δε και εφόσον δεν προκύπτει ότι ο φερόμενος ως πληρεξούσιος δικηγόρος του δεύτερου αναιρεσείοντος, ήταν εφοδιασμένος με ρητή πληρεξουσιότητα από τον τελευταίο πρέπει, κατά τα εκτιθέμενα στην ίδια μείζονα πρόταση, η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως προς δεύτερο αναιρεσείοντα ως απαράδεκτη καθόσον μεταξύ των αναιρεσειόντων υφίσταται σχέση απλής και όχι αναγκαστικής ομοδικίας. Κατά τα λοιπά με την κρινόμενη από …2020 αίτηση αναίρεσης (με αριθμό κατάθεσης …/2020, αριθ.δικ. …/2024 ) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα με αριθμό 410/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) από τον πρώτο αναιρεσείοντα. Επομένως είναι παραδεκτή ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς αυτόν προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. (άρθρ. 577 παρ. 1και 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 1188 ΑΚ "πάνω σε ακίνητο μπορεί να συσταθεί εμπράγματο δικαίωμα προσωπικής δουλείας που να παρέχει κάποια εξουσία ή χρησιμότητα υπέρ ορισμένου προσώπου (περιορισμένες προσωπικές δουλείες). Οι δουλείες αυτές μπορούν να συνίστανται και σε οτιδήποτε αποτελεί περιεχόμενο πραγματικής δουλείας". Όπως σαφώς προκύπτει από τη διάταξη αυτή, περιορισμένη προσωπική δουλεία είναι κάθε άλλη δουλεία εκτός από την επικαρπία και την οίκηση, η οποία παρέχει υπέρ κάποιου προσώπου ορισμένη εξουσία ή χρησιμότητα σε αλλότριο ακίνητο. Πρόκειται, δηλαδή, για εμπράγματο δικαίωμα σε αλλότριο ακίνητο, το οποίο υπάρχει όχι για χάρη άλλου (δεσπόζοντος) ακινήτου, αλλά για χάρη ορισμένου φυσικού ή νομικού προσώπου. Η σύμβαση με την οποία συνιστάται περιορισμένη προσωπική δουλεία, ως ενέχουσα διάθεση εμπραγμάτου δικαιώματος, απαιτείται να έχει νόμιμη αιτία, να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και να υποβληθεί σε μεταγραφή. (Ολ. ΑΠ 19/88).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1132 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται και για την προστασία των περιορισμένων προσωπικών δουλειών (άρθρο 1191 ΑΚ), αυτός που απέκτησε δικαίωμα περιορισμένης προσωπικής δουλείας, έχει δικαίωμα, σε περίπτωση προσβολής, να εγείρει την προβλεπόμενη από το άρθρο αυτό εμπράγματη αγωγή και να απαιτήσει από τον προσβολέα την αναγνώριση της δουλείας και την άρση της προσβολής, καθώς και την παράλειψή της στο μέλλον (ΑΠ 271/2007). Σύμφωνα με το άρθρο 1189 ΑΚ " Η έκταση της περιορισμένης προσωπικής δουλείας προσδιορίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, από τις προσωπικές ανάγκες του δικαιούχου. Από δε τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1136, 1188, 1189 και 1191 ΑΚ, προκύπτει, ότι η περιορισμένη προσωπική δουλεία αποσβήνεται, εφόσον, από λόγους πραγματικούς ή νομικούς, η άσκησή της γίνεται απολύτως και διαρκώς αδύνατη. Τέτοια αδυναμία υπάρχει και όταν έπαυσε η από το δουλεύον ακίνητο παροχή ωφέλειας ή χρησιμότητας υπέρ του προσώπου υπέρ του οποίου συστήθηκε η δουλεία, εφόσον η ύπαρξη της ωφέλειας ή χρησιμότητας αποτελεί απαραίτητο της δουλείας όρο (ΑΠ 271/2007, ΑΠ 868/2005). Έτσι, τόσο η πραγματική δουλεία όσο και η προσωπική δουλεία αποσβήνεται εφόσον από λόγους πραγματικούς ή νομικούς η άσκησή της γίνεται αδύνατη (ΑΠ 1796 / 2009). Με τις διατάξεις των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ εισάγονται γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες, οι οποίοι αλληλοσυμπληρούμενοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (ΑΠ 925/2015, ΑΠ 3/2015), διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των μερών.
Περαιτέρω, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων των δικαιοπραξιών υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010, ΑΠ 355/2007, ΑΠ 1365/2005), κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. (ΑΠ 1503/2005, ΑΠ 185/2004 ΑΠ 416/1993). Προσφυγή πάντως στις ερμηνευτικές διατάξεις υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ. (ΑΠ 355/2004).
Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους. (ΑΠ 3/2015, ΑΠ 1588/2013, ΑΠ 1345/2012). Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 84/2020, ΑΠ 557/2004, 1258/2004). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. (ΑΠ 715/2010, ΑΠ 832/2009). Μόνη, όμως, η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτήν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. , πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος. (ΑΠ 875/2017, ΑΠ 1543/2004). Εκ πλαγίου παραβίαση μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και άρα είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 386/2004) και ιδίως, α) όταν, χωρίς να διευκρινίζεται στην απόφαση, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη σύμβαση και επομένως ανάγκη ερμηνείας της, εν τούτοις το δικαστήριο είτε εφαρμόζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, είτε παραλείπει να τους εφαρμόσει (ΑΠ 849/2017, ΑΠ 10/2015), β) όταν το δικαστήριο περιορίστηκε απλώς στο ερμηνευτικό πόρισμά του, χωρίς καθόλου, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, να αναφέρει τις ερμηνευτέες δηλώσεις των μερών (ΑΠ 220/2016, 597/2005, 838/2005), γ) όταν το δικαστήριο, σε περίπτωση που προβαίνει σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να εκθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, και συγκεκριμένα ότι χρησιμοποίησε τα κριτήρια που αυτές θέτουν, δηλαδή τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, για να ανεύρει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων (ΑΠ 1565/2017, ΑΠ 1134/2015, ΑΠ 10/2015), έστω και αν παρέπεμψε στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, και δ) όταν δεν προκύπτουν καθόλου ή εκτίθενται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, σχετικά με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 232/2016), με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 66/2020). Τέλος, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και χωρίς κενά. (ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 1568/2014, ΑΠ 115/2013).
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. , ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. (ΑΠ 538/2012).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. (ΑΠ 531/2014). Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. (ΑΠ 472/2017). Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο ή αν αυτά ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αξιούμενου με την αγωγή δικαιώματος και τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων ή αν οι παραδοχές της απόφασης ανάγονται σε μη προταθέντα κατ' ένσταση ή αντένσταση ισχυρισμό των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση ή είναι αλυσιτελείς και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως αβάσιμοι. (ΑΠ 738/2022, ΑΠ 1472/2021, ΑΠ 255/2010).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους. (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).
Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. (Ολ. ΑΠ 15/2006, ΑΠ 250/2023, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης και δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. (Ολ. ΑΠ 1/2020, ΑΠ 1328/2023, ΑΠ 250/2023, ΑΠ 267/2022, ΑΠ 551/2020). Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων. (ΑΠ 545/2019, ΑΠ 1707/2017, ΑΠ 1266/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης , δέχθηκε τα εξής: "Δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο … και στον αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ολύμπου με αριθμό …1955 συμβολαίου πώλησης εκκλησιαστικού ακινήτου εκ δραχμών 6.400 (18,78) ευρώ του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Ολύμπου Σωτηρίου Αδαμίδη, το ενάγον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου -Ιερά Μονή Κομνηνείου, διά του Ηγουμένου του, μεταβίβασε κατά κυριότητα λόγω πώλησης, στο πρώτο εναγόμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, την κείμενη στη θέση "…" της περιφέρειας … (…) του τέως Δήμου … και ήδη Δήμου …, δασική άγονη χέρσα έκταση, συνολικής εκτάσεως, κατά τον προαναφερθέντα τίτλο κτήσης, 32 περίπου στρεμμάτων και ήδη, κατά νεότερη εμβαδομέτρηση, 39.261 τ.μ., όπως αυτή αποτυπώνεται στο από … 2013 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου-τοπογράφου- μηχανικού Χ. Σ. και το οποίο συνορεύει γύρωθεν βόρεια σε πλευρές Π-Ρ, μήκους 28,74 μέτρων, Ρ-Σ, μήκους 9,26 μέτρων, Σ-Τ, μήκους 67,90 μέτρων, Τ-Α, μήκους 112,49 μέτρων με ιδιοκτησίες του ενάγοντος, νότια σε πλευρές Ι-Κ, μήκους 32,04 μέτρων, Κ- Λ, μήκους 37,02 μέτρων, Λ-Μ, μήκους 40,83, Μ-Ν, μήκους 50,93 μέτρων; με ιδιοκτησίες του ενάγοντος, δυτικά, σε πλευρές Ν-Ξ, μήκους 42,41 μέτρων, Ξ- Ο, μήκους 102,63 μέτρων, Ο-Π, μήκους 44,88 μέτρων, με ιδιοκτησία Δ. Α. και ανατολικά, σε πλευρές Α-Β, μήκους 52,60 μέτρων, Β-Γ, μήκους 50,87 μέτρων, Γ-Δ, μήκους 24,69 μέτρων, Δ-Ε, μήκους 16,24 μέτρων, Ε-Ζ, μήκους 9,28 μέτρων, Ζ-Η, μήκους 12,90 μέτρων, Η-Θ, μήκους 28,41 μέτρων και Θ-Ι, μήκους 32,63 μέτρων με ιδιοκτησία Π. Γ. Της πώλησης είχε προηγηθεί στις 30.1.1955 πλειοδοτική δημοπρασία, κατόπιν της από 15.1.1955 διακήρυξης του ηγουμενοσυμβουλίου του ενάγοντος, στην οποία αναδείχθηκε πλειοδότης το πρώτο εναγόμενο, τα δε πρακτικά αυτής (πλειοδοτικής δημοπρασίας) εγκρίθηκαν με την υπ' αριθμό …/55 πράξη του ηγουμενοσυμβουλίου της Μονής και, ακολούθως, με την υπ' αριθμ. …1955 πράξη της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Επίσης, το συμφωνηθέν τίμημα για την αγοραπωλησία του εν λόγω ακινήτου (με την σύσταση στη συνέχεια από το δεύτερο εναγόμενο του παρακάτω περιορισμένου εμπράγματου δικαιώματος προσωπικής δουλείας υπέρ του ενάγοντος κατά την μεταβίβαση της κυριότητας), ποσού 6.400 δραχμών (18,78 ευρώ) καταβλήθηκε σε μετρητά χρήματα στα χέρια του νομίμου εκπροσώπου του ενάγοντος, Ηγουμένου του, όπως ρητά αναφέρεται στο εν λόγω συμβόλαιο, πριν από την σύνταξή του και εκτός του τόπου σύνταξής του. Επίσης στο ίδιο συμβόλαιο αναγράφηκε ότι το ενάγον (Ιερά Μονή) παραιτήθηκε από όλες τις ενστάσεις για τη διάρρηξη της μεταβίβασης για οποιονδήποτε λόγο και αιτία αναφορικά με το εν λόγω ακίνητο, πλην των περιγραφομένων στην παράγραφο 6 της από 15.1.1955 διακήρυξης του Ηγουμενοσυμβουλίου δικαιωμάτων του και συγκεκριμένα η εν λόγω Ιερά Μονή διατήρησε υπέρ εαυτής εφ' όρου της ύπαρξής της, το δικαίωμα συλλογής των καρπών όλων των οπωροφόρων δέντρων που υπάρχουν εντός της εκποιηθείσας έκτασης ή και αυτών που θα φυτευθούν ή θα εμβολιασθούν στο μέλλον, υποχρεουμένου του αγοραστή (πρώτου εναγομένου) να επιτρέπει στη Μονή την ακώλυτη και ανενόχλητη άσκηση του δικαιώματος της αυτού στο μέλλον, καθώς επίσης διατήρησε υπέρ εαυτής το δικαίωμα της φυτεύσεως οπωροφόρων δέντρων στο μέλλον ή της εξημέρωσης δια εμβολιασμού αυτών που υπάρχουν στον χρόνο κατάρτισης του συμβολαίου αγρίων δέντρων ή αυτών που θα φυτρώσουν μόνα τους". Ακόμη στο ίδιο συμβόλαιο γίνεται αναφορά ότι "για την πλήρη και ασφαλή τήρηση του ως άνω όρου συνομολογείται ποινική ρήτρα 30.000 δραχμών (88,04 ευρώ) και ότι κάθε τυχόν παραβίαση αυτού εκ μέρους του αγοραστή ή των καθολικών ή ειδικών διαδόχων του θα συνεπάγεται την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας υπέρ της Μονής, της τελευταίας δικαιουμένης πάντοτε να ζητήσει και την δικαστική προστασία προς άρση παντός εμποδίου ή προς παύση πάσης παρενοχλήσεως στην άσκηση των ανωτέρω δικαιωμάτων της, ήτοι της συλλογής των καρπών των υπαρχόντων εντός της εκποιηθείσας έκτασης ή και αυτών που θα φυτευθούν ή θα εμβολιασθούν οπωροφόρων δέντρων". Στη συνέχεια στο ίδιο συμβόλαιο αναφορικά με το επίδικο ακίνητο ορίσθηκε ότι " ο αγοραστής δήλωσε ότι αποδέχεται την προκειμένη αγοραπωλησία και αγοράζει το εν λόγω ακίνητο, συνομολογεί και συναποδέχεται τους όρους και υποχρεώσεις της σχετικής διακήρυξης, ότι επομένως ο πωλητής από τούδε και εφεξής αποξενούται και απεκδύεται παντός εν γένει δικαιώματος επί της πωλουμένης εκτάσεως των 32 στρεμμάτων, πλην των ρητώς ως άνω δικαιωμάτων του, διατηρούμενων υπέρ εαυτού, ο δε αγοραστής καθίσταται από τούδε και εφεξής τέλειος νομεύς, κάτοχος και κύριος δυνάμενος να διακατέχη νέμηται και διαθέτη τούτο κατά βούλησιν και κατά πλήρες ιδιοκτησίας και κυριότητας δικαίωμα". Οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν στην πρωτόδικη δίκη και επαναλαμβάνουν με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους ότι ο προαναφερόμενος όρος (αναφορικά με το δικαίωμα της Ιεράς Μονής) στο εν λόγω συμβόλαιο έχει ενοχικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα περιορισμένης προσωπικής δουλείας. Όμως με βάση τον προαναφερόμενο όρο- σαφή ως προς τη βούληση των συμβληθέντων" μερών(ενάγοντος και πρώτου εναγομένου) σχετικά με το είδος των δικαιωμάτων που διατηρήθηκαν υπέρ του ενάγοντος (της Ιεράς Μονής), συστάθηκε περιορισμένη προσωπική δουλεία υπέρ του ενάγοντος ΝΠΔΔ (εν λόγω Ιεράς Μονής), εφ' όρου υπάρξεώς του, με σαφές περιεχόμενο αφενός μεν τη συλλογή των καρπών των οπωροφόρων δέντρων, που υπήρχαν, κατά την κατάρτιση του συμβολαίου στην μεταβιβασθείσα έκταση ή και αυτών, που στο μέλλον θα φυτεύονταν εντός αυτής ή θα εμβολιάζονταν και αφετέρου τη μελλοντική φύτευση οπωροφόρων δέντρων ή δι' εμβολιασμού εξημέρωση άγριων, που είτε υφίσταντο στο χρόνο κατάρτισης είτε θα αυτοφύονταν στο μέλλον. Η ως άνω συμφωνία συνιστά σαφώς εμπράγματο δικαίωμα περιορισμένης προσωπικής δουλείας, με το ανωτέρω περιεχόμενο, διότι με την συμφωνία αυτή παρέχεται στο δικαιούχο ΝΠΔΔ (Ιερά Μονή) το δικαίωμα χρήσης και κάρπωσης των ωφελημάτων του επιδίκου ακινήτου, τα οποία (ωφελήματα) προσδιορίζονται χωριστά με τρόπο θετικό και συγκεκριμένο, παρέχεται δηλαδή στο δικαιούχο εξουσία λήψης συγκεκριμένου μέρους των φυσικών καρπών του ακινήτου, ήτοι των καρπών μόνο των οπωροφόρων δέντρων-που έχει επίσης δικαίωμα φύτευσης και εξημέρωσης δια εμβολιασμού του εν λόγω ακινήτου -η ως άνω συμφωνία παρέχει άμεση εξουσία πάνω στο πράγμα, δίχως να παρεμβάλλεται η βούληση άλλου προσώπου και αντιτάσσεται κατά πάντων-. Από την συνομολόγηση στη συνέχεια της ποινικής αυτής ρήτρας δεν είναι δυνατό να συναχθεί ο ενοχικός χαρακτήρας του όρου, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, αλλά αυτή (η ποινική ρήτρα) τέθηκε προκειμένου να διασφαλιστεί έτι περισσότερο και με πιο άμεσο τρόπο το ενάγον, που, σύμφωνα με τη ρητή πρόβλεψη της συμφωνίας των διαδίκων, δικαιούται πάντοτε να αξιώνει δικαστικώς την προστασία της υπέρ εαυτού δουλείας, διά της άρσης "παντός εμποδίου και παύσης παρενόχλησης" στην άσκηση των δικαιωμάτων του, δηλαδή σε περίπτωση προσβολής να αξιώνει την προστασία του άρθρου 1132 ΑΚ, και δη να απαιτήσει από το πρώτο εναγόμενο και από τους ειδικούς και καθολικούς διαδόχους αυτού την αναγνώριση της εν λόγω περιορισμένης προσωπικής δουλείας και την άρση της προσβολής, καθώς και την παράλειψή της στο μέλλον. Η σύσταση του ανωτέρω δικαιώματος δεν αλλάζει την ουσία της κυριότητας, απλώς περιορίζει την άσκησή της κατά το μέρος των εξουσιών που αποτελούν περιεχόμενο του ανωτέρω περιορισμένου εμπράγματου δικαιώματος. Σημειώνεται ότι παρά το γεγονός ότι, όπως προαναφέρθηκε, συντελέστηκε πλειοδοτικός διαγωνισμός, από την ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, Ι. Γ., σε συνδυασμό με την κατάθεση αυτού ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λάρισας, κατά την εκδίκαση της με αριθμό κατάθεσης …/2014 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, η οποία, κατάθεση περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθμ. 554/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας, αποδείχθηκε ότι η απόφαση του Ηγουμενοσυμβουλίου για τη μεταβίβαση έγινε για την εξυπηρέτηση κοινωφελούς σκοπού και πιο συγκεκριμένα προκειμένου το πρώτο εναγόμενο να κατασκευάσει και να λειτουργήσει εντός της μεταβιβασθείσας έκτασης παιδικές κατασκηνώσεις. Βούληση, λοιπόν, του Ηγουμενοσυμβουλίου που χορήγησε την άδεια για τη διενέργεια της δημοπρασίας και εν συνεχεία επικύρωσε το πρακτικό αυτής και συναίνεσε στη συντέλεση της μεταβίβασης, ήταν το ενάγον να απολέσει μεν την κυριότητα του συγκεκριμένου τμήματος της περιουσίας του- που είναι δίπλα στην Ιερά Μονή-, προς διευκόλυνση της άσκησης του κοινωφελούς και φιλανθρωπικού έργου του πρώτου εναγομένου, πλην, όμως, να εξακολουθεί να απολαμβάνει τους καρπούς των δέντρων, που φύονταν εντός αυτού, ως "αντίμετρο"- αντιστάθμισμα στην απώλεια της κυριότητας.
Εξάλλου το προαναφερθέν με αριθμό …/1955 συμβόλαιο, που είχε μεταγραφεί ως μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη στις 21.3.1955, και στο οποίο είχε ενσωματωθεί και η σύσταση της προαναφερόμενης περιορισμένης προσωπικής δουλείας μεταγράφηκε στον τόμο … και στον αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ολύμπου, στις …2012 ως σύσταση επικαρπίας. (ήτοι ως προσωπική δουλεία με ευρύτερο περιεχόμενο). Ο χαρακτηρισμός του συσταθέντος εμπράγματου δικαιώματος ως επικαρπίας από το ενάγον δεν ασκεί έννομη επιρροή, ούτε επηρεάζει τον αληθή νομικό χαρακτήρα αυτού ως περιορισμένης δουλείας με το ανωτέρω περιεχόμενο, καθόσον ο νομικός χαρακτηρισμός των συμβάσεων και των απορρεόντων από αυτές δικαιωμάτων αποτελεί κατ' εξοχήν έργο των δικαστηρίων.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 1192 και 1198 του ΑΚ δεν τάσσεται προθεσμία, εντός της οποίας πρέπει να γίνει η μεταγραφή της συστατικής πράξης, αυτή, μπορεί να γίνει οποτεδήποτε και έκτοτε παράγει πλήρη τα αποτελέσματά της, όπως στην υπό κρίση περίπτωση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια ότι ο προαναφερόμενος όρος (αναφορικά με το δικαίωμα της Ιεράς Μονής) στο εν λόγω συμβόλαιο αποτελεί εμπράγματο δικαίωμα περιορισμένης προσωπικής δουλείας και δεν έχει ενοχικό χαρακτήρα, δεν έσφαλε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, έστω και με ελλιπή αιτιολογία και για τον λόγο αυτόν πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της έφεσης των εναγομένων.
Πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, δεν τίθεται ζήτημα ερμηνείας για την έννοια της φύτευσης οπωροφόρων δέντρων τόσο ως προς το είδος των οπωροφόρων που είχε, κατά τη σαφή συμφωνία τους, δικαίωμα το ενάγον να φυτέψει στο εν λόγω ακίνητο, όσο και ως προς την έκταση της άσκησης του δικαιώματος φύτευσης των οπωροφόρων δέντρων, καθώς το περιεχόμενο της ως άνω περιορισμένης προσωπικής δουλείας από την ως άνω συστατική πράξη είναι σαφές. Το δικαίωμα φύτευσης για τη συλλογή καρπών(δίχως συγκεκριμένο αριθμό και θέση, πάντως όχι εκτεταμένη φύτευση οπωροφόρων δέντρων) κατά τον συστατικό τίτλο, αφορά σαφώς - κατά τις ανάγκες του ενάγοντος- στο τμήμα του επιδίκου ακινήτου που είναι δυνατή η φύτευση για το συγκεκριμένο είδος οπωροφόρων δέντρων και σε θέση και αριθμό δέντρων όπου η φύτευση δεν θα παρεμποδίζει την λειτουργία των εγκαταστάσεων (εν προκειμένω των κατασκηνώσεων) του κυρίου του ακινήτου-πρώτου εναγομένου.
Εξάλλου στο ως άνω δικαίωμα του ενάγοντος περιλαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 1125 εδ. 1 του ΑΚ κάθε πράξη που είναι αναγκαία για την άσκηση του πιο πάνω δικαιώματος, όπως η φροντίδα των προαναφερόμενων δέντρων, αλλά και η ανεμπόδιστη είσοδος στο ακίνητο.
Περαιτέρω, μετά τη σύναψη του ως άνω συμβολαίου και μεταβίβαση του ακινήτου στο πρώτο εναγόμενο, σε τμήμα του ακινήτου λειτούργησαν παιδικές κατασκηνώσεις κατά τους θερινούς μήνες. Συγκεκριμένα δυνάμει της από …1976 συμβάσεως χρησιδανείου το πρώτο των εναγομένων παραχώρησε τη χρήση μέρους της ως άνω εκτάσεως στο Κοινωνικό Κέντρο Οικογένειας και Νεότητας για είκοσι έτη , στην οποία σε σχετικές εγκαταστάσεις και ανάλογα διαμορφωμένους χώρους λειτούργησε παιδική κατασκήνωση. Η ως άνω σύμβαση χρησιδανείου μετά από παρατάσεις (και αφού στη θέση του ως άνω Κέντρου, μετά την κατάργησή του, είχε υπεισέλθει το Υπουργείο Υγείας, Πρόνοιας και η λειτουργία της κατασκήνωσης είχε ανατεθεί στη νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Λάρισας) καταγγέλθηκε από το πρώτο εναγόμενο και η ως άνω έκταση του αποδόθηκε μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 59/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, ενώ η λειτουργία της κατασκήνωσης είχε ήδη σταματήσει από το 2010. Ακόμη, εντός της μεταβιβασθείσας έκτασης υφίσταντο κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, πλην της αμιγώς δασικής βλάστησης και οπωροφόρα δέντρα, καστανιές, αγριοκαστανιές, φλαμουριές, στη συνέχεια φυτεύθηκαν μερικές κερασιές, μερικές μηλιές και αχλαδιές, όπως φυτεύθηκαν από τον ήδη θανόντα επιστάτη των παιδικών κατασκηνώσεων, Ι. Τ., πατέρα του δευτέρου εναγομένου, κατά τη δεκαετία του 1980 και άλλα οπωροφόρα δέντρα ήτοι 6 ελιές, 2 καρυδιές και 5 βυσσινιές. Το ενάγον μετά την μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου στο πρώτο εναγόμενο δεν αποξενώθηκε από το ως άνω δικαίωμά του, ούτε έπαυσε να το ασκεί. Το ενάγον καθόλο αυτό το διάστημα δια των μοναχών- που ενίοτε συνεπικουρούνταν και από τρίτα πρόσωπα - προέβαινε σε συλλογή καρπών από τα υπάρχοντα οπωροφόρα δέντρα, όπως καστανιές, καρυδιές, κερασιές, κ.λ.π. , τηλίου από τις φλαμουριές για την παρασκευή του σχετικού αφεψήματος κ.λ.π. Προέβαινε σε μερική όπως φαίνεται έκταση εμβολιασμών μερικών δέντρων(κυρίως καστανιών). Για τα ανωτέρω κατέθεσε με σαφήνεια ο προαναφερόμενος μάρτυρας του ενάγοντος τόσο στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λάρισας κατά την εκδίκαση της προαναφερόμενης με αριθμό κατάθεσης …/2014 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, ο οποίος έχει προσωπική αντίληψη, αφού από το 1970 επισκέπτονταν την Μονή, στη συνέχεια δε έγινε μοναχός αυτής, ο οποίος και συνέλεγε τους καρπούς των προαναφερόμενων δέντρων. Η κρίση του Δικαστηρίου αυτού δεν αναιρείται από τις αντίθετες καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων Ε. Μ. και Α. Γ. ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λάρισας (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) αντίστοιχα. Το ενάγον μετά τη μεταγραφή του ως άνω συμβολαίου και τη σύσταση υπέρ του ενάγοντος της περιορισμένης, προσωπικής δουλείας συλλογής καρπών, και φύτευσης οπωροφόρων δέντρων, όπως προαναφέρθηκε, και πάντως εντός του έτους 2013 προέβη σε εκτεταμένη φύτευση δενδρυλλίων διαφόρων οπωροφόρων δέντρων(καστανιές, μηλιές κ.λ.π) στο χώρο του επιδίκου ακινήτου. Ειδικότερα οι μοναχοί του ενάγοντος φύτεψαν εντός αυτού και σε σημεία που γειτνιάζουν ή εφάπτονται των αθλητικών εγκαταστάσεων(γήπεδα καλαθοσφαίρισης και πετοσφαίρισης), καθώς και εντός αυτών, 142 οπωροφόρα δέντρα, ενώ εγκατέστησαν και σύστημα αυτόματου ποτίσματος, αναπτύσσοντας λάστιχα ποτίσματος με μπεκ, επιπλέον γύρω από τα φυτευθέντα δέντρα τοποθέτησαν για την στήριξη αυτών και την προστασία τους από άγρια ζώα πλαστικά πλέγματα. Παράλληλα προέβησαν και σε εμβολισμό κάποιων καστανιών. Η εν λόγω εκτεταμένη δενδροφύτευση υπαγορεύθηκε όχι τόσο από πραγματικές ανάγκες του ενάγοντος για λήψη καρπών, όσο από την ανησυχία ότι μπορούσε να αμφισβητηθεί το δικαίωμά του, να πωληθεί η έκταση και να επέλθει αλλαγή χρήσης αυτής που δεν προσιδιάζει στην ιερότητα του περιβάλλοντος την Μονή χώρου. Τα ως άνω δέντρα εκριζώθηκαν και καταστράφηκαν βαθμηδόν κατά το φθινόπωρο-χειμώνα 2013 από τον δεύτερο εναγόμενο, ο οποίος είχε μόλις προσληφθεί ως επιστάτης από το πρώτο εναγόμενο, και επίσης δε ο δεύτερος εναγόμενος (προστηθείς υπάλληλος του πρώτου εναγόμενου) εντός του δεύτερου δεκαπενθημέρου του Φεβρουάριου του 2014 απέκοψε τη δίοδο των μοναχών του ενάγοντος στο ακίνητο, τοποθετώντας συρμάτινη σίτα επί του ανοίγματος-θύρας, που υπήρχε στην περίφραξη και από το οποίο εισέρχονταν σε αυτό οι μοναχοί. Οι εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν τον τρόπο και την έκταση του δικαιώματος του ενάγοντος στην επίδικη έκταση, αλλά αρνούμενοι την ύπαρξή του (ήτοι του εμπράγματου δικαιώματος περιορισμένης προσωπικής δουλείας) απέκλεισαν την πρόσβαση του ενάγοντος σε αυτήν (ως προς το γεγονός του αποκλεισμού της πρόσβασης των μοναχών συνάγεται ομολογία των εναγομένων, καθώς οι τελευταίοι δεν αμφισβήτησαν ειδικά το γεγονός αυτό), εμποδίζοντας εντελώς την καθοιονδήποτε τρόπο άσκησή του, με καθολική προσβολή του δικαιώματος του, που συνίσταται στην πλήρη αφαίρεση της οιονεί νομής του ενάγοντος.
Εξάλλου δυνάμει της υπ' αριθμ. 554/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας(διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), μετά από αίτηση του ενάγοντος κατά των εναγομένων, το τελευταίο (Ειρηνοδικείο) αφού αναγνώρισε το ήδη ενάγον προσωρινά ως οιονεί νομέα δικαιώματος περιορισμένης προσωπικής δουλείας, επέτρεψε σε αυτό α) να συλλέγει τους καρπούς από τα οπωροφόρα δέντρα, που υπήρχαν στο επίδικο ακίνητο, β) να προβαίνει σε εμβολιασμό (ιδίως άγριων καστανιών) δέντρων που βρίσκονται στο επίδικο ακίνητο, γ) να προβεί στην εμφύτευση έως 50 οπωροφόρων δέντρων που θα αναπτυχθούν στην άκρη του τελευταίου (προς τα πάνω) επιπέδου (διαζώματος) του επιδίκου (όπου βρίσκεται το γήπεδο μπάσκετ και παραπλεύρως διαμορφωμένο χορταριασμένο δίκην γηπέδου πλάτωμα) και δη κατά μήκος της απόληξης του επιπέδου αυτού προς τη συνεχόμενη δασώδη έκταση, στον ποτισμό και στην εν γένει φροντίδα αυτών και επίσης υποχρέωσε τους ήδη εναγομένους να αποδώσουν στο ήδη ενάγον την οιονεί νομή του ακινήτου, όπως ειδικότερα εκτίθεται στην απόφαση αυτή. Σημειώνεται ότι όπως προκύπτει από την τελευταία απόφαση, υπήρξε επιτόπια θεώρηση του επιδίκου από τον δικάσαντα την αίτηση Ειρηνοδίκη που έγινε μετά τη συζήτησή της (6.11.2014) και διαπιστώθηκε ότι στο χώρο της κατασκήνωσης παραμένουν οι εγκαταστάσεις, όπως τα κτίσματα των καταλυμάτων και λοιπών βοηθητικών χώρων, διαμορφωμένοι χώροι αθλοπαιδιών(γήπεδο μπάσκετ κ.λ.π.). Ο όλος χώρος είναι διαμορφωμένος σε διάφορα επίπεδα(διαζώματα). Ότι στον άλλοτε κατασκηνωτικό χώρο που καταλαμβάνει αρκετά στρέμματα του ακινήτου υπάρχουν διάφορα οπωροφόρα και άλλα δέντρα. Η λοιπή έκταση του επιδίκου είναι δασώδης με διάφορα δέντρα, κυρίως άγριας βλάστησης, υπάρχει ωστόσο μεγάλος αριθμός φλαμουριών (τηλιές), κάποιες καστανιές κατά το πλείστον άγριες. Συνολικά σε όλη την επίδικη έκταση, όπως φαίνεται, υπάρχει μεγάλος αριθμός φλαμουριών (κυρίως στο πέραν του κατασκηνωτικού ευρύτερο χώρο), μικρός αριθμός ήμερων καστανιών και άλλες άγριες, διάσπαρτες στο χώρο, τουλάχιστον δε 2 καρυδιές, 1 μηλιά, 3 κερασιές, 2 βυσσινιές , 4 μικρές ελιές, 4 κληματαριές. Κάποια δέντρα εκ των ως άνω ειδών φαίνεται ότι έχουν κοπεί, όπως λ.χ. καστανιές, ελιές, βυσσινιές. Αναφορικά με την προβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση απόσβεσης της δουλείας λόγω εικοσαετούς αχρησίας (άρθρ. 1191, 1138ΑΚ), επικαλούμενων ότι από το έτος 1955 μέχρι και το 2012 το ενάγον δεν άσκησε καμία υλική πράξη προς χρησιμοποίηση του επιδίκου ακινήτου, που να συνάδει με το περιεχόμενο του δικαιώματος του, πρέπει αυτή να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Τούτο διότι ο ισχυρισμός τους αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού η σύσταση υπέρ του ενάγοντος της ως άνω περιορισμένης προσωπικής δουλείας με βάση τον ως άνω συστατικό τίτλο έγινε με την μεταγραφή του πιο πάνω συμβολαίου σύστασης, έτσι ώστε προ της 28.12.2012 δεν υπήρχε συνεστημένη ενεργή δουλεία. Σε κάθε δε περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, το ενάγον ασκούσε υλικές πράξεις συλλογής των καρπών των οπωροφόρων δέντρων επί του επιδίκου ακινήτου τουλάχιστον από το έτος 1970 συνεχώς μέχρι το επικαλούμενο από τους εναγομένους έτος 2012 (ενώ το χρονικό διάστημα από το έτος 1955 έως το 1970 υπολείπεται των είκοσι χρόνων), όπως σαφώς κατέθεσε ο πιο πάνω μάρτυρας του ενάγοντος και αναφέρεται πιο πάνω...
Στην προκειμένη περίπτωση οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος του ενάγοντος (περί αναγνώρισης του εμπράγματου δικαιώματος περιορισμένης προσωπικής δουλείας στο επίδικο ακίνητο, άρσης της προσβολής και παράλειψης στο μέλλον), καθίσταται καταχρηστική, επικαλούμενοι ότι ουδέποτε το ενάγον από το 1955 ασκούσε υλικές πράξεις που να συνάδουν με το περιεχόμενο του ως άνω δικαιώματος του, ενώ προέβη σε μεταγραφή του πιο πάνω συμβολαίου και ως σύστασης δουλείας στις 28.12.2012 μετά από 57 χρόνια πλήρους απραξίας, δημιουργώντας την εντύπωση στον πρώτο εναγόμενο ότι το ενάγον είχε παραιτηθεί από οποιοδήποτε δικαίωμά του επί του επιδίκου, ότι δεν έχει εμπράγματο ή άλλο δικαίωμα επί αυτού, ότι το ενάγον το έτος 2013 μετά από 57 χρόνια αδράνειας παραβίασε την περίφραξη του χώρου όπου υπάρχουν οι εγκαταστάσεις των παιδικών κατασκηνώσεων και φύτευσε 100 νέα δενδρύλλια, τα οποία εγκατέλειψε αντιλαμβανόμενο το αυθαίρετο των ενεργειών του με αποτέλεσμα να ξεραθούν. Ότι το Μάρτιο του 2014 προέβη σε έργα εκσκαφής με σκοπό τη φύτευση νέων δεντρυλλίων, ότι οι εργασίες αυτές σταμάτησαν μετά από παρέμβαση και καταγγελία του δευτέρου εναγόμενου στο AT Ραψάνης, ότι το ενάγον καμία ωφέλεια δεν έχει από το εν λόγω δικαίωμα επί του ακινήτου του πρώτου από αυτούς, αφού οι βιοτικές ανάγκες των μοναχών προς σίτιση, για την κάλυψη των οποίων είχε παραχωρηθεί το εν λόγω δικαίωμα το έτος 1955, δεν καλύπτονται πλέον από τη συγκομιδή των καρπών σύμφωνα με τον σύγχρονο τρόπο διαβίωσης, ότι η Ιερά Μονή το έτος 1955 δεν ήταν επανδρωμένη από μοναχούς, ενώ σήμερα υπηρετούν 3 μοναχοί (βλ. και προτάσεις εκκαλούντων στο Δικαστήριο αυτό) και ότι το ενάγον είναι κύριο πολλών στρεμμάτων με τα ίδια χαρακτηριστικά της επίδικης έκτασης. Τέλος ότι η άσκηση του δικαιώματος αυτού δια της εγέρσεως της αγωγής είναι καταχρηστική αφού επιφέρει στο πρώτο εναγόμενο δυσβάστακτες συνέπειες - που συνίστανται στην κατακόρυφη πτώση της αξίας του ακινήτου - και στον δραστικό περιορισμό αξιοποίησής του- άνευ ουδεμίας ωφέλειας για το ενάγον και ανατρέπει μια κατάσταση που δημιουργήθηκε επί σειρά ετών. Τα περιστατικά αυτά, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, αληθή υποτιθέμενα, δεν συγκροτούν την ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ. Επομένως, ο σχετικός ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί. Πρέπει λοιπόν να αναγνωρισθεί ότι το ενάγον τυγχάνει δικαιούχος περιορισμένης προσωπικής δουλείας, που υφίσταται στο επίδικο ακίνητο και ως αντικείμενο έχει αφενός μεν τη συλλογή των καρπών των οπωροφόρων δέντρων, που υφίστανται στο ως άνω ακίνητο και αυτών, που θα φυτευθούν σε αυτό ή θα εμβολιασθούν στο μέλλον και αφετέρου τη φύτευση σε αυτό οπωροφόρων δέντρων ή εξημέρωση με εμβολιασμό αγρίων οπωροφόρων δέντρων που υπάρχουν σε αυτό ή θα φυτρώσουν στο μέλλον μόνα τους. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά ότι η εν λόγω δουλεία ως αντικείμενο έχει αφενός μεν τη συλλογή των καρπών των οπωροφόρων δέντρων, που υφίστανται στο ως άνω ακίνητο και αυτών, που θα φυτευθούν ή θα εξημερωθούν στο μέλλον σε αυτό και αφετέρου τη φύτευση προς αναπλήρωση των από φυσικά αίτια ή ανθρώπινη ενέργεια απωλεσθέντων- κατεστραμμένων οπωροφόρων δέντρων, καθώς και των άγριων τέτοιων, που θα εξημερωθούν με εμβολιασμό, υπό τον περιορισμό ότι δε διαταράσσεται η αναλογία αγρίων-ήμερων δέντρων εντός του ακινήτου και δεν αλλοιώνεται ο δασικός χαρακτήρας αυτού, έσφαλε στην ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και στην εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της αντέφεσης του ενάγοντος ως κατ' ουσίαν βάσιμος, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση αναφορικά με τις διατάξεις που αφορούν την αγωγή κατά την επικουρική της βάση, ήτοι την αγωγή του άρθρου 1132 του ΑΚ, στη συνέχεια δε, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, να ερευνηθεί η αγωγή αυτή κατ' ουσίαν (άρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να γίνει δεκτή, να αναγνωριστεί το ενάγον δικαιούχο περιορισμένης προσωπικής δουλείας κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό της παρούσας και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να άρουν την προσβολή επίσης κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό της παρούσας και να παραλείπουν στο μέλλον να προσβάλλουν την άσκηση αυτού..".
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται περαιτέρω ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1763/2007, ΑΠ 747/2001). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. , ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του Κ.Πολ.Δ. , τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 631/2023, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 79/2018, ΑΠ 1333/2018, ΑΠ 1512/2014, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1285/2021ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 1226/2014, ΑΠ 2146/2014, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 737/2008, ΑΠ 1300/2006, ΑΠ 1207/2005, ΑΠ 320/2003). Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης το πρώτο αναιρεσείον επικαλείται την εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1α και 1β και 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή και ανεπαρκή αιτιολογία τα διδάγματα της κοινής πείρας που αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου (1191,1121 και 1125 ΑΚ) κατά τα άρθρα 173- 200 ΑΚ και δη με την κρίση του ότι δεν συντρέχει λόγος ερμηνείας του σχετικού όρου του συμβολαίου (περιορισμένης προσωπικής δουλείας) ως προς το είδος των οπωροφόρων δένδρων και ως προς την έκταση του δικαιώματος της φύτευσης αυτών , παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας περί του ότι η έκταση της ασκήσεως της περιορισμένης προσωπικής δουλείας εντός δασικού ακινήτου πρέπει να μη διαταράσσει την αναλογία αγρίων - ήμερων δένδρων , ότι η φλαμουριά δεν είναι οπωροφόρο δένδρο και ότι η εν λόγω δουλεία πρέπει να ασκείται με κάθε δυνατή φειδώ καθώς και ενόψει της διατυπωθείσας αμφιβολίας ως προς την δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων μερών έπρεπε το Εφετείο να αναζητήσει το περιεχόμενο του όρου κατά τις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173-200 ΑΚ. Επίσης το πρώτο αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του επικαλείται την εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια με την αιτίαση ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης είναι αντιφατική, αφού ενώ δέχεται ότι δεν τίθεται ζήτημα ερμηνείας τόσο ως προς το είδος των οπωροφόρων δένδρων (που είχε, κατά τη σαφή συμφωνία τους, δικαίωμα το ενάγον να φυτέψει στο εν λόγω ακίνητο) όσο και ως προς την έκταση της άσκησης του δικαιώματος φύτευσης αυτών και ότι το περιεχόμενο της ως άνω συστατικής πράξης είναι σαφές, εν συνεχεία προβαίνει σε ερμηνεία κρίνοντας ότι το δικαίωμα φύτευσης για τη συλλογή καρπών χωρίς συγκεκριμένο αριθμό και θέση, πάντως όχι εκτεταμένη φύτευση οπωροφόρων δέντρων κατά τον συστατικό τίτλο, αφορά στο τμήμα του επιδίκου ακινήτου που είναι δυνατή η φύτευση για το συγκεκριμένο είδος οπωροφόρων δέντρων και σε θέση και αριθμό δέντρων όπου η φύτευση δεν θα παρεμποδίζει την λειτουργία των εγκαταστάσεων (εν προκειμένω των κατασκηνώσεων) του πρώτου αναιρεσείοντος. Οι αιτιάσεις είναι αβάσιμες, διότι, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της πληττομένης αποφάσεως, το Εφετείο, έκρινε αναιρετικώς ανέλεγκτα με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες ότι ο σχετικός όρος του εν λόγω συμβολαίου, ο οποίος συνιστούσε περιορισμένη προσωπική δουλεία, ήταν σαφής και ως εκ τούτου, ελλείψει αμφιβολίας ή κενού, δεν συνέτρεχε λόγος προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες προς διαπίστωση της αληθούς του εννοίας, κατά τα προεκτεθέντα, ούτε σε διδάγματα κοινής πείρας για την ερμηνεία αυτού (ΑΠ 1285/2021). Ειδικότερα, η προσβαλλομένη με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες δέχτηκε ανέλεγκτα ότι η εν λόγω Ιερά Μονή (αναιρεσίβλητο) διατήρησε υπέρ εαυτής εφ' όρου της ύπαρξής της, το δικαίωμα συλλογής των καρπών όλων των οπωροφόρων δέντρων που υπάρχουν εντός της εκποιηθείσας έκτασης ή και αυτών που θα φυτευθούν ή θα εμβολιασθούν στο μέλλον, υποχρεουμένου του αγοραστή (πρώτου εναγομένου) να επιτρέπει στη Μονή την ακώλυτη και ανενόχλητη άσκηση του δικαιώματός της αυτού στο μέλλον, καθώς επίσης διατήρησε υπέρ εαυτής το δικαίωμα της φυτεύσεως οπωροφόρων δέντρων στο μέλλον ή της εξημέρωσης δια εμβολιασμού αυτών που υπάρχουν στον χρόνο κατάρτισης του συμβολαίου αγρίων δέντρων ή αυτών που θα φυτρώσουν μόνα τους. Ότι με βάση τον προαναφερόμενο όρο σαφή ως προς τη βούληση των συμβληθέντων μερών (ενάγοντος και πρώτου εναγομένου) σχετικά με το είδος των δικαιωμάτων που διατηρήθηκαν υπέρ του ενάγοντος (της Ιεράς Μονής) συστάθηκε περιορισμένη προσωπική δουλεία υπέρ του ενάγοντος ΝΠΔΔ (εν λόγω Ιεράς Μονής), εφ' όρου υπάρξεώς του, με σαφές περιεχόμενο αφενός μεν τη συλλογή των καρπών των οπωροφόρων δέντρων, που υπήρχαν, κατά την κατάρτιση του συμβολαίου στη μεταβιβασθείσα έκταση ή και αυτών, που στο μέλλον θα φυτεύονταν εντός αυτής ή θα εμβολιάζονταν και αφετέρου τη μελλοντική φύτευση οπωροφόρων δέντρων ή δι' εμβολιασμού εξημέρωση αγρίων, που είτε υφίσταντο στο χρόνο κατάρτισης είτε θα αυτοφύονταν στο μέλλον. Ότι δεν τίθεται ζήτημα ερμηνείας για την έννοια της φύτευσης οπωροφόρων δέντρων τόσο ως προς το είδος των οπωροφόρων που είχε, κατά τη σαφή συμφωνία τους, δικαίωμα το ενάγον να φυτέψει στο εν λόγω ακίνητο, όσο και ως προς την έκταση της άσκησης του δικαιώματος φύτευσης των οπωροφόρων δέντρων, καθώς το περιεχόμενο της ως άνω περιορισμένης προσωπικής δουλείας από την ως άνω συστατική πράξη είναι σαφές. Το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ότι το περιεχόμενο της ως άνω περιορισμένης προσωπικής δουλείας ήταν σαφές και ότι δεν συνέτρεχε λόγος προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες. Οι ως άνω παραδοχές του Εφετείου ότι το ".. δικαίωμα φύτευσης για τη συλλογή καρπών (δίχως συγκεκριμένο αριθμό και θέση, πάντως όχι εκτεταμένη φύτευση οπωροφόρων δέντρων) κατά τον συστατικό τίτλο, αφορά σαφώς - κατά τις ανάγκες του ενάγοντος- στο τμήμα του επιδίκου ακινήτου που είναι δυνατή η φύτευση για το συγκεκριμένο είδος οπωροφόρων δέντρων και σε θέση και αριθμό δέντρων όπου η φύτευση δεν θα παρεμποδίζει την λειτουργία των εγκαταστάσεων (εν προκειμένω των κατασκηνώσεων)..", δεν συνιστά ερμηνεία του όρου τούτου (δουλείας) και έμμεση παραδοχή από το Εφετείο της υπάρξεως κενού και αμφιβολίας που καθιστούσε υποχρεωτική την προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες, όπως αβασίμως διατείνεται το πρώτο αναιρεσείον, αλλά αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης κατ'εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Επομένως το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει και δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173- 200 ΑΚ, τις διατάξεις των οποίων δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε και εκ πλαγίου με τη μη εφαρμογή τους. Επίσης, οι αιτιάσεις με τον ως άνω λόγο, ότι το Εφετείο παραβίασε τα κατά τη γνώμη του πρώτου αναιρεσείοντος, διδάγματα της κοινής πείρας, ότι η έκταση της ασκήσεως της περιορισμένης προσωπικής δουλείας εντός δασικού ακινήτου πρέπει να μη διαταράσσει την αναλογία αγρίων - ήμερων δένδρων και ότι η φλαμουριά δεν είναι οπωροφόρο δένδρο, τυγχάνουν απορριπτέες, προεχόντως ως απαράδεκτες, διότι δεν συνιστούν παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αλλά εσφαλμένη κατά την κρίση του πρώτου αναιρεσείοντος εκτίμηση των αποδείξεων, από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ' άρθ. 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. Σε κάθε περίπτωση, οι αιτιάσεις αυτές, τυγχάνουν απορριπτέες και ως αβάσιμες, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, το Εφετείο δεν υπήρχε λόγος να καταφύγει και δεν κατέφυγε στα διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει την αληθή έννοια των κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (τους οποίους άλλωστε δεν εφάρμοσε, αφού κατά τα ανωτέρω δεν ήταν εφαρμοστέοι), ούτε και αυτών των άρθρων 1191,1121 και 1125 Α.Κ, τους οποίους ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τόσο ευθέως όσο και εκ πλαγίου με το να δεχθεί τα ως άνω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά και δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των αμέσως παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο αυτής ως προς το ουσιώδες ζήτημα, της σύστασης της ως άνω περιορισμένης προσωπικής δουλείας, υπέρ του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και της έκτασης και του είδους των δικαιωμάτων που διατηρήθηκαν υπέρ αυτού.
Συνεπώς ο ως άνω λόγος από τους αριθμούς 1α, 1β και 19 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να απορριφθεί. Κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ήτα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. (ΟλΑΠ 7/2002, 17/1995). Η με την άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε ή η με αυτήν πρόκληση στον υπόχρεο επαχθών, όχι δε κατ' ανάγκη και αφόρητων, συνεπειών θα πρέπει, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να μην είναι ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί, να κρίνεται επιβεβλημένη, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο συνεπειών, η θυσία του αξιωμένου δικαιώματος.
Συνεπώς, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος μόνη η υπό τις προϋποθέσεις του νόμου άσκηση αυτού και η επέλευση των δυσμενών συνεπειών που αναγκαίως, κατά το νόμο, αυτή συνεπάγεται, χωρίς τη συνδρομή και άλλων, κατά τα ανωτέρω προϋποθέσεων. (Α.Π. 1246/2009). Η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος προϋποθέτει τη γέννηση και την ύπαρξή του.
Συνεπώς η επίκληση περιστατικών, η αλήθεια των οποίων αποκλείει τη γέννηση ή συνεπάγεται την κατάλυση του δικαιώματος δε θεμελιώνει και ένσταση καταχρηστικής άσκησής του, αλλά είτε συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της στηριζόμενης στο δικαίωμα αυτό αγωγής, είτε θεμελιώνει άλλη παρακωλυτική ή καταλυτική του δικαιώματος ένσταση. (Α.Π. 607/2022, Α.Π. 536/2017, Α.Π. 1799/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, πλήττεται από το πρώτο αναιρεσείον η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. περί εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ που είχε προβληθεί πρωτοδίκως και επαναφέρθηκε νομίμως στο Εφετείο με λόγο έφεσης. Ειδικότερα το πρώτο αναιρεσείον ισχυρίστηκε ότι η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος του ενάγοντος (περί αναγνώρισης του εμπράγματου δικαιώματος περιορισμένης προσωπικής δουλείας στο επίδικο ακίνητο, άρσης της προσβολής και παράλειψης στο μέλλον), καθίσταται καταχρηστική επικαλούμενο ότι ουδέποτε το ενάγον από το 1955 ασκούσε υλικές πράξεις που να συνάδουν με το περιεχόμενο του ως άνω δικαιώματος του, ενώ προέβη σε μεταγραφή του πιο πάνω συμβολαίου και ως σύστασης δουλείας στις 28.12.2012 μετά από 57 χρόνια πλήρους απραξίας, δημιουργώντας την εντύπωση στο αναιρεσείον- πρώτο εναγόμενο ότι το ενάγον είχε παραιτηθεί από οποιοδήποτε δικαίωμά του επί του επιδίκου, ότι δεν έχει εμπράγματο ή άλλο δικαίωμα επί αυτού, ότι το ενάγον το έτος 2013 μετά από 57 χρόνια αδράνειας παραβίασε την περίφραξη του χώρου όπου υπάρχουν οι εγκαταστάσεις των παιδικών κατασκηνώσεων και φύτευσε 100 νέα δενδρύλλια, τα οποία εγκατέλειψε αντιλαμβανόμενο το αυθαίρετο των ενεργειών του με αποτέλεσμα να ξεραθούν. Ότι το Μάρτιο του 2014 προέβη σε έργα εκσκαφής με σκοπό τη φύτευση νέων δεντρυλλίων, ότι οι εργασίες αυτές σταμάτησαν μετά από παρέμβαση και καταγγελία του δευτέρου εναγόμενου στο ΑΤ Ραψάνης, ότι το ενάγον καμία ωφέλεια δεν έχει από το εν λόγω δικαίωμα επί του ακινήτου του πρώτου αναιρεσείοντος, αφού οι βιοτικές ανάγκες των μοναχών προς σίτιση, για την κάλυψη των οποίων είχε παραχωρηθεί το εν λόγω δικαίωμα το έτος 1955, δεν καλύπτονται πλέον από τη συγκομιδή των καρπών σύμφωνα με τον σύγχρονο τρόπο διαβίωσης, ότι η Ιερά Μονή το έτος 1955 δεν ήταν επανδρωμένη από μοναχούς, ενώ σήμερα υπηρετούν 3 μοναχοί και ότι το ενάγον είναι κύριο πολλών στρεμμάτων με τα ίδια χαρακτηριστικά της επίδικης έκτασης. Ότι η άσκηση του δικαιώματος αυτού δια της εγέρσεως της αγωγής είναι καταχρηστική αφού επιφέρει στο πρώτο εναγόμενο δυσβάστακτες συνέπειες - που συνίστανται στην κατακόρυφη πτώση της αξίας του ακινήτου - και στον δραστικό περιορισμό αξιοποίησής του- άνευ ουδεμίας ωφέλειας για το ενάγον και ανατρέπει μια κατάσταση που δημιουργήθηκε επί σειρά ετών. Με αυτό το περιεχόμενο ο ανωτέρω ισχυρισμός του πρώτου αναιρεσείοντος δεν βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 281 ΑΚ, δεδομένου ότι τα περιστατικά τα οποία επικαλέστηκε το πρώτο αναιρεσείον για τη θεμελίωσή του, αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν την άσκηση του επιδίκου δικαιώματος του ενάγοντος, περί αναγνωρίσεως αυτού δικαιούχου της επικαλούμενης περιορισμένης προσωπικής δουλείας στο περιγραφόμενο ακίνητο, καταχρηστική, κατά την έννοια του ανωτέρω άρθρου 281 Α.Κ. Ειδικότερα η επίκληση από το πρώτο εναγόμενο - αναιρεσείον, ότι "...το ενάγον δεν έχει εμπράγματο ή άλλο δικαίωμα επ'αυτού...", συνιστά ισχυρισμό αρνητικό του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματος, ενώ η θεμελίωση της ως άνω ενστάσεως, προϋποθέτει κατάφαση του ως άνω δικαιώματος.
Περαιτέρω, οι ιστορούμενες επαχθείς συνέπειες σε βάρος του (του πρώτου εναγομένου-πρώτου αναιρεσείοντος) χωρίς επίκληση περιστατικών της παρενέργειας των επαχθών συνεπειών, τα οποία με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος μη ανεκτή, ώστε, μετά και από αντιστάθμισή τους προς το συμφέρον που η άσκηση αυτή εξυπηρετεί, να κρίνεται επιβεβλημένη η θυσία του αξιωμένου ενδίκου δικαιώματος, προς αποτροπή των επαχθών για τον υπόχρεο εναγόμενο συνεπειών.
Συνεπώς το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ανωτέρω ισχυρισμό ως μη νόμιμο, δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. καθόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της και επομένως ο τρίτος κατά το πρώτο σκέλος του, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. , λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο ως άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος για παράβαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. , που ιδρύεται μόνο όταν αυτές οι αιτιολογίες έχουν εμφιλοχωρήσει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού κατά την ουσιαστική έρευνα του ισχυρισμού και όχι όταν το δικαστήριο δεν εισήλθε καν σε αυτό το στάδιο , όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία ο ανωτέρω ισχυρισμός απορρίφθηκε ως μη νόμιμος. Κατά τη διάταξη του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. , συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 Κ.Πολ.Δ. , προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο. (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005). Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 331/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 24/2021, ΑΠ 88/2021). Από τη διάταξη του άρθρου 336 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι πασίδηλο ή κατά την ταυτόσημη έκφραση ''παγκοίνως γνωστό'', είναι το πραγματικό γεγονός, που είναι πασίγνωστο σε τέτοιο βαθμό στο κοινό, άρα και στους δικαστές, ώστε να μη γεννιέται εύλογη αμφιβολία για την αλήθειά του (ΑΠ 319/2019, ΑΠ 196/2010). Για το λόγο αυτό και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, χωρίς να έχει προταθεί στη δίκη από κάποιο διάδικο (ΑΠ 1429/2005), δεν διατάσσεται, δε, για την αλήθεια τούτου απόδειξη. Τα πασίδηλα δεν αποτελούν αποδεικτικό μέσο, αφού δεν περιλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα, που περιοριστικώς ορίζονται στο άρθρο 339 ΚΠολΔ (ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 1216/2003). Τα πασίγνωστα αυτά γεγονότα μπορεί να είναι γνωστά παγκοσμίως (παγκόσμια πασίδηλα) ή σε ορισμένη χώρα (εθνικά πασίδηλα) ή σε ορισμένο τόπο (τοπικά πασίδηλα). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το εάν κάποιο γεγονός είναι πασίδηλο, είναι αξιολογική (νομική), αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας του γεγονότος στην έννοια του ''πασίδηλου'' και συνεπώς υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Αντίθετα, το πραγματικό περιστατικό, που αποτελεί το περιεχόμενο του πασίδηλου γεγονότος, συνδέεται με την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και δεν εμπίπτει στις αναιρετικές πλημμέλειες (ΑΠ 540/2024, ΑΠ 1061/2020, ΑΠ 1/2013). Μεταξύ δε των ως άνω αποδεικτικών μέσων δεν περιλαμβάνονται τα πασίδηλα, γιατί δεν είναι αποδεικτικά μέσα, αλλά πραγματικά γεγονότα, τα οποία, κατ' απόκλιση από τον κανόνα του άρθρου 335 ΚΠολΔ, δεν είναι αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 91/2024, ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 1061/2020,ΑΠ 319/2019,ΑΠ 196/2010,ΑΠ 1075/ 1985).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του αποδίδεται από το πρώτο αναιρεσείον στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. , με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, α) σελίδες από το βιβλίο του καθηγητή του ΑΠΘ Ν. Α. με τίτλο "ΔΑΣΙΚΗ ΒΟΤΑΝΙΚΗ (ΔΕΝΔΡΑ ΚΑΙ ΘΑΜΝΟΙ ΤΩΝ ΔΑΣΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ) και β) την αριθμ. Πρωτ. … με ημερομηνία …2013 διάταξη του δασάρχη Αμφιλοχίας για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και κατέληξε στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι οι φλαμουριές είναι οπωροφόρα δένδρα και ως εκ τούτου αποτελούν περιεχόμενο του δικαιώματος περιορισμένης προσωπικής δουλείας του αναιρεσίβλητου. Ωστόσο από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτή διαβεβαίωση του δικαστηρίου με ρητή αναφορά όλων των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ότι στο ως άνω πόρισμά του κατέληξε αφού έλαβε υπόψη "....Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, Ι. Γ. και Ε. Μ., που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού, και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (αρθρ. 339, 395 του Κ.Πολ.Δ.), για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά παρακάτω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της παρούσας διαφοράς, από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες του επιδίκου ακινήτου, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται εκατέρωθεν (άρθρα 444 § 1 περ. γ, 448 § 2, 449 § 2, 453 § 1, 457 § 4, 458 ΚΠολΔ) και από τις έμμεσες ομολογίες των διαδίκων, όπου ειδικά και περιοριστικά αναφέρονται παρακάτω, .." σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννάται οιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για την κατάρτιση του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το σύνολο των προαναφερομένων εγγράφων, πέραν του ότι δεν είναι υποχρεωμένο να δικαιολογήσει την αντίθετη προς τις απόψεις του πρώτου αναιρεσείοντος, κρίση του, ούτε να κάνει ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολόγηση τούτων.
Περαιτέρω δεν στοιχειοθετείται, ο ως άνω λόγος κατά το οικείο σκέλος του με τον οποίο το πρώτο αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ. 11γ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πασίδηλο γεγονός (ότι η φλαμουριά είναι δένδρο μόνο δασικού χαρακτήρα και όχι οπωροφόρο) καθόσον τα πασίδηλα δεν αποτελούν αποδεικτικό μέσο, αφού δεν περιλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα, που περιοριστικώς ορίζονται στο άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ. Τέλος ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με την αιτίαση από το πρώτο αναιρεσείον ότι η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες καθόσον δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για την παραδοχή της ότι η φλαμουριά είναι οπωροφόρο δένδρο και γιατί παρέλειψε να εκτιμήσει το αποδεικτικό υλικό που προσκόμισε το πρώτο αναιρεσείον ως προς αυτό , είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος , καθόσον οι αποδιδόμενες στην εφετειακή απόφαση πλημμέλειες δεν αφορούν τη διατύπωση των ουσιαστικών παραδοχών αυτής, ως προς τη συνδρομή ή μη των περιστατικών που είναι αναγκαία για την πλήρωση του πραγματικού των εφαρμοστέων ουσιαστικών διατάξεων και για τη θεμελίωση των αγωγικών αξιώσεων, αλλά ανάγονται στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται σύμφωνα με τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές με σαφήνεια και βεβαιότητα, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου το οποίο κατέθεσε προτάσεις θα επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 106, 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-12-2020 αίτηση των 1) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΡΥΘΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ" και 2) Ν. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 410/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Μαϊου 2026.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ